Ξεκινά από όταν είμαστε παιδιά. Από τα παιδικά που βλέπουμε και τα κόμικς που διαβάζουμε, όπου θριαμβεύει πάντα το καλό ενάντια στο κακό. Ο Μίκι Μάους πάντα νικά τον Μαύρο Πητ, το Μαύρο Φάντασμα, το Μαύρο του το Χάλι, τη Μαύρη Πανώλη, τα Μαύρα Μάτια σου που όταν τα βλέπω με ζαλίζουνε. Ο Τζέρι πάντα ξεφεύγει από τον Τομ, το ίδιο και το γαμήδι το Μπιπ-Μπιπ από τον Γουάιλ Ε. Κογιότ, ο Τουίτι από τον Σιλβέστερ, τα 101 σκυλιά της Δαλματίας από την Κρουέλα ντε Βιλ. Ο Ποπάι κάνει ρόμπα τον Μπλούτο και λιώνει στα μπράτσα του η Όλιβ.

Αλλά θα μου πεις, λογικά είναι όλα αυτά. Σε παιδιά απευθύνονται, τι να διδάξεις στα παιδιά, ότι καμιά φορά οι καλοί χάνουν και οι κακοί κερδίζουν; Ή να τους δείξεις ότι οι κακοί δεν είναι και τόσο κακοί, ενώ οι καλοί δεν είναι απαραίτητα τόσο καλοί, και να κάνεις τα παιδικά πιο πολύπλοκα κι από ταινία του Λιντς; Μπα, άσε καλύτερα. Είναι πιο απλό το «κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» από το «κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς γάμησέ τα, θα τα μάθεις κι εσύ όταν θα ‘ρθει η ώρα σου».

Μετά όμως είναι και οι ταινίες. Ο καλός Αμερικανός ήρωας που κατατροπώνει τριάντα στρατιές πάνοπλων κακών με όπλο έναν σπασμένο σουγιά. Ο υπέροχος μυστικός πράκτορας που σαγηνεύει καθετί που έχει βυζιά και του περισσεύει και αρκετή ενέργεια για να χαλάσει τα σχέδια του καταχθόνιου Σοβιετικού/Άραβα/Ιάπωνα/Σπανιόλου γκέι παλαβιάρη της ημέρας. Και φυσικά το αρχαιότερο παραμύθι όλων: Ο έρωτας που αντιμετωπίζει ένα σωρό δυσκολίες, όμως στο τέλος θριαμβεύει και το ευτυχισμένο ζεύγος χάνεται στο ηλιοβασίλεμα ή χαιρετά το συγκεντρωμένο πλήθος που βρέθηκε εκεί για να δει τον υπέροχο γάμο τους, και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς πλαντάξαμε στο κλάμα, τι να σου λέω, μούλιασε το ποπ κορν από τα δάκρυα.

Φυσικά, όχι πως τα happy end είναι εφεύρεση του Χόλιγουντ. Όταν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς έγραφαν τα happy end για τις τραγωδίες τους, στο Χόλιγουντ έτρωγαν ακόμα βελανίδια. Η ανάγκη του ανθρώπου να βλέπει στην τέχνη το happy end που δε βλέπει γύρω του μάλλον είναι διαχρονική.

Κάποια στιγμή στη ζωή μου αποφάσισα ότι δε θέλω άλλα happy end. Άρχισα να αναζητώ ταινίες που ήταν πιο κοντά στη μίζερη πραγματικότητα, αυτήν που έχει ένα και μόνο end για τον καθένα από μας, κι αυτό δεν είναι καθόλου happy. Λάτρεψα ταινίες όπως το Se7en, το Ψυχώ, το La Vita e Bella, το The Life of David Gale, το Million Dollar Baby. Ταινίες που στο τέλος δε σου άφηναν μία λύτρωση, μια ζεστασιά στην ψυχή, αλλά ένα σοκ, μία οικεία παγωνιά. Κάπου σταμάτησα να αναζητώ τα happy end, ίσως όταν κατάλαβα πως στη ζωή δεν υπάρχει happy end.

Άλλοι όμως δεν το βλέπουν έτσι. Παραμένουν εθισμένοι στα happy end. Προσπαθούν να μεταφέρουν τα happy end του Χόλιγουντ και στη ζωή τους, οι περισσότεροι με οικτρή αποτυχία. Και οι υπόλοιποι, που κάπως τα καταφέρνουν, απλά εφαρμόζουν το ίδιο κόλπο που εφαρμόζουν οι σκηνοθέτες, οι συγγραφείς και οι σεναριογράφοι: Τοποθετούν το «end» εκεί που τους βολεύει. Η ταινία θα σου δείξει τον ευτυχισμένο γάμο, αλλά δε θα σου δείξει ότι μετά από τρία χρόνια πάνω σε έναν καυγά αυτός θα μαχαιρώσει αυτήν και θα καταλήξουν αυτή στο χώμα κι αυτός στη φυλακή. Αντ’ αυτού, θα σου δείξει τους τίτλους τέλους. Το ίδιο κάνουν κι αυτοί: Βάζουν ένα δικό τους, αυθαίρετο «τέλος», και μετά δεν έχει καμία σημασία τι θα συμβεί: Το happy end είναι γεγονός, έστω και με τέτοια τεχνάσματα.

Με τέτοια τεχνάσματα έχουν γραφτεί πολλά ψευδεπίγραφα happy end. Πολλά «νενικήκαμεν», πολλά «success story», πολλά «εκάμαμεν επανάστασιν», πολλά «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», πολλά «England prevails», πολλά «American Dream», πολλά παραμύθια για ενηλίκους. Γραμμένα από ανθρώπους εθισμένους στα happy end, για ανθρώπους που πιστεύουν ακόμα στα happy end.

Αν μου έδιναν ένα σπρέι και έναν ωραίο, μεγάλο τοίχο, θα έγραφα «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ HAPPY END, ΞΥΠΝΗΣΤΕ». Και επειδή ακριβώς δεν υπάρχουν happy end, την επόμενη κιόλας μέρα το σύνθημα θα είχε πατηθεί από δεκάδες μικροτσούτσουνους γκραφιτάδες που μαρκάρουν την περιοχή τους με ταγκιές, όπως οι σκύλοι τις μαρκάρουν κατουρώντας. Και δε θα το έβλεπε κανείς. Γιατί δεν υπάρχουν happy end. Ξυπνήστε.

Advertisements