Σε βλέπω που κοιτάς. Κοιτάς μπροστά. Κοιτάς σωστά.

Και είσαι καλύτερος από τους άλλους, εκείνους που κοιτάζουν πίσω τους πριν κάνουν το παραμικρό βήμα, που περιμένουν το νεύμα του αφέτη για να ξεκινήσουν, που θρηνούν για όλα αυτά που πρέπει να τους γυρίσουν την πλάτη.

Και είσαι καλύτερος από τους άλλους, εκείνους που κλείνουν τα μάτια τους και αφήνουν κάποιον άλλο να τους πάει εκεί που θέλει, που εμπιστεύονται περισσότερο την κρίση του παρά τη δική τους, που τους τυφλώνει το φως περισσότερο κι από την άγνοιά τους.

Και είσαι καλύτερος από τους άλλους, εκείνους που καθώς προχωρούν έχουν σκυμμένο το κεφάλι, βλέπουν παντού μπροστά τους παγίδες και φανταστικούς εχθρούς, φοβούνται και τη σκιά τους, και δε βλέπουν καν πού θέλουν να φτάσουν και αν βαδίζουν προς τη σωστή κατεύθυνση.

Αλλά κι εσύ, πηγαίνεις σωστά; Γιατί σε βλέπω που βιάζεσαι. Τρέχεις πιο γρήγορα απ’ όσο σκέφτεσαι. Τρέχεις και δε βλέπεις γύρω σου τον κόσμο που αλλάζει – ή μήπως είσαι εσύ που αλλάζεις την ώρα που ο κόσμος μένει ίδιος;

Κι αν αλλάζει ο κόσμος, είσαι σίγουρος πως όταν φτάσεις θα είναι ακόμα εκεί αυτό που θέλεις;

Κι αν αλλάζεις εσύ, είσαι σίγουρος πως όταν φτάσεις θα το θέλεις ακόμα;

Advertisements