Γιατί άραγε είναι τόσο, μα ΤΟΣΟ δύσκολο σε μερικούς ανθρώπους να πουν μια συγνώμη; Να παραδεχθούν ότι έκαναν λάθος, ότι ήταν μια κακιά στιγμή, μια ειρωνεία της τύχης, μία επιπόλαια ενέργεια. Είναι τόσο τραγικό; Είναι τόσο ταπεινωτικό; Είναι τόσο αδιανόητο;

Αυτού του είδους οι άνθρωποι με αηδιάζουν. Είναι οι άνθρωποι που κάνουν τη μαλακία και μετά όχι μόνο δε ζητάνε μια συγνώμη, αλλά κοιτάνε πώς θα ρίξουν την ευθύνη για τη μαλακία τους στους άλλους.

Και αν αυτή η συμπεριφορά είναι αποκρουστική όταν προέρχεται από έναν φίλο, ένα συγγενή ή κάποιον γνωστό μας, είναι αποτρόπαια όταν προέρχεται από έναν άνθρωπο που (καλώς ή κακώς) αυτοπροσδιορίζεται ως «διανοούμενος». Γιατί ένας διανοούμενος υποτίθεται πως είναι φάρος ηθικής, παράδειγμα προς μίμησιν, ή έστω ένας άνθρωπος του πνεύματος, ένας άνθρωπος που ξέρει κάτι παραπάνω από το να βάλει πέντε λέξεις σε μία σειρά και να σχηματίσει μια πρόταση που να βγάζει νόημα. Και μπορεί ο «διανοούμενος» να έχει τα προνόμιά του, που είναι κυρίως ο θαυμασμός των γύρω του, αλλά δημιουργεί και μεγάλες προσδοκίες. Περιμένεις δηλαδή από έναν διανοούμενο να πει κάτι σημαντικό, κάτι αξιόλογο, κάτι που θα σε αγγίξει. Κάτι που θα σε κάνει όχι απλά να πεις «πω ρε τι είπε ο πούστης», αλλά να κάτσεις να σκεφτείς, να ενεργοποιήσει τη σκέψη σου, να σε κινητοποποιήσει για να μάθεις κάτι παραπάνω.

Τι από αυτά έκανε η Λένα Διβάνη με το tweet της περί «τζαμπατζήδων»; Τίποτα απολύτως.
Τι από αυτά έκανε η Λένα Διβάνη με το χειμαρρώδες κείμενό της στο οποίο δικαιολογούσε το tweet της περί «τζαμπατζήδων»; Τίποτα απολύτως.

Όμως πραγματικά τίποτα δε θα με ενδιέφερε κανονικά από όλα αυτά. Η Διβάνη θα ήταν απλά ένα αδιάφορο πρόσωπο (ούτως ή άλλως δεν έχω διαβάσει ποτέ τίποτα δικό της) που έκανε μία εξοργιστική δήλωση, η οποία όμως μπορεί να έχει και μια δεύτερη ανάγνωση, μπορεί να κρύβει από πίσω της μία όχι κακή πρόθεση, αλλά μία λανθασμένη επιλογή λέξης, για την οποία θα αρκούσε μία «συγνώμη» και θα μπορούσε πολύ απλά να τελειώσει η ιστορία.

Αλλά δεν την είπε. Και όχι μόνο δεν την είπε, αλλά αφιέρωσε ένα ολόκληρο κατεβατό στο πόσο κακοί ήταν όλοι αυτοί που της επιτέθηκαν και πόσο αθώα η ίδια που δεν ήξερε ότι το παιδί είχε πεθάνει. Μαντάμ, ξεχάσατε κάτι: Μία συγνώμη. Μία γαμημένη συγνώμη. Κατηγορήστε όσο θέλετε τους κάφρους που σας έβρισαν, αλλά μια συγνώμη δεν είπατε. Μία γαμημένη συγνώμη. Ένα «έκανα λάθος». Γιατί να λυπηθώ έναν άνθρωπο που δεν μπορεί (ή δε θέλει, ή δεν τολμά) να πει μια γαμημένη συγνώμη;

Μόνο ένα πράγμα με έκανε να αντέξω να διαβάσω το κείμενο της Διβάνη μέχρι το τέλος: Να δω αν τελικά θα έγραφε μία «συγνώμη». Μπα. Τίποτα. Σαν να της επιτέθηκαν εντελώς αναίτια, σαν να έγινε ξαφνικά στόχος όλων των μισάνθρωπων του κόσμου που ήθελαν το κακό της. Όπως κάνουν όλοι αυτοί οι αηδιαστικοί άνθρωποι που αντί να παραδέχονται το λάθος τους, προσπαθούν να το φορτώσουν στους άλλους. Και το παίζουν θύματα, αρνούμενοι την παραμικρή δική τους ευθύνη.

Εγώ δεν έχω τίποτα άλλο να πω επί του θέματος. Κάποιοι «διανοούμενοι», όμως, θα έπρεπε να έχουν. Αλλά δε θα το πουν. Γιατί δε θέλουν. Γιατί δεν μπορούν. Γιατί δεν τους το επιτρέπει η υψηλή τους διανόηση. Γιατί έτσι.

Advertisements