Η αλήθεια είναι ότι κάναμε λάθος. Τεράστιο λάθος. Οι περισσότεροι από μας, όχι όλοι – κάποιοι το φώναζαν, προειδοποιούσαν, αλλά εμείς τους θεωρούσαμε στην καλύτερη περίπτωση υπερβολικούς, και συνήθως γραφικούς. Αλλά να που οι γραφικοί επιβεβαιώθηκαν και εμείς οι έξυπνοι, που ζούσαμε χωρίς να το ξέρουμε σε μία φούσκα που πετούσε ανέμελα πάνω από την Ιστορία, όταν έσκασε η φούσκα βρεθήκαμε ξαφνικά σε μία άλλη εποχή, σε μια εποχή που πιστεύαμε (εν μέρει ίσως επειδή θέλαμε πάρα πολύ να πιστεύουμε) πως είχε τελειώσει και δε θα επαναλαμβανόταν ποτέ. Την εποχή του φασισμού.

Κι όμως, τα σημάδια ήταν εκεί, μπροστά στα μάτια μας. Σήμερα το καταλαβαίνουμε – η ουσιαστική (αν και όχι τυπική κατάργηση του Συντάγματος από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, η δηλητηρίαση της Δημοκρατίας από βλαβερά επιχειρηματικά συμφέροντα, η απαξίωση των θεσμών, όλα αυτά συνέβαιναν εδώ και πάρα πολλά χρόνια, και την ευθύνη τη φέρουμε όλοι μας, όσο κι αν δε μας αρέσει να το ακούμε. Δεν προσπαθήσαμε αρκετά για να πετύχουμε κάτι καλό ως κοινωνία.

Και κάποια στιγμή, σε όλα αυτά προστέθηκε ο καταλύτης του φασισμού: Μία φρικαλέα οικονομική κρίση. Ένα σοκαριστικό κραχ, που είχε σαν αποτέλεσμα την εκτόξευση της ανεργίας, τη διάλυση του πολιτικού συστήματος και την εξαθλίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Ακριβώς δηλαδή αυτά που χρειάζονται για να ανθήσει η τραγωδία του φασισμού. Α, είναι και κάτι ακόμα που βοηθά πολύ τον φασισμό: Ένα ελαττωματικό εκπαιδευτικό σύστημα, που γεννά σαν κουνέλα αμέτρητα αμόρφωτα παιδιά, που αργότερα θα γίνουν εξ ορισμού το target group του φασισμού.

Και ξέρεις, ε; Αν είχαμε μάθει καλή ιστορία στο σχολείο, μπορεί και να είχαμε «διαβάσει» νωρίτερα τα σημάδια και να μην είχαμε αφήσει την Ιστορία να επαναληφθεί. Βλέπεις, μάθαμε να διαβάζουμε την Ιστορία σαν ευθεία γραμμή, αγνοώντας ότι κάνει κύκλους, ή ακόμα χειρότερα πιστεύοντας πως ο μόνος κύκλος που θα κάνει η Ιστορία θα είναι το «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ναι».

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα. Με ένα όλο και πιο τρομακτικό ποσοστό ανθρώπων γύρω μας να στρέφονται προς τον φασισμό. Να πιστεύουν πως η λύση στα προβλήματά τους εξαρτάται από την εξόντωση όλων των «διαφορετικών»: Των μεταναστών, των ομοφυλόφιλων, των αγύμναστων, των έξυπνων, όσων φοράνε πράσινα all-star. Και φυσικά των αριστερών. Των «άπλυτων», των απάτριδων, των προδοτών, των παιδιών του Στάλιν. Γιατί κάθε ακραία ιδεολογία πρέπει να έχει πολλούς εχθρούς για να πετύχει (όσο περισσότεροι οι «κακοί», τόσο μεγαλύτερο το μίσος, η κινητήρια δύναμη του φασισμού), όμως ένας από αυτούς πρέπει να ξεχωρίζει, πρέπει να είναι ο αρχικακός, η νέμεση, το boss που πρέπει να κερδίσεις για να περάσεις στο επόμενο επίπεδο. Για τους χρυσαυγίτες, αυτό είναι η Αριστερά, και όχι οι «ξένοι». Αυτήν πολέμησαν οι πρόγονοί τους, αυτήν πολεμούν και οι ίδιοι.

Βέβαια, τότε η διαμάχη ήταν πολύ διαφορετική. Τότε ήταν λιγότεροι οι θεωρητικοί της Αριστεράς και περισσότεροι οι πολεμιστές της. Σήμερα είμαστε όλοι σχεδόν θεωρητικοί, και άμα σκάσει απέναντι καμία κρότου-λάμψης το βάζουμε στα πόδια. Δεν είναι ντροπή να το παραδεχτούμε. Είμαστε βουτυρόπαιδα, κι αυτοί με τους μαιάνδρους είναι μαχαιροβγάλτες. Φάγαμε τα χρόνια μας μαθαίνοντας, ενώ αυτοί κάνοντας στρατιωτικά γυμνάσια. Ας πούμε ότι τα προγνωστικά δεν είναι υπέρ μας, έστω κι αν έχουμε καλή προϊστορία.

Τι κάνουμε, λοιπόν; Έλα ντε. Τόσα χρόνια θρέφαμε φίδια στον κήπο μας, και τώρα που μεγάλωσαν δεν ξέρουμε πώς να τα κουμαντάρουμε. Μάθαμε ένα σωρό πράγματα διαβάζοντας, αλλά ήταν όλα θεωρητικά, και η απόσταση από τη θεωρία στην πράξη ποτέ δε φαινόταν τόσο μακρινή. Τώρα που ήρθε η σειρά μας να αντιμετωπίσουμε τον φασισμό, είμαστε αμήχανοι σαν μικρά παιδιά που τα άφησαν απροστάτευτα στη ζούγκλα, να αντιμετωπίσουν τα θηρία με μόνο τους όπλο την παιδική τους αφέλεια.

Έτσι όπως τα κάναμε, να δούμε πώς θα ξεμπλέξουμε.

Advertisements