«Είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι, σε οποιαδήποτε κοινωνία κι αν ζει ο καθένας από μας, από την πιο ανεπτυγμένη μέχρι την πιο αρχαϊκή, όλοι θα αντιμετωπίσουμε μια μέρα τις ακόλουθες εναλλακτικές: είτε να ζήσουμε σαν σκλάβοι, είτε να ζήσουμε ως ελεύθεροι άνθρωποι. Και  αν αφελώς νομίζουμε ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο είδος κρατικής εξουσίας που μπορεί να μας απελευθερώσει από αυτήν την επιλογή, κάνουμε σοβαρό λάθος. Στη ζωή κάθε ανθρώπου, έρχεται κάποια στιγμή που κανείς έρχεται αντιμέτωπος με το σύστημα, με τον ‘κόσμο’, και πρέπει να υπερασπιστεί τη δική του αίσθηση δικαιοσύνης, τη δική του αίσθηση του Θεού επί γης».

Έψαχνα εδώ και μέρες να βρω μία καλή εισαγωγή για να ξεκινήσω ένα post για τη νέα κυβέρνηση, τη διαπραγμάτευση, την ελπίδα και όλα αυτά τα ιστορικά που συμβαίνουν τις τελευταίες δύο εβδομάδες, και τελικά τη βρήκα σε αυτή την αναφορά του Αντρέι Ζβιανγκίντσεφ, του σκηνοθέτη του «Λεβιάθαν», που σίγουρα θα δω.

Ίσως ό,τι κι αν διαβάσετε από εδώ και κάτω είναι περιττό, γιατί ο Ζβιανγκίντσεφ τα είπε όλα. Αλλά δεν πειράζει, θα το δοκιμάσω.

Το ότι η χώρα έχει για πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση είναι από μόνο του κοσμογονικό. Βέβαια, η Αριστερά δεν είναι ακριβώς μόνη της στην εξουσία, γιατί ο Τσίπρας αναγκάστηκε να συνεργαστεί με τον Καμμένο, ο οποίος είναι ακριβώς ίδια περίπτωση με εκείνο το χοντρό πλουσιόπαιδο στο σχολείο, που κανείς δεν τον ήθελε στην ομάδα του όταν παίζαμε στα διαλείμματα ποδόσφαιρο, αλλά τελικά αναγκαζόμασταν να τον παίζουμε γιατί ήταν αυτός που έφερνε την μπάλα. Χωρίς την μπάλα του Καμμένου, ο Τσίπρας δεν μπορεί να κάνει παιχνίδι. Και πάλι καλά να λέμε που δεν έψαξε να βρει την μπάλα σε κανένα Ποτάμι, να πέσει να πνιγεί ο άνθρωπος.

Ο Τσίπρας, λοιπόν, έφτιαξε μία κυβέρνηση. Μία πολύ ενδιαφέρουσα κυβέρνηση. Πέρα από κομματικά στελέχη (που είναι αναγκαίο κακό, όπως και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες), σε αυτή συμμετέχουν κατά κύριο λόγο προσωπικότητες για τις οποίες αν πεις κάτι κακό θα πρέπει να είσαι ή εμπαθής, ή σκατόμυαλος. Εντάξει, πολλά μπορεί να πει κανείς για το ότι δεν υπάρχουν πολλές γυναίκες στο υπουργικό συμβούλιο ή για τα πόστα που πήραν τα στελέχη των Ανεξάρτητων Ελλήνων, αλλά αν συγκρίνεις τους σημερινούς υπουργούς με κάτι Γιακουμάτους, κάτι Ντινόπουλους, κάτι Αδώνιδες και κάτι Βορίδηδες, μιλάμε για τεράστια πρόοδο. Και δε λέω καν για τη Βούλτεψη.

Αυτήν την κυβέρνηση, λοιπόν, οι περισσότεροι την ψήφισαν για δύο λόγους: Οι νορμάλ άνθρωποι την ψήφισαν επειδή ήθελαν να δουν κάτι διαφορετικό από το γνωστό, διεφθαρμένο ντουέτο της Νέας Δημοκρατίας με το ΠΑΣΟΚ, περιμένοντας μία άλλη προσέγγιση, πιο δυναμική, πιο φιλολαϊκή, πιο ανεξάρτητη. Οι όχι και τόσο νορμάλ άνθρωποι την ψήφισαν περιμένοντας ότι την επόμενη κιόλας μέρα θα κάνει κωλοτούμπα και θα συνεχίσει τα μνημόνια, οπότε δε θα είχε καμία διαφορά από την προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά απλά δεν ήθελαν πια να βλέπουν τη φάτσα του Σαμαρά και του Βενιζέλου.

Το παράδοξο είναι ότι στις δύο πρώτες εβδομάδες της, η κυβέρνηση κατάφερε να πάρει με το μέρος της όχι μόνο τους νορμάλ ανθρώπους, όχι μόνο τους όχι και τόσο νορμάλ ανθρώπους, αλλά και πολλούς από τους βαθιά διαταραγμένους ανθρώπους που ψήφισαν πάλι Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ. Τους έβγαλε στους δρόμους, όχι για αγανακτισμένες πορείες, αλλά για συγκεντρώσεις υποστήριξης. Που ακόμα και για μία κυβέρνηση που εξελέγη πριν από δύο εβδομάδες, στην Ελλάδα ειδικά είναι τεράστιο κατόρθωμα.

Και τι είναι αυτό το τόσο  φοβερό που έκανε η κυβέρνηση μέσα σε αυτές τις δύο εβδομάδες; Τίποτα το φοβερό, για να λέμε την αλήθεια. Έκανε απλά το αυτονόητο: είπε «όχι». Βέβαια, το να λες «όχι» στη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, όταν είσαι γι’ αυτούς ένα κράτος που έχει λιγότερη αξία από το κακάδι της μύξας τους, όσο αυτονόητο κι αν είναι, θέλει κότσια, και αυτό δεν μπορείς να το αρνηθείς.

Κότσια που φυσικά δεν είχε η προηγούμενη κυβέρνηση. Και νομίζω ότι όσοι ψήφισαν Νέα Δημοκρατία και άκουσαν τον Σαμαρά να μιλά στη Βουλή την Τρίτη, όσο βαθιά διαταραγμένοι κι αν είναι, πρέπει να κατάλαβαν τη μαλακία τους. Γιατί όταν έχεις από τη μία έναν Βαρουφάκη να λέει πως «αν δεν είσαι διατεθειμένος να διανοηθείς τη ρήξη, δεν διαπραγματεύεσαι», και από την άλλη έναν Σαμαρά να λέει ότι «εγκαταλείπετε το σίγουρο δρόμο και πάτε να κυνηγήσετε χίμαιρες», ποιον θα ακούσεις; Αυτόν που σου λέει ότι αν δεν προσπαθήσεις να βγεις από τον κουβά με τα σκατά δεν θα βγεις ποτέ, ή αυτόν που σου λέει ότι και ο κουβάς με τα σκατά καλός είναι, μην προσπαθείς να βγεις;

Να θυμίσω σε αυτό το σημείο ότι αν στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας όλοι έμεναν στον σίγουρο δρόμο και δεν κυνηγούσαν χίμαιρες, δεν θα είχε γίνει ποτέ καμία επανάσταση και σήμερα μάλλον θα δουλεύαμε όλοι σκλάβοι σε φυτείες, στο φέουδο κάποιου αριστοκράτη, χωρίς περιττές πολυτέλειες όπως δικαίωμα ψήφου, εργασιακά δικαιώματα και ελεύθερη βούληση.

Συμπτωματικά, τα επιχειρήματα της πρώην κυβέρνησης είναι ίδια με αυτά της Γερμανίας (και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά κυρίως της Γερμανίας). Μίας Γερμανίας που μοιάζει καταδικασμένη να πέσει πάλι θύμα φάρσας από αυτόν τον ανελέητο φαρσέρ, την Ιστορία, που επιμένει να επαναλαμβάνεται.

Οποιοσδήποτε έχει μυαλό κάμπριο και όχι κλειδωμένο με σκουριασμένα λουκέτα μπορεί να καταλάβει τι γίνεται αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη: Η Ελλάδα έκανε πολλά λάθη, τεράστια λάθη, και τιμωρήθηκε σκληρά γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια, με τεράστια ανεργία, με φτώχεια, με αυτοκτονίες, με κατάργηση δικαιωμάτων, με όλα τα γνωστά δεινά της κρίσης. Τιμωρήθηκε από ένα πρόγραμμα «διάσωσης», το οποίο πράγματι διέσωσε τις τράπεζες, αλλά στην πορεία εξόντωσε όλους τους υπόλοιπους. Το οποίο πρόγραμμα διάσωσης αποδείχθηκε ελαττωματικό, γιατί δεν υπολόγισε πολύπλοκους και αστάθμητους παράγοντες, όπως το ότι αν βυθίσεις μια χώρα στην εξαθλίωση, τελικά οι ρυθμοί ανάπτυξης θα πάρουν την κατηφόρα, η παραγωγή της χώρας θα αφανιστεί, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ της χώρας θα εκτοξευθεί και για να αποπληρωθούν τελικά τα χρωστούμενα θα πρέπει να τυπώσει κρυφά μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ η Ραχήλ Μακρή, αλλιώς ζήτω που καήκαμε – ποιος να το περίμενε.

Για να το θέσω διαφορετικά: Η Ελλάδα έκανε τεράστια λάθη, και τιμωρήθηκε γι’ αυτά. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι Ευρωπαίοι ηγέτες επίσης έκαναν τεράστια λάθη, αλλά όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν γι’ αυτά, αλλά συμπεριφέρονται σαν να τα έχουν κάνει όλα σωστά. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Με βάση τη λογική του «αυτός που φταίει πρέπει να πληρώσει», που επικαλούνται οι Ευρωπαίοι, γιατί πρέπει να πληρώσει μόνο η Ελλάδα;

Η Γερμανία επιμένει: «Αυτά που έχουν συμφωνηθεί πρέπει να τηρηθούν». Ακόμα κι αν αυτά που έχουν συμφωνηθεί από μία κακή κυβέρνηση θα κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό. Και συμφωνούν μαζί της και άλλες χώρες, όχι επειδή πιστεύουν ότι τα συμφωνηθέντα θα κάνουν καλό στην Ελλάδα, αλλά επειδή ξέρουν ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ρισκάρουν αφενός να πάνε κόντρα στην πανίσχυρη Γερμανία (ρωτήστε τον Σαμαρά να σας πει), αφετέρου να διακινδυνεύσουν να χάσουν χρήματα που έχουν δανείσει στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του αποτυχημένου προγράμματος διάσωσης. Είναι πολύ πιο εύκολο να λες «να πληρώσουν οι μαλάκες», ακόμα κι αν οι μαλάκες δεν έχουν λεφτά να δώσουν – όμως γίνεται δύσκολο όταν οι μαλάκες χρεοκοπήσουν και τελικά όχι μόνο δεν παίρνεις αυτά που περίμενες, αλλά εν τέλει παίρνεις τα τρία του μαλάκα.

Δεν είναι εκβιασμός, είναι αυτό που βλέπεις κάποιον να παραπατά ζαλισμένος και του ταρακουνάς το κεφάλι μπας και συνέλθει. Είναι επαναφορά στη λογική. Και είναι το πιο φιλοευρωπαϊκό πράγμα που μπορείς να κάνεις.

Βλέπεις, με την πορεία που έχει πάρει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο ευρωσκεπτικισμός είναι πίστη στην πραγματικά ενωμένη Ευρώπη. Αρκεί να διαχωρίσουμε τον ευρωσκεπτικισμό του «να αλλάξουμε την Ευρώπη για να γίνει ανθρώπινη», από τον ευρωσκεπτικισμό του «να πα’ να γαμηθεί η Ευρώπη, η χώρα μου να κερδάει» της Λε Πεν και του Φάρατζ.

Η Γερμανία θα χάσει κι αυτή τη φορά, μια και μιλάμε για πολιτική και όχι για ποδόσφαιρο. Το θέμα είναι πόσους άλλους θα πάρει στο λαιμό τους αυτή τη φορά.

Advertisements