Έχεις ένα λευκό notepad μπροστά σου. Οι επιλογές σου είναι απεριόριστες. Μπορείς να γράψεις το ημερολόγιό σου, πώς πέρασες τη μέρα σου, τι έφαγες το μεσημέρι, πράγματα που δεν ενδιαφέρουν κανέναν απολύτως, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο θεωρείς ότι όλοι πρέπει να γνωρίζουν γι’αυτά. Μπορείς να γράψεις ένα μυθιστόρημα τύπου Χάρι Πότερ, ελπίζοντας ότι κάποτε θα χεστείς κι εσύ στο τάλιρο από τα δικαιώματα. Μπορείς να γράψεις μία μόνο λέξη, και αυτή η λέξη να βγάζει τόσα συναισθήματα, τόσες σκέψεις και τόσους συνειρμούς όσους δεν μπορεί να προκαλέσει ένα ολόκληρο βιβλίο. Μπορείς να αρχίσεις να πληκτρολογείς τυχαία γράμματα στο πληκτρολόγιο, ελπίζοντας πως μέσα στα αλαμπουρνέζικα που θα γράφεις θα σου φανερωθεί η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις του κόσμου (αν, φυσικά, δεν γνωρίζεις ακόμα ότι η απάντηση αυτή είναι «42»).

Αλλά ξέρεις κάτι; Στην πραγματικότητα, αυτές τις μέρες έχεις μόνο δύο επιλογές: Ή θα γράψεις κάτι σχετικά με την επικαιρότητα, δηλαδή τα σενάρια πτώχευσης, τα CDS, το ΠΑΣΟΚ, και όλα αυτά τα στενάχωρα, ή θα αφήσεις το notepad κενό και θα πέσεις για ύπνο, ελπίζοντας είτε να ξυπνήσεις και να έχουν αλλάξει όλα στον κόσμο, είτε έστω να δεις ένα λίγο χαρούμενο όνειρο, μήπως και μπορέσεις να γράψεις κάτι διαφορετικό αύριο το πρωί.

Δεν είναι ότι δε μου αρέσει να γκρινιάζω – το λατρεύω. Πάντα έλεγα ότι η γκρίνια είναι υγεία γι’αυτόν που γκρινιάζει και αρρώστια για όλους τους άλλους – αλλά ποιος τους χέζει τους άλλους, ε; Εμείς να ξεθυμάνουμε, να πούμε τον πόνο μας, να βγάλουμε τα βάσανά μας και τον χειρότερο εαυτό μας να πάρουν αέρα, κι οι άλλοι να πάνε να γαμηθούν. Το θέμα είναι ότι και οι «άλλοι» κάποια στιγμή βαριούνται την γκρίνια σου. Γιατί και ο άλλος έχει τα δικά του προβλήματα, και όταν εσύ γκρινιάζεις για το σπασμένο σου τακούνι σε κάποιον που κινδυνεύει τον άλλο μήνα να μην έχει να ταΐσει το παιδί του μπορεί να μην το καταλαβαίνεις, αλλά γίνεσαι λίγο μαλάκας. Και, ας μην κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου, ας μην κοιτάζω το δέντρο και χάνω το δάσος, ας μην πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό, ας μη φυτρώνω εκεί που δε με σπέρνουν (άκυρο αυτό το τελευταίο, αλλά ήθελα να συμπληρώσω το κουαρτέτο των κλισέ φράσεων): Υπάρχουν άνθρωποι σε πολύ χειρότερη κατάσταση από μένα. Και όταν το σκέφτομαι αυτό, ξαφνικά καταπίνω τη γλώσσα μου και συνειδητοποιώ πόσο απαίσια γεύση έχει (το δηλητήριο θα φταίει).

Βέβαια, θα μου πεις ότι πάντα θα υπάρχουν χειρότερα – αν πάντα βάζαμε στη ζυγαριά τα δικά μας προβλήματα και τα προβλήματα κάποιων άλλων, η πλάστιγγα συνήθως θα έγερνε προς το μέρος τους, και είναι κι αυτός ένας από τους λόγους που οι περισσότεροι απεχθανόμαστε τις ζυγαριές, πέρα από το ότι όταν ανεβαίνεις πάνω τους λένε πάντα ψέματα για να σου τσακίσουν την ψυχολογία. Θα σκεφτόμασταν το στερεότυπο παιδάκι της Σομαλίας με την κοιλιά τούμπανο και τις μύγες να κόβουν βόλτες γύρω-γύρω και θα κάναμε τουμπεκί ψιλοκομμένο.

Αλλά είναι αυτή η γαμημένη η ανθρώπινη φύση, που μας κάνει τόσο εγωιστές που με το που περνάμε μπροστά από καθρέφτη, βλέπουμε μόνο το είδωλό μας και ξεχνάμε ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα εκεί έξω. Κοιταζόμαστε τον πρώτο τυχόντα καθρέφτη αυτοκινήτου, αυτοθαυμαζόμαστε και δεν βλέπουμε ότι μέσα στο αυτοκίνητο είναι δεμένοι και φιμωμένοι τρεις άνθρωποι και δίπλα τους είναι τοποθετημένη μία βόμβα που σύντομα θα σκάσει. Λίγο πιο δεξιά να κοιτάζαμε, θα το βλέπαμε. Και θα τους γλιτώναμε. Και θα γλιτώναμε κι εμείς, γιατί όταν σκάσει η βόμβα δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος ότι βρίσκεσαι σε ασφαλή απόσταση. Αυτό που δε βλέπεις (καλύτερα: αυτό που αρνείσαι να δεις) είναι κανό να σε σκοτώσει, μην αμφιβάλλεις.

Στην πραγματικότητα, στο μόνο που είμαστε όλοι οι άνθρωποι ενωμένοι είναι στην γκρίνια – αλλά μόνο αν γκρινιάζουμε για το ίδιο πράγμα. Πάρε παράδειγμα το μετρό: Πάντα θα βρεθεί μία γιαγιά που θα γκρινιάξει για τον κλιματισμό. Είτε επειδή υπάρχει, είτε επειδή δεν υπάρχει, αναλόγως την εποχή. Όμως θα γκρινιάξει. Και θα βρει υποστηρικτές στην γκρίνια της, θα έρθει κι ένας παππούς και θα πει «μα είναι πράγματα αυτά, να μας έχουν χωρίς κλιματισμό;», και μετά θα μπει στην κουβέντα και μια μεσόκοπη κυρία και θα πει «δεν υπάρχει κράτος, μόνο τις καρέκλες τους σκέφτονται», και μετά κάποιος κακομοιριασμένος κύριος θα προσθέσει «φταίνει αυτοί που τους ψηφίζουν, τους άχρηστους, τα λαμόγια», και το βαγόνι θα φτάσει ένα σημείο πριν τη λαϊκή εξέγερση, την οποία όμως θα αποτρέψει η άφιξη του μετρό στο Σύνταγμα, οπότε όλοι θα πρέπει να κατέβουν και δεν έχουν χρόνο για επαναστάσεις και άλλες τέτοιες αηδίες. Όταν γκρινιάζεις με παρέα, η γκρίνια είναι πραγματική απόλαυση. Δεν πετυχαίνεις τίποτα, αλλά νιώθεις καλύτερα με τον εαυτό σου.

Αν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στην γκρίνια και στο «κάτι παραπάνω», το ένστικτό μας θα μας οδηγήσει αυτομάτως στην γκρίνια, γιατί είναι πολύ πιο απλή, χωρίς γραφειοκρατικές διαδικασίες, μπορείς να την κάνεις και μόνος σου, χωρίς την ανάγκη των άλλων, και γενικά είναι το φαστφουντάδικο των αντιδράσεων: Γρήγορη, εύκολη και φτηνή. Το «κάτι παραπάνω», από την άλλη, είναι το γκουρμέ εστιατόριο των αντιδράσεων: Περιμένεις πολλή ώρα μέχρι να σερβιριστείς (γιατί το καλό πράγμα αργεί να γίνει), πρέπει να κλείσεις τραπέζι μήνες νωρίτερα, γιατί όταν σου καπνίσει εσένα να πας να φας μπορεί να είναι όλα ρεζερβέ, και φυσικά δεν είναι καθόλου φτηνό. Είναι τόσο ακριβό, που μπορεί να χρειαστεί να πουλήσεις μέχρι και τα σώβρακά σου για να μπεις μέσα. Όμως όταν βγαίνεις έξω, δε νιώθεις αυτό το αίσθημα του ανικανοποίητου που αναπόφευκτα αφήνει η γκρίνια. Γιατί εντάξει, γκρινιάζεις, ξεσπάς. Αλλά δε σου φτάνει. Σαν τα χάμπουργκερ των Goody’s: Τρως ένα, αλλά δε σου αρκεί. Θες και κάτι παραπάνω. Αλλά αν επιμένεις να βολεύεσαι με τα χάμπουργκερ, ε τότε θα πεινάς για μια ζωή. Και θα είναι δική σου επιλογή.

Και τώρα που γκρίνιαξα για όλα αυτά, πάω να φάω ένα χάμπουργκερ. Αλλά λέω να ρίξω μια ματιά στα διαθέσιμα γκουρμέ εστιατόρια, να δω πότε έχουν ελεύθερα τραπέζια για μία επίσκεψη. Βαρέθηκα τα χάμπουργκερ.

Advertisements