Τα περισσότερα βιβλία (ειδικά όταν δεν είναι μυθιστορήματα) γράφονται σε μία Α εποχή, αναφέρονται σε αυτήν και μετά από 30-40 χρόνια είτε δεν τα θυμάται κανένας, είτε τα θυμάται σαν απομεινάρια μιας άλλης εποχής, που έχει περάσει ανεπιστρεπτί και δεν έχει καμία σχέση με το παρόν. Πολύ λίγα είναι τα βιβλία που μπορούν να πετύχουν την πολυπόθητη διαχρονικότητα, γιατί για να συμβεί αυτό θα πρέπει ο συγγραφέας τους να είναι κάποιου είδους προφήτης, να ξέρει ότι και μετά από 30 χρόνια θα συμβαίνουν τα ίδια ή κάποια άλλα πράγματα. τα οποία έχει προβλέψει.

Μια τέτοια περίπτωση είναι «Η Δυστυχία του να Είσαι Έλληνας», του Νίκου Δήμου. Ένα βιβλίο που πρωτοεκδόθηκε το 1975, κι όμως παραμένει επίκαιρο ακόμα και σήμερα, 34 χρόνια μετά. Το βρήκα καταχωνιασμένο σε μια βιβλιοθήκη και έπιασα να το διαβάζω για δύο λόγους: Πρώτον, επειδή με τράβηξε ο τίτλος. Και δεύτερον, επειδή είναι πολύ μικρό – και απεχθάνομαι τα φλύαρα βιβλία.

Διαβάζοντάς το έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Σχεδόν όλα όσα γράφει ο Δήμου ισχύουν και για τη σημερινή εποχή. Φαίνεται πως ο Νεοέλληνας δεν έχει εξελιχθεί καθόλου από τότε. Ίσως γι’αυτό να έχει φτάσει το βιβλίο στην 23η έκδοση (εγώ έχω την 6η!). Απ’ό,τι διαβάζω, φαίνεται πως είχε μεγάλη αποδοχή στην εποχή του, ίσως επειδή είχε μόλις πέσει η χούντα και ο «ελληνοχριστιανισμός» ήταν στο ναδίρ του. Αλλά και επειδή είναι τόσο οξυδερκής και κυνική η σκέψη του συγγραφέα, που απλά δεν μπορείς να διαφωνήσεις μαζί του.

Ξεχώρισα κάποια κομμάτια που πιστεύω ότι είναι χαρακτηριστικά της διαχρονικότητας και της οξυδέρκειας του κειμένου, και θέλω να τα μοιραστώ μαζί σας:

«Δυστυχία μπορούμε να ονομάσουμε την απόσταση ανάμεσα επιθυμία και πραγματικότητα. Όσο μεγαλύτερη η απόσταση, τόσο πιο δυστυχισμένοι είμαστε.»

«Συνήθως, αυτοί που έχουν έντονες και πολλές επιθυμίες, ικανοποιούν περισσότερες, απ’όσους έχουν λίγες και ταπεινές. Μόνο που η αχόρταγη φύση των πρώτων σπάνια τους επιτρέπει να αισθανθούν την κατάσταση της ισορροπίας, που ονομάζουμε ευτυχία.»

«Αντίθετα με τα ζώα, ο άνθρωπος έχει επιθυμίες «θέσει και φύσει» μη-εκπληρώσιμες. Λαχταράει την αθανασία. Ενώ το μόνο σίγουρο που ξέρει για το μέλλον είναι πως κάποτε θα πεθάνει. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε τον άνθρωπο ως το ζώο που επιθυμεί πάντα περισσότερα από όσα φτάνει. Το απροσάρμοστο ζώο. Θα μπορούσαμε με άλλα λόγια να ορίσουμε τον άνθρωπο, σαν το ον που φέρνει τη δυστυχία – εγγενή – μέσα του.»

«Αν ο άνθρωπος, σαν άνθρωπος, φέρνει μέσα του τη δυστυχία, ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων έχουν μεγαλύτερη προδιάθεση σ’αυτήν. Ακόμα και ορισμένες εθνότητες. Ανάμεσα σ’αυτές, σίγουρα, οι Έλληνες. Οι νεο-έλληνες.»

«Ο έλληνας, όταν βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη, αντικρίζει είτε τον Μεγαλέξαντρο, είτε τον Κολοκοτρώνη, είτε (τουλάχιστο) τον Ωνάση. Ποτέ τον Καραγκιόζη…Κι όμως, στην πραγματικότητα ε ί ν α ι  ο Καραγκιόζης που ονειρεύεται τον εαυτό του σαν Μεγαλέξαντρο.»

«Ο έλληνας προσπαθεί, σε κάθε τομέα, να είναι εκτός πραγματικότητας. Και μετά είναι δυστυχής, διότι είναι εκτός πραγματικότητας. (Και μετά είναι ευτυχής…διότι είναι δυστυχής).»

«Ο νεο-έλληνας μοιάζει ευτυχισμένος όταν είναι δυστυχισμένος. Όταν όλα πάνε καλά, αισθάνεται ανήσυχος και απροσάρμοστος. Αν δεν έχει αίτια δυστυχίας, θα ψάξει να βρει. Η ευτυχία της δυστυχίας του νεο-έλληνα εκφράζεται τέλεια στην «ελληνική γκρίνια».»

«Σε κανένα λαό η κλασική φράση «τι κάνεις;» δεν οδηγεί σε πλήρη ανάλυση του ιατρικού ιστορικού, της οικογενειακής κατάστασης, των οικονομικών δυσχερειών και των σεξουαλικών προβλημάτων του (τυπικά) ερωτηθέντος.»

«Ο ελληνικός «νόμος του Πάρκινσον»: Δύο έλληνες κάνουν σε δύο ώρες (λόγω διαφωνίας) ό,τι ένας έλληνας κάνει σε μιαν ώρα.»

«Όποιος λαός και αν καταγόταν από τους αρχαίους έλληνες, θα ήταν αυτόματα δυστυχισμένος. Εκτός αν μπορούσε να τους ξεχάσει, ή να τους ξεπεράσει.»

«Η σχέση μας με τους αρχαίους είναι η μία πηγή του εθνικού πλέγματος κατωτερότητας. Η άλλη, είναι η σύγκριση στο χώρο κι όχι στο χρόνο. Με τους σύγχρονους «ανεπτυγμένους». Με την «Ευρώπη». Όποτε ένας έλληνας μιλάει «για την Ευρώπη», αποκλείει αυτόματα την Ελλάδα. Όταν ένας ξένος μιλάει για την Ευρώπη, δεν διανοούμαστε ότι μπορεί να μ η περιλαμβάνει και την Ελλάδα.»

«Είμαστε διαφορετικοί. Κι όμως προσπαθούμε, με απόγνωση, να ενταχθούμε κάπου. Γιατί άραγε αισθανόμαστε τη μοναδικότητά μας σαν ελάττωμα; Γιατί ντρεπόμαστε γι’αυτή; Άραγε επειδή δεν είμαστε αρκετά μεγάλοι ή δυνατοί, ώστε να κάνουμε την ιδιομορφία μας παντιέρα; Ή μήπως επειδή δεν είμαστε αρκετά σίγουροι για τον εαυτό μας;»

«Είμαστε ένας λαός χωρίς πρόσωπο. Χωρίς ταυτότητα. Όχι επειδή δεν έχουμε πρόσωπο. Αλλά επειδή δεν τολμάμε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Επειδή μας έκαναν να ντρεπόμαστε για το πραγματικό μας πρόσωπο. Τόσο που να φοβόμαστε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Έτσι μάθαμε να παίζουμε διάφορους ρόλους: Τον «αρχαίο», τον «ευρωπαίο»…»

«Ο έλληνας θα ξεπεράσει τα εθνικά πλέγματα μόνο όταν βρει τον εαυτό του. Όταν αποκτήσει ταυτότητα και πρόσωπο. Όταν πάψει να μισεί τον εαυτό του γι’αυτό που δ ε ν είναι και τον δεχθεί γι’αυτό που είναι. Αν δεν βρούμε σύντομα το δικό μας πρόσωπο, κάποια μέρα θα ξυπνήσουμε με μια «γενική» φάτσα-δημιούργημα των ρόλων που παίζουμε, της μόδας, των μέσων επικοινωνίας. Τότε θα μας μείνει ένα προσωπείο για πρόσωπο.»

«Ελεύθερος δεν είναι αυτός που «κάνει ό,τι θέλει», αλλά αυτός που ξέρει τι θέλει. Όσο δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε, όσο δεν ξέρουμε τι θέλουμε, όσο δεν έχουμε ξεκαθαρισμένη σκέψη και αίσθημα ευθύνης, θα περνούμε από τη μιαν εξάρτηση στην άλλη. Δεν θέλει μόνο «αρετήν και τόλμην» η ελευθερία. Θέλει, κυρίως, γνώση. Και κρίση.»

«Πλάθουμε μύθους για τον εαυτό μας. Και μετά είμαστε δυστυχισμένοι, γιατί φαινόμαστε κατώτεροι από τους μύθους (που εμείς πλάσαμε…)»

«Ποιος υποψήφιος πιστεύει πως δίκαια απέτυχε στις εξετάσεις; Ποιος υπάλληλος αναγνωρίζει πως δίκαια πήρε προαγωγή ο συνάδελφός του; Οι άλλοι, έχουν πάντα τα «μέσα». Ο μύθος των «μέσων» είναι ένα όπιο που αποκοιμίζει την αίσθηση της ευθύνης στις ψυχές των ελλήνων.»

«Οι Έλληνες εξακολουθούν πάντα να αντιμετωπίζουν το κράτος τους, σαν να ήταν το τουρκικό βιλαέτι. Έχουν δίκιο.»

«Ας μη φωνάζουμε για το Μεγάλο Κεφάλαιο στην Ελλάδα – γιατί δεν υπάρχει. Το Μεγάλο Κεφάλαιο βλέπει ευτυχώς ακόμα τη χώρα μας σαν Μικρή Υποσημείωση.»

«Εκμεταλλευτές του ελληνικού μόχθου δεν είναι τόσο οι καπιταλιστές μας, όσο οι συνεχιστές της ένδοξης ελληνικής παράδοσης των αεριτζήδων. Μεσάζοντες, παράγοντες, κομπιναδόροι (ελληνοαμερικανοί και μη).»

«Η ελληνική παιδεία: Μηχανισμός μαζικής βεβιασμένης τροφοδότησης γνώσεων, που τον κινούν αμόρφωτοι, άμουσοι και υπαμειβόμενοι εκπαιδευτικοί.»

«Η αρχή, στην οποία στηρίχτηκε η ελληνική παιδεία, ήταν κάτι χειρότερο από το μηδέν. Ήταν μια «αντίφασις εν εαυτή»: ο ε λ λ η ν ο χ ρ ι σ τ ι α ν ι κ ό ς πολιτισμός. Δύο αλληλογρονθοκοπούμενες έννοιες, σε ένα επίθετο. Πόσο χαρακτηριστικό για την εσωτερική μας αντίφαση!»

«Άλλοι λαοί έχουν θρησκεία. Εμείς, έχουμε παπάδες.»

«Τον αιώνα που πέρασε, η ελληνική εκκλησία υπηρέτησε – πιστά και αφοσιωμένα – πολλούς κυρίους. Εκτός από τον Ένα.»

«Στατιστικές παράμετροι του μέσου Έλληνα (1975): ζει στην ακριβότερη χώρα της Ευρώπης – σε σχέση με τις αμοιβές του – έχει την χειρότερη κοινωνική ασφάλιση, τα περισσότερα τροχαία ατυχήματα, το φτωχότερο εκπαιδευτικό σύστημα και τις μικρότερες κυκλοφορίες βιβλίων. (Ελπίζω να βρεθεί καμιά Πορτογαλία, να με διαψεύσει σε κάτι απ’όλα αυτά).»

«Όπως ο άνθρωπος κουβαλά το προπατορικό αμάρτημα – ο έλληνας κουβαλάει το σόι του. Οι άλλοι λαοί έχουν συγγενείς. Ο έλληνας έχει συνεταίρους στη ζωή (και στο θάνατο).»

«Η εκμετάλλευση της γυναίκας από τον άντρα έχει σαν φυσική συνέπεια την εξαπάτηση του άντρα από τη γυναίκα. Την τελευταία λέξη όμως την έχει η γυναίκα-μητέρα. Εκεί, με το πιο ανεπαίσθητο όπλο (την εξουθενωτική «αγάπη») παίρνει την εκδίκησή της. Δημιουργώντας παιδιά-δούλους ή επαναστάτες.»

«Κλείσε μέσα στην καρδιά σου την Ελλάδα και θα πάθεις έμφραγμα.»

«Διανοούμενος είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί (συνήθως μάταια) να κάνει τις ιδέες του πράξη. Έλληνας διανοούμενος είναι αυτός που προσπαθεί να βρει ιδέες, για να δικαιολογήσει τις πράξεις του.»

«Αν οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες είναι οι πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι (γιατί σ’αυτούς το άνοιγμα ανάμεσα επιθυμία και πραγματικότητα παίρνει διαστάσεις τραγικές)…Και αν οι έλληνες είναι ο πιο δυστυχισμένος ανάμεσα στους λαούς…Τότε τι χειρότερο από έ λ λ η ν α  διανοούμενο;»

«Όσοι αγάπησαν πολύ αυτόν τον τόπο, πέθαναν νέοι, αυτόχειρες ή τρελοί. Η Ελλάδα είναι μια απάνθρωπη ερωμένη.»

Advertisements