– Ίσως δεν είμαι ο κατάλληλος για να εκφέρω γνώμη για αυτό το θέμα. Δε μένω στο κέντρο της Αθήνας, δεν έχω δεχθεί ποτέ επίθεση από μετανάστη, και δεν είμαι στέλεχος του ΛΑΟΣ. Ακόμα χειρότερα, ανήκω στη μειοψηφία εκείνη που βλέπει με συμπάθεια τους μετανάστες, σαν θύματα του συστήματος και όχι σαν θύτες. Δεν έχει χρειαστεί ποτέ να κλέψω ή να σκοτώσω για να ζήσω – κάποιοι εξ αυτών, όμως, χρειάστηκε να το κάνουν. Κι εγώ θα το έκανα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Και οι ταραχές που προκαλούν κάποιοι; Ίσως να τρέφουν όντως κάποιο μίσος για την Ελλάδα. Αλλά γιατί; Το είχαν και πριν μεταναστεύσουν εδώ; Ή μήπως τους το δημιούργησαν οι συμπεριφορές των Ελλήνων;

– Πρέπει να είναι το χειρότερο πράγμα στον κόσμο να έχεις δύο πατρίδες και να μη σε δέχεται καμία από τις δύο. Στους μετανάστες συμβαίνει αυτό ακριβώς: Φεύγουν από τη χώρα στην οποία γεννήθηκαν, διωγμένοι ουσιαστικά από μία ανυπόφορη κατάσταση, και έρχονται σε μία άλλη, η οποία όχι μόνο δεν τους θέλει, αλλά κάνει και τα πάντα για να τους διώξει. Και αν δεν καταφέρει να τους διώξει, τότε κάνει κάτι ακόμα χειρότερο: Τους εκμεταλλεύεται στυγνά.

– Για την κατάσταση στον Άγιο Παντελεήμονα, την Ομόνοια, τη Μενάνδρου και τις άλλες περιοχές δε φταίνει ούτε οι μετανάστες, ούτε οι κάτοικοι. Φταίνε αυτοί που «έσπρωξαν» τους μετανάστες σε αυτές τις περιοχές, δημιουργώντας ένα γκέτο αμερικανικού τύπου, μέσα στο οποίο φυσικό είναι να κυριαρχεί η εξαθλίωση και η εγκληματικότητα. Καμία κυβέρνηση δεν είχε ποτέ ένα οργανωμένο σχέδιο αντιμετώπισης ενός προβλήματος που κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο σοβαρό. Για όσα έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια ευθύνονται όλες οι κυβερνήσεις από το ’90 και έπειτα, με την κατηγορία της εγκληματικής αμέλειας.

– Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι ένα πολύ ενοχλητικό φαινόμενο. Ελπίζω ότι είναι προσωρινό. Θα ήταν πολύ επικίνδυνο να γίνει «της μόδας» ο ρατσισμός. Αλλά φοβάμαι πως είναι αναπόφευκτο. Αυτά συμβαίνουν όταν τα κόμματα ποιούν την νήσσαν στις ανάγκες του λαού, αλλά δε διστάζουν να κάνουν άνω-κάτω το πρόγραμμά τους εν μία νυκτί εξαιτίας μιας δημοσκόπησης. Μέσα σε μια μέρα επιστρατεύεται η αστυνομία για επιχειρήσεις-«σκούπα», ασκούνται ξαφνικά πιέσεις στην Τουρκία για την καταπολέμηση της λαθρομετανάστευσης (τόσα χρόνια στ’αρχίδια μας, όμως) ετοιμάζονται μέχρι και στρατόπεδα συγκέντρωσης – ναι, σύντομα θα’χουμε κι απ’αυτά. Μπράβο μας.

– Οι επιχειρήσεις «σκούπα» της Αστυνομίας δεν είναι τυχαίο που ονομάζονται έτσι. Πράγματι, κάθε φορά που γίνεται σε μία περιοχή αυτή η επιχείρηση, οι μετανάστες (που στη συγκεκριμένη περίπτωση παίρνουν το ρόλο των «σκουπιδιών» που μαζεύει η σκούπα) μεταφέρονται σε άλλες περιοχές, σαν να τους σπρώχνει εκεί μια αόρατη σκούπα – π.χ., αν η «σκούπα» γίνεται στην Ομόνοια, μαζεύονται όλοι στον Άγιο Παντελεήμονα. Το θέμα είναι ότι δεν έχει γίνει ποτέ μια επιχείρηση «φαράσι», για να μαζέψει αυτά που έχει σπρώξει η «σκούπα».

– Όλα τα (ημί)μετρα που προαναγγέλονται για την επίλυση του προβλήματος στηρίζονται στον ρατσισμό. Στο να κάνουμε τους μετανάστες να αισθάνονται παρείσακτοι και, όσους δεν τους μαζέψουν οι κλούβες, να τους αναγκάσουμε να σηκωθούν να φύγουν από μόνοι τους. Όμως αυτό το θέμα δε θέλει αγριάδα και τσαμπουκάδες. Θέλει στοργή και προδέρμ. Θέλει ώριμη σκέψη και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Θέλει υπομονή και όχι κινήσεις εντυπωσιασμού για να επιστρέψουν τα απολωλότα πρόβατα στο νεοδημοκρατικό μαντρί. Αλλά τέτοιες αρετές δε διαθέτει κανένας από τους 300 της σημερινής Βουλής…

– Ίσως να έχουν δίκιο αυτοί που λένε ότι δεν μπορούμε να αντέξουμε άλλους μετανάστες. Πράγματι, αν σήμερα αντιμετωπίζουμε σοβαρό πρόβλημα ενσωμάτωσης των μεταναστών, φανταστείτε να έρθει κι άλλο ένα εκατομμύριο. Το πρώτο που πρέπει να γίνει, λοιπόν, είναι να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία οι ήδη υπάρχοντες μετανάστες, μια διαδικασία που θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει εδώ και 20 χρόνια, και πιθανότατα θα χρειαστεί άλλα τόσα μέχρι να ολοκληρωθεί. Και σε αυτή τη διαδικασία δεν αρκεί η κρατική πρωτοβουλία, αλλά πρέπει να βοηθήσουμε και όλοι εμείς. Όσο θεωρούμε τους μετανάστες «ξένους» και «περιθωριακούς», αποτελούμε και εμείς μέρος του προβλήματος.

– Για τους «κανονικούς» ανθρώπους ισχύει το «αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου». Για τους μετανάστες ισχύει το αντίστροφο. Είναι ένοχοι μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο, προς μεγάλη απογοήτευση των μπάτσων που στο μεταξύ τους έχουν εξευτελίσει και σαπίσει στο ξύλο. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί ξεσηκώνονται;

– «Ρατσισμός είναι τα βλέμματα στο λεωφορείο». Ρατσιστές δεν είναι μόνο οι μπάτσοι που πλακώνουν στο ξύλο μετανάστες απλά και μόνο επειδή δεν είναι Έλληνες. Ρατσιστές είναι και αυτοί που αποφεύγουν να κάθονται δίπλα σε μετανάστες στο λεωφορείο. Ρατσιστές είναι κι αυτοί που κοιτάζουν με μισό μάτι τις φασαριόζικες παρέες μεταναστών στο μετρό. Ρατσιστές είναι κι αυτοί που σιχαίνονται να πιάσουν τις μπάρες στο μετρό, επειδή προηγουμένως τις έπιανε ένας μαύρος. Ρατσιστές είμαστε, εν αγνοία μας πολλές φορές, όλοι μας.

– Εν κατακλείδι: Κατανόηση χρειάζεται, όχι τσαμπουκάς. Κι οι μετανάστες άνθρωποι είναι, σαν κι εμάς. Και ειδικά οι Ελληνάρες, ας έχουν υπ’όψιν τους πως πολλοί Έλληνες χρειάστηκε να μεταναστεύσουν λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν στην Ελλάδα, και δεν ήταν όλοι ακριβώς «καλά παιδιά» εκεί που πήγαν – εκτός κι αν νομίζετε ότι ο «Νικ Δε Γκρικ» έγινε διάσημος επειδή έφτιαχνε τα καλύτερα σουβλάκια. Ας αφήσουμε κάποιους συνανθρώπους μας να έχουν δικαίωμα στο όνειρο. Γιατί είναι δικαίωμά τους.

Advertisements