Θυμάσαι το 2012; Θυμάσαι την τρομοκρατία; Θυμάσαι τις δημοσκοπήσεις του Πρετεντέρη; Την ειδική εκπομπή της Χούκλη για την έξοδο από το ευρώ; Θυμάσαι;

Αλλά και πιο πρόσφατα: Θυμάσαι τον Ρογκάκο, το βράδυ πριν τις Ευρωεκλογές; «Με κανένα τρόπο το αποτέλεσμα της κάλπης δεν πρέπει να βάλει φρένο στην πορεία της χώρας»; «Οι λεονταρισμοί και το θολό πολιτικό τοπίο στις εκλογές του 2012 μας είχαν στείλει εκτός ευρώ»; Και τον Κούρο; «Η ψήφος τιμωρίας μπορεί να γίνει επώδυνη και για τους τιμωρούς»; «Οι λεονταρισμοί στην κάλπη πρέπει να αντισταθμιστούν από ψήφους προοπτικής». Θυμάσαι;

Ε, πάλι τα ίδια έχουμε. Μάλλον θα το έχεις ήδη καταλάβει.

Η δημοσιογραφία έχει μία μακρά ιστορία διαπλοκής με την κάθε είδους εξουσία – όχι μόνο στην Ελλάδα, φυσικά. Όμως εγώ την αθλιότητα της ελληνικής δημοσιογραφίας έχω ζήσει, και για αυτή μόνο μπορώ να μιλήσω.

Ντρέπεται άραγε ο Πρετεντέρης, η Χούκλη, ο Ρογκάκος, ο Κούρος, ο καθένας που εμφανίζει τον εαυτό του ως «δημοσιογράφο», παπαγαλίζοντας τα ίδια που θα έλεγε ένας υπουργός, ένας βουλευτής ή ένα μεγαλοστέλεχος του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος; Μάλλον όχι. Τη δουλειά τους κάνουν, και η δουλειά δεν είναι ντροπή.

Ναι, αλλά και η ντροπή δεν είναι δουλειά, και αν αυτό ισχύει μια φορά για έναν ΜΑΤατζή, τότε ισχύει τουλάχιστον δέκα φορές για κάτι τέτοιες περιπτώσεις.

Την ώρα που σε άλλους ομίλους εκατοντάδες δημοσιογράφοι παλεύουν να τα βγάλουν πέρα σε αντίξοες συνθήκες, με μπλοκάκια, με δύσκολα ωράρια, με απειλές για απόλυση (που, όχι σπάνια, υλοποιούνται), με την ψυχή στο στόμα, κάποιοι άλλοι δε ζορίζονται καθόλου. Δουλεύοντας σε κανάλια που το Κράτος κρατά από τ’ αρχίδια με προσωρινές άδειες που αν και όποτε θέλει ανακαλεί, σε κανάλια που καταρρέουν οικονομικά, αλλά πάντα βρίσκεται μία καλή τράπεζα να τους δώσει κι άλλα δάνεια για να συνεχίσουν να υπάρχουν και να μας ενημερώνουν, σε κανάλια που είναι πάντα εκεί πριν από μας, για την πάρτη τους και όχι για μας, δεν έχουν κανένα λόγο να φοβούνται. Αρκεί να μην αλλάξει το status quo και έρθει ανάποδα, στα κεφάλια τους. Οπότε κάνουν και αυτοί ό,τι μπορούν για να μην αλλάξει τίποτα – τουλάχιστον τίποτα που να τους αφορά.

Ας απολυθούν 500.000 δημόσιοι υπάλληλοι, αυτοί θα έχουν τη δουλειά τους. 27% ανεργία; Και τι μας νοιάζει, η καρέκλα μας είναι εκεί, με το όνομά μας γραμμένο πάνω με χρυσά γράμματα. Δημοσιογράφοι που δεν εξοργίζουν απλά όλους τους υπόλοιπους, αλλά τους στιγματίζουν, φαίνεται σαν να είναι όλοι οι δημοσιογράφοι έτσι, λες στον άλλο «είμαι δημοσιογράφος» και σε κοιτάει με μισό μάτι και ετοιμάζει τη ροχάλα, γιατί σε εξισώνει με έναν Πορτοσάλτε, με έναν Μπάμπη, με έναν Πρετεντέρη, με έναν ακόμα «αλήτη-ρουφιάνο-δημοσιογράφο» – αν η βιτρίνα σου είναι τέτοια, τότε όλο το εμπόρευμα έτσι θα είναι, σου λέει.

Και έχεις φυσικά και την ΕΣΗΕΑ, που της αρέσει να έχει μια τέτοια καλογυαλισμένη βιτρίνα, και δεν τη νοιάζει αν οι άλλοι από πίσω τραβάνε κάθε μέρα κουπί. Τους μαλάκες με τα μπλοκάκια η ΕΣΗΕΑ τους θυμάται σε δύο περιπτώσεις: Όταν κάνει απεργία (και αυτοί δεν μπορούν να απεργήσουν, γιατί δεν είναι στην ΕΣΗΕΑ, αλλά παρ’όλα αυτά η ΕΣΗΕΑ λέει πως κακώς δεν απεργούν, ενώ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΚΑΝ ΣΑΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ) και όταν απολύονται, οπότε εκδίδει πύρινες ανακοινώσεις που τις διαβάζουν μόνο αυτοί που απολύθηκαν και βρίζουν φωναχτά.

Επισήμως, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι είναι «ελεύθεροι επαγγελματίες». Αντίθετα, οι «ελεύθεροι επαγγελματίες» που προσφέρουν πρόθυμα τις υπηρεσίες τους, παρουσιάζοντας ως ειδήσεις δελτία Τύπου κομμάτων, θεωρούνται «δημοσιογράφοι».

Στην εποχή της τρομοκρατίας, οι λέξεις αλλάζουν σημασία, και σε ακραίες περιπτώσεις, όπως μας έμαθε ο Όργουελ, σημαίνουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που σήμαιναν αρχικά.

Λοιπόν, καλωσήρθατε στην ανωμαλία μας.

Advertisements