Κάποια στιγμή, λέω, πρέπει να γράψω κάτι αισιόδοξο. Όχι τόσο επειδή το πιστεύω. Περισσότερο για την πρόκληση. Γιατί θέλει κότσια (ή αδυναμία επαφής με το περιβάλλον, ένα από τα δύο) για να μπορέσεις να γράψεις κάτι αισιόδοξο εν μέσω της χειρότερης κρίσης που έχεις βιώσει ποτέ. Ειδικά όταν διαισθάνεσαι πως αυτή δε θα είναι η χειρότερη κρίση που θα βιώσεις στη ζωή σου, εκτός κι αν αυτή είναι λυτρωτικά σύντομη.

Ξέρω ότι όλα αυτά ακούγονται πολύ παράδοξα όταν τα λέει κάποιος που ακόμα δεν έχει κλείσει τα 30 του χρόνια. Κάποιος που θα έπρεπε να νιώθει ότι έχει όλη τη ζωή μπροστά του για να μεγαλουργήσει, να γίνει «κάποιος», να αφήσει το στίγμα του σε αυτόν τον κόσμο και να έχουν να θυμούνται μετά από χρόνια ότι πέρασε από αυτόν τον πλανήτη και κάτι άφησε. Αλλά δε νιώθω καθόλου έτσι. Νιώθω σαν τον κομπάρσο στη χολιγουντιανή ταινία που σκοτώνεται στο πρώτο πλάνο, όταν ο ήρωας συνεχίζει πανηγυρικά να σκοτώνει ό,τι κινείται, και μόλις που τον παίρνει η κάμερα στο βάθος πίσω αριστερά, ίσα για να έχει να πει στη μάνα του «να, κοίτα, με βλέπεις; Εκεί, πίσω από τους άλλους τετρακόσιους που εξοντώθηκαν, μα καλά, δε με βλέπεις; Ναι, εκεί σου λέω, ααααααχ, τώρα πέρασε η σκηνή, το έχασες, μα καλά, δε βλέπεις;».

Θα έπρεπε να νιώθω πρωταγωνιστής της ζωής μου, αλλά νιώθω κομπάρσος. Λες και ο σκηνοθέτης δε δίνει δεκάρα για μένα, λες και ο μόνος λόγος ύπαρξής μου είναι να είμαι ένας ακόμα αναλώσιμος χαρακτήρας για να αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο το μεγαλείο του ήρωα. Ενός ήρωα που δε με αγγίζουν καθόλου τα ηρωικά του κατορθώματα, γιατί ξέρω ότι η ταινία είναι έτσι στημένη από πριν ώστε στο τέλος να κερδίσει, και όλες οι μάχες είναι ήδη κερδισμένες από πριν. Τι το ηρωικό έχουν όλα αυτά για έναν απλό κομπάρσο που έχει ήδη πεθάνει στην πρώτη σκηνή και το μόνο που έχει να τον θυμίζει είναι το όνομά του στους τίτλους τέλους, που τρέχουν τόσο γρήγορα που κανείς δεν προλαβαίνει να το δει;

Το παράξενο είναι ότι την ώρα που τα γράφω αυτά είμαι σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Και γιατί να μην είμαι, δηλαδή; Έχω τα απολύτως απαραίτητα. Δουλειά, σχέση, στέγη, τους γονείς μου, τους φίλους μου, ένα χαζό σκυλί να με περιμένει κάθε βράδυ. Γιατί να κάτσω να σκάσω για όλους τους άλλους; Και τι με νοιάζουν εμένα όλοι αυτοί που αυτοκτονούν επειδή δεν μπορούν να θρέψουν τα παιδιά τους; Και τι με νοιάζουν εμένα αυτοί που πάνε και τρώνε στα συσσίτια; Και τι με νοιάζουν εμένα αυτοί που κινδυνεύουν να τους πάρει το σπίτι η τράπεζα;

Αλλά όχι. Με νοιάζουν. Γιατί θα μπορούσα να είμαι εγώ στη θέση τους. Και θα μπορούσα κάλλιστα στο μέλλον να βρεθώ στη θέση τους. Γιατί ό,τι δε σε νοιάζει, τελικά το λούζεσαι και μετά κλαίγεσαι και ζητάς από τους άλλους να νοιαστούν για σένα. Αλλά γιατί να νοιαστούν για σένα; Αυτοί έχουν τα απολύτως απαραίτητα. Δουλειά, σχέση, στέγη, τους γονείς τους, τους φίλους τους, ένα χαζό σκυλί να τους περιμένει κάθε βράδυ. Κατάλαβες;

Τι να καταλάβεις, θα μου πεις. Εδώ ξεκίνησα να γράφω ένα αισιόδοξο κείμενο και έχω φτάσει σε σενάριο ταινίας του Ξανθόπουλου. Ταπεινός και καταφρονεμένος. Ένας φτωχός πλην τίμιος μαλάκας. Μάνα δε μου κολλάν τα ένσημα, πού στο διάολο έβαλες την UHU; Δεν είναι δίπλα στη νουαζέτα.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στο βάθος του τούνελ υπάρχει φως. Έρχεται το τρένο καταπάνω μας κι εμείς δεμένοι στις γραμμές χτυπιόμαστε μήπως και καταφέρουμε την τελευταία στιγμή να λύσουμε τα σκοινιά. Αλλά αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες, και τα κάνουν μόνο οι πρωταγωνιστές. Όχι οι κομπάρσοι. Οι κομπάρσοι με την πρώτη ευκαιρία πεθαίνουν και αφήνουν τον ήρωα μόνο στο πλάνο, να παλεύει μόνος του τις στημένες μάχες του. Ή μπορεί να τους σώσει ο ήρωας, μόνο και μόνο για να δείξει πόσο γαμάτος είναι, πόσο ηρωικά και με πόση αυτοθυσία πέφτει στη φωτιά, που όμως δεν είναι φωτιά αλλά ένα ειδικό εφέ που μοιάζει με φωτιά και στην πραγματικότητα δεν καίει καθόλου. Αλλά δεν παύουν να είναι κομπάρσοι, και στην επόμενη σκηνή θα έχουν και πάλι εξαφανιστεί.

Και αυτή ήταν η αποτυχημένη προσπάθειά μου να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο. Αλλά ήταν μία επιτυχημένη προσπάθεια αυτοψυχοθεραπείας, γιατί ήδη νιώθω καλύτερα που τα’πα και ξαλάφρωσα. Ίσαμε δέκα κιλά σκέψεις έχασα. Όμως δεν ανησυχώ, θα τα ξαναπάρω. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τις δίαιτες.

Advertisements