Ημέρα 4η

Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα ήταν Σάββατο, οπότε σκέφτηκα ότι στο μαγαζί θα είχαμε κόσμο. Λογικά, οι μαμάδες και οι μπαμπάδες που δεν θα δούλευαν σήμερα θα έφερναν τα κουτσούβελά τους για να τους αγοράσουν τα πρώτα σχολικά τους: Βιβλία, κασετίνες, τσάντες και τέτοια. Γι’αυτό και έβαλα τα καλά μου. Ένα σχετικά καλό πουκάμισο (και λέω «σχετικά» σε σύγκριση με κάτι χαβανέζικα που έχω και δεν ενδείκνυνται για τέτοιες περιστάσεις) και ένα καλό παντελόνι. Αλλά τα All-Star, αμετακίνητα. Σταθερή αξία.

Τέλος πάντων, ντύθηκα, στολίστηκα και πήγα στο μαγαζί προετοιμασμένος για μια κοσμοπλημμύρα. Ε, λοιπόν τζάμπα στολίστηκα. Μέχρι το μεσημέρι βαράγαμε μύγες, και στο τέλος φύγανε κι αυτές και δεν είχαμε τι να βαρέσουμε. Γιατί δεν είχα υπολογίσει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του Έλληνα: Την αναβλητικότητά του. Σχολικά; «Έλα μωρέ, πάμε 10 Σεπτέμβρη να τα πάρουμε». Σινεμά; «Πάμε μωρέ πέντε λεπτά πριν αρχίσει η ταινία, θα έχει εισιτήρια». Λογαριασμοί; «‘ντάξει μωρέ, και να λήξει μια-δυο μέρες δεν έγινε και τίποτα». Και θα έπρεπε να έχω υπολογίσει αυτόν τον παράγοντα, γιατί κι εγώ ακριβώς έτσι είμαι. Αλήθεια, έχω αναφέρει ότι μου έχουν κόψει το κινητό εδώ και δύο εβδομάδες επειδή δεν έχω πληρώσει το λογαριασμό; Όχι, ε; Καλά, κάποιον λόγο θα είχα.

Ψόφια πράγματα, που λες. Μόνο κάτι παππούδες μας τίμησαν με την παρουσία τους. Που να μην έσωναν, δηλαδή. Ξέρεις, δεν έχω καθόλου καλές σχέσεις με τους ηλικιωμένους. Ίσως γι’αυτό ευθύνεται το γεγονός ότι οι παππούδες μου πέθαναν πριν τους γνωρίσω, η μία γιαγιά μου πέθανε όταν ήμουν πέντε χρονών, και την άλλη ζήτημα είναι αν την είδα πέντε φορές σε όλη μου τη ζωή. Αλλά λίγο-πολύ όλοι δεν βαριόμαστε τους ηλικιωμένους; Λίγο το χάσμα των γενεών, λίγο η μόνιμη γκρίνια και η επιμονή τους να σου αφηγούνται τις αναμνήσεις τους από καταστάσεις για τις οποίες όσα ξέρεις προέρχονται από το «πασάλειμμα» που έκανες για να περάσεις την Ιστορία στην Γ’ Λυκείου, δε θέλει και πολύ για να στραβώνεις τη μούρη σου κάθε φορά που σου απευθύνει το λόγο ένας άνθρωπος μεγάλης ηλικίας. Αλλά είπαμε, μπορεί να είμαι και προκατειλημμένος.

Τουλάχιστον, έχω να ομολογήσω ότι κάποιοι από αυτούς τους παππούδες έχουν πλάκα. Όπως εκείνος που μπήκε σήμερα για να του βγάλουμε φωτοτυπίες και μεγενθύνσεις από κάποιες παλιές φωτογραφίες, στις οποίες απεικονιζόταν ο ίδιος μαζί με τον Βασιλιά Παύλο, τη Φρειδερίκη και άλλους τέτοιους, που οι νέοι τους ξέρουμε μόνο από τους δρόμους που έχουν τα ονόματά τους (αλήθεια, Βασιλέως Παύλου υπάρχει, Βασιλέως Γεωργίου υπάρχει, Βασιλίσσης Σοφίας υπάρχει, Βασιλίσσης Όλγας υπάρχει – Βασιλίσσης Φρειδερίκης πώς και δεν έχω δει πουθενά; ). Όπως έλεγε, λοιπόν, αυτός ο 93χρονος (!) κύριος, ήταν υπασπιστής του Παύλου, και πολύ κοντά στη βασιλική οικογένεια. Καλόπαιδο, δηλαδή.

Αλλά είχε πλάκα. Μας έλεγε ότι την τελευταία φορά που είχε έρθει (χθες, δηλαδή, γιατί απ’ό,τι κατάλαβα αυτός κάθε μέρα στο μαγαζί μας κουβαλιέται) είχε αργήσει να γυρίσει στο σπίτι του, και η γυναίκα του τον ρώταγε που είναι και μπας και ήταν με καμιά γκόμενα (Αλτσχάιμερ; Πιθανόν)! Μετά από λίγο μπήκε μια άλλη πελάτισσα, και τον ρώτησε αν ήταν αυτός στις φωτογραφίες. Αυτός της απάντησε καταφατικά και εκείνη τον ρώτησε πόσων χρονών είναι. Όταν αυτός της είπε τον μαγικό αριθμό 93, αυτή εξεπλάγη. «Δε σας φαίνεται καθόλου», του είπε. «Εμ, γι’αυτό σας ζηλεύει η γυναίκα σας», του είπα. Δε γέλασε. Αλλά πιθανόν και να μην άκουσε καν τι είπα.

Α, επίσης σήμερα μας ήρθε ένας σελέμπριτι. Αρχίδια σελέμπριτι, δηλαδή, ένας παλιός ηθοποιός ήταν. Απ’ό,τι μου είπαν οι άλλες κοπέλες, έρχονται αρκετοί γνωστοί στο μαγαζί. Ένας μεγάλος ζωγράφος (που πληρώνει πάντα με χαρτονομίσματα των 500 ευρώ, ακόμα κι αν πάρει μόνο ένα πινέλο), ένας άλλος ηθοποιός (επίσης παλιάς κοπής), ένας γνωστός συνθέτης (που και να τον έβλεπα δε θα τον γνώριζα) και άλλοι. Λέω να προτείνω στο αφεντικό μου να μετονομάσουμε το βιβλιοπωλείο σε «Celebrity Bookstore». Πιασάρικο δεν είναι;

Ουφ, αύριο Κυριακή. Επιτέλους, ξεκούραση! Λέω να τη βγάλω ξαπλωμένος όλη τη μέρα. Ή τουλάχιστον μέχρι να αρχίσω να νιώθω ξανά τα πόδια μου από τα γόνατα και κάτω. Πρέπει να πάρω και δυνάμεις για την επόμενη εβδομάδα. Πωπωωωωωωωωω, φαντάσου να δούλευα και full time, δηλαδή!

Ημέρα 6η

Αγαπητό ημερολόγιο,

ήταν ωραίο το Σαββατοκύριακο. Ξεκουράστηκα πολύ, και σκέφτηκα ότι είχα φορτίσει τις μπαταρίες μου και ήμουν έτοιμος για την εβδομάδα που ξεκινούσε. Μάλιστα, ένιωθα τόσο έτοιμος που πήρα την απόφαση να πάω με τα πόδια το πρωί μέχρι το μαγαζί, που είναι περίπου 20-25 λεπτά από το σπίτι μου. Κάτι που αποδείχθηκε όχι ιδιαίτερα έξυπνο, καθώς όταν έφτασα εκεί ήμουν ήδη ψόφιος και με το ζόρι στεκόμουν όρθιος όλη μέρα. Και δεν έχει και πού να κάτσεις αυτό το μαγαζί, που σημαίνει ότι ακόμα κι αν δεν μπει πελάτης για δύο ώρες, εγώ πρέπει να στέκομαι όρθιος, λες και είμαι τιμωρία. Και καλύτερα να μη σου πω πώς ένιωθα όταν έφτασα στο σπίτι το μεσημέρι, πάλι με τα πόδια, βεβαίως. Το μόνο που θυμάμαι από το μεσημέρι είναι το κλειδί μου να μπαίνει στην πόρτα. Μετά έπαθα μπλακ άουτ.

Μου φαίνεται ότι σήμερα είχαμε περισσότερη δουλειά. Φυσικά, ήρθαν οι γνωστοί παππούδες και μας λέγανε ιστορίες από τον πόλεμο του ’40, αλλά είδα και πολλούς άλλους σήμερα. Αλλά ήρθαν και κάτι αρχιτέκτονες που ήθελαν να φωτοτυπήσουν ένα σχέδιο. Και κάτι δικηγόροι που ήθελαν να φωτοτυπήσουν ένα συμβόλαιο (το οποίο συμβόλαιο είχε πάνω χαρτόσημα τα οποία έγραφαν, με μεγάλα γράμματα, «ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»!!!). Και κάτι φοιτητές, που ήθελαν να φωτοτυπήσουν ένα βιβλίο σε σμίκρυνση. Για σκονάκι, φυσικά.

Λοιπόν, μεγάλη εφεύρεση η σμίκρυνση. Το καλύτερο σκονάκι. Σχεδόν νιώθω βλάκας που πέρασα όλα τα μαθήματα της σχολής χωρίς να την χρησιμοποιήσω. Αλλά τι να κάνουμε, εγώ είμαι πιο παραδοσιακός τύπος. Προτιμούσα την αντιγραφή.

Α, μια και είπα για τη σχολή μου, σήμερα ήρθε και ένας άλλος τύπος, μεγάλος σε ηλικία αλλά καλοδιατηρημένος, ο οποίος ήθελε κάτι φωτοτυπίες από παλιές εφημερίδες. Μου είπε πως διαθέτει ένα αρχείο από 5.000 και πλέον εφημερίδες, και του είπα πως αυτό είναι ένα πολύ ωραίο και ενδιαφέρον χόμπι, και πάνω στην κουβέντα του ανέφερα πως έχω σπουδάσει δημοσιογραφία. Τότε, έλαμψε το ματι του. Όπως αποδείχθηκε, ήταν βετεράνος δημοσιογράφος. Μου είπε ότι σήμερα στη δημοσιογραφία η κατάσταση είναι τραγική και με συμβούλευσε να μείνω πάντα πιστός στις αρχές της δημοσιογραφίας και να μην προδώσω ποτέ αυτά που πιστεύω. Δε μου είπε κάτι καινούργιο, αλλά ήταν μια ευχάριστη στιγμή αυτής της μέρας. Όσο ευχάριστη μπορεί να είναι η συνειδητοποίηση ότι στο κωλοεπάγγελμα που έχω διαλέξει μόνο οι κωλογλείφτες και οι κωλοτούμπες πληρώνονται.

Α, επίσης σήμερα έφαγα και την πρώτη μου επαγγελματική «χυλόπιτα». Μπήκε ένας περίεργος τύπος, που ήθελε κάτι φωτοτυπίες. Έβγαλε από μια τσάντα ένα μάτσο χαρτιά και με ρώτησε μέσα απ’τα δόντια του πού είναι το αφεντικό μου. Εγώ του είπα ότι έλειπε (που όντως έλειπε εκείνη τη στιγμή), αλλά προσφέρθηκα να του κάνω εγώ τη δουλειά. Τότε μάζεψε τα χαρτιά του, τα έβαλε πάλι στην τσάντα του και είπε: «Άστο, θα έρθω όταν θα είναι εδώ κάποιος που θα μπορεί να με εξυπηρετήσει». Πολύ ευγενικό εκ μέρους του, έτσι;

Λοιπόν, ξέρεις τι παρατήρησα; Τόσες μέρες γράφω για μένα, και δε σου έχω πει τίποτα για τις κοπέλες του μαγαζιού, ή για το αφεντικό μου. Ίσως είναι λίγο εγωιστικό εκ μέρους μου. Αλλά πάντα ήμουν λίγο εγωιστής. Θυμάμαι μια φορά όταν ήμουν τεσσάρων χρον…Φτου! Πάλι το ίδιο κάνω! Αλλά, στο κάτω-κάτω, δικό μου ημερολόγιο είσαι, ό,τι θέλω γράφω! Άμα θέλουν οι άλλοι, ας φτιάξουν δικό τους ημερολόγιο. Στο δικό μου θα γράφω τα δικά μου ψυχολογικά. Άι σιχτίρ πια με τον αλτρουισμό.

Advertisements