Είναι τρομακτικό το πόσο καιρό έχω να ανεβάσω φωτογραφίες από τους τοίχους της Αθήνας. Σχεδόν πέντε μήνες. Οπότε αφήνω για λίγο την (ακόμα πιο τρομακτική) επικαιρότητα, με τις διερευνητικές εντολές, τις διαπραγματεύσεις, τις απαγκιστρώσεις, τις καταγγελίες, τις εκλογές, τις κυβερνήσεις συνεργασίας, τις κυβερνήσεις προσωπικοτήτων, την προπαγάνδα των ΜΜΕ και όλα αυτά τα κωμικοτραγικά που συμβαίνουν στη χώρα τελευταία, και δίνω το λόγο σε αυτούς που πραγματικά έχουν κάτι να πουν: Τους τοίχους.


Δεν έχω πια λόγο να το κρύβω: Τελευταία βαριέμαι να γράψω. Η επίσημη δικαιολογία μου είναι η χαλάρωση των εορτών, οι ανεπίσημες δικαιολογίες μου είναι τόσες πολλές που θα μπορούσα να γράψω βιβλίο μόνο με αυτές – αν δε βαριόμουν, ασφαλώς. Και τι κάνει ο σωστός blogger όταν βαριέται να γράψει; … Πολύ σωστά, απέχει. Αλλά μια και δεν είμαι καθόλου σωστός blogger, όταν βαριέμαι να γράψω αφήνω τις εικόνες να αντικαταστήσουν τις λέξεις. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό: Άλλη μία συλλογή από φωτογραφίες, όλες τραβηγμένες μέσα στον Δεκέμβριο. Χο-χο-χο, merry κρίσημας.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.


Πολιτική, οικονομία, επικαιρότητα. Κάποια στιγμή νιώθεις να πνίγεσαι και να μην αντέχεις άλλο, και προσπαθείς να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού. Εγώ όταν θέλω να ηρεμήσω, στρέφω την προσοχή μου στους τοίχους της πόλης μου. Κι εκεί πάντα βρίσκω κάτι να μου κινήσει την προσοχή.

Αυτή τη φορά νιώθω την ανάγκη να το βουλώσω και να αφήσω να μιλήσουν οι εικόνες – αρκετά με τα ηλίθια σχόλιά μου. Δε νομίζω ότι χρειάζεται να ξέρετε ούτε πού τις βρήκα, ούτε τι πιστεύω γι’αυτές. Επομένως, αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις του post πριν αρχίσουν οι φωτογραφίες. Enjoy.


«Η κοινή γνώμη, μια κοινή, μια πόρνη», έχει πει ο σοφός Τζίμης Πανούσης. Πώς μπορεί κανείς να διαφωνήσει μαζί του, αλήθεια;

Αυτό που αποκαλούμε «κοινή γνώμη» είναι στην πραγματικότητα ένα συνονθύλευμα χιλιάδων διαφορετικών απόψεων, τοποθετημένων από τους «δημοσκόπους» σε ράφια και ομαδοποιημένων αυθαίρετα, με σκοπό να τις μετατρέψουν σε μετρήσιμα μεγέθη. Είναι πρακτικά αδύνατο να βάλεις σε καλούπια την ανθρώπινη σκέψη και να μετρήσεις πόσοι πιστεύουν τι. Η «κοινή γνώμη» που επικαλούνται συχνά οι δημοσιογράφοι, οι δημοσκόποι και οι πολιτικοί δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένα λογικό κατασκεύασμα αμφιβόλου αξίας και αξιοπιστίας.

Φυσικά, μπορεί να πει κανείς ότι προφανώς δεν υπάρχει μία ενιαία, ομοούσια και αδιαίρετος Κοινή Γνώμη, αλλά πολλές γνώμες, οι οποίες όμως συγχωνεύονται σε μία αποκαλούμενη «κοινή γνώμη», προκειμένου να βγουν χρήσιμα συμπεράσματα. Πόσο χρήσιμα, όμως είναι στ’αλήθεια αυτά τα συμπεράσματα; Και κυρίως, πόσο αξιόπιστα;

Λένε ότι οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια. Ακόμα κι αν ισχύει αυτό, το πρόβλημα είναι ότι ο καθένας διαβάζει μια διαφορετική αλήθεια, αυτή που πιστεύει ή/και του ταιριάζει. Δε φταίνε οι κακόμοιροι οι αριθμοί, αυτοί τη δουλειά τους προσπαθούν να κάνουν. Αλλά, ως υπάλληλοι που είναι, υπόκεινται στα γούστα των αφεντικών τους.

Μήπως, λοιπόν, οι αριθμοί δε λένε πάντα την αλήθεια; Μήπως λένε απλά ιστορίες που τους διηγούνται αυτοί που τους «μαγειρεύουν»; Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι τις δημοσκοπήσεις δεν τις διεξάγουν ανεξάρτητες αρχές ή απόλυτα διαφανείς μη κυβερνητικές οργανώσεις, αλλά εταιρείες που πληρώνονται από κάπου. Και όταν αυτό το «κάπου» βρίσκεται συχνά σε γραφεία πολιτικών κομμάτων, αποτελεί λόγο ανησυχίας.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι τα πολιτικά κόμματα χαράζουν τη στρατηγική τους στηριζόμενα εν μέρει στις δημοσκοπήσεις. Έχουμε δει κόμματα να αποφασίζουν πότε θα κάνουν εκλογές με βάση τις δημοσκοπήσεις, ελπίζοντας ότι οι αριθμοί θα τα δικαιώσουν. Έχουμε δει βουλευτές να χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα στη Βουλή μία δημοσκόπηση για το Χ θέμα, λες και η δημοσκόπηση ήρθε σε πέτρινη πλάκα από τον ουρανό. Οι δημοσκοπήσεις είναι πια ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής (και όχι μόνο) πολιτικής σκηνής. Αφού οι πολιτικοί σπάνια κατεβαίνουν στο επίπεδο του απλού κόσμου, να μιλήσουν μαζί του, να απαντήσουν στις ερωτήσεις του, να ακούσουν τα προβλήματά του, προτιμούν να χρησιμοποιούν τις δημοσκοπήσεις σαν «εφημερίδες», στις οποίες κάθε τόσο παρακολουθούν τις νέες τάσεις στο εκλογικό σώμα. Εξαρτώνται, έτσι, από μία «κοινή γνώμη» φιλτραρισμένη, ενδεχομένως αλλοιωμένη και σίγουρα αγορασμένη από δεύτερο χέρι, ενώ θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό να έχουν μία άμεση επαφή με τους ψηφοφόρους, να ακούσουν τη φωνή τους από κοντά, και όχι να περιμένουν από τα γκάλοπ να τους μεταφέρουν τα όσα λένε οι πολίτες, παίζοντας το «χαλασμένο τηλέφωνο».

Και κάπως έτσι φτάνουμε σε τσιτάτα όπως «ο λαός μίλησε» (και απάντησε σε προκάτ ερωτήσεις, δίνοντας προκάτ απαντήσεις), «η κοινή γνώμη συμφωνεί μαζί μας» (αρκεί να είσαι διατεθειμένος να δεις τα πράγματα μονόπλευρα), και φυσικά το all-time classic «ο λαός μας έστειλε ένα μήνυμα, κι εμείς το λάβαμε» (μόνο που πήγε κατευθείας στον spam folder και δεν το διαβάσαμε ποτέ). Αποτέλεσμα; Οι κυβερνώντες να νομίζουν ότι κυβερνούν μία φανταστική χώρα, εντελώς διαφορετική από αυτήν που κυβερνούν στην πραγματικότητα, και να επιμένουν ότι είναι «κοντά στον πολίτη» (αυτής της φανταστικής χώρας που ουδεμία σχέση έχει με τη δική μας). Βέβαια, αν ήταν όντως κοντά στον πολίτη, θα ζητούσαν τη γνώμη του πιο συχνά από μία φορά στα τέσσερα χρόνια, και δε θα το έκαναν μέσω δημοσκοπήσεων, αλλά άμεσα.

Βέβαια, με τη σημερινή κυβέρνηση τα πράγματα είναι μάλλον απλά: Δεν χρειάζεσαι καμία δημοσκόπηση για να καταλάβεις ότι οι περισσότεροι έχουν σιχαθεί αυτήν την κυβέρνηση, και όσοι δεν την έχουν σιχαθεί έχουν απογοητευτεί, και όσοι δεν έχουν απογοητευτεί είναι είτε ψυχασθενείς είτε πρασινοφρουροί (αν και το ένα δεν αποκλείει το άλλο), οπότε η γνώμη τους είναι ούτως ή άλλως περιττή. Και αν μπροστά στις κάμερες τους βλέπεις να υποστηρίζουν ότι προσπαθούν να σώσουν τη χώρα, μπορείς να τους φανταστείς πίσω από τις κάμερες πανικόβλητους να προσπαθούν να πιάσουν καλή θέση στις σωσίβιες λέμβους, γιατί ξέρουν ότι το παγόβουνο πλησιάζει και σε λίγο θα τρέχουν όλοι να σωθούν. Ξέρουν ότι οι καριέρες τους (όχι όλων, αλλά πολλών από αυτών) στην πολιτική είναι ήδη τελειωμένες, και πρέπει (πολλοί απ’αυτούς) να δουλέψουν για πρώτη φορά στη ζωή τους. Δε χρειάζεσαι καμία δημοσκόπηση για να το καταλάβεις αυτό. Αλλά σε φυσιολογικές κοινωνικές συνθήκες, τα γκάλοπ χρησιμεύουν όχι τόσο για την «σφυγμομέτρηση» του λαού, αλλά για τη χειραγώγησή του. Γιατί όταν εσύ, ως τηλεθεατής, βλέπεις ότι το 60% των συμπολιτών σου (ή έστω των συμπολιτών σου που έτυχε ή πέτυχε να απαντήσουν σε μία δημοσκόπηση) απαντάει με έναν συγκεκριμένο τρόπο σε μία ερώτηση, αρχίζεις και αναρωτιέσαι μήπως έχουν δίκιο, ακόμα κι αν έχεις διαφορετική άποψη. Η δύναμη της μάζας είναι φοβερή: Είναι η ίδια δύναμη που σε ωθεί να πας στο εστιατόριο που είναι γεμάτο και πρέπει να περιμένεις μία ώρα για να βρεις τραπέζι, αντί για το διπλανό που δεν έχει κόσμο και μπορείς να κάτσεις αμέσως – «τόσοι άνθρωποι δεν μπορεί να κάνουν λάθος». Ναι, καλά.

«Κοινή γνώμη» είμαστε όλοι εμείς. Και τις απαντήσεις μας δεν τις δίνουμε στις δημοσκοπήσεις, αλλά σε μαζικες εκδηλώσεις – στις εκλογές, δηλαδή. Και ως μάζα, κάνουμε και λάθη. Οι κυβερνήσεις που επιλέγουμε αποδεικνύονται η μία χειρότερη από την άλλη. η τυφλή υπακοή στη μάζα δε μας έχει αποφέρει και πολλά, ε;

 


Συνήθως φωτογραφίζω πράγματα που μου αρέσουν. Κυρίως συνθήματα σε τοίχους – λατρεύω τα αναρχικά συνθήματα. Στην πλειοψηφία τους είναι έξυπνα, χιουμοριστικά και πραγματικά, τόσο πραγματικά που ταυτίζομαι απόλυτα μαζί τους. Στους τοίχους των Εξαρχείων μπορείς να βρεις δεκάδες τέτοια συνθήματα, όρεξη να’χεις να περπατάς και μπαταρία να φωτογραφίζεις. Πριν από λίγα χρόνια, μία βόλτα στα Εξάρχεια (στη Νεάπολη, συγκεκριμένα) με έβγαλε σε αυτό το stencil, που ήταν πατημένο σε 4-5 διαφορετικά σημεία. «Εθνική Ελλάδος άντε γαμήσου», έγραφε, πάνω από τις μορφές της ενδεκάδας της Εθνικής ποδοσφαίρου που κατέκτησε το Euro 2004. Αν και δε συμφωνούσα καθόλου, και είχα πανηγυρίσει έξαλλα αυτήν την κατάκτηση, το φωτογράφισα.

Το 2004 ήταν μία πολύ ενδιαφέρουσα χρονιά για την Ελλάδα. Ολυμπιακοί Αγώνες, Ευρωπαΐκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου – αλήθεια, θυμόμαστε τίποτα άλλο από εκείνη τη χρονιά; Ή μήπως στο προτασιακό δίκτυο του εγκεφάλου μας η έννοια «2004» ταυτίζεται απόλυτα με τις έννοιες «Χαριστέας», «Πειρατικό», «Κεντέρης-Θάνου», «Ολυμπιακοί» και δεν αφήνει περιθώριο για τίποτα άλλο;

Κι όμως, συνέβησαν πολλά. Σκάνδαλα, πολιτικές ανακατατάξεις, εργατικά ατυχήματα,αμέτρητα σημαντικά γεγονότα. Αλλά δε θυμόμαστε τίποτα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση η «αμνησία» μας δεν οφείλεται μόνο στη συλλογική μνήμη χρυσόψαρου που φαίνεται ότι διαθέτουμε συνήθως σε πολιτικά θέματα (αλλά σε θέματα ιστορίας «θυμόμαστε» μέχρι και την κάθοδο των Δωριέων), αλλά στη γενική αίσθηση ευφορίας και «εθνικής ανάτασης» που κυριαρχούσε τότε στη χώρα.

Πραγματικά, αν το 2004 δεν ήσουν «εθνικά υπερήφανος», σε θεωρούσαν περιθωριακό. Δηλαδή τι άλλο ήθελες; Η Ελλάδα είχε μπει στο μάτι όλων. Είχε αναδειχθεί κορυφαία ποδοσφαιρική δύναμη της Ευρώπης, είχε διοργανώσει με επιτυχία τη σημαντικότερη αθλητική διοργάνωση του κόσμου και σύντομα θα κατακτούσε μία ακόμα αθλητική διοργάνωση, το Eurobasket 2005, αλλά και την Eurovision, αποδεικνύοντας και τον «πολιτισμό» της. Στον αθλητισμό και τον «πολιτισμό», ήμασταν πρώτοι. Βέβαια, στην παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη, την εγκληματικότητα και σε ένα σωρό άλλες κατηγορίες, η Ελλάδα ήταν πολύ πιο πίσω – αλλά ποιος τα χρειάζεται αυτά; Μπορείς να είσαι εθνικά υπερήφανος επειδή έχεις το καλύτερο υγειονομικό σύστημα του κόσμου; Όχι; Ε, τότε ας ρίξουμε κι άλλα λεφτά στην Eurovision.

Ωστόσο, η Εθνική Ελλάδος δε φταίει σε τίποτα, και σε αυτό είναι που διαφωνώ κυρίως με το stencil. Η Εθνική ποδοσφαίρου και η αντίστοιχη του μπάσκετ αποτελούνται από ανθρώπους επαγγελματίες, που απλά κάνουν τη δουλειά τους. Αν την κάνουν καλά, κερδίζοντας διεθνείς διοργανώσεις, καλό γι’αυτούς: Θα πάρουν ένα γερό μπόνους, μία καλή αύξηση, μία μεγάλη μεταγραφή, και φυσικά θα θεωρούνται Θεοί από τους συμπατριώτες τους – τουλάχιστον μέχρι την επόμενη αποτυχία, οπότε και θα ξεχαστούν όλα και θα περάσουμε στη συνηθισμένη μας κατάσταση μίρλας και απαξίωσης.

Γιατί, όμως, μία αθλητική επιτυχία πρέπει να θεωρείται λόγος εθνικής υπερηφάνειας; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αξίζει λεπτομερή ανάλυση σε τόμο κοινωνιολογίας και/ή ψυχολογίας. Γιατί φυσικά δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο: Όταν το 1950 η Βραζιλία έχασε στο Μαρακανά το Παγκόσμιο Κύπελλο από την Ουρουγουάη, υπήρχε κόσμος που αυτοκτόνησε ή πέθανε από καρδιακή προσβολή. Οι παίκτες που αγωνίστηκαν στον τελικό μπήκαν σε «μαύρη λίστα», και ειδικά ο τερματοφύλακας της ομάδας στιγματίστηκε για ολόκληρη τη ζωή του. Η ήττα της ποδοσφαιρικής ομάδας της Βραζιλίας ισοδυναμούσε με εθνική καταστροφή. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε πόσα καθεστώτα, κυρίως δικτατορικά, χρησιμοποίησαν το ποδόσφαιρο κυρίως, αλλά και όποιο άθλημα μπόρεσαν να βρουν πρόχειρο, για να εμπνεύσουν «εθνική υπερηφάνεια» στους πολίτες (και άρα να αποτρέψουν τυχόν κινήσεις ενάντια στο «πατριωτικό» καθεστώς).

Όσο κι αν δεν αρέσει καθόλου σε εμάς τους ποδοσφαιρόφιλους, οφείλουμε να το παραδεχτούμε: Το ποδόσφαιρο είναι το σύγχρονο όπιο των λαών, όταν η θρησκεία δεν πιάνει. Μάλιστα, το ποδόσφαιρο είναι πιο αποδοτικό από τη θιρησκεία, επειδή είναι εξ ορισμού «εθνικό». Ένας Έλληνας μπορεί να μην είναι Χριστιανός Ορθόδοξος (ευτυχώς έχει ξεπεραστεί κάπως αυτή η αγκύλωση πια), αλλά δεν μπορεί να μην είναι Εθνική Ελλάδος. Το κακό του, από την άλλη, είναι πως δεν είναι και τόσο εύκολο να το ελέγξεις. Στο Χριστιανό θα πεις ότι όταν πεθάνει θα πάει στον Παράδεισο και θα την περνάει ζωή και κότα, και δε θα ζήσει ποτέ για να έρθει να σου αποδείξει πως έλεγες ψέματα. Στον ποδοσφαιρόφιλο τι θα πεις; Ότι κάποτε η Ελλάδα θα κατακτήσει το Μουντιάλ;

Και όταν το ποδόσφαιρο δεν πηγαίνει καλά; Ε, θα βρούμε κάτι άλλο. Το μπάσκετ, ας πούμε. Και – γιατί όχι; – ο στίβος. Ο στίβος, βέβαια, αχρηστεύτηκε μετά το σκάνδαλο Κεντέρη-Θάνου, αλλά πού ξέρεις, μπορεί να ξεπεταχτεί κάποια στιγμή ένα νέο παιδί που θα κάνει τα 100 μέτρα σε 8 δευτερόλεπτα και ξαφνικά θα ξεχάσουμε και ντόπες, και ατυχήματα, και Τζέκους, και τα πάντα.

Δε λέω ότι δεν έχεις λόγο να χαρείς με την επιτυχία ενός συμπατριώτη σου. Ασφαλώς και θα χαρείς περισσότερο αν το Μουντιάλ το πάρουν ο Γκέκας, ο Καραγκούνης και ο Τοροσίδης, παρά αν το πάρουν ο Γκόμες, ο Μίλερ και ο Κεντίρα, αλλά μέχρι εκεί. Ούτε βλακείες για το «ελληνικό DNA του νικητή», ούτε αλαζονεία και μεγαλοστομίες. Και, αλήθεια, αν κατεβαίνουμε μαζικά στην Ομόνοια να πανηγυρίσουμε για τη νίκη ενός αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος σε ένα παιχνίδι (γιατί ας μην ξεχνάμε ότι και το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ παιχνίδια είναι, τουλάχιστον για εμάς που τα παρακολουθούμε από τους καναπέδες μας), τότε τι θα έπρεπε να κάνουμε όταν μία νεαρή Ελληνίδα βιολόγος βραβεύεται ως η καλύτερη νέα ερευνήτρια στον κόσμο για το 2011; Δηλαδή μόνο η μπάλα και η Eurovision μας προκαλούν μαζική υστερία; Ή μήπως είχαμε έξαλλους πανηγυρισμούς όταν κέρδισε το Νόμπελ ο Ελύτης; (δε ζούσα και δεν ξέρω, αλλά υποψιάζομαι πως όχι)

Εθνική Ελλάδος, μην πας να γαμηθείς. Συνέχισε να κάνεις αυτό που κάνεις. Αυτοί που όντως πρέπει να πάνε να γαμηθούν είναι αυτοί που ανάγουν τις επιτυχίες και τις αποτυχίες σου σε εθνικά θέματα (ποιος ξεχνάει την αντίδραση του Γιακουμάτου όταν χάσαμε στο ποδόσφαιρο 1-4 από την Τουρκία;) για να επωφεληθούν οι ίδιοι, λες και ήταν αυτοί που ίδρωσαν σε ένα γήπεδο για να πάρουν τη νίκη. Και οι πρώτοι που πρέπει να τους γαμήσουν είστε εσείς οι ίδιοι.


Αναρωτιέμαι ποιος θα μπορούσε να γράψει κάτι τέτοιο. Σε ποιον αρέσει να παίζει με τα όρια της αντοχής μας;

Θα μπορούσε να το έχει γράψει οποιοσδήποτε από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ή και από όποια άλλη κυβέρνηση μπορείς να σκεφτείς. Όταν αποκτάς εξουσία, μπορείς να κάνεις ό,τι γουστάρεις. Μπορεί να είσαι και το καλύτερο παιδί του κόσμου, αλλά η εξουσία σε αποκτηνώνει. Μπορείς να παίξεις με τους ανθρώπους, τοποθετώντας τον καθένα όπου εσύ νομίζεις, σαν να είναι τα προσωπικά σου τουβλάκια Lego. Μπορείς να λύνεις οικονομικά προβλήματα δίνοντας απαντήσεις που δεν είναι σωστές, και δεν υπάρχει καμία δασκάλα να σου πει ότι έκανες λάθος. Μπορείς να πουλήσεις τον λαό σου για πειραματόζωα σε εργαστήρια ερευνών. Και το καλύτερο; Μπορείς να στρογγυλοκάθεσαι στον καναπέ σου και να τα βλέπεις όλα αυτά στην τηλεόραση, σαν ένα διεστραμμένο ριάλιτι, τρώγοντας σουβλάκια και πίνοντας μπύρες. Εντελώς ατάραχος, σαν όλα αυτά να είναι απολύτως φυσιολογικά. Και ξέρεις ότι εσύ έχεις συνεισφέρει τα μέγιστα στην παραγωγή αυτού του ριάλιτι, και βλέπεις τους καρπούς της «δουλειάς» σου. Βλέπεις τους ανθρώπους να παλεύουν με τον χρόνο, με το χρήμα, με την καθημερινότητα, και αναρωτιέσαι πόσο θα αντέξουν ακόμα. Και σκέφτεσαι τι άλλο μπορείς να κάνεις για να δοκιμάσεις τις αντοχές τους. Ένας νέος φόρος; Μία περικοπή στις συντάξεις; Ίσως αν αγοράζαμε καμιά εικοσαριά τανκς και υποβρύχια; Ναι, αυτό θα είχε πλάκα, οι άλλοι να πεινάνε κι εμείς να ψωνίζουμε κοψοχρονιά άχρηστες πολεμικές μηχανές.

Αλλά μήπως δεν θα μπορούσαν να το γράψουν και οι Ευρωπαίοι «εταίροι» μας; Αυτοί που για να μας «σώσουν» από την καταστροφή (μία καταστροφή που φυσικά θα ήταν φρικτά καταστροφική και για τους ίδιους) υποβάλλουν μία ολόκληρη χώρα σε απανωτές δοκιμασίες, και μάλιστα δοκιμασίες που ξέρουν από πριν ότι είναι πρακτικά αδύνατον να ξεπεραστούν με επιτυχία; Τους αρέσει να παίζουν με τα όρια της αντοχής μας. Με τα δικά μας όρια αντοχής στη φτώχεια, αλλά και με τα όρια αντοχής της κυβέρνησης στην λαϊκή κατακραυγή. Γιατί αν το να βλέπεις ένα ριάλιτι αντοχής είναι διασκεδαστικό, φαντάσου πόσο διασκεδαστικό είναι να βλέπεις το making of, να βλέπεις τους πανικόβλητους παραγωγούς να τρέχουν αλλόφρονες για να στήσουν τα σκηνικά, να τοποθετήσουν τις κάμερες, να ανακοινώνουν στους «παίκτες» τις απίθανες δοκιμασίες τους.

Βέβαια, θα μπορούσε να το έχει γράψει και ο διευθυντής κάποιου οίκου αξιολόγησης. Γιατί σε έναν κόσμο όπου τα πάντα μετριούνται με το χρήμα, η πραγματική εξουσία δεν είναι η πολιτική, αλλά η οικονομική. Και οι οίκοι αξιολόγησης είναι αυτοί που κάνουν κουμάντο στην παγκόσμια οικονομία. Στην οικονομία, αυτοί οι τύποι είναι ο Θεός προσωποποιημένος: Δημιουργούν και καταστρέφουν οικονομίες εν μία νυκτί, με ένα απλό νεύμα του χεριού τους. Πώς να μην τους τρέμει, λοιπόν, κάθε πολιτικός ηγέτης, όταν ξέρει πως αν δεν πάει με τα νερά τους κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σε ηγέτη ΒΒΒ-; Οι οίκοι αξιολόγησης τρελαίνονται να παίζουν με τα όρια της αντοχής των κυβερνήσεων – για τους λαούς χέστηκαν, δεν τους ενδιαφέρει. Δεν είναι στις αρμοδιότητές τους. Η βασική αρμοδιότητά τους είναι να παρέχουν το κανάλι στο οποίο θα παίζονται τα ριάλιτι όλου του κόσμου και να καθορίζουν το περιεχόμενό τους, δίνοντας εντολές στους παραγωγούς και τους σκηνοθέτες. Και δεν τους ενδιαφέρει καθόλου πώς θα φέρουν εις πέρας αυτές τις εντολές. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να βγουν καλά τα νούμερα, όπως τα θέλουν.

Και ποιος παίζει με τις αντοχές των οίκων αξιολόγησης; Κανένας. Βέβαια, θα ήταν πολύ εύκολο: Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα είναι τόσο σάπιο και ψεύτικο, που θα αρκούσαν πέντε-έξι λογικά επιχειρήματα για να καταρρεύσει οριστικά και να επιστρέψουμε στην εποχή που οι άνθρωποι αντάλλασσαν προβιές με ψάρια και λαξεμένες πέτρες με ξύλα για τη φωτιά. Αλλά φυσικά κανείς ποτέ δε θα πει αυτά τα επιχειρήματα. Ή τουλάχιστον κανείς από αυτούς που θα μπορούσαν να αλλάξουν κάτι στο σύστημα αυτό.

Βέβαια, και στον δικό μας μικρόκοσμο υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που διασκεδάζουν δοκιμάζοντας τα όρια της αντοχής των άλλων. Δες τους αστυνομικούς, που δοκιμάζουν την αντοχή μας στο ξύλο. Τους δημοσιογράφους, που δοκιμάζουν την αντοχή μας στην προπαγάνδα. Τους συνδικαλιστές, που δοκιμάζουν την αντοχή μας σε…εεεεεε…πρακτικά, στα πάντα. Θα δεις και εργοδότες να δοκιμάζουν τις αντοχές των υπαλλήλων τους, επιστήμονες να δοκιμάζουν τις αντοχές των αντικειμένων ερεύνης τους, γονείς να δοκιμάζουν τις αντοχές των παιδιών τους – ουσιαστικά, όπου υπάρχει κάποια σχέση εξουσίας είναι πολύ πιθανό να δεις και ένα stress test.

Θα’λεγε κανείς ότι το να δοκιμάζεις τις αντοχές του άλλου δεν είναι «ανθρώπινο». Θα έλεγε κανείς ότι είναι «απάνθρωπο». Όμως νομίζω ότι αυτοί οι όροι είναι πια ξεπερασμένοι. Οι δυτικές κοινωνίες έχουν καταφέρει να μετατρέψουν τα ελαττώματα σε αρετές και τις αρετές σε ελαττώματα. Σήμερα η εκμετάλλευση, η σκληρότητα, ο κυνισμός, η αδιαφορία, η πλεονεξία είναι «ανθρωπιά», είναι η φυσική κατάσταση του δυτικού ανθρώπου και επιβραβεύεται οικονομικά και ηθικά, ενώ η καλωσύνη, η αλληλεγγύη, ο αλτρουισμός, η ανιδιοτέλεια και η μετριοφροσύνη είναι στοιχεία «απάνθρωπα», ξένα προς την κοινωνία μας, και τιμωρούνται με βαριές ποινές, κυρίως ηθικές.

Ίσως πρέπει να αναθεωρήσουμε τα λεξικά μας. Ή να αναθεωρήσουμε τον άνθρωπο. Το πρώτο είναι εύκολο και ανέξοδο, το δεύτερο είναι δύσκολο και επίπονο. Άρα, ως «άνθρωποι» που είμαστε με τη δυτική έννοια, θα επιλέξουμε χωρίς δεύτερη σκέψη το δεύτερο.

Μπορεί τελικά να αλλάξει αυτός ο κόσμος; Φοβάμαι πως όχι. Το φοβόμουν και στα 15 μου, όμως η θέλησή μου να τον αλλάξω υπερίσχυε. Τώρα, στα 27 μου, νιώθω ότι όση κι αν είναι η θέλησή μου, δεν θα μπορέσει ποτέ να υπερισχύσει. Όσο περισσότερο γνωρίζω τους ανθρώπους, τόσο λιγότερο πιστεύω σε αυτούς. Πιστεύω, όμως, στη γενιά μου. Στους ανθρώπους που σιχάθηκαν όπως εγώ τον «άνθρωπο» έτσι όπως μας τον έμαθαν και θέλουν να διεκδικήσουν έναν καλύτερο «άνθρωπο», έτσι όπως τον φαντάζονται.

Θα καταφέρουν όμως αυτοί οι άνθρωποι να επικρατήσουν; Ή θα λυγίσουν τα όρια της αντοχής τους κάτω από τις πιέσεις των «παλιών» ανθρώπων (γνωστών και ως «παλιανθρώπων»);

Place your bets.


Πώς ελευθερώνεις μία σκέψη; Και γιατί δεν είναι ελεύθερη από τη φύση της; Τι την κρατά παγιδευμένη;

Σκέψεις κάνουμε όλοι, κάθε μέρα, για τα πάντα. Από το τι θα φάμε το μεσημέρι και το τι παίζει η τηλεόραση, μέχρι το αν υπάρχει θεός και το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος. Σκέψεις που τις κρατάμε για τον εαυτό μας, για προσωπική χρήση. Θα μπορούσαν όμως άραγε κάποιες σκέψεις μας να χρησιμεύουν και σε άλλους; Τι θα συνέβαινε αν τις αφήναμε να κυκλοφορούν ελεύθερες;

Οι σκέψεις που μένουν παγιδευμένες στο μυαλό μπορεί να έχουν σημαντική επίδραση στον άνθρωπο που τις κάνει, αλλά μηδαμινή επίδραση στην κοινωνία. Και αν για την πλειοψηφία των σκέψεων αυτό είναι καλό, για κάποιες είναι πολύ κακό. Γιατί αξίζουν κάτι παραπάνω.

Κάποτε ήταν πολύ δύσκολο να εκφράσεις τις σκέψεις σου δημοσίως. Στα ολοκληρωτικά καθεστώτα που κυριαρχούν στην ιστορία της ανθρωπότητας, μπορούσες βέβαια να εκφράσεις ελεύθερα την άποψή σου – αρκεί να μη διαφωνούσες με τον εκάστοτε ηγέτη. Από τότε που άρχισε να διαδίδεται η δημοκρατία, τα πράγματα έμοιαζαν καλύτερα από ποτέ: Πλέον, μπορούσες να εκφράζεις ελεύθερα τις σκέψεις σου. Όμως, σιγά-σιγά διαμορφώθηκε «κάτι» που τις επηρέαζε. «Κάτι» που σκεφτόταν πριν από σένα, για σένα. «Κάτι» που προέβαλλε κάποιες σκέψεις και αγνοούσε κάποιες άλλες. Αυτό το «κάτι» ήταν τα ΜΜΕ.

Εξ ορισμού, όλες οι σκέψεις είναι ίσες μεταξύ τους. Όμως οι σκέψεις που προβάλλονται μέσα από τα ΜΜΕ είναι πρώτες μεταξύ ίσων. Και ακριβώς επειδή τα παραδοσιακά ΜΜΕ δεν είναι αμφίδρομα, και άρα δεν ευνοούν τον διάλογο με τον αναγνώστη/ακροατή/τηλεθεατή, είναι πολύ εύκολο να «φυτέψουν» σκέψεις στο μυαλό του. Κι αν εσύ έχεις κάνει ήδη μία σκέψη που δε συμφωνεί με τη δική τους; Καλά κάνεις και διαφωνείς, και μπορείς να το φωνάξεις όσο δυνατά θέλεις, όμως ποτέ δεν θα καταφέρεις να επισκιάσεις τη δική τους φωνή. Τα καλά και τα κακά της δημοκρατίας, όλα μαζεμένα σε ένα παράδειγμα.

Όμως οι εποχές αλλάζουν. Πλέον, τα παραδοσιακά ΜΜΕ δεν έχουν το μονοπώλιο στη δημιουργία και την προώθηση σκέψεων, αν και έχουν ακόμα το σημαντικότερο μερίδιο αγοράς. Χάρη στο Internet, ο καθένας μπορεί να δημοσιοποιήσει τις σκέψεις του σε μία πληθώρα διαφορετικών χώρων: Στα social media, στα blogs, σε προσωπικές ιστοσελίδες, ακόμα και σε ιστοσελίδες παραδοσιακών μέσων που επιτρέπουν τον σχολιασμό. Ο καθένας έχει πρόσβαση σε όλες τις διαφορετικές σκέψεις, που υπάρχουν κάπου στην απεραντοσύνη του Διαδικτύου. Και αντίθετα με τα παραδοσιακά μέσα, εδώ δεν υπάρχουν σκέψεις «πρώτες μεταξύ ίσων»: Το τι σκέψεις θα διαβάσεις εξαρτάται από το πόσο καλά θα ψάξεις. Όλες είναι εκεί, απλά δεν είναι σερβιρισμένες σε ένα πιάτο με εντυπωσιακή γαρνιτούρα. Πρέπει να τις αναζητήσεις. Όπως άλλωστε και σε μία πραγματική δημοκρατία πρέπει να αναζητήσεις, να σκεφτείς, να συζητήσεις, να κρίνεις, και μετά να αποφασίσεις τι θα ψηφίσεις, σύμφωνα με όλα όσα σκέφτηκες.

Έχω διαβάσει από blogs πράγματα που δε θα διάβαζα ποτέ στις εφημερίδες. Μέσω του Twitter έχω εντοπίσει ειδήσεις που ποτέ δε βρήκαν το δρόμο για την τηλεόραση. Έχω «γνωρίσει» ανθρώπους που ποτέ δε θα τους καλούσαν σε καμία εκπομπή, κι ας είναι οι σκέψεις τους πιο ενδιαφέρουσες από αυτών που συνήθως βλέπεις ή ακούς στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Πλέον, επιλέγω εγώ ποιες σκέψεις επηρεάζουν τις δικές μου. Και εκθέτω κι εγώ τις δικές μου σκέψεις μέσα από ένα blog. Κάποιος μπορεί να μπει τυχαία, να τις δει και να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει, να κάνουμε έναν ωραίο διάλογο, να ανακαλύψουμε πράγματα που στην αρχή δεν είχαμε δει, να ανταλλάξουμε σκέψεις. Αυτός είναι ο προορισμός των σκέψεων: Να κυκλοφορούν ελεύθερα.

Είναι κρίμα μία σκέψη να σαπίζει μέσα στο μυαλό. Κι όμως σκέψου, αν δεν υπήρχε το Internet, πόσες σκέψεις θα έμεναν εκεί. Δεν θα ακούγονταν ποτέ. Δε θα τις διάβαζε ποτέ κανένας. Θα έμεναν μόνο οι σκέψεις των ΜΜΕ να ακούγονται, αποσιωπώντας όλες τις άλλες. Και ακόμα κι αν αποφάσιζες να απελευθερώσεις τη σκέψη σου, σε ποιον θα την έλεγες; Σε δυο-τρεις φίλους σου, οι οποίοι μπορεί να μην ενδιαφέρονταν καν για το τι σκέφτεσαι. Χάρη στο Internet, μπορείς να βρεις πολύ περισσότερους ανθρώπους με τους οποίους έχεις τη δυνατότητα να ανταλλάξεις σκέψεις, και οι οποίοι πιθανότατα θα ενδιαφέρονται πραγματικά για τις σκέψεις σου.

Φυσικά, υπάρχουν και τα στραβά του Internet. Υπάρχουν ψεύτικες ειδήσεις, εντεταλμένοι bloggers, προφίλ-φαντάσματα σε κοινωνικά δίκτυα, ανώνυμη προπαγάνδα. Υπάρχουν σκέψεις που στάζουν δηλητήριο, σκέψεις-παγίδες που εξαπλώνονται σαν ιοί. Δεν είναι όλες οι σκέψεις καλές, και δεν είναι όλες οι σκέψεις ευγενικές. Και φυσικά δεν ταιριάζουν όλες οι σκέψεις σε όλους τους ανθρώπους. Χρειάζεται χρόνος και (κυρίως) καλό φιλτράρισμα για να καταλάβει κανείς πού θα βρει τις πραγματικά ενδιαφέρουσες σκέψεις. Αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι θα τις βρεις. Κι αν δεν τις βρεις, τότε μπορείς να τις δημιουργήσεις κι εσύ. Να τις γράψεις σε ένα blog, να τις βάλεις μέσα σε ένα μπουκάλι και να τις πετάξεις στον ωκεανό του Internet, ελπίζοντας ότι κάποιος θα τις βρει και θα σου απαντήσει. Πού ξέρεις, μπορεί κάποιος εκεί έξω να σκέφτεται τα ίδια με σένα.

Στο Internet, οι σκέψεις βρίσκονται στη φυσική τους κατάσταση. Κυκλοφορούν ελεύθερα. Φυσικά, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα προσπαθούν να χειραγωγήσουν και αυτές τις σκέψεις, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες και επιβάλλοντας περιορισμούς ξένους προς τη φύση του Διαδικτύου. Ίσως δεν έχουν αλλάξει και τόσα πολλά από τον Μεσαίωνα, ε; Σε πολλές χώρες μπορεί να τιμωρηθείς για τις σκέψεις σου, όταν αυτές δεν αρέσουν στο καθεστώς. Και δε μιλάω μόνο για χώρες όπως η Κίνα και το Ιράν, αλλά και για πιο ανεπτυγμένες χώρες. Γιατί ο ολοκληρωτισμός σήμερα μπορεί να φοράει πιο ελκυστικό κοστουμάκι, αλλά υπάρχει ακόμα. Και δε χαρίζει κάστανα.

«Λευτεριά στη σκέψη». Χρειαζόμαστε περισσότερες σκέψεις να κυκλοφορούν ελεύθερες, αντί να ασφυκτιούν μέσα σε κουρασμένα μυαλά. Ας τους κάνουμε τη χάρη.