«Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ήμουν πάντα ένας άνθρωπος αδιάφορος. Νοιαζόμουν μόνο για τον εαυτό μου. Πολλά συνέβαιναν γύρω μου, όμως εμένα με ενδιέφεραν μόνο όσα με επηρέαζαν – ή μάλλον όσα νόμιζα πως με επηρέαζαν. Έβλεπα τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της τηλεόρασης, και νόμιζα πως όλα ήταν ένα παιχνίδι στο οποίο εγώ δε συμμετείχα. Απλά ήμουν θεατής. Όπως παρακολουθούσα σαν θεατής τα ματς ποδοσφαίρου στην τηλεόραση, έτσι παρακολουθούσα και τις ειδήσεις. Σαν θεατής.

Δεν ξέρω τι και πώς με έπιασε. Ήταν κάτι ξαφνικό, μία επιφοίτηση. Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι τις ειδήσεις θα έπρεπε να τις δημιουργούμε, κι όχι να παρακολουθούμε αμέτοχοι τους άλλους να τις δημιουργούν. Συνειδητοποίησα ότι η θέση μου στον κόσμο έπρεπε να είναι μέσα στο γήπεδο, και όχι στην εξέδρα. Με άλλα λόγια, αποφάσισα να αλλάξω τον κόσμο. Έτσι, από τη μία μέρα στην άλλη.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα κανένα απολύτως σχέδιο για το πώς θα άλλαζα τον κόσμο. Ήμουν σαν ένα μωρό που μόλις έκανε τα πρώτα του βήματα στον κόσμο και δεν ήξερε προς τα πού να κατευθυνθεί. Και δεν υπήρχε καμία μητέρα να με κατευθύνει. Έπρεπε να βρω το δρόμο μόνος μου, κι αν δεν υπήρχε ο δρόμος τότε έπρεπε να τον δημιουργήσω εγώ.

Η πρώτη πορεία διαμαρτυρίας στην οποία συμμετείχα ήταν και η πρώτη φορά που ένιωσα αληθινά υπερήφανος για τον εαυτό μου. Για τον εαυτό μου. Όχι για μία ποδοσφαιρική ομάδα ή για ένα κόμμα. Για τον εαυτό μου. Ώστε έτσι ήταν αυτό που έβλεπα στην τηλεόραση με τόση απορία; Ώστε αυτό ήταν το συναίσθημα του ανθρώπου που παλεύει για τα δικαιώματά του; Ήταν ακόμα πιο όμορφο απ’όσο φανταζόμουν. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα τόση οικειότητα για ανθρώπους που δεν είχα ξαναδεί στο παρελθόν, και πιθανότατα δε θα έβλεπα ποτέ ξανά στο μέλλον. Ήμουν ξένος μεταξύ ξένων, κι όμως ένιωθα σαν στο σπίτι μου.

Πήγα και σε άλλες πορείες. Όμως κάθε φορά ένιωθα όλο και λιγότερη ικανοποίηση, βλέποντας πως με τις πορείες δεν άλλαζε απολύτως τίποτα. Σταδιακά κατάλαβα ότι έπρεπε να συμβεί κάτι πολύ πιο δραστικό για να αλλάξει ο κόσμος, κάτι που θα προκαλούσε ένα ισχυρό σοκ. Όμως πώς προκαλείς ένα ισχυρό σοκ βαδίζοντας με τον σταυρό στο χέρι; Καμία επανάσταση δε βρήκε μπροστά της έναν δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα. Σε κάθε επανάσταση υπήρχαν και νεκροί, και ορφανά, και καταστροφές, και εγκλήματα. Ποτέ δεν άλλαξε αναίμακτα ο κόσμος. Όμως κι εγώ δεν ήμουν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να πάρει ένα πιστόλι και να σκοτώσει εν ψυχρώ κάποιον, ακόμα κι αν ήταν ο χειρότερος εγκληματίας του κόσμου. Δεν μπορούσα να αναλάβω αυτόν το ρόλο.

Τότε διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα να τα καταφέρω μόνος μου. Έπρεπε να βρω κι άλλους σαν εμένα. Ήξερα ότι δε θα ήταν και τόσο δύσκολο. Είχα ήδη γνωρίσει αρκετούς στο δρόμο, είχαμε περπατήσει χιλιόμετρα ολόκληρα μαζί διαδηλώνοντας και διάβαζα στο βλέμμα τους την ίδια ανησυχία και απογοήτευση με τη δική μου. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να οργανωθούμε. Και αυτό ήταν πολύ εύκολο, αφού μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Τη γλώσσα των ονείρων μας.

Δύο μέρες μας πήρε να στήσουμε την οργάνωσή μας. Δεν ήμασταν τίποτα παραπάνω από μία χούφτα άνθρωποι που θα άλλαζαν τον κόσμο. Εγώ ανέλαβα το ρόλο του θεωρητικού, ήμουν αυτός που σχεδίαζε τις δράσεις μας. Χρειάστηκε να διαβάσω πολύ, να στύψω το μυαλό μου και να συζητήσω αναλυτικά μαζί με τους συντρόφους μου για να βρω την κατάλληλη στρατηγική. Ήμουν άλλωστε άπειρος ακόμα. Λίγους μήνες πριν ήμουν απλά ένας αδιάφορος άνθρωπος, και τώρα αναλάμβανα να αλλάξω τον κόσμο. Ήταν δύσκολο, όμως πίστευα ακράδαντα ότι θα το κατάφερνα.

Το τι συνέβη μετά δε χρειάζεται να το πω. Το ξέρεις. Το είδες στις ειδήσεις, το έζησες στους δρόμους, το άκουσες από τους φίλους σου. Προσπαθήσαμε. Όμως ήταν όλα εναντίον μας. Οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι αστυνομικοί. Όλοι όσοι μπορούσαν να μας βοηθήσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο ήταν εναντίον μας. Αναπόφευκτα, έστρεψαν εναντίον μας και τον κόσμο, τους απλούς ανθρώπους που κατά βάθος μας έβλεπαν με συμπάθεια. Και αλήθεια, πώς μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο όταν ο κόσμος δε θέλει να σωθεί; Μήπως τελικά αξίζει ο κόσμος τη μαύρη μοίρα του;

Μας κυνήγησαν. Μας περικύκλωσαν. Τώρα μας επιτίθενται. Φοβάμαι ότι σύντομα θα μας πιάσουν. Και όταν γίνει αυτό, δε θα μας βάλουν απλά στη φυλακή. Θα μας εκτελέσουν επιτόπου. Το ξέρω, αυτό θα συμβεί.

Αυτό το γράμμα είναι η διαθήκη μου. Δεν έχω τίποτα να αφήσω σε κανέναν, παρά μόνο αυτό το κομμάτι χαρτί. Ό,τι είχα το επένδυσα στον αγώνα μας. Αν έχω μία ελπίδα πριν πεθάνω, αυτή είσαι εσύ. Δεν ξέρω ποιος είσαι. Όμως θέλω να πεις την ιστορία μου. Να τη διαδώσεις. Να πεις την αλήθεια. Εκείνοι θα πουν ψέματα. Θα με συκοφαντήσουν, και εμένα και τους άλλους. Πρέπει ο κόσμος να μάθει ότι είναι όλα ψέματα. Πρέπει να καταλάβει. Είσαι η μόνη μου ελπίδα. Ίσως η μόνη ελπίδα του κόσμου.»

————————————————————
– Λοιπόν; Έχουμε αιτία θανάτου;
– Ναι, είναι σαφές: Μαζική αυτοκτονία.
– Όπως το περίμενα. Έχει τρελαθεί ο κόσμος.
– Ναι, πράγματι. Έχει τρελαθεί ο κόσμος.
– Αυτό το χαρτάκι που κρατάς τι είναι;
– Α, τίποτα. Το είχε ένας από αυτούς στην τσέπη του. Μια λίστα για ψώνια.
– Α, καλά, πέτα τη στα σκουπίδια. Δεν τη χρειαζόμαστε.
– Μάλιστα, αρχηγέ.

——————————-
Η καθαρίστρια που πέρασε το βράδυ από το γραφείο βρήκε τον σκουπιδοτενεκέ άδειο.


Το προηγούμενο βράδυ είχε αφήσει ένα ανεξίτηλο σημάδι πάνω του. Ένα μεγάλο και βαθύ σημάδι. Το πρωινό ξύπνημα δεν ήταν απλά δύσκολο – ήταν ανυπόφορο. Πώς μπορείς να σηκωθείς και να αντιμετωπίσεις τον κόσμο όταν ξέρεις ότι δεν είσαι πια τόσο δυνατός όσο χθες; Όταν ξέρεις ότι δε χρειάζεται τίποτα παραπάνω από μία λάθος κίνηση για να βρεθείς στο καναβάτσο, ταπεινωμένος από τον αντίπαλό σου και με δεκάδες ζευγάρια μάτια να σε κοιτάζουν με ένα θανατηφόρο μείγμα οίκτου και χλευασμού;

Εκείνη δεν ήταν εκεί. Είχε φύγει νωρίτερα. Ανησυχούσε πια γι’αυτήν. Αν φοβόταν αυτός, ένας ώριμος άνδρας, τότε εκείνη θα ήταν τρομοκρατημένη. Θα έπρεπε να είναι. Θα ήταν η μόνη λογική αντίδραση.

Χρειαζόταν αέρα. Έστω τον ρυπαρό, επικίνδυνο αέρα της πόλης. Κάτι να γεμίσει τα πνευμόνια του, κι ας ήταν και φονικό. Κάτι να τινάξει τα μαλλιά του προς τα πίσω, ένα αόρατο χέρι να τον ακουμπήσει στην πλάτη. Ένιωθε πως πνιγόταν. Φόρεσε τα πρώτα ρούχα που βρήκε μπροστά του, πήρε ένα μαχαίρι από το συρτάρι της κουζίνας και, κρατώντας την αναπνοή του, βγήκε από το σπίτι και μόνο τότε πήρε ανάσα. Τον έπιασε βήχας, λες και ο οργανισμός του δεν ήθελε να δεχτεί μέσα του τον αέρα. Μέχρι που τον συνήθισε και ο βήχας υποχώρησε.

Τίποτα δεν έμοιαζε πια το ίδιο όπως χθες. Κι αν ο γείτονας ήταν με τους Άλλους; Δεν τον ήξερε άλλωστε και τόσο καλά. Ή η φαρμακοποιός στη γωνία; Πάντα τον κοιτούσε με μισό μάτι. Αλλά και οι περαστικοί του φαίνονταν εχθρικοί, σαν να ήταν έτοιμοι για καυγά. Προχωρούσε με το κεφάλι σκυμμένο, αποφεύγοντας να διασταυρώνει το βλέμμα του με οποιονδήποτε. Είχε τα χέρια του στις τσέπες του μπουφάν, κρατώντας σφιχτά στην αριστερή του τσέπη το μαχαίρι. Φοβόταν ότι θα αναγκαζόταν να το χρησιμοποιήσει.

Ο δρόμος τον έβγαλε στον σταθμό του τρένου. Παλιά του άρεσε πολύ το ταξίδι με το τρένο, του άρεσε να κοιτάζει τους άλλους επιβάτες και να μαντεύει την ιστορία τους, τις σκέψεις τους, τη ζωή τους ολόκληρη. Τώρα τον τρομοκρατούσε αυτό το παιχνίδι. Κι αν αυτός που κοιτούσε ήταν ένας από τους Άλλους; Πώς θα τους ξεχώριζε; Ήταν πιο ασφαλές να χωθεί στο μπουφάν του και να κρυφακούει τις συζητήσεις των άλλων χωρίς να κοιτάει γύρω του.

– Άκουσες γι’αυτόν που αυτοκτόνησε; Τι δειλός, τι ανθρωπάκι. Αντί να παλέψει, λιποψύχησε. Και όχι μόνο αυτό, πήγε και το έκανε στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης, λες και ήταν περήφανος για την πράξη του. Έχει τρελαθεί ο κόσμος, παιδί μου.

– Άντε να τους διώξουν, επιτέλους. Δεν το έβλεπαν τόσα χρόνια πως είναι επικίνδυνοι; Έμαθες για εκείνον που σκότωσε έναν Δικό μας τις προάλλες, ε; Έτσι είναι όλοι τους, εγκληματίες. Ζώα. Αλλά τώρα θα αλλάξουν όλα αυτά. Επιτέλους, θα είμαστε ασφαλείς.

– Σπέρνουν το θάνατο ρε συ, δεν το χωράει το μυαλό μου. Πώς κάνεις τέτοιο πράγμα; Και πληρώνονται κιόλας γι’αυτό! Εμείς σπουδάζαμε μισή ζωή για να βγάλουμε πενταροδεκάρες, κι αυτές πλουτίζουν με τα βρώμικα κορμιά τους! Αλλά θα δεις, αύριο κιόλας θα έχουν εξαφανιστεί όλες τους.

Χωμένος πάντα μέσα στο μπουφάν του, όρθιος στην άκρη του τελευταίου βαγονιού, έκλαιγε σιωπηλά. Ένιωθε κάθε ελπίδα να έχει εξατμιστεί από μέσα του. Τότε ήταν που είδε δύο μεγαλόσωμους άντρες να πηγαίνουν προς το μέρος ενός κακομοίρη που καθόταν σε μία από τις τελευταίες θέσεις του βαγονιού.

«Ε, εσύ. Ποιος σου είπε ότι μπορείς να κάθεσαι;», του είπε αυστηρά ο ένας από τους δύο. Ο άνθρωπος δε μίλησε. «ΠΟΙΟΣ ΣΟΥ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΘΕΣΑΙ;», συνέχισε ο μεγαλόσωμος άντρας, ουρλιάζοντας. Ο άνθρωπος είχε παγώσει από το φόβο του. «Για έλα μαζί μας να σου εξηγήσουμε μερικά πράματα», είπε ο άλλος άντρας με ένα σαρδόνιο χαμόγελο στα χείλη, και αμέσως τον σήκωσαν από τη θέση του και τον έσυραν στο πάτωμα μέχρι τις πόρτες του βαγονιού. Ακούστηκαν επευφημίες και χειροκροτήματα από τους άλλους επιβάτες, που επαινούσαν τους Άλλους για την πράξη τους. Ο άνθρωπος δε μιλούσε.

Πίσω από το μπουφάν του, έριξε μία κλεφτή ματιά στον άνθρωπο. Είχε ένα τρομαγμένο βλέμμα στα μάτια, σαν να έβλεπε τον θάνατο μπροστά του. Τον κοιτούσε. Μπορούσε να χρησιμοποιήσει το μαχαίρι του και να τον σώσει. Το έσφιξε στο χέρι του. Τόσο σφιχτά, που νόμιζε ότι θα έλιωνε η λαβή του. Το έσφιξε ακόμα περισσότερο. Όταν οι πόρτες άνοιξαν και οι Άλλοι έβγαλαν τον άνθρωπο στην αποβάθρα σέρνοντάς τον, εκείνος έσφιγγε ακόμα το μαχαίρι στην τσέπη του.

Στον επόμενο σταθμό, μόλις άνοιξαν οι πόρτες κατέβηκε αμέσως. Δεν ήξερε καν σε ποιον σταθμό βρισκόταν. Δεν τον ενδιέφερε. Το μόνο που ήθελε ήταν αέρας. Άπιαστος, αόρατος, ελεύθερος αέρας.

Περπατούσε γρήγορα, χωρίς να κοιτάζει πίσω του. Μπορεί κάποιος να τον ακολουθούσε ήδη. Όποιος κρύβει το πρόσωπό του είναι ύποπτος. Όποιος ντρέπεται για τον εαυτό του είναι ύποπτος. Όποιος κλαίει είναι ύποπτος. Όποιος δεν είναι με τους Άλλους είναι ύποπτος.

Μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε σταματημένο στην πιάτσα. Είπε στον οδηγό τη διεύθυνση του σπιτιού. «Α, είναι επικίνδυνη περιοχή εκεί, να προσέχεις», του είπε. «Είναι αυτοί οι περίεργοι εκεί μαζεμένοι. Ξέρεις, ναρκωτικά, πουτάνες, αρρώστιες, διαρρήξεις, όλα αυτοί μας τα κουβάλησαν εδώ. Για όλα τα στραβά αυτοί φταίνε, το λένε και στις ειδήσεις. Αλλά ευτυχώς τώρα ήρθαν οι Άλλοι και θα καθαρίσει ο τόπος. Εγώ από την αρχή με τους Άλλους ήμουν, τους είχα κόψει εγώ. Εσύ, φιλαράκι;». Ο τόνος της φωνής του ήταν πιο πολύ απειλητικός, παρά φιλικός. «Κι εγώ, από την αρχή», απάντησε όσο πιο πειστικά μπορούσε, κατεβάζοντας το παράθυρο. Πίεσε τον εαυτό του να βγάλει και ένα σφιγμένο χαμόγελο για να ενισχύσει τη θέση του. Ο ταξιτζής ανταπέδωσε το χαμόγελο και δεν του ξαναμίλησε σε ολόκληρη τη διαδρομή.

Το ταξί τον άφησε ακριβώς μπροστά στο σπίτι του. Ψάχνοντας τα κλειδιά του, ψηλάφισε το μαχαίρι. Δεν το είχε χρησιμοποιήσει τελικά.

Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, και αυτή ήταν εκεί. Μύρισε το άρωμά της. Τη βρήκε στην κρεβατοκάμαρα, καθισμένη πάνω στο κρεβάτι, με ανοιχτά παράθυρα και παντζούρια. Αέρας έμπαινε από παντού στο δωμάτιο.

«Πώς είσαι;», τη ρώτησε με αγωνία.
«Τα ίδια, όπως πάντα», απάντησε αυτή αδιάφορα.
«Τα ίδια; Πώς γίνεται αυτό; Χθες άλλαξαν όλα!», της είπε έκπληκτος
«Ποια όλα μωρέ, τίποτα δεν αλλάζει σε αυτήν την κωλοπόλη», του απάντησε ανάβοντας ένα τσιγάρο.
«Μα δεν τους είδες;»
«Ποιους να δω;»
«Τους Άλλους, είναι παντού.»
«Και πριν παντού ήταν, εσύ τώρα τους ανακάλυψες;»
«Αγάπη μου, είμαστε πια μειοψηφία. Κινδυνεύουμε. Κλείσε τα παντζούρια και ετοίμασε βαλίτσες, πρέπει να φύγουμε.»
«Να φύγεις μόνος σου, εγώ θα μείνω.»
«Μα δε φοβάσαι καθόλου;»
«Από μικρό παιδί μου έμαθαν να φοβάμαι. Και σε μένα, και σε σένα, και σε όλους μας. Χάρη στο φόβο κέρδισαν οι Άλλοι. Όσο πιο πολύ φοβάσαι, τόσο κερδίζουν. Αυτό θες;
«Μα πώς θα τους νικήσουμε; Εμείς δεν έχουμε όπλα.»
«Ούτε κι αυτοί έχουν. Το μόνο τους όπλο είναι ο φόβος. Ο δικός σου φόβος.»

Σκέφτηκε τις φωνές που άκουγε, που μιλούσαν για δειλές αυτοκτονίες και στυγνά εγκλήματα. Φόβος. Σκέφτηκε τον άνθρωπο που έσερναν οι Άλλοι στο τρένο και δεν είπε κουβέντα. Φόβος. Σκέφτηκε τον ίδιο του τον εαυτό να κρατάει σφιχτά το μαχαίρι ή να χαμογελά με δυσκολία για να μην αποκαλυφθεί στον ταξιτζή. Φόβος.

«Κι εσύ μου λες ότι θες να φύγεις; Ε, φύγε λοιπόν. Φύγε και άφησε ό,τι αγαπάς στο έλεός τους, αν αυτό είναι που θες.»

Τότε θυμήθηκε γιατί την είχε ερωτευτεί. Δεν ήταν τόσο ελκυστική εμφανισιακά, ούτε είχε ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Είχε όμως μία μοναδική ικανότητα να σκέφτεται λογικά εκεί που κάθε λογική φαινόταν ανεφάρμοστη. Μπορούσε να παραμένει ψύχραιμη όταν όλα γύρω της κατέρρεαν. Και μπορούσε να μεταδώσει και σε αυτόν την ηρεμία της όταν την είχε ανάγκη, όταν τον κατέκλυζε ο πανικός. Ήταν η φωνή της λογικής. Και την είχε ανάγκη όσο τίποτα άλλο.

«Λοιπόν;»
«Θα μείνω.»
«Δε φοβάσαι;»
«Όσο έχω εσένα δίπλα μου, δεν έχω τίποτα να φοβηθώ.»
«Ωραία. Έχουμε πολλά πράγματα να κάνουμε.»
«Τι εννοείς;»
«Τώρα θα δεις πόσα πολλά μπορεί να πετύχει μία μειοψηφία.»


Αγαπητέ χρυσαυγίτη,

απευθύνομαι σε σένα που για πρώτη φορά σε αυτές τις εκλογές σκοπεύεις να ψηφίσεις Χρυσή Αυγή. Αν έχεις ψηφίσει και στο παρελθόν Χρυσή Αυγή, τότε δεν απευθύνομαι σε σένα. Θα ήταν χαμένη υπόθεση, γιατί σημαίνει ότι είσαι συνειδητά χρυσαυγίτης, και άρα υποστηρικτής των νεοναζί. Αν όμως για πρώτη φορά φέτος σκέφτεσαι την ψήφο στην Χρυσή Αυγή, απευθύνομαι σε σένα.

Βέβαια, θα μου πεις, αν απευθύνομαι σε σένα που δεν έχεις ψηφίσει ποτέ Χρυσή Αυγή, τότε γιατί σε αποκαλώ «Χρυσαυγίτη»; Σε αποκαλώ έτσι για να το συνηθίσεις. Γιατί αν τελικά όντως ρίξεις εκεί την ψήφο σου, θα έχω κάθε δικαίωμα να σε λέω χρυσαυγίτη. Όπως κι εσύ, κι εγώ, και όλος ο κόσμος έχει δικαίωμα να αποκαλεί απαξιωτικά «πασόκο» οποιονδήποτε ψήφισε ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες εκλογές, έτσι κι εγώ θα σε αποκαλώ χρυσαυγίτη. Δεν ξέρω αν σου αρέσει ή όχι. Ελπίζω να μη σου αρέσει.

Δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνω τους λόγους που σε ωθούν σε αυτήν την απόφαση. Ναι, ξέρω. Φοβάσαι. Νιώθεις ότι απειλείσαι από παντού. Νιώθεις απογοητευμένος, παρατημένος στην τύχη σου, μόνος και τρομαγμένος, αβοήθητος. Από τα κόμματα, από τα ΜΜΕ, από τους συνανθρώπους σου, από όλους. Και αντιδράς σε όλα αυτά απερίσκεπτα. Και λες «θα ψηφίσω Χρυσή Αυγή να ξεβρωμίσει ο τόπος».

Μα από ποιον να ξεβρωμίσει ο τόπος; Οι μετανάστες είναι το πρόβλημά σου; Το ΑΛΗΘΙΝΟ σου πρόβλημα είναι οι μετανάστες; Για ξανασκέψου το. Το πραγματικό σου πρόβλημα είναι ο μισθός σου που πετσοκόβεται (όχι από τους μετανάστες). Η σύνταξή σου που όλο και μειώνεται (όχι από τους μετανάστες). Οι δυσβάσταχτοι φόροι και τα άδικα χαράτσια που πληρώνεις (όχι για τους μετανάστες). Οι δουλειές που δεν υπάρχουν (όχι επειδή σου τις παίρνουν οι μετανάστες). Και μέσα σε όλα αυτά, κάπου στη μέση της λίστας όλων όσων σου φταίνε, θα βρεις και τους μετανάστες. Γιατί λοιπόν εσύ το βάζεις στην κορυφή της λίστας σου; Εσύ ο ίδιος, που λες ότι θες να τιμωρήσεις αυτούς που σε φέρανε ως εδώ, γιατί κάνεις σημαία σου το μεταναστευτικό πρόβλημα; Αυτοί σε φέρανε ως εδώ; Ε, δε νομίζω.

Αν θες να τιμωρήσεις αυτούς που φταίνε για όσα συμβαίνουν γύρω σου, υπάρχουν πολύ καλύτερες λύσεις. Στην πραγματικότητα, οτιδήποτε θα ήταν καλύτερο από την ψήφο σε ένα κόμμα απροκάλυπτα φιλοναζιστικό. Λες ότι θα ψηφίσεις Χρυσή Αυγή. Ξέρεις τι πρεσβεύει η Χρυσή Αυγή; Έχεις ακούσει τα «κατορθώματά» της; Είσαι περήφανος γι’αυτά; Θες κι εσύ να γίνεις μέλος μίας εγκληματικής οργάνωσης; Αν απάντησες «ναι» στις τρεις αυτές ερωτήσεις, τότε αυτό το γράμμα δε σε αφορά. Μπορείς να σταματήσεις να το διαβάζεις και να πας να δείρεις κανέναν Πακιστανό. Και σε ευχαριστώ για το χρόνο σου. Αν όμως έστω και σε μία απάντησες «όχι», συνέχισε.

Ξέρεις κάτι; Δεν τα λέω για μένα όλα αυτά. Εγώ θα ψηφίσω αυτό που με εκφράζει και δε θα το επιβάλω σε κανέναν. Κι εσύ το ίδιο θέλω να κάνεις, όχι για μένα, αλλά για σένα και την κοινωνία που ζεις, ως άνθρωπος και πολίτης. Δε θέλω να σε πείσω να ψηφίσεις κάτι που δε θέλεις. Θέλω να σε πείσω να μην ψηφίσεις κάτι που στην πραγματικότητα δεν θέλεις, και αναπόφευκτα θα μετανιώσεις. Γιατί νομίζω ότι κατά βάθος δεν είσαι νεοναζί. Ίσως δεν είσαι καν ακροδεξιός. Πιθανότατα στις προηγούμενες εκλογές ψήφισες ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ, ακόμα και ΣΥΡΙΖΑ ή ΚΚΕ. Πιθανότατα δε θα έπαιρνες μια ωραία πρωία ένα λοστάρι από το σπίτι σου με σκοπό να ξυλοφορτώσεις όποιον είναι πιο μελαμψός από το μέσο όρο. Πιθανότατα νιώθεις αηδία όταν βλέπεις κάποιον να χαιρετάει ναζιστικά ή όταν βλέπεις τη ναζιστική σβάστικα. Αν ισχύουν αυτά για σένα, τότε γιατί να ψηφίσεις ένα τέτοιο κόμμα;

Δε θέλω να σου αλλάξω γνώμη. Δεν έχω δικαίωμα να το κάνω, άλλωστε. Θέλω να σε βάλω σε σκέψεις, απλά. Να σκεφτείς πολύ καλά πριν τελικά ρίξεις την ψήφο σου εκεί. Σκέψου. Ίσως αν σκεφτόμασταν περισσότερο σαν ψηφοφόροι, να είχαμε αποφύγει όλα αυτά τα δεινά. Ίσως αν ήμασταν καλύτεροι ψηφοφόροι να είχαμε και καλύτερους πολιτικούς. Ίσως αν ψάχναμε τα πάντα (και εννοώ ΤΑ ΠΑΝΤΑ) πριν καταλήξουμε στο πού θα δώσουμε την ψήφο μας να ήταν όλα διαφορετικά. Σκέψου, λοιπόν, αν το έχεις κάνει εσύ αυτό μέχρι σήμερα, και αν δεν το έχεις κάνει, σκέψου μήπως ήρθε η ώρα να το κάνεις. Αν, πάλι, το έχεις κάνει και θεωρείς ότι και φέτος κατόπιν ωρίμου σκέψεως κατέληξες στη Χρυσή Αυγή, δεν μπορώ να σου πω τίποτα, παρά μόνο να σου γράψω με μαύρο μαρκαδόρο στον καθρέφτη σου «καλωσήρθες στον κόσμο του μίσους».

Σου εύχομαι να μην ψηφίσεις κάτι που στο μέλλον θα μετανιώσεις, κι εσύ και οι γύρω σου.

Φιλικά,

Ένας συμπολίτης σου


Μου έχουν λείψει λίγο εκείνες οι εποχές που όταν δεν είχα τι να γράψω απλά άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο μπροστά από ένα άδειο notepad, με τον κέρσορα να αναβοσβήνει ρυθμικά, σαν τη θυμωμένη γυναίκα που χτυπάει ρυθμικά το πόδι της στο πάτωμα περιμένοντας να της εξηγήσεις πώς βρέθηκε εκείνη η πιπιλιά στο λαιμό σου. Μερικές φορές το μόνο που χρειάζεσαι για να βάλεις τις τάξεις σου σε σκέψη τις σκέψεις σου σε τάξη είναι να μη σκέφτεσαι τίποτα. Να στέκεσαι μπροστά στο κενό και να πηδάς πριν προλάβεις να σκεφτείς «τι μαλακία πάω να κάνω;». Χωρίς delete, χωρίς undo, χωρίς escape.

«Τι σκέφτεσαι;». Τίποτα δε σκέφτομαι ρε μαλάκα. 28 χρόνια τώρα σκέφτομαι, και τι κατάλαβα; Οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου ήταν όταν δε σκεφτόμουν τίποτα. Εσύ τι σκέφτεσαι; Και γιατί σκέφτεσαι; Και πώς σκέφτεσαι; Και είσαι σίγουρος ότι σκέφτεσαι σωστά; Κι αν ο άλλος σκέφτεται κάτι διαφορετικό; Θα σκεφτείς ότι ίσως έχει δίκιο; Ή θα σκεφτείς ότι είναι απλώς μαλάκας, ένας μαλάκας που σκέφτεται;

Τι ωραία λέξη το «μαλάκας». Παρεξηγημένη. Λέξη-μπαλαντέρ, που μπορεί να αντικαταστήσει με ευκολία καμιά 500αριά άλλες. Και λίγες λέω. Αλλά τι να πεις, οι βρισιές είναι ακόμα ταμπού. Να, τις προάλλες άκουγα μία εκπομπή στο ραδιόφωνο, και κάποιος έλεγε «γαμώ τον Αντίχριστό μου». Και έβαλαν *ΜΠΙΠ*. Σε τι βάζεις *ΜΠΙΠ* ρε μεγάλε; Στο «γαμώ» που ένα παιδάκι 5 χρονών το ακούει πιο συχνά και από το όνομά του; Ή στο «αντίχριστο», μην παρεξηγηθεί κανένας σατανιστής και διαμαρτυρηθεί στο ΕΣΡ;

Θυμάμαι όταν πρωτοξεκίνησα να γράφω, που ντρεπόμουν να γράψω βρισιές. Έγραφα μα**κας, π**τσος μ**νί, τσαπερδονο**λοσφυρίχτρα. Και πάλι ήταν καλύτερα από το αγαπημένο μου τότε περιοδικό, το FREE, που αντίστοιχα έγραφε μαμάκας, λούτσος, νουνί και τσαπερδονολολοσφυρίχτρα. Ίσως έχω απωθημένο από τότε, γι’αυτό και βρίζω τόσο πολύ όταν γράφω. Ξέρεις, είναι αυτή η κλασική αντίδραση, που όταν σου απαγορεύουν κάτι για πολλά χρόνια και ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι είσαι απολύτως ελεύθερος να το κάνεις και δε θα σου πει κανένας τίποτα, του δίνεις και καταλαβαίνει. Κατοχικό σύνδρομο, σαν να λέμε.

Είμαι περίεργος άνθρωπος, τι να πω. Να σκεφτείς ότι για χρόνια ολόκληρα, το Backspace ήταν το αγαπημένο μου πλήκτρο στον υπολογιστή. Όταν κάποιο πρόγραμμα μου ζητούσε να «press any key», εγώ πάντα πατούσα ψυχαναγκαστικά το Backspace (τουλάχιστον δεν έψαχνα το κουμπί «any», σαν την ξανθιά). Και όταν έγραφα οτιδήποτε, δεν πατούσα ποτέ το Delete, ακόμα κι αν ήταν πιο εύχρηστο. Μόνο Backspace, ρε μουνιά. Δε θυμάμαι πώς ξεπέρασα αυτήν την εμμονή με το Backspace. Ξέρω μόνο ότι τώρα έχω θέμα με το Num Lock. Για κάποιον λόγο, δε θέλω να είναι ποτέ αναμμένο το φωτάκι του Num Lock. Με αποσυντονίζει. Είναι ο κρυπτονίτης μου. Με το Caps Lock δεν έχω πρόβλημα. Ούτε με το Scroll Lock, που ανάθεμα αν κατάλαβα ποτέ τι ακριβώς κλειδώνει. Κι ούτε με ενδιαφέρει κιόλας.

Έχω αυτή τη συνήθεια να προσδίδω ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε άψυχα αντικείμενα. Ξέρεις, να βλέπω ανθρώπινα πρόσωπα στις «φάτσες» των αυτοκινήτων, να νομίζω ότι ο υπολογιστής και τα πλήκτρα του με επιβουλεύονται, να μιλάω στα βιβλία και στα περιοδικά μου λες και με ακούνε. Τέτοια, καθημερινά πράγματα. Μικρός νόμιζα ότι ήμουν λίγο τρελός, και όταν μεγάλωνα θα με τρέχανε από ψυχιατρείο σε ψυχιατρείο. Τελικά αποδείχθηκε ότι όλοι μας είμαστε λίγο τρελοί, και αυτοί που κλείνουν στα ψυχιατρεία είναι μάλλον οι πιο λογικοί που δεν αντέχουν την τρέλα αυτού του κόσμου. Και εδώ που τα λέμε, σε μία χώρα που έβγαλε πρωθυπουργό τον Παπανδρέου, αν όλα πήγαιναν με τη λογική θα έπρεπε να έχουμε μερικά εκατομμύρια τροφίμους σε ψυχιατρεία αυτή τη στιγμή.

Ξέρεις τι είναι τρέλα; Να πηγαίνεις κόντρα στη φύση σου. Αν έβλεπες έναν άνθρωπο να κρατάει δύο πούπουλα και να προσπαθεί να πετάξει, θα τον έλεγες τρελό. Θα έλεγες το ίδιο όμως και για έναν άνδρα που αποφασίζει να περάσει όλη του τη ζωή με μία γυναίκα; Μάλλον όχι. Αλλά γιατί όχι; Και οι δύο κόντρα στη φύση τους πηγαίνουν. Απλά ο ένας κάνει κάτι που δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό, ενώ ο άλλος υποτάσσεται στα κοινωνικά «πρέπει». Προσπαθούμε με μανία να καταπιέσουμε τα ένστικτά μας, λες και ντρεπόμαστε για τις ζωώδεις καταβολές μας. Ίσως δικαιολογημένα. Αλλά ποιο ον μπορεί να αυτοχαρακτηριστεί «λογικό», όταν ανά πάσα στιγμή συγκρούονται μέσα του ένα ζωώδες ένστικτο και μία ομοβροντία από κοινωνικές επιταγές που μονίμως τον προστάζουν να κάνει διαφορετικά πράγματα από αυτά που κατά βάθος θέλει;

Μου είχαν λείψει λίγο εκείνες οι εποχές που όταν δεν είχα τι να γράψω απλά άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο μπροστά από ένα άδειο notepad, με τον κέρσορα να αναβοσβήνει ρυθμικά, σαν τον μετρονόμο που ορίζει βασανιστικά το τέμπο σου και σε προκαλεί να κινηθείς στο ρυθμό του. Μερικές φορές το μόνο που χρειάζεσαι για να βάλεις τις τάξεις σου σε σκέψη τις σκέψεις σου σε τάξη είναι να μη σκέφτεσαι τίποτα. Να στέκεσαι μπροστά στο κενό και να πηδάς πριν προλάβεις να σκεφτείς «τι μαλακία πάω να κάνω;». Χωρίς delete, χωρίς undo, χωρίς escape.


(όπως κάθε μήνα, ένα διήγημα για το Skooliki, με αγάπη)
—–
Χθες άνοιξα έναν λογαριασμό στο Facebook. Μηδέν φίλοι. Μηδέν αιτήσεις φιλίας. Μηδέν μηνύματα. Κανείς.
Το e-mail μου άδειο. Μηδέν εισερχόμενα, μηδέν απεσταλμένα.
Κοιτάζω το κινητό μου. Μηδέν αναπάντητες, μηδέν μηνύματα, «έχετε μηδέν ευρώ στο λογαριασμό σας». Τίποτα.
Το θερμόμετρο στον τοίχο δείχνει μηδέν βαθμούς. Χειμώνας, η αγαπημένη μου εποχή.
Ανοίγω την τηλεόραση στο αγαπημένο μου κανάλι. Το μηδέν. Είναι το κανάλι του βίντεο. Δεν έχω βίντεο. Δείχνει μόνο μια μαύρη οθόνη. Τίποτα.
Ο λογαριασμός μου στην τράπεζα έχει μέσα μηδέν ευρώ. Περισσότερα απ’όσα χρειάζομαι.
Η ομάδα μου έπαιζε νωρίτερα. Ποδόσφαιρο. Ήρθε μηδέν-μηδέν. Το αγαπημένο μου αποτέλεσμα, η τέλεια αρμονία.
Το αυτοκίνητο δεν παίρνει μπρος. Βενζίνη μηδέν. Ο χιλιομετρητής στο μηδέν. Το κοντέρ κολλημένο κι αυτό στο μηδέν. Ήθελα το αυτοκίνητο να έχει πινακίδα ΟΟΟ 0000. Μου είπαν πως δε γίνεται. Απογοητεύτηκα.
Μου αρέσει να παίζω με το χρονόμετρο. Να το βάζω να τρέχει, και μετά αμέσως να το σταματάω και να το μηδενίζω. Και ξανά, και πάλι ξανά.
Τι υπέροχος αριθμός που είναι το μηδέν. Το ήξερες ότι το μηδέν είναι ο μόνος αριθμός που απέχει εξίσου από το συν άπειρο και το πλην άπειρο; Ναι, ο μοναδικός. Μόνο το μηδέν.
Οι εξετάσεις αίματος βγήκαν πολύ καλές. Ζάχαρο μηδέν. Χοληστερίνη μηδέν. Τριγλυκερίδια μηδέν. Και η πίεσή μου φοβερή: Μηδέν η μικρή, μηδέν η μεγάλη.
Η ώρα είναι δώδεκα τα μεσάνυχτα. Μηδέν-μηδέν και μηδέν-μηδέν. Τέσσερα μηδενικά. Μου αρέσει αυτή η ώρα.

Είναι ωραίο το μηδέν. Παρεξηγημένος αριθμός. Έχει ένα μεγαλείο που λίγοι μπορούν να εκτιμήσουν. Οι εκλεκτοί. Εμείς οι εκλεκτοί το εκτιμάμε. Ζούμε με το μηδέν, ζούμε για το μηδέν, ζούμε στο μηδέν. Ζωή μηδέν.


«Η ζωή χωρίζεται σε τρεις φάσεις: επανάσταση, περισυλλογή, τηλεόραση. Ξεκινάς να αλλάξεις τον κόσμο και καταλήγεις να αλλάζεις κανάλια.»

Αυτή η ατάκα (που σύμφωνα με το εμπεριστατωμένο google search που έκανα αποδίδεται στον Αρκά, αν και έχω διαβάσει τα άπαντα του Αρκά και δε θυμάμαι πού το έχει γράψει – any ideas?) αντικατοπτρίζει πλήρως τη σημερινή πραγματικότητα. Άνθρωποι που στα 18 τους έκαναν τα πάντα για να αλλάξουν τον κόσμο (ή έστω τη χώρα τους), σήμερα στα 50 τους κάνουν τα πάντα για να πάρουν αυτοί το τηλεκοντρόλ, κοιτάζοντας μόνο την πάρτη τους και αφήνοντας τις τύχες του κόσμου σε αυτούς που θελουν να τις αναλάβουν, με όχι και τόσο αθώα κίνητρα. Οι ίδιοι άνθρωποι που πρωτοστάτησαν σε φοιτητικούς ξεσηκωμούς για έναν καλύτερο κόσμο, τώρα είναι και οι ίδιοι μέρος ενός χειρότερου κόσμου – και είναι και περήφανοι για τους εαυτούς τους.

Όλοι λίγο-πολύ στα νιάτα μας πιστέψαμε σε έναν καλύτερο κόσμο και προσπαθήσαμε να τον υλοποιήσουμε – αλίμονο σε όποιον δεν το έκανε και θεωρεί τον εαυτό του ανθρώπινο ον. Στην πορεία, όμως, στους σημερινούς 40ρηδες και 50ρηδες συνέβη αυτό που άλλοι λένε «ωρίμανση» και άλλοι «αλλοτρίωση». Όπως κι αν το πεις, η ουσία είναι ότι τα όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο ξεχάστηκαν και αντικαταστάθηκαν από μία σταδιακή προσαρμογή στις επιταγές του συμβατικού κόσμου, μέχρι που έφτασαν να είναι ακριβώς αυτοί που πολεμούσαν πριν από τριάντα χρόνια.

Μπορεί άραγε αυτό να αλλάξει στις επόμενες γενιές, αρχής γενομένης από τη δική μου; Ναι, νομίζω ότι μπορεί…

Και νομίζω ότι μπορεί, ακριβώς επειδή η μία από τις τρεις φάσεις ολοένα και αποδυναμώνεται. Βλέπεις, η τηλεόραση δεν είναι τόσο ισχυρή όσο ήταν κάποτε. Πλέον είναι τόσοι πολλοί αυτοί που ενημερώνονται από το Διαδίκτυο, ώστε η επιρροή των (αποδεδειγμένα διεφθαρμένων και συμφεροντολογικών) τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων σύντομα θα περιορίζεται στους παππούδες και τους τεχνοφοβικούς. Το βλέπω ήδη από τους γονείς μου: Η μάνα μου έχει κόψει την καθημερινή εφημερίδα που αγόραζε και σταμάτησε να βλέπει τηλεοπτικά δελτία – πλέον ενημερώνεται από το Internet, που μέχρι πριν ένα χρόνο το είχε μόνο για να παίζει παιχνίδια. Ο πατέρας μου επίσης ενημερώνεται καθημερινά από το Διαδίκτυο, και εφημερίδα διαβάζει μόνο τις Κυριακές. Ενημερωτικές εκπομπές στην τηλεόραση δε βλέπουν ποτέ. Βασική πηγή ενημέρωσής τους είναι το Internet. Και είναι 55 χρονών, έτσι;

Χωρίς τηλεόραση (και με τις εφημερίδες ημιθανείς), η προπαγάνδα έχει πολύ μικρότερη ισχύ και η φάση της περισυλλογής μπορεί να οδηγήσει εκεί απ’όπου ξεκίνησε: Στην επανάσταση.

Εντάξει, θα μου πεις ότι λέω βλακείες, ότι το σύστημα είναι πολύ βαθιά ριζωμένο και όσο κι αν προσπαθήσεις να το τραβήξεις, πιο πιθανό είναι να σε τραβήξει κι εσένα εκεί κάτω, παρά να καταφέρεις να το ξεριζώσεις. Εξάλλου, η μέχρι τώρα εμπειρία αυτό μας λέει: Μας λέει ότι οι άνθρωποι αλλοτριώνονται από το σύστημα, γίνονται ένα με αυτό και μετά τραβάνε και τους υπόλοιπους προς το μέρος τους. Ωστόσο, η ζωή είναι σαν τα αμοιβαία κεφάλαια: Οι σημερινές αποδόσεις δεν εξασφαλίζουν τις μελλοντικές. Ο κόσμος αλλάζει, και καταστάσεις που είναι βαθιά ριζωμένες στον παλιό κόσμο δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στον καινούργιο, γενναίο κόσμο. Μένουν πίσω, και σύντομα αποτελούν (ευχάριστη ή δυσάρεστη) ανάμνηση.

Έρχεται στο μυαλό που η περίπτωση των Αγανακτισμένων. Ένα ιδιότυπο «κίνημα», χωρίς ιδιαίτερη οργάνωση, χωρίς σαφή αιτήματα, χωρίς να αρθρώνει έναν λόγο πολιτικό. Άνθρωποι που μαζεύονταν σε ένα μέρος και κραύγαζαν. Κι όμως, ακόμα κι έτσι, οι Αγανακτισμένοι άφησαν «κάτι». Μία κληρονομιά που ψάχνει κληρονόμο.

Αν θες τη γνώμη μου, οι Αγανακτισμένοι ήταν ένα «πρωτόγονο» κίνημα. Και ήταν πρωτόγονο ακριβώς επειδή ήταν κάτι το καινούργιο, εντελώς καινούργιο για τα ελληνικά δεδομένα. Βλέπεις, στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει τα πάντα να γίνονται από πολιτικούς. Λίγοι από εμάς είναι ενεργά μέλη σε κάποια μη κυβερνητική οργάνωση που στηρίζει κάποιον κοινωνικό σκοπό – λες και περιμένουμε όλα να τα κάνει το κράτος. Οι Αγανακτισμένοι, λοιπόν, ήταν ουσιαστικά ένα «πείραμα»: Μία απόπειρα δημιουργίας ενός μαζικού κοινωνικού κινήματος που θα επιχειρούσε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης προς την κυβέρνηση και τη Βουλή. Και ήταν ένα πείραμα που είναι δύσκολο ακόμα να πούμε αν αποδεικνύεται επιτυχημένο ή αποτυχημένο.

Πιστεύω, όμως, ότι το επόμενο αντίστοιχο κίνημα θα είναι πολύ πιο ισχυρό. Κι αυτό γιατί, χάρη και στο Διαδίκτυο, σταδιακά μεγαλώνουν οι ρίζες που θα μπορέσουν να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο. Αφορμή για το σημερινό post ήταν το hashtag #astegoi στο Twitter, μέσα από το οποίο απλοί άνθρωποι (όχι πολιτικοί, όχι κανάλια, όχι εφοπλιστές, όχι ήδη υπάρχουσες οργανώσεις) καλούνται να δώσουν ιδέες για να ανακουφιστούν οι ολοένα και αυξανόμενοι άστεγοι. Είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία που δε θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να ληφθεί τριάντα χρόνια πριν. Να γιατί είναι τόσο πολύτιμο εργαλείο το Internet. Το ίδιο ισχύει και με το #tutorpool, όπου δάσκαλοι και καθηγητές προσφέρουν παρέχουν δωρεάν μαθήματα σε μαθητές που τα έχουν ανάγκη, αλλά και με το Κοινωνικό Ωδείο, όπου καθηγητές μουσικής θα προσφέρουν δωρεάν μαθήματα σε όσους στερούνται της πρόσβασης στη μουσική παιδεία. Και είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν κι άλλες πολλές τέτοιες πρωτοβουλίες που απλά δεν έχουν υποπέσει ακόμα στην αντίληψή μου.

Αν «εθιστούμε» σε τέτοιες οργανώσεις, τότε την επόμενη φορά που θα συγκεντρωθούμε στο Σύνταγμα δε θα είμαστε ένας ανοργάνωτος όχλος, αλλά κάτι παραπάνω. Ίσως και κάτι πολύ παραπάνω, κάτι που θα φέρει τον κόσμο τούμπα – ποτέ δεν ξέρεις.

Και ίσως τότε οι τρεις φάσεις της ζωής να είναι αυτές που θα’πρεπε να είναι: Επανάσταση, περισυλλογή, επανάσταση. Ξεκινάς να αλλάξεις τον κόσμο και τον αλλάζεις.


Άλλη μια χρονιά φεύγει, άλλη μια χρονιά που οι περισσότεροι από μας αποχαιρετάμε με γαμωσταυρίδια και αφορισμούς. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, στο τέλος κάθε χρόνου άκουγα από παντού το ίδιο ρεφραίν: «Κάθε πέρσι και καλύτερα». Κανείς δεν ήταν ικανοποιημένος με τη χρονιά που τελείωνε, αλλά παραδόξως όλοι καλοδέχονταν τον νέο χρόνο, ελπίζοντας ότι θα έφερνε την αλλαγή. Λες και ο νέος χρόνος ήταν ένας τύπος με μαγικό ραβδάκι, που θα μεταμόρφωνε μεμιάς τα σκατά σε χρυσάφι.

Ίσως είμαστε κι εμείς λίγο αχάριστοι. Σε εποχές οικονομικής ευρωστίας, στραβομουτσουνιάζαμε με τη φορολογία ή με κάποιες αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων και γκρινιάζαμε ότι «κάθε πέρσι και καλύτερα». Κι όμως, εκείνο το πέρσι ήταν μια χαρά – αλλά εμείς το στέλναμε κακήν κακώς στη λήθη, για να το θυμηθούμε και πάλι την επόμενη χρονιά και να πούμε «ααααα, πρόπερσι ήταν πολύ καλή χρονιά, καμία σχέση με την κωλοχρονιά αυτή, κάθε πέρσι και καλύτερα».

Νομίζω ότι πρόκειται για κατασκευαστικό λάθος: Ο άνθρωπος από τη φύση του δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος με αυτό που έχει και θέλει πάντα το κάτι παραπάνω. Αν υποθέσουμε ότι μας έφτιαξε ο Θεός, τότε έχει πολλή δουλειά να κάνει όταν η ανθρωπότητα αυτοκαταστραφεί και κληθεί να φτιάξει το μοντέλο «Άνθρωπος 2.0» (προσωπικά θα ήθελα να εισηγηθώ ένα διακοπτάκι on/off στον σβέρκο, για να εξαλειφθούν οι αϋπνίες και οι δυσκολίες στο πρωινό ξύπνημα), ενώ αν πιστέψουμε τη θεωρία της Εξέλιξης, τότε απλά πρέπει να περιμένουμε μερικά εκατομμύρια χρόνια μέχρι να διορθωθεί από μόνο του το λάθος.

Χρονιές σαν κι αυτήν που μας πέρασε είναι σίγουρα κακές για την τσέπη μας και την ψυχολογία μας, αλλά (όπως και καθετί επιζήμιο) είναι και πολύ χρήσιμες για να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει γύρω μας, ποια λάθη έχουμε κάνει και τι μπορούμε να κάνουμε για να τα διορθώσουμε. Ναι, το 2011 ήταν με διαφορά η χειρότερη χρονιά που έχουμε ζήσει πολλοί από εμάς. Όμως αν δεν πάρουμε τα μαθήματά μας από αυτήν τη χρονιά και κάτσουμε να κλάψουμε τη μαύρη μοίρα μας, τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι το 2012 θα συνεχίσει το σερί του «κάθε πέρσι και καλύτερα» κι εμείς δε θα ξέρουμε από πού μας ήρθαν οι απανωτές σφαλιάρες.

Ας δούμε, λοιπόν, συνοπτικά τι μας έμαθε το 2011 και αξίζει να κρατήσουμε στη μνήμη μας:

– Προσέχουμε τι ψηφίζουμε. Το 90% των όσων ψήφισαν ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες εκλογές το έχουν μετανιώσει – ένα ακόμα 5% πέθανε πριν το μετανιώσει, ενώ το υπόλοιπο 5% επωφελήθηκε, εις βάρος όλης της Ελλάδας. Η λέξη «πασόκος» είναι πλέον χειρότερη βρισιά από το «μαλάκας», ενώ για να βγει ένας βουλευτής του ΠΑΣΟΚ να φάει σε ένα εστιατόριο χρειάζεται έναν μικρό στρατό να τον προστατεύει από τους αγριεμένους ψηφοφόρους του. Έπρεπε να φτάσουμε σε ακραίες καταστάσεις για να αποκτήσουμε εκλογική συνείδηση, αλλά τουλάχιστον προλαβαίνουμε ακόμα. Που σημαίνει ότι στις επόμενες εκλογές ΔΕΝ ψηφίζουμε αυτόν που θα βολέψει το παιδί μας στο Δημόσιο (όχι πως υπάρχουν και θέσεις πια, δηλαδή), ΔΕΝ ψηφίζουμε αυτόν που ξέρουμε επειδή έπαιξε σε μια-δυο ταινίες και δέκα σίριαλ της δεκαετίας του ’90, ΔΕΝ ψηφίζουμε το ένα μεγάλο κόμμα μόνο και μόνο για να μην κερδίσει το άλλο μεγάλο κόμμα. Ίσως τότε η δημοκρατία αποκτήσει νόημα.

– Μια και είπα δημοκρατία: Το 2011 μάθαμε (όσοι δεν το ξέραμε ήδη) ότι το πολίτευμά μας δεν είναι δημοκρατία, αλλά μία νέα μορφή πολιτεύματος που έχει αποδοθεί με πολλά ονόματα όπως «αχρηστοκρατία», «μπασταρδευομένη δημοκρατία» και άλλα. Τις τελευταίες μέρες του 2011, μάλιστα, γνωρίσαμε και μία πιο ακραία μορφή αυτού του πολιτεύματος, με μία νέα κυβέρνηση που κανείς δεν ψήφισε, όμως όλοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι έχει την στήριξη του ελληνικού λαού. Ελπίζω να καταλάβαμε όλοι πια, ειδικά με τη φαρσοκωμωδία που εκτυλίχθηκε μέχρι να καταλήξουμε σε αυτήν την κυβέρνηση, ότι οι παλαιού τύπου, φθαρμένοι πολιτικοί κοιτάζουν πρώτα το δικό τους προσωπικό και κομματικό συμφέρον και μετά (αν τους περισσέψει χρόνος) το συμφέρον της κοινωνίας που υπηρετούν. Και ελπίζω με την πρώτη ευκαιρία που θα μας δοθεί να τους πετάξουμε κλωτσηδόν από τη Βουλή και να τους στιγματίσουμε για όλη τους τη ζωή ως καιροσκόπους, εκμεταλλευτές, ανίκανους, δόλιους, και όποιο άλλο κοσμητικό επίθετο ή ουσιαστικό μπορεί κανείς να σκεφτεί.

– Άλλο πολύτιμο δίδαγμα του 2011: Όταν μεγάλες κοινωνικές ομάδες ξεσηκώνονται, τελικά έχουν περισσότερη δύναμη απ’όση νομίζαμε. Μέχρι πέρσι πολλοί από μας πιστεύαμε ότι με τις διαμαρτυρίες δεν πετυχαίνεις τίποτα και είμαστε έρμαια των πολιτικών στους οποίους εμπιστευτήκαμε τις τύχες της χώρας για τέσσερα χρόνια (και άρα, σου λέει, αφού εσύ με ψήφισες δε δικαιούσαι να διαμαρτύρεσαι για τις αποφάσεις που εγώ παίρνω χάρη στην ψήφο σου). Όμως το κίνημα των Αγανακτισμένων, έστω κι αν τελικά διαλύθηκε (μέχρι νεωτέρας) δεν απέτυχε τελείως. Κάποιοι «τρόμαξαν». Κάποιοι βουλευτές παράτησαν το καράβι που έβλεπαν ότι βουλιάζει, ελπίζοντας σε μία σωσίβια λέμβο επανεκλογής. Άλλοι επαναστάτησαν, μόνο και μόνο για να φορέσουν μετά πάλι την προβιά τους και να βροντοφωνάξουν «μπεεεεεεε» σε κάθε απόφαση του κόμματός τους. Όμως είναι γεγονός ότι «κάτι» επετεύχθη με τους Αγανακτισμένους. «Κάτι» που ίσως να ωριμάσει το 2012 ή σε κάποια χρόνια ή και ποτέ, αν εμείς δε φροντίσουμε γι’αυτό. Μπορεί εδώ να έχουμε τους σπόρους από τους οποίους θα ξεπεταχτεί κάτι μεγάλο.

– Τελευταίο και ίσως πιο σημαντικό απ’όλα: Φέτος μάθαμε ότι η κοινωνική αλληλεγγύη είναι κάτι που δεν πρέπει να περιμένουμε ουρανοκατέβατο από τους πολιτικούς μας, αλλά κάτι που εμείς οι ίδιοι οφείλουμε να επιδείξουμε, τόσο συλλογικά, συμμετέχοντας σε ανεξάρτητες φιλανθρωπικές δράσεις και βοηθώντας εθελοντικά αξιόλογες οργανώσεις, όσο και ατομικά, βοηθώντας ανθρώπους που ξέρουμε ότι έχουν ανάγκη δίπλα μας. Όσο μειώνεται το βιοτικό μας επίπεδο, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη να αυξηθεί η ανθρωπιά μας, για να μη γίνουμε μία απέραντη ζούγκλα, όπου θα επιβιώνει μόνο ο ισχυρός και οι άλλοι θα είναι καταδικασμένοι.

Το 2012 έρχεται με τις χειρότερες προοπτικές, ως ένα ακόμα «φέτος» που θα είναι χειρότερο από το «πέρσι», που ήταν χειρότερο από το «πρόπερσι». Αλλά ποιος ξέρει, αν καταπολεμήσουμε λίγο την ελαττωματική μας φύση και πάρουμε το μάθημά μας, ίσως να καταφέρουμε να σπάσουμε το σερί της μοιρολατρείας.

Εύχομαι καλή χρονιά, και ας βάλουμε για το 2012 έναν και μόνο στόχο: Να μάθουμε από τα λάθη μας.