Ημέρα 7η

Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα σου έχω φοβερά νέα! Βέβαια, όπως θα καταλάβεις, η λέξη «φοβερά» είναι αμφίσημη: Μπορεί να σημαίνει ότι έχω πάρα πολύ καλά νέα, αλλά μπορεί να σημαίνει και ότι έχω κάτι φρικτό και τρομερό να σου πω. Εγώ θα σου το πω, και αποφάσισε εσύ τι από τα δύο συμβαίνει.

Που λες, μία από τις κοπέλες μάς ανακοίνωσε σήμερα ότι δεν θα μπορέσει να συνεχίσει στη δουλειά, επειδή θέλει να δώσει το τελευταίο της μάθημα και να πάρει το πτυχίο της. Που σημαίνει ότι, εν μέσω σχολικής περιόδου, το μαγαζί μένει με δύο υπαλλήλους, εκ των οποίων ο ένας part time. Ή μήπως όχι;

Αν δεν το κατάλαβες ακόμα, αγαπητό ημερολόγιο, πήρα προαγωγή! Ναι, μόλις μία εβδομάδα μετά την πρόσληψή μου, πήρα την πρώτη μου προαγωγή! Θα μου πεις, «σιγά το πράγμα, αφού δεν την πήρες με την αξία σου». Ή μάλλον δε θα μου το πεις, γιατί δεν μπορείς να μιλήσεις. Κρίμα, γιατί θα μπορούσαμε να έχουμε έναν ιδιαίτερα εποικοδομητικό διάλογο. Αλλά αν, υποθετικά, μπορούσες να μου κάνεις αυτήν την ερώτηση, η απάντησή μου θα ήταν «ο καθένας παίρνει ό,τι αξίζει στη ζωή». Φυσικά δεν θα το εννοούσα, γιατί αν όντως ίσχυε αυτό, τότε ο Καραμανλής θα ήταν ιδιοκτήτης χασαποταβέρνας στα Βλάχικα και ο Παπανδρέου κλητήρας σε χωριό της Αχαϊας. Αλλά θα το έλεγα για να σου πάω κόντρα.

Τέλος πάντων. Το θέμα είναι: Πρέπει να χαίρομαι ή να πανικοβληθώ; Να χαίρομαι που θα παίρνω τα τετραπλάσια λεφτά ή να πανικοβληθώ που θα δουλεύω τις τετραπλάσιες ώρες; Να χαίρομαι που ξαφνικά έχω κάτι για να γεμίσω τις άδειες μου ώρες ή να πανικοβληθώ στη σκέψη ότι πρέπει κάθε πρωί να ξυπνάω πλέον στις 7; Να χαίρομαι για την εμπιστοσύνη που μου δείχνει το αφεντικό μου ή να πανικοβληθώ ξέροντας ότι το επόμενο ρεπό μου θα είναι στην αργία της 28ης Οκτωβρίου; Φαντάζομαι ότι μόνο ο χρόνος θα απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις. Και ελπίζω να έχει τις καλές του όταν κληθεί να απαντήσει.

Κατά τ’άλλα, σήμερα ήταν ήσυχα τα πράγματα. Το μόνο αξιοσημείωτο της ημέρας ήταν εκείνος ο θεόμουρλος τύπος, ο οποίος έχει γράψει το δικό του μανιφέστο (στο οποίο, μεταξύ άλλων, περιγράφει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των εξωγήινων που κυκλοφορούν ανάμεσά μας και υποστηρίζει ότι ο Κλίντον και ο Μπους ήταν εξωγήινοι, ενώ ο Τόνι Μπλερ νεκρόφιλος – άσχετο) και μας το έφερε για να το εκτυπώσουμε καμιά δεκαριά φορές. Δεν έχω ιδέα γιατί ήθελε να του το εκτυπώσουμε και σε ποιους θέλει να το δώσει. Είμαι βέβαιος, όμως, ότι όσοι κάνουν τον κόπο να το διαβάσουν, θα γελάνε μέχρι να τους βγουν τα μάτια από τις κόγχες τους. Μην κοιτάτε που εγώ τη γλίτωσα, είναι επειδή κρατιόμουν.

Μιας και το ανέφερα αυτό, πρέπει να σου μεταφέρω και έναν προβληματισμό μου: Είναι ηθικό και τίμιο να μου φέρνουν οι πελάτες διάφορα κείμενα για φωτοτυπίες ή εκτυπώσεις και εγώ να τα διαβάζω στα κρυφά; Υποθέτω πως η δουλειά μου έχει ένα στοιχείο εχεμύθειας: Κανονικά, ακόμα κι αν ο πελάτης είναι τρομοκράτης και θέλει να του εκτυπώσω τις ακριβείς συντεταγμένες του επόμενου στόχου του, εγώ πρέπει να παραμείνω αμέτοχος και αδιάφορος για το περιεχόμενο του χαρτιού που μου δίνει. Η δουλειά μου είναι απλώς να το εκτυπώσω. Αλλά πώς να μη ρίξω έστω μια κλεφτή ματιά σε αυτά που μου δίνουν οι πελάτες; Πώς να καταπιέσω την έμφυτη περιέργειά μου και να μη διαβάσω το σουρεαλιστικό μανιφέστο του θεόμουρλου τύπου; Ή να μην δω από ποια σχολή είναι το απολυτήριο που μου δίνει για φωτοτυπία εκείνος ο νεαρός; Ή να μην δω την ηλικία που δηλώνει η κυρία που μου έδωσε το βιογραφικό της για εκτύπωση;

(ναι, το ξέρω ότι ακούγεται πολύ κατινίστικο, αλλά θα έσκαγα αν δεν το έβλεπα! Για την ιστορία, μάλλον κάτι έκρυβε.)

Ε, δε γίνεται. Μου είναι αδύνατο να μην είμαι λαθραναγνώστης. Ξέρω ότι είναι ενοχλητικό (ειδικά όταν κάθεσαι στο μετρό και ο λαθραναγνώστης στέκεται πάνω από το κεφάλι σου και διαβάζει την εφημερίδα σου), αλλά έτσι είμαι. Τέλος. Και σ’όποιον δεν αρέσει, να φύγει. Να πάει αλλού. Έχει κι αλλού φωτοτυπικά που κάνουν φωτοτυπίες.

Ημέρα 8η

Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα, όπως γνωρίζεις, ήταν μόλις η δεύτερη μέρα μου ως πλήρως απασχολούμενου υπαλλήλου. Και, όπως ήταν φυσικό, τα ιδιαίτερα μαθήματα που έκανα τόσο καιρό για να μάθω πού βρίσκεται τι από σήμερα έγιναν πιο εντατικά. Έχω μάθει τόσα πολλά πράγματα αυτές τις μέρες, που θα μπορούσα να γράψω ένα σωρό βιβλία για διάφορα ασήμαντα θέματα. Να, έφτιαξα μια λίστα με κάποια από αυτά:

– «Αερίζοντας το Φωτοτυπικό Χαρτί: Τα Μικρά Μυστικά μιας Μεγάλης Τέχνης»

– «Το Πρώτο μου Fax» (για παιδιά προσχολικής ηλικίας)

– «Το Χαμόγελο της Επιτυχίας: Πώς να Κάνετε τους Άλλους να Νομίζουν ότι Χαίρεστε που Τούς Βλέπετε»

– «Λαδομπογιές, Κηρομπογιές, Ακουαρέλες, Τέμπερες: Συγκριτική Ανάλυση και Οδηγίες Χρήσης»

– «100+1 Τρόποι για να Αγνοήσετε την Άθλια Μουσική που Παίζει το Ραδιόφωνο και να Συγκεντρωθείτε στη Δουλειά»

– «Η Οδύσσεια Ενός Βιβλιοπώλη: Αναζητώντας Δώρο για ένα 5χρονο Κοριτσάκι»

– «Μαθαίνω να Χρησιμοποιώ τον Βιβλιοστάτη (τον ποιον;;;;;)»

– «Η Υψηλή Τέχνη του Σπιράλ: Μετατρέποντας μια στοίβα χαρτιά σε αριστούργημα»

– «Διαχείριση Κρίσεων: Πώς να Μείνετε Ψύχραιμοι Όταν Εμφανίζονται Από το Πουθενά 10 Πελάτες Ταυτόχρονα»

– «Φάκελοι Ταχυδρομείου: Τα Είδη τους και οι Πολλαπλές τους Χρήσεις»

Κρίμα που δεν προλαβαίνω να ξεκινήσω κάποιο από αυτά τα βιβλία, γιατί δεν έχω καθόλου χρόνο. Είμαι σίγουρος ότι θα γινόντουσαν αμέσως μπεστ σέλερ.

Την πρώτη μέρα που σου έγραψα, αγαπητό ημερολόγιο, δε σου ανέφερα καθόλου τη συζήτηση που είχαμε με το αφεντικό μου (το οποίο δεν ήταν ακόμα αφεντικό μου τότε, αλλά απλώς πιθανός εργοδότης). Πέρα, λοιπόν, από τα τετριμμένα, δηλαδή το ωράριο, το μισθό και τις γνωστές φιλοφρονήσεις που ανταλλάξαμε (του τύπου «ελπίζω να συνεργαστούμε», «μου αρέσει το περιβάλλον εδώ», «είναι καλό που μένεις εδώ κοντά» και τέτοια), κάποια στιγμή μου είπε: «Αλλά αν πρόκειται να συνεργαστούμε, ΑΥΤΟ θα το κόψεις». Το «ΑΥΤΟ» ήταν το μούσι μου, το οποίο είχα πάνω από μία εβδομάδα να ξυρίσω, προσπαθώντας (ανεπιτυχώς) να ξορκίσω το φάντασμα του Στρατού. Του εξήγησα πως δεν είχα κανένα πρόβλημα να το ξυρίσω και δεν έδωσα περισσότερη σημασία τότε. Σήμερα, όμως, έμαθα κάτι παραπάνω γι’αυτό.

Κάποια στιγμή που δεν είχαμε δουλειά, μου έπιασε την κουβέντα. Μεταξύ άλλων, με ρώτησε πού πήγα φαντάρος. ‘Οταν του ανέφερα το τελευταίο στρατόπεδο στο οποίο υπηρέτησα ήμουν σίγουρος ότι δεν θα το ήξερε, αφού οι μόνοι που γνωρίζουν την ύπαρξή του είναι οι φαντάροι που πέρασαν από εκεί και οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής. Προς μεγάλη μου έκπληξη, είπε: «Α, σε εκείνο το μπουρδέλο;». Ναι, ήξερε εκείνο το στρατόπεδο, που βρίσκεται στη μέση του πουθενά. Και μάλιστα ήξερε ότι είναι και μπουρδελο! Τον ρώτησα πώς το ήξερε, και όταν πήρα την απάντηση ευχόμουν να μην είχα ρωτήσει: Το αφεντικό μου ήταν παλιά στην Στρατονομία. Στην διαβόητη ΕΣΑ. Το γράφω κι ανατριχιάζω. Και δεν του φαίνεται, ρε γαμώτο.

Τουλάχιστον, υπάρχει και η θετική πλευρά: Άμα βρεθεί ποτέ το πτώμα μου σε κανένα χαντάκι, με βγαλμένα νύχια και σβησμένα τσιγάρα στο πρόσωπο, θα υπάρχεις εσύ, αγαπητό μου ημερολόγιο, και θα ξέρουν όλοι ποιος το έκανε. Αλλά άμα αυτή είναι η θετική πλευρά, τότε η αρνητική ποια είναι; Ότι άμα δώσω λάθος ρέστα σε κανέναν πελάτη θα με περάσει από φάλαγγα;

Πού έμπλεξα, γαμώ τη γκαντεμιά μου;

Ημέρα 9η

Αγαπητό ημερολόγιο,

ίσως να σε τρομοκράτησα χθες με αυτά που σου έγραψα. Αλλά τελικά μάλλον ήταν άκυρος συναγερμός. Γιατί με αυτά που θα σου γράψω σήμερα, θα καταλάβεις ότι το αφεντικό μου είναι μια χαρά τύπος. Πώς έμπλεξε με την ΕΣΑ δεν ξέρω…Τι να σου πω, μπορεί να τον παρέσυραν οι κακές παρέες.

Που λες, λοιπόν, κάποιος μας άφησε ένα βιβλίο 150 σελίδων σήμερα για να του το φωτοτυπήσουμε και να του δέσουμε τις φωτοτυπίες με σπιράλ. Εγώ ανέλαβα οικειοθελώς το σπιράλ, αν και το ήξερα μόνο στη θεωρία πώς γίνεται, και δεν το είχα δοκιμάσει στην πράξη. Αλλά σκέφτηκα, «ένα σπιράλ είναι, όχι η θεωρία της σχετικότητας! Μπορώ να τα καταφέρω μια χαρά!». Βέβαια, όπως αποδείχθηκε, θα τα κατάφερνα καλύτερα με τη θεωρία της σχετικότητας.

Γιατί, αγαπητό ημερολόγιο, έκανα την πιο αξιομνημόνευτη γκάφα της σύντομης μέχρι τώρα καριέρας μου: Κατάφερα και τρύπησα ΚΑΙ τις 150 σελίδες από την ανάποδη πλευρά, αχρηστεύοντας ουσιαστικά 150 φωτοτυπίες και 15 λεπτά ενασχόλησης της συναδέλφου μου, που είχε αναλάβει τις φωτοτυπίες. Μιλάμε για την γκάφα του αιώνα!

Η κοπέλα δε μου θύμωσε, βέβαια, αλλά φοβόμουν την αντίδραση του αφεντικού μου. Θα μου πεις, τι μπορούσε να μου κάνει; Να μου δώσει δύο μέρες στέρηση εξόδου από το μαγαζί και να με κλειδώσει μέσα για δύο 24ωρα; Ή να με βάλει να κάνω σκοπιά έξω από το μαγαζί όλο το βράδυ για να μη μπει κανένας διαρρήκτης και μας κλέψει τις ξυλομπογιές; Το πολύ-πολύ να κράταγε τη ζημιά από το μισθό μου.

Αλλά ούτε καν αυτό δεν έκανε. Απλώς, μου έδειξε υπομονετικά τον σωστό τρόπο για να κάνω το σπιράλ και με έβαλε να το κάνω μπροστά του δυο-τρεις φορές, για να σιγουρευτεί ότι το κατάλαβα. Ούτε φωνές, ούτε παρακράτηση μισθού, ούτε φάλαγγα.

(που, μεταξύ μας, και ΕΣΑτζής να μην ήταν, μια φάλαγγα την άξιζα για τη μαλακία που έκανα)

Τελικά είναι άδικο να κρίνεις τον άλλο από κάτι που έχει κάνει στο παρελθόν. Ειδικά αν δεν ξέρεις τι ακριβώς έχει κάνει. Νιώθω πολύ βλάκας αυτή τη στιγμή. Όχι πως είναι και κανένα σπάνιο συναίσθημα για τα δικά μου δεδομένα, δηλαδή, όπως φάνηκε και από τη σημερινή μου γκάφα. Και κάτι μου λέει ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες…

Advertisements