Το Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου του 2013 ήταν μία ιστορική μέρα. Είναι πολύ νωρίς για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη και ποιος κέρδισε από όλα αυτά (αν και κάτι υποψιαζόμαστε), αλλά σίγουρα ήταν μία πολύ ξεχωριστή ημέρα.

Από μόνο του το γεγονός ότι ένας Μιχαλολιάκος, ένας Κασιδιάρης, ένας Παναγιώταρος, ένας Λαγός και ένας άλλος που ούτε ξέρω και ούτε με νοιάζει το επίθετό του (και μία μέρα αργότερα και ένας Παππάς, που για ένα 24ωρο έγινε καπνός και ποιος ξέρει τι έκανε σε αυτό το διάστημα) βρέθηκαν δεμένοι με χειροπέδες, να φωνάζουν και να βρίζουν καθώς τους οδηγούν στα δικαστήρια της Ευελπίδων, από μόνο του αρκεί για να μας κάνει να χαμογελάσουμε για μία μέρα. Αλλά αυτό είναι όλο: Για μία μέρα.

Ας μείνουμε για λίγο σε αυτή τη μέρα όμως. Η πολιτική και η δικαιοσύνη μας δίνουν πολύ σπάνια λόγους για να χαμογελάμε, οπότε ας μην προσπερνάμε έτσι εύκολα αυτήν την ευκαιρία. Και ναι, οι συγκεκριμένοι δεν είναι οι μόνοι πολιτικοί που θα θέλαμε να δούμε με χειροπέδες. Αλλά ήταν μια καλή αρχή. Ήταν μια ενδιαφέρουσα αλλαγή από το συνηθισμένο, από τους πολιτικούς που εμπλέκονται σε εγκλήματα, βαριά και ασήκωτα εγκλήματα, και τη γλιτώνουν επειδή είναι βουλευτές, υπουργοί ή απλά φιλαράκια κάποιου μεγαλόσχημου.

Ήταν βέβαια και κάπως παράδοξο. Από εκεί που ο Μιχαλολιάκος ήταν ηγέτης ενός κόμματος, ξαφνικά έγινε εγκέφαλος (ο Χριστός κι η μάνα του) μίας εγκληματικής οργάνωσης. Από εκεί που ο Κασιδιάρης ήταν lifestyle φαινόμενο, που ενδιαφερόταν ο κόσμος να μάθει με ποια τα έχει και αν είναι καλό παιδί κατά βάθος, ξαφνικά έγινε ηγετικό στέλεχος της ίδια εγκληματικής οργάνωσης. Και από εκεί που η Χρυσή Αυγή ήταν «νόμιμο κόμμα, και άρα δεν μπορούμε να του κάνουμε τίποτα, γιατί ο λαός τους εξέλεξε, και ποιος μπορεί να πάει κόντρα στην ψήφο του παντοδύναμου ελληνικού λαού;», ξαφνικά έγινε αυτή η «εγκληματική οργάνωση» για την οποία μιλάνε όλοι με τα πιο απαξιωτικά λόγια. Έχει ο καιρός γυρίσματα, και μερικές φορές είναι απότομα αυτά τα γυρίσματα και σε παίρνουν παραμάζωμα αν δεν είσαι προσεκτικός.

Η αλήθεια είναι ότι οι χρυσαυγίτες δεν ήταν και πολύ προσεκτικοί. Άρχισαν να σκοτώνουν, στην αρχή μετανάστες. Τότε βέβαια δε νοιάστηκε κανείς, δεν είδα κανέναν υπουργό να στέλνει δικογραφίες στον Άρειο Πάγο, λες και δεν υπήρχε τίποτα. Λες και χαιρόταν και το σύστημα που άρχισε να «ξεβρωμίζει ο τόπος» και δεν έβλεπε το λόγο να πάει κόντρα σε αυτήν την τάση.

Όμως μετά άρχισαν να σκοτώνουν και Έλληνες. Και δεν ήταν «ένας τρελός που φόραγε μπλουζάκι της Χρυσής Αυγής», αλλά, όπως αποδεικνύεται μέρα με τη μέρα, μία οργανωμένη εκτέλεση. Ο Παύλος Φύσσας δεν ήταν απλά «ένας αριστερός», ήταν ένας ακτιβιστής κατά του φασισμού, σε μία ιστορικά αριστερή περιοχή που κάθε μέρα υπέκυπτε όλο και περισσότερο στο φασισμό. Ήταν ένας «επικίνδυνος» αριστερός. Και ήταν ένας «εύκολος» αριστερός, χωρίς σωματοφύλακες, χωρίς καμία προστασία. Εύκολο θύμα. Για τους φασίστες, τα εύκολα θύματα είναι τα μοναδικά θύματα.

Αυτό που δεν υπολόγιζαν, βέβαια, είναι το πόσο αποτελεσματικά μπορεί να αντιδράσει στη δολοφονία ενός Έλληνα (αλλά μόνο ενός Έλληνα, μετανάστης δε μας κάνει) ένα κράτος του οποίου οι επικεφαλής θέλουν να κερδίσουν πάση θυσία τις επόμενες εκλογές. Εξοντώνοντας τη φασιστική ακροδεξιά, προς την οποία διέφυγαν πολλές ψήφοι στις προηγούμενες εκλογές, οι ψήφοι αυτές θεωρητικά μπορούν να επιστρέψουν εκεί απ’ όπου έφυγαν, ενώ ταυτόχρονα η Νέα Δημοκρατία κερδίζει πόντους από τους «νοικοκυραίους» που ο ΣΥΡΙΖΑ παλεύει να προσελκύσει εδώ και ένα χρόνο. Και ξεχνιούνται και τα μνημόνια, και οι τρόικες, και οι Σόιμπλε, και η ανεργία, και τα πάντα.

Θα ήθελα πολύ να πιστεύω πως ο λόγος για τον οποίο διαλύεται η Χρυσή Αυγή είναι επειδή το κράτος αποφάσισε να τιμωρήσει το φασισμό, αλλά αδυνατώ να το πιστέψω. Ποιος θα τιμωρήσει το φασισμό; Ο Σαμαράς, ο Βορίδης, ο Άδωνις, ο Φαήλος και ο Λαζαρίδης; Σωθήκαμε. Μήπως θα τον τιμωρήσουν τα δικαστήρια που εδώ και ένα χρόνο (και βάλε) κοιμούνται τον ύπνο του Δικαίου κυριολεκτικά; Ή η αστυνομία που ούτως ή άλλως είναι βαθιά χωμένη στο φασισμό ήδη; Μπα. Δεν το βλέπω.

Άλλωστε, τα «καλά παιδιά» του κράτους, τα χαϊδεμένα ΜΜΕ, το λένε ξεκάθαρα: Οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής δεν διώκονται για τα φρονήματά τους (που θα ήταν παράνομο άλλωστε), αλλά για τις πράξεις τους. Ο πόλεμος δεν είναι κατά του φασισμού, γιατί με αυτόν τον τρόπο θα στρεφόταν και κατά των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής. Όμως τους ψηφοφόρους τους χρειάζονται, θέλουν να τους πάρουν πίσω στο «συνταγματικό μαντρί». Δεν έχουν πρόβλημα αν αυτοί οι ψηφοφόροι σιχαίνονται τους μετανάστες, τη δημοκρατία και το «σύστημα», που ο καθένας έχει έναν διαφορετικό ορισμό για το τι είναι τελικά αυτό το «σύστημα», ώστε να μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως «εξωσυστημικός». Τους νοιάζει μόνο αυτοί να ψηφίζουν το κόμμα που τους βολεύει.

Η αλήθεια είναι ότι τα ΜΜΕ μοιάζουν λίγο αφελή, βέβαια. Δείχνουν σαν να μην ξέρουν πως η προπαγάνδα της άλλης πλευράς είναι εξίσου (ή και ακόμα πιο) ισχυρή από τη δική τους. Δείχνουν σαν να μην ξέρουν την επίδραση που έχει το φασιστικό κήρυγμα μίσους σε έναν ευάλωτο άνθρωπο, αν και ξέρουν την επίδραση που έχει το δικό τους μεροληπτικό κήρυγμα ακόμα και σε όχι τόσο ευάλωτους ανθρώπους. Και δείχνουν σαν να μην ξέρουν πως αν η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από μόνη της δεν έκανε τον ψηφοφόρο της Χρυσής Αυγής να μη θέλει ούτε να ακούσει για Χρυσή Αυγή, το κήρυγμά τους κατά της Χρυσής Αυγής έχει τα ακριβώς αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα: Συσπειρώνει τους ψηφοφόρους της εναντίον του «σάπιου συστήματος» που εκπροσωπούν τα «τσοντοκάναλα». Ε, δεν μπορείς να τους ρίξεις και τόσο άδικο.

Για να καταλήξω και κάπου, όμως: Η σύλληψη βουλευτών της Χρυσής Αυγής ήταν ένα εξαιρετικά χαρμόσυνο γεγονός. Η καταδίκη τους σε φυλάκιση για σωρεία αδικημάτων, μετά από μία δίκαια δίκη, θα είναι ακόμα πιο χαρμόσυνο γεγονός. Όμως ο φασισμός δε νικιέται έτσι εύκολα. Ο φασισμός δε χρειάζεται κόμμα για να εκδηλωθεί. Με ή χωρίς Χρυσή Αυγή, ο φασίστας είναι φασίστας – απλά όταν υπάρχει η Χρυσή Αυγή, τον λέμε «χρυσαυγίτη». Και το στοίχημα είναι να δούμε τι θα κάνουμε με όλους αυτούς τους ευάλωτους ανθρώπους που θα ξαναψήφιζαν τη Χρυσή Αυγή ή οποιοδήποτε φασιστικό κόμμα αν τους ξαναδινόταν η ευκαιρία. Ας μην ξεγελιόμαστε από τους πανηγυρισμούς: Δεν τελειώσαμε με τον φασισμό. Είμαστε ακόμα στην αρχή.

Advertisements