Είναι κάποια πρωινά που ξυπνάς και έχεις βάσιμες υποψίες ότι κάποιος σε πότισε παραισθησιογόνα ναρκωτικά τπν ώρα που κοιμόσουν. Ξέρεις, είναι αυτό που ξυπνάς και είναι κολλημένο στο κεφάλι σου ένα τραγούδι του Πανταζή (που έχεις να το ακούσεις από το Δημοτικό, όταν ήσουν αρκετά άσχετος με τη μουσική για να σου αρέσει ο ΛεΠά), ή νιώθεις την απεγνωσμένη ανάγκη να φας για πρωινό στρείδια με σιρόπι σοκολάτας και πατάτες τηγανιτές.

Σήμερα το πρωί, άγνωστο γιατί, ξύπνησα με την εικόνα ενός βλάκα ανθυπασπιστή που είχα στον Στρατό. Ο τύπος ήταν ένα κινούμενο ανέκδοτο. Χοντρός, αγύμναστος, περιορισμένης διανοητικής ευθύνης. Οι φήμες έλεγαν πως πολλές φορές ερχόταν νωρίτερα και έφευγε αργότερα στο στρατόπεδο, επειδή τον έδερνε η γυναίκα του. Τον θυμάμαι χαρακτηριστικά την εποχή που είχα αναλάβει προσωρινά το ΚΨΜ να παίρνει τηλέφωνο από τη γραφειάρα του, λέγοντας βαριεστημένα “καααααφέ” και να το κλείνει αμέσως, να του τον πηγαίνω ντελίβερι (μην και σηκωθεί από το γραφείο και χάσει την αίγλη του) και μετά από καμιά ώρα να ξαναπαίρνει και να λέει, με το ίδιο βαριεστημένο ύφος, “τοστάαααακι” και να το κλείνει αμέσως, να του ψήνω ένα τοστ και να του το πηγαίνω κι αυτό ντελίβερι. Εγώ ήμουν καλό παιδί, αλλά ειλικρινά αναρωτιέμαι πόσες ροχάλες ήπιε κατά καιρούς μαζί με τον καφέ του και πόσες μίξες έφαγε μαζί με το τοστάκι του.

Ίσως θα μπορούσα να θεωρήσω την εικόνα του εν λόγω ανθυπασπιστή στο κεφάλι μου ευεργετική σε μία περίοδο όπου η αυτοεκτίμησή μου βλέποντας τα σκούρα μετανάστευσε στο εξωτερικό μέχρι να βελτιωθεί η κατάσταση, μία υπενθύμιση πως ό,τι και να γίνει στη ζωή θα υπάρχει πάντα ένας αξιολύπητος στρατιωτικός που θα τον μισούν οι φαντάροι του, θα γελάνε μαζί του ακόμα και οι συνάδελφοί του και θα τον πλακώνει στο ξύλο η γυναίκα του. Ίσως, πάλι, κάποιος να προσπαθούσε να μου θυμίσει τι ωραία περνούσα στον Στρατό, χωρίς να χρειάζεται να δουλεύω, τζάμπα φαΐ, ΡSΡ και ταινίες όλη μέρα, καλή παρέα και τα λοιπά, αλλά αν είναι έτσι απέτυχε παταγωδώς: Η πιο ευτυχισμένη στιγμή στην καριέρα μου ως φαντάρος και η μοναδική την οποία νοσταλγώ ήταν μετά την τελευταία μου σκοπιά, όταν όλοι οι υπόλοιποι με περίμεναν στον θάλαμο και μου έσκισαν με μανία ό,τι χακί είχα πάνω μου – πάλι καλά που το μποξεράκι μου ήταν μαύρο, θα το’χανα κι αυτό.

Τελευταία θέλω να γράφω συνέχεια. Ό,τι να’ναι, δεν έχω πρόβλημα. Γράφω ακόμα και στο μετρό, πηγαίνοντας και γυρίζοντας από τη δουλειά. Ίσως είναι κάποια ήπια μορφή γραφομανίας. Αλλά σάμπως πάντα δεν είχα ένα θέμα με το γράψιμο; Θυμάμαι πως όταν ξεκίνησα το blοg μου, πριν από 5 χρόνια, είχα έναν φοβερό ψυχαναγκασμό, ήθελα πάση θυσία να γράφω κάθε μέρα. Ό,τι έβλεπα γύρω μου, ό,τι άκουγα να λένε, ό,τι διάβαζα στις εφημερίδες, ό,τι κι αν συνέβαινε, η πρώτη μου σκέψη ήταν ‘ωραίο θέμα για το blog μου’.

Το καλό του να γράφεις συνέχεια είναι ότι, ανάμεσα στις τόσες μαλακίες που θα γράψεις (γιατί όταν γράφεις συνέχεια σίγουρα θα γράψεις και μπούρδες) σίγουρα θα γράψεις και κάτι φανταστικό. Μην αμφιβάλλεις καθόλου ότι ισχύει αυτό που λένε, αν αφήσεις χίλιες μαϊμούδες να πληκτρολογούν χίλιες γραφομηχανές όντως κάποια στιγμή θα γράψουν τα άπαντα του Σαίξπηρ, και ίσως να τα γράψουν και καλύτερα από τον Σαίξπηρ, τι διάολο. Το θέμα είναι πόσοι είναι διατεθειμένοι να υποστούν τον σωρό από κείμενα-σκουπίδια σου, προκειμένου να βρουν το καλά κρυμμένο διαμαντάκι που θα τους αφήσει άφωνους με την ομορφιά του.

Η μαλακία είναι ότι δεν γράφω καν πρωτότυπα. Γράφω τα ίδια πράγματα που συζητάνε οι γέροι στα καφενεία, οι νοικοκυρές στο τηλέφωνο, οι νέοι στο Facebοοk, οι δημοσιοκάφροι στην τηλεόραση. Δύσκολο να ξεφύγεις από τη θεματική της εποχής, που πάντα περιστρέφεται γύρω από την οικονομία. Ξαφνικά γεμίσαμε οικονομολόγους, άνθρωποι οι οποίοι μέχρι χθες δεν ήξεραν την προπαίδεια, σήμερα παίζουν στα δάχτυλα τα CDS και παρακολουθούν καθημερινά την πορεία των spreads, λες και κατάπιαν όλη την ύλη της ΑΣΟΕΕ σε ένα βράδυ. Σε ρωτάνε οι φίλοι σου τι πιστεύεις για την οικονομική κατάσταση της χώρας, αν θα χρεωκοπήσουμε ή όχι, λες και εξαρτάται από σένα η απόφαση, και προσπαθείς με τρόπο να καλύψεις την ασχετοσύνη σου πετώντας τυχαίες αναφορές στο χρηματιστήριο, τις διεθνείς αγορές, τους οίκους αξιολόγησης και άλλες τέτοιες οικονομικές δυστοπίες, για να δείξεις κι εσύ ότι έχεις σοβαρή άποψη επί του θέματος, μολονότι Αρχές Οικονομίας διδάχτηκες μόνο στο σχολείο, κι εκεί έπιανες με το ζόρι τη βάση. Αλλά δε νιώθεις άσχημα, γιατί κατά βάθος ξέρεις ότι κι αυτοί το ίδιο κάνουν – όλοι το ίδιο κάνουν. Ας είμαστε ρεαλιστές: Ούτε καν οι οικονομολόγοι δεν ξέρουν τι τους γίνεται, πώς μπορείς να ξέρεις εσύ;

(βέβαια, εντελώς μεταξύ μας, αν οι οικονομολόγοι ήξεραν εν γένει τι τους γίνεται θα διάλεγαν ένα άλλο, πιο αξιοπρεπές επάγγελμα, όπως φτυαριστής σκατών στο κλουβί του Ντάμπο π.χ., αλλά αυτή είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία)

Οι οικονομολόγοι είναι σαν τους αξιωματικούς του Στρατού: Έχουν εκπαιδευθεί άριστα πάνω στο αντικείμενό τους, έχουν αποφοιτήσει magna cum laude, μόνο και μόνο για να καταλήξουν να κάθονται σε βαρετά γραφεία και να ταλαιπωρούν οποιονδήποτε έρχεται σε επαφή μαζί τους με τις ανεφάρμοστες θεωρίες τους για όλα όσα έχουν πάει στραβά – οι οποίες πάντα καταφέρνουν να εξηγήσουν τι πήγε στραβά, αλλά ποτέ τι θα πάει στο μέλλον. Όταν καλούνται να προβλέψουν τι θα γίνει στο μέλλον σε σχέση με τον τομέα τους, αμφότεροι πέφτουν πάντα έξω. Κι αυτό γιατί άλλοι κινούν τα νήματα γι’αυτούς, και οι φοβερές θεωρίες που διδάχθηκαν και/ή επινόησαν με το κοφτερό τους μυαλό καταλήγουν στον κάδο της ανακύκλωσης, όπου θα τις βρουν στο μέλλον οι όμοιοί τους και θα αναρωτιούνται πώς μπορούσαν να λένε τέτοιες μαλακίες οι προκάτοχοί τους και θα σχηματίζουν νέες θεωρίες οι οποίες είναι καταδικασμένες να καταλήξουν επίσης στον κάδο της ανακύκλωσης, και ούτω καθ’εξής.

Υποθέτω ότι και ο ανθυπασπιστής μου ένας τέτοιος τύπος ήταν, κάτι του ξέφυγε στη ζωή του και κατέληξε στα σκατά (αν και, μεταξύ μας, τη στιγμή που αποφασίζεις να γίνεις στρατιωτικός έχεις ήδη κάνει το πρώτο αποφασιστικό βήμα και ακούς το απολαυστικό «πλατς» της κουράδας που συνθλίβεται κάτω από την αρβύλα σου). Και τώρα θα υπάρχουν ένα σωρό φαντάροι σαν εμένα που θα τον θυμούνται και θα γελάνε, και θα σκέφτονται ότι πάντα υπάρχει τουλάχιστον ένας άνθρωπος στον πλανήτη που είναι σε χειρότερη μοίρα από αυτούς.

Ε, τι να κάνουμε. Καθείς εφ’ω ετάχθη.

Advertisements