Καθώς γύριζα σήμερα από τη δουλειά, πέρασα έξω από μία πολυκατοικία, στην είσοδο της οποίας οι ένοικοι είχαν μαζευτεί για συνέλευση. Βλέποντάς τους να φωνάζουν και να διαφωνούν, σκέφτηκα δύο πράγματα: Πρώτον, να γιατί το όνειρο κάθε Έλληνα είναι να αγοράσει μια μονοκατοικία, ας είναι και μια καλύβα με εξωτερική τουαλέτα, αρκεί να μην έχει άλλους πάνω από το κεφάλι του να τον ταλαιπωρούν με τις διαφωνίες τους για το αν το πετρέλαιο φέτος θα το πάρουμε από την Ρυπόιλ ή την Πετροκλέφτ. Και δεύτερον, πόσο χαρακτηριστική μικρογραφία της Βουλής. Με λιγότερα μέλη, με λιγότερα χρήματα και ήσσονος σημασίας διακύβευμα, αλλά με τους ίδιους τσακωμούς, τα ίδια «συμφέροντα» και την ίδια γκρίνια όλων για τους διαχειριστές (που συνήθως οι ίδιοι έχουν εκλέξει). Και δεύτερον,

Ωστόσο, η συνέλευση της πολυκατοικίας έχει μία πολύ σημαντική διαφορά από τις συνελεύσεις της Βουλής: Ο διαχειριστής δεν έχει με το μέρος του ανά πάσα στιγμή πενήντα άλλους νοικάρηδες που θα ψηφίσουν τυφλά ό,τι πει αυτός, δίνοντάς του μία απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ό,τι γουστάρει χωρός να δίνει λογαριασμό σε κανέναν – ή έστω να δίνει λογαριασμό, αλλά να ξέρει ότι κανείς δεν μπορεί να του κάνει τίποτα επειδή η πλειοψηφία είναι εξ ορισμού μαζί του. Στην πολυκατοικία δεν υπάρχουν κόμματα – υπάρχουν λυκοφιλίες βέβαια, αλλά δεν είναι το ίδιο. Έτσι, ένας κακός διαχειριστής θα εκπαραθυρωθεί σε χρόνο dt όταν οι περισσότεροι ένοικοι καταλάβουν ότι είναι ανίκανος, ή δόλιος, ή και τα δύο μαζί. Δημοκρατικό, ε;

Κοίτα να δεις, λοιπόν, που το πολίτευμά μας δεν είναι τόσο δημοκρατικό όσο μία συνέλευση πολυκατοικίας! Γιατί όταν ένα κόμμα έχει 151 (τουλάχιστον) πιστά σκυλιά ορκισμένα να υπακούν τυφλά στο αφεντικό και να ψηφίζουν ασυνείδητα ό,τι τους πασάρει, 151 σκυλιά που ποτέ δε θα δαγκώσουν το χέρι που τα ταΐζει και άρα δε θα ψηφίσουν ποτέ εναντίον του (γιατί όποιος δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει μένει νηστικός – έτσι μας έχει μάθει η ελληνική «δημοκρατία»), τότε μπορεί να νιώθει ασφαλής ο εκάστοτε πρωθυπουργός ότι στα τέσσερα χρόνια που θα κυβερνήσει, η χώρα είναι δική του. Μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει. Και ποιος θα του κουνηθεί; Τα κόμματα της αντιπολίτευσης; Χέστηκε, θα ξαμολήσει τα 151 σκυλιά ράτσας του και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ο λαός; Χα, θα ξαμολήσει τα 10.000 σκυλιά του (τα κοπρόσκυλα, ξέρεις) να τον κατασπαράξουν στα χημικά. Κι έτσι, είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι γουστάρει – αρκεί φυσικά να μην έρχεται σε αντίθεση με όσα τον προστάζουν από το εξωτερικό.

Και αυτό το πολίτευμα λέγεται «δημοκρατία». Αν οι αρχαίοι Αθηναίοι ήξεραν ότι το πολίτευμα που επινόησαν θα κατέληγε σε αυτό το πράγμα που είναι σήμερα, θα το γύριζαν στη μοναρχία για να μην στιγματιστούν ιστορικά.

Ας δούμε τώρα τι δυνατότητες έχει ένας λαός που ζει σε μία τέτοια «δημοκρατία»: Πρώτον, μπορεί να περιμένει τέσσερα χρόνια μέχρι να τελειώσει το καταστροφικό της έργο η εκάστοτε κυβέρνηση, και να την «τιμωρήσει» στις εκλογές, επιλέγοντας το αντίπαλον δέος της, που στο παρελθόν αποδείχθηκε ακόμα χειρότερο και δεν υπάρχει κανένα εχέγγυο ότι κάτι έχει αλλάξει από τότε – κοινώς, να απορρίψει την ιδέα του γκρεμού και να πέσει να πνιγεί στο ρέμα. Δεύτερον, μπορεί να δείξει εμπράκτως στην ανίκανη/δόλια/και τα δύο κυβέρνηση ότι δεν της έχει πια εμπιστοσύνη, κι ας την ψήφισε η πλειοψηφία του πριν από ένα-δύο χρόνια. Εμπράκτως, δηλαδή μην πληρώνοντας φόρους και άδικα χαράτσια, αντιδρώντας μαζικά σε συμφωνίες και νομοσχέδια που βλάπτουν το κοινό συμφέρον, και γενικά αντιδρώντας ήπια. Και όχι με τα όπλα, που είναι η τρίτη επιλογή: Εξέγερση, επανάσταση, χάος, διάλυση, και πάμε απ’την αρχή.

(με συγχωρείς αν άφησα απ’έξω τη δυνατότητα να συνταχθείς με το καθεστώς, να βρεις παράνομα μια δουλίτσα και να βγάζεις τα κέρατά σου την ώρα που οι λιγότερο προνομιούχοι ψωμολυσσάνε, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτή η επιλογή θα έπρεπε να δίνεται, ακόμα και σε ένα πολίτευμα τόσο διεφθαρμένο όσο το δικό μας)

Από αυτές τις επιλογές, η πιο εύκολη είναι μακράν η πρώτη: Κάνεις το σκατό σου παξιμάδι, κρατάς την οργή σου στο σπίτι σου, δέρνοντας τη γυναίκα και τα παιδιά σου αντί γι’αυτούς που πραγματικά σου φταίνε, και στα τέσσερα χρόνια πάνω ψηφίζεις την εναλλακτική βερσιόν του ίδιου κόμματος, που θα κάνει ακριβώς τα ίδια. Είναι, φυσικά, και η λιγότερο αποτελεσματική. Η τρίτη, πάλι, είναι λίγο ταμπού. Φαίνεται πως κατά βάθος φοβόμαστε να εξεγερθούμε, γιατί νομίζουμε πως αυτό θα μας τοποθετούσε στις τριτοκοσμικές χώρες, εκεί που ο κόσμος μαζεύεται στις πλατείες και σκοτώνεται για ένα ιδανικό – ενώ εμείς είμαστε δυτικοί ρε, λύνουμε τις διαφορές μας πολιτισμένα και δεν πολεμάμε για τα ιδανικά μας, απλά καθόμαστε και περιμένουμε να μας έρθουν ουρανοκατέβατα. Έτσι μας έχουν μάθει. Φοβόμαστε να το κάνουμε, και γι’αυτό ακόμα κι αν το κάνουμε θα αποτύχει. Θα μας διαλύσουν εύκολα – δεν έχουμε καν μία υποτυπώδη ταξική συνείδηση για να ενωθούμε κάτω από μία κοινή ομπρέλα. Ακόμα και στις διαδηλώσεις μας είμαστε χωρισμένοι σε ομάδες: Αλλού η ΓΣΕΕ, αλλού το ΠΑΜΕ, αλλού οι καθηγητές, αλλού οι φοιτητές, αλλού οι κομμουνιστές, αλλού οι απογοητευμένοι πασόκοι, αλλού τα κακαρίσματα, αλλού γεννάν’ οι κότες. Πώς να γίνει επανάσταση;

Και αυτό μας αφήνει μόνο τη δεύτερη επιλογή: Μία «ήπια» επανάσταση. Πάρε για παράδειγμα την έκτακτη εισφορά στα ακίνητα μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ. Αυτή η κυβέρνηση είναι προφανές ότι σε αντιμετωπίζει σαν σκουπίδι: Σε εξαναγκάζει να πληρώσεις έναν εντελώς άσχετο (αλλά φοβερά δυσβάσταχτο) φόρο μέσω της ΔΕΗ, λειτουργώντας ως στυγνός, ανήθικος εκβιαστής: «Ή πληρώνεις τον εντελώς-άσχετο-με-το-ρεύμα φόρο σου, ή μένεις χωρίς ρεύμα». Σε αυτήν την πανικόβλητη κίνηση εκφοβισμού, η απάντηση δεν πρέπει να είναι «ε, αφού με αναγκάζουν δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Δεν ΜΠΟΡΕΙ να είναι αυτή η απάντηση. Η απάντηση πρέπει να είναι μία οργανωμένη κίνηση αντίστασης. Βλέπεις, αν δεν πληρώνει κανείς δεν μπορούν να κόψουν το ρεύμα σε όλη την Ελλάδα. Είναι γελοίο να πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό.

Δεν είμαι κατά του να πληρώνεις τους φόρους σου – το αντίθετο μάλιστα: Αναγνωρίζω ότι είναι η κύρια πηγή εσόδων του κράτους, και άρα όποιος φοροδιαφεύγει βλάπτει το κράτος, άρα κι εμένα κατ’επέκταση. Όμως έχει διαφορά η φοροδιαφυγή από την άρνηση πληρωμής ενός άδικου φόρου. «Και ποιος είσαι εσύ ρε μαλάκα που θα κρίνεις αν είναι δίκαιος ή άδικος ο φόρος;», θα μου πεις. Εξάλλου, το είπε και ο Υπουργός Οικονομικών με στόμφο, ότι το μέτρο είναι δίκαιο. Η απάντησή μου είναι: «Δες τι γίνεται γύρω σου, ποιοι κάνουν πάρτυ με λεφτά που έχουν βουτήξει από το κράτος, ποιοι πληρώνουν σαν μαλάκες για να καλύψουν τις τρύπες που άλλοι δημιούργησαν με μνημειώδη κακοδιαχείριση, και μετά έλα πες μου αν είναι δίκαιο ένα μέτρο που σε φορολογεί επειδή υπέπεσες στο αμάρτημα του να έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου».

Ναι, να συλληφθούν οι φοροφυγάδες, να δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία τους, να τους κρεμάσουμε ανάποδα στο Σύνταγμα και να τους πετάμε ντομάτες, και να τους αναγκάσουμε να κυκλοφορούν με ταμπελάκια «είμαι γκολντεμπόης» για το υπόλοιπο της ζωής τους. Τους φοροφυγάδες, όμως, και όχι αυτούς που βγάζουν 500 ευρώ τον μήνα σε μία άθλια δουλειά, και φορολογούνται γι’αυτά (λες και περισσεύουν χρήματα αν παίρνεις έναν τέτοιο μισθό για να δώσεις και στο κράτος). Βέβαια, εγώ μιλάω εκ του ασφαλούς, καθώς είναι μαθηματικά απίθανο να φορολογηθώ του χρόνου, εκτός κι αν μου κάτσει το Τζόκερ (πράγμα αρκετά δύσκολο με δεδομένο ότι δεν παίζω ποτέ). Και δεν είμαι σίγουρος αν χαίρομαι που βρίσκομαι ακόμα στο απυρόβλητο αφορολόγητο ή θέλω να πέσω σε κατάθλιψη που δεν πρόκειται να φύγω από το πατρικό μου πριν τα 50 μου.

Δε χρειάζεται να τους φοβόμαστε. Αυτοί φοβούνται περισσότερο από μας, είναι φανερό. Γιατί αν κανείς δεν πληρώσει την έκτακτη εισφορά που του αναλογεί, το καθεστώς καταρρέει. Δε γίνεται αλλιώς. Είναι κάτι σαν αντίποινα: Αυτοί μας εκβιάζουν ότι αν δεν πληρώσουμε θα μας κόψουν το ρεύμα. Εμείς μπορούμε να τους εκβιάσουμε ότι αν μας κόψουν το ρεύμα θα τους κόψουμε τα κεφάλια και θα τα βάλουμε να κρέμονται στην είσοδο της Βουλής για παραδειγματισμό των επόμενων. Και, κατ’επέκταση, ότι αν δεν παραιτηθεί αυτή η καταστροφική κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να ξαναπάρει το κράτος φράγκο από κανέναν.

Κοινώς, αφού αυτοί παίρνουν μέτρα για μας χωρίς να μας ρωτάνε, ας πάρουμε μια φορά κι εμείς τα μέτρα μας. Χωρίς να τους ρωτήσουμε. Και μετά να βάλουμε κάτω τα μέτρα και των δύο μας και να δούμε ποιος την έχει μεγαλύτερη.

(τη νομιμοποίηση, προφανώς.)

Advertisements