Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από το πρωί. Ήταν ήδη προφανές από καιρό: Θα ήταν η μεγαλύτερη συγκέντρωση και πορεία διαμαρτυρίας των τελευταίων χρόνων, και μία από τις μεγαλύτερες των τελευταίων 35 ετών. Και ήταν επόμενο, καθώς οι συνδικαλιστές ξεσηκώνονται για ψύλλου πήδημα – θα άφηναν τέτοια μέτρα να περάσουν αδιαμαρτύρητα; Φυσικά και όχι.

Στο μετρό, 10.50 το πρωί. Καθυστέρησα να ξεκινήσω, γιατί περίμενα σαν μαλάκας το λεωφορείο, το οποίο όμως δεν εκτελούσε δρομολόγια, επειδή ήταν κλειστό το κέντρο. Ναι, είμαι ιδιοφυία – πού το καταλάβατε; Τέλος πάντων, βλέπω μία κυρία να ρωτάει κάποια άλλη πώς θα πάει προς Αιγάλεω. Θέλω να πεταχτώ και να της φωνάξω ότι δεν έχει απολύτως κανέναν λόγο να πάει στο Αιγάλεω, εφόσον η πορεία στην οποία όλοι οφείλαμε να παραβρεθούμε γινόταν στο κέντρο της Αθήνας. Δεν το κάνω – τι νόημα θα είχε; Όποιος δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω του, είναι άξιος της μοίρας του. Και να της τα έλεγα αυτά, απλά θα με αγνοούσε και θα ξαναρωτούσε πώς πάνε στο Αιγάλεω. Και τελικά θα πήγαινε στο Αιγάλεω.

Κατεβαίνω στο Μοναστηράκι και κατευθύνομαι στην αποβάθρα προς Κηφισιά. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο κόσμο σε σταθμό τρένου. Λίγο ακόμα και θα πέφταμε στις γραμμές. Πολύς κόσμος, και σχεδόν όλοι αυτοί κατευθύνονται προς την Βικτώρια. Το καταλαβαίνεις από τις μεταξύ τους συζητήσεις, και από τις συνομιλίες στα τηλέφωνα, του τύπου «θα βρεθούμε στο σαντουιτσάδικο, όπως βγαίνεις από το σταθμό στα δεξιά». Δεκάδες άνθρωποι δίνουν ραντεβού και ετοιμάζονται να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους – κατά βάθος, ποτέ δεν πίστευα ότι θα ζούσα για να δω κάτι τέτοιο.

Συναντιέμαι με την παρέα μου λίγο πιο πάνω από την έξοδο της Βικτώριας. Όλοι τους «παρθένοι» από τέτοιες διαδηλώσεις – εγώ, που έχω πάει σε άλλες δύο (πολύ μικρότερου βεληνεκούς) λογίζομαι σαν βετεράνος. Και είμαι κάπως πιο προετοιμασμένος: Έχω πάρει από το σπίτι μάσκες Η1Ν1, από αυτές που έδινε δώρο το «Θέμα» πριν μερικούς μήνες. Ίσως το μοναδικό χρήσιμο πράγμα που έκανε αυτή η εφημερίδα στα τόσα χρόνια που κυκλοφορεί. 4 μάσκες, μία για τον καθένα. Επιπλέον, έχω κάνει ένα καλό μπάνιο πριν ξεκινήσω, ώστε να με πιάσουν λιγότερο τα δακρυγόνα, όπως διάβασα σε ένα σχετικό κείμενο στο Ίντερνετ. Αμφιβάλλω κατά πόσον αυτά τα δύο προληπτικά μέτρα θα βοηθήσουν σε κάτι, αλλά απλώς ελπίζω.

Στο μεταξύ, συνειδητοποιώ ότι τα γυαλιά ηλίου που φοράω είναι παρεξηγήσιμα: Έχουν ένα τεράστιο DG στο πλάι. Πώς πας σε πορεία κατά της λιτότητας με γυαλιά Dolce & Gabbana; Βέβαια, αν ήξεραν την ιστορία πίσω από αυτά τα γυαλιά, τότε δεν θα ανησυχούσα καθόλου: Τα γυαλιά ανήκαν στην κοπέλα μου, και μου τα έδωσε όταν χάλασαν τα δικά μου (μάρκας «Mekapses»), και αφού είχε αγοράσει καινούργια για τον εαυτό της. Κυκλοφορώ με γυναικεία γυαλιά εδώ και έναν χρόνο, και κανείς δεν το έχει πάρει χαμπάρι. Αναλογιζόμενος όλα αυτά, νιώθω καλύτερα.

Βγαίνουμε στην Πατησίων. Δεν έχω ξαναδεί τόσο κόσμο μαζεμένο – μόνο στην τηλεόραση. Α, και εκείνη τη φορά που με τραβολογούσε η μάνα μου στην προεκλογική συγκέντρωση του Ανδρέα Παπανδρέου, στις αρχές των 90s – συμπτωματικά, ακριβώς στο ίδιο σημείο. Δεκάδες τεράστια πανώ, εκατοντάδες κόσμος (που σύντομα μετριέται σε χιλιάδες) και μία μεγάλη πίστα στημένη έξω από το κτίριο της ΓΣΕΕ, από την οποία ακούγονται αγωνιστικά συνθήματα (από όχι ιδιαίτερα ταλαντούχους ρήτορες) και παλιομοδίτικες μουσικές που αμφιβάλλω αν γνωρίζουν περισσότεροι από 5-6 μέσα σε ολόκληρο το πλήθος. Αναρωτιέμαι γιατί το ρεπερτόριο τέτοιων εκδηλώσεων δεν ανανεώνεται ποτέ. Δεν περιμένω να πάρω απάντηση.

Η ώρα έχει πάει 12. Η πορεία ακόμα δεν έχει ξεκινήσει. Κλασική ελληνική έμπνευση, η ακαδημαϊκή ώρα: Οτιδήποτε είναι οργανωμένο να ξεκινήσει την Χ ώρα, αποκλείεται να ξεκινήσει τελικά πριν την Χ+1 ώρα. Προχωράμε λίγο πιο μπροστά, έχοντας βαρεθεί την ορθοστασία. Φτάνοντας στη διασταύρωση με την Μετσόβου, παίρνουμε μια (πικρή) πρόγευση για το τι θα επακολουθήσει: Μια παρέα περίπου 15 κουκουλοφόρων επιτίθεται με πέτρες, κοντάρια και ό,τι άλλο διαθέτουν σε μία εφορία που βρίσκεται εκεί. Καθόμαστε και τους βλέπουμε χωρίς να αντιδρούμε – ποιος μπορεί να τα βάλει με τρελό; Ποιος το ρισκάρει;

Συνεχίζουμε προς τα κάτω και φτάνουμε στο Μουσείο. Πολύς κόσμος κι εκεί, σταματημένος. Αποφασίζουμε να στρίψουμε στα στενά και βγαίνουμε στην 3ης Σεπτεμβρίου. Εκεί, η πορεία πηγαίνει πολύ πιο γρήγορα. Στο δρόμο συναντάω έναν ξάδελφό μου, χαιρετιόμαστε, μιλάμε για λίγο. Χαίρομαι που τον βλέπω κι αυτόν στην πορεία – δεν περίμενα να δω κάποιον γνωστό μου στην πορεία. Από τους παλιούς συμμαθητές μου, στο ακριβοθώρητο ιδιωτικό σχολείο των Βορείων Προαστίων, δεν περίμενα καμία αντίδραση. Έτσι κι αλλιώς, οι περισσότεροι έχουν ήδη φύγει για το εξωτερικό. Και πολύ καλά κάνανε.

Χωνόμαστε στο πρώτο μπλοκ που βλέπουμε μπροστά μας, αυτό των εργαζομένων στον ΗΣΑΠ. Φωνάζουμε συνθήματα μαζί τους – αν και με ενοχλεί το ότι οι συγκεκριμένοι συνδικαλιστές έχουν αλλάξει το «ο μόνος δρόμος είναι αντίσταση και πάλη» σε «με τα συνδικάτα αντίσταση και πάλη». Άμα περιμέναμε από τα συνδικάτα να μας σώσουν, θα ήμασταν ήδη χαμένοι.

Με σχετικά γρήγορο ρυθμό, φτάνουμε στην Ομόνοια. Είχα πολύ καιρό να πάω στην Ομόνοια, και θα κάνω πολύ καιρό να ξαναπάω. Η μπόχα που ανέδιδε η πλατεία ήταν ανυπόφορη, μια μυρωδιά από σκατά και κάτουρα, η οποία μου έφερε στο μυαλό την πρώτη φορά που με πήγαν οι γονείς μου στον (τότε) ζωολογικό κήπο του Ζαππείου. Έτσι την έχουμε καταντήσει την Ομόνοιά μας: Ζωολογικό κήπο. Και μάλιστα χωρίς φύλακες και φροντιστές.

Φτάνουμε στη διασταύρωση της Πατησίων με την Πανεπιστημίου. ΕΚεί συναντιούνται οι δύο πορείες. Τότε συνειδητοποιώ πόσο μεγάλη είναι η πορεία: Η Πατησίων γεμάτη, η 3ης Σεπτεμβρίου γεμάτη, η Σταδίου αρχίζει να γεμίζει. Σκέφτομαι πόσο θα ήθελα να είμαι σε ένα μπαλκόνι της Πατησίων και να βγάζω φωτογραφίες αυτό το πρωτοφανές πλήθος ανθρώπων. Αναρωτιέμαι αν θα με αξιώσει ο Γαλαξιακός Φαρσέρ να δω κάτι παρόμοιο ξανά στη ζωή μου.

Προχωράμε στη Σταδίου, φωνάζοντας συνθήματα. Πλησιάζοντας στη Βουλή, ακούγεται για πρώτη φορά το θρυλικό σύνθημα «Να καεί-να καεί το μπουρδέλο η Βουλή». Όταν αποκτάμε και οπτική επαφή με τη Βουλή, φωνάζουμε ρυθμικά «ΚΛΕΦΤΕΣ-ΚΛΕΦΤΕΣ». Και όταν βλέπουμε και τα ΜΑΤ παρατεταγμένα στις σκάλες που οδηγούν προς τη Βουλή, αρχίζουμε τα συνθήματα εναντίον των αστυνομικών. Πολλά συνθήματα, μικρό το νόημα.

Φτάνουμε στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Τα συνθήματα γίνονται όλο και πιο μαζικά, όλο και πιο άγρια. Εμφανίζονται ξαφνικά οι τύποι με τα καλυμμένα πρόσωπα, και όλοι ξέρουμε ότι αυτό δε θα έχει καλό τέλος. Σύντομα, τα πράγματα ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο. Κουκουλοφόροι (και μη) πετάνε μπουκάλια, πέτρες και ό,τι άλλο έχουν πρόχειρο στα ΜΑΤ. Τα ΜΑΤ απαντούν με τον μοναδικό τρόπο που ξέρουν (ή μάλλον, με τον μοναδικό τρόπο που τους επιτρέπεται να μεταχειρίζονται): Με δακρυγόνα. Η ατμόσφαιρα γίνεται αποπνικτική. Φοράω τη μάσκα – δε βοηθάει σε τίποτα. Τα μάτια τσούζουν, η μύτη πονάει, ο λαιμός καίει. Σχεδόν τρέχοντας, περνάμε απέναντι. Οι κουκουλοφόροι έχουν ήδη περάσει στο Plan B: Επιτίθενται στα ΜΑΤ από τα δεξιά, παρακάμπτοντας το μνημείο. Κι άλλα δακρυγόνα, κι άλλη υποχώρηση. Κατεβαίνουμε μαζικά, πανικόβλητοι, τις σκάλες της Πλατείας Συντάγματος. Από θαύμα δεν σκοντάφτει κάποιος και δεν θρηνούμε θύματα.

Στεκόμαστε δίπλα στην καφετέρια της πλατείας, τη δεξιά όπως βγαίνουμε από το μετρό. Κόσμος κάθεται και πίνει τον καφέ του, αδιάφορος – πώς μπορούν; Ποιοι είναι αυτοί που δεν τους αφορά όλο αυτό που συμβαίνει γύρω τους, και έχουν την πολυτέλεια να μην διαμαρτυρηθούν, αλλά να πιουν το καφεδάκι τους ανενόχλητοι;

Αρχίζουμε και σκεφτόμαστε μήπως ήρθε η ώρα να φύγουμε. Τα πράγματα αγριεύουν επικίνδυνα. Ακούγονται εκρήξεις από την Σταδίου. Ο καπνός μας περικυκλώνει. Ο ένας από τους τέσσερις εγκαταλείπει, μάλλον τρομαγμένος. Οι υπόλοιποι, βλέποντας την πορεία να συνεχίζεται προς την Φιλελλήνων, μπαίνουμε και πάλι σε τροχιά. Στο μεταξύ, οι αστυνομικοί προσπαθούν να καταλάβουν την Πλατεία Συντάγματος. Πέφτουν δακρυγόνα στην πλατεία. Η πορεία σταματάει, την ώρα που βρισκόμαστε απέναντι από το Υπουργείο Οικονομικών. Παρακολουθούμε έκπληκτοι τον πόλεμο (χωρίς εισαγωγικά, γιατί τέτοιος ήταν) των κουκουλοφόρων με μία διμοιρία των ΜΑΤ, που ήταν παρατεταγμένη δίπλα στις γραμμές του τραμ. Πέφτουν μολότωφ, τα ΜΑΤ υποχωρούν και οι κουκουλοφόροι προχωρούν μπροστά. Από πίσω ακούγονται ενθουσιώδεις φωνές: «ΝΤΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥ». Μας σπρώχνουν για να συμμετάσχουμε κι εμείς στο ντου. Δεν το κουνάμε ρούπι.

Ξαφνικά, ακούγεται ένας κρότος από την πλευρά της Μητροπόλεως. Δακρυγόνα. Βρισκόμαστε περικυκλωμένοι: Στα αριστερά μας, η πλατεία καλυμμένη από καπνούς. Στα δεξιά μας, φρεσκοστυμμένα δακρυγόνα. Επικρατεί πανικός. Οι τύποι με τις ντουντούκες μας φωνάζουν να προχωρήσουμε προς τη Φιλελλήνων – ούτως ή άλλως, δεν υπάρχει κι άλλος δρόμος. Φοβάμαι. Φοβάμαι ότι θα γίνει μια «Θύρα 7», ότι θα ποδοπατηθούμε μεταξύ μας και θα γίνει μακελειό. Ευτυχώς, όλα πηγαίνουν καλά.

Σε κάθε στενό, οι κουκουλοφόροι πετάνε μολότωφ στους αστυνομικούς που μπλοκάρουν το δρόμο προς τη Βουλή. Κάθε φορά που σκάει μια μολότωφ, χειροκροτάμε όλοι με ενθουσιασμό. Νιώθω λίγο διχασμένος: Όσο αντιπαθώ τους μπάτσους, άλλο τόσο αντιπαθώ και τους εκφραστές της ωμής και απρόκλητης βίας. Γιατί να είμαι με τους μεν ή με τους δε; Υποθέτω ότι απλά πρέπει να μιμηθώ τους άλλους του πλήθους. Στην αγέλη δεν χωράνε μαύρα πρόβατα.

Καταλήγουμε στο τέρμα της Φιλελλήνων, και αντιμετωπίζουμε το δίλημμα: Επιστρέφουμε στο Σύνταγμα, ρισκάροντας να βρεθούμε αντιμέτωποι με ορδές ολόκληρες από ΜΑΤ; Ή ξεκινάμε προς τη Συγγρού, που δε φυλάσσεται και άρα προσφέρεται για μπαχαλάκηδες της κακιάς ώρας; Το δίλημμα λύνεται από μόνο του, όταν τα ΜΑΤ ρίχνουν δακρυγόνα προς τη μεριά μας, κι έτσι αναγκαστικά πηγαίνουμε προς τις στήλες του Ολυμπίου Διός. Φτάνοντας στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, η παρέα μου κι εγώ αποφασίζουμε ότι έχουμε δει αρκετά, και κατευθυνόμαστε προς Θησείο. Εξάλλου, η ώρα έχει ήδη πάει σχεδόν 3, και σε μία ώρα κλείνει το μετρό – κανείς δε θέλει να μείνει παγιδευμένος σε αυτήν την παράλογη κόλαση.

Επιτέλους, αναπνέουμε καθαρό αέρα. Παίρνουμε τηλέφωνα τους δικούς μας, να σιγουρευτούν ότι είμαστε καλά. Αστειευόμαστε και σχολιάζουμε την εμπειρία μας.

Φτάνοντας στις καφετέριες του Θησείου, μπαίνω στο Twitter μέσω του κινητού μου. Και εκεί μαθαίνω τα νέα: Σύμφωνα με το BBC, υπάρχουν τρεις νεκροί από φωτιά σε τράπεζα. Αμέσως, το κέφι μας χαλάει. Νεκροί; Νεκροί άνθρωποι σε μία ειρηνική πορεία; Αδιανόητο. Κι όμως, το είπε το BBC. Δεν μπορεί να κάνει λάθος.

Στο τρένο και στο μετρό, τα νέα έχουν ήδη διαδοθεί. Ο κόσμος δεν μπορεί να το πιστέψει. Αρχίζουν οι πολιτικές συζητήσεις, οι επιρρίψεις ευθυνών – ξέρετε, όλα αυτά τα αγαπημένα σπορ των Ελλήνων.

Αυτή η μέρα, που ξεκίνησε με προσδοκίες, μου αφήνει μια πικρή γεύση στο στόμα. Και δεν είναι τα δακρυγόνα – αυτά τα συνήθισα, δε με νοιάζουν. Είναι η γεύση της απώλειας. Της απώλειας ανθρώπινων ζωών, στο όνομα…Αλήθεια, σε τίνος το όνομα; Της «ελευθερίας»; Της «αγανάκτησης»; Της «δικαιοσύνης»; Όχι. Σε κανενός το όνομα. Μια απώλεια άδικη, χωρίς λόγο. ΑΘώοι άνθρωποι, που απλά αναγκάστηκαν εκείνη τη μέρα να δουλέψουν, για να γλιτώσουν την απόλυση. Και εκτελέστηκαν εν ψυχρώ. Γιατί όταν πετάς μολότωφ μέσα σε κλειστό χώρο, δεν το κάνεις για πλάκα, ή για εκφοβισμό, ή για «αντίσταση». Το κάνεις για να σκοτώσεις.

(μία ευχή προς τους δράστες αυτού του εγκλήματος: 4 άνθρωποι υπέφεραν φρικτό θάνατο από ασφυξία εξαιτίας σας. Το αυτό εύχομαι δι’υμάς.)

Φυσικά, τα ΜΜΕ άλλο που δεν ήθελαν. Σαν γνήσια βαμπίρ, οι μεγαλοδημοσιογράφοι τρέφονται με αίμα. Και το αίμα τριών αθώων ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόντουσαν, ώστε να αγνοήσουν μια μαζική, ειρηνική διαδήλωση, και να επικεντρωθούν στο κατάπτυστο έργο μιας ομάδας θρασύδειλων κοτόπουλων. Γιατί, με τη λογική των ΜΜΕ, η ηλίθια πράξη 3 ατόμων είναι πιο σημαντική από την αγωνιστική δράση μερικών χιλιάδων ατόμων. Αλλά φυσικά, η κοινή λογική έχει εγκαταλείψει τα παραδοσιακά ΜΜΕ εδώ και πολύ καιρό.

Αυτοί οι τύποι κατάφεραν κάτι που πίστευα ότι ήταν ακατόρθωτο: Να μας κάνουμε να τους μισήσουμε περισσότερο ΚΑΙ από τους διεφθαρμένους βουλευτές μας, ΚΑΙ από τους πάντα μισητούς αστυνομικούς. Σε μία πορεία που είχε συγκεκριμένους στόχους, κατάφεραν και έγιναν οι ίδιοι στόχοι. Και, την επόμενη φορά, δε θα είναι το ίδιο εύκολα τα πράγματα γι’αυτούς. Βλέπετε, οι κουκουλοφόροι δεν έχουν λόγο ύπαρξης χωρίς τη δική μας ανοχή. Όταν νιώσουν ότι δεν έχουν το λαϊκό έρεισμα, αναγκαστικά παρακμάζουν, και τελικά εξαφανίζονται.

Και να ένα παράδειγμα: Καθώς πηγαίναμε προς τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, είδαμε έναν κουκουλοφόρο να προσπαθεί (μάταια) να σπάσει τη τζαμαρία ενός γραφείου ναυτιλιακής εταιρείας με ένα κοντάρι. Τον γιουχάραμε – άλλοι ήταν οι στόχοι, όχι η ναυτιλιακή. Και, όταν βαρέθηκε να χτυπάει τη τζαμαρία, άρχισε να χτυπάει ένα αυτοκίνητο που βρισκόταν εκεί δίπλα. Τότε, η γιούχα έπεσε σύννεφο. Ο κουκουλοφόρος, μην έχοντας πια λαϊκό έρεισμα, σηκώθηκε κι έφυγε. Ναι, πιθανότατα πήγε να σπάσει κάτι άλλο – και τι να κάνεις; Να ανοίξεις διάλογο μαζί του, εξηγώντας του ότι αυτό που κάνει είναι λάθος; Πριν ανοίξεις διάλογο, θα σου έχει ήδη ανοίξει το κεφάλι με το κοντάρι.

Στο μεταξύ, νιώθω και τύψεις. Για σκέψου: Αν αυτοί που δολοφόνησαν τους υπαλλήλους της τράπεζας ήταν οι ίδιοι που χτυπούσαν αλύπητα εκείνη την εφορία στην Πατησίων; Αν μπορούσαμε να τους έχουμε σταματήσει πριν κάνουν κάτι χειρότερο, και δεν το κάναμε επειδή φοβόμασταν; Αν είμαστε κι εμείς συνυπαίτιοι αυτού του εγκλήματος, εφόσον ανεχτήκαμε ένα προηγούμενο; Δε θέλω να το σκέφτομαι, αλλά δεν μπορώ και να μην το σκέφτομαι.

Είμαστε όλοι χάλια. Όλοι μας. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι, την επόμενη φορά, να αντιδράσουμε. Πλέον, εχθροί μας δεν είναι μόνο οι πολιτικοί και οι αστυνομικοί. Πάνω απ’όλα, εχθροί μας είναι αυτοί οι τύποι που καπηλεύονται με τον πιο βάναυσο τρόπο τους αγώνες μας. Και πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε και αυτούς, στον δρόμο μας για ένα καλύτερο μέλλον. Ναι, το έργο μας γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Αλλά και πάλι, είμαστε περισσότεροι. Αρκεί, επιτέλους, να το καταλάβουμε. Όλοι μας.

Advertisements


Έχω κάνει στη ζωή μου μερικά πράγματα για τα οποία ντρέπομαι. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι δεν θα τα ξαναέκανα αν είχα μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά σίγουρα δεν είμαι περήφανος γι’αυτά. Και υπάρχει και κάτι που ντρέπομαι που ΔΕΝ είχα κάνει μέχρι σήμερα: ΔΕΝ είχα συμμετάσχει ποτέ σε πορεία. Μόνο σε μια διαδήλωση πρόπερσι είχα πάει, όταν είχε καεί η Πάρνηθα πριν από σχεδόν τρία χρόνια. Αλλά σε πορεία ποτέ. Υπάρχουν τόσες αφορμές, τόσοι καλοί λόγοι να βγει κανείς στον δρόμο, κι όμως ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να το κάνω. Έπρεπε να συμπληρώσω τα 26 μου χρόνια για να το πάρω απόφαση. Και όσο κι αν ντρέπομαι γι’αυτό, χαίρομαι που το αποφάσισα, έστω κι αργά.

Όπως ίσως θυμάστε, είχα αποφασίσει εδώ και πολύ καιρό να πάω στην αποψινή πορεία για τον Μάριο Ζέρβα, τον δάσκαλο κολύμβησης που συνελήφθη πριν από περίπου έναν μήνα (στις 11 Μαρτίου, συγκεκριμένα), για κάποιο λόγο που δε στέκει όπως και αν το δεις, και παραμένει προφυλακισμένος στον Κορυδαλλό μέχρι και σήμερα, εντελώς άδικα. Αν δεν το αποφάσιζα για ένα τόσο σοβαρό θέμα, δεν θα το έκανα ποτέ. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε στη θέση μου – γιατί όχι κι εγώ, ακόμα; Όταν η κάθε μικρή ή μεγάλη εξουσία (ή «εξουσία») ψάχνει για εξιλαστήρια θύματα, είναι πολύ εύκολο να τα βρει – και ακόμα πιο εύκολο να τα δημιουργήσει.

Έφτασα στα Προπύλαια στις 6.45. Σε ένα τέταρτο θα ξεκινούσε η πορεία. Στάθηκα μπροστά από το συντριβάνι (αυτό που δούλευε) και άρχισα να κοιτάζω γύρω μου. Λίγος κόσμος, σκέφτηκα. Βέβαια, ήταν σχετικά νωρίς ακόμα. Ξεκίνησα να διαβάζω τα φυλλάδια που μοίραζαν διάφοροι εκεί γύρω. Ένα από αυτά σχεδόν έκαιγε – προφανώς ήταν φρέσκο-φρέσκο από το φωτοτυπικό. Ένα από αυτά είχε τον εξής τίτλο: «Αν κάποιος χρυσοχοϊδης φαντασιώνεται να σκάψει το λάκκο κάθε κοινωνικής αντίστασης, κάποιος πρετεντέρης κρατάει το φτυάρι…». Γέλασα. Κι ας μην υπήρχε τίποτα το αστείο.

Η στάση των καναλιών και των μεγαλοδημοσιογράφων στο θέμα των προσφάτως συλληφθέντων για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση έχει εξοργίσει πολύ κόσμο. Ντρέπομαι πια να δηλώνω ότι έχω σπουδάσει δημοσιογραφία. Και φυσικά δε βλέπω ποτέ δελτία ειδήσεων – πλέον έχω κόψει και την εφημερίδα. Ενημερώνομαι από το Ίντερνετ, από σελίδες που εμπιστεύομαι και ξέρω ότι δεν θα μου πλασάρουν συμφέροντα καμουφλαρισμένα σε στημένες «ειδήσεις». Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο το γεγονός ότι, όταν κάποιοι άρχισαν να γράφουν συνθήματα στους τοίχους του Πανεπιστημίου λίγο αργότερα, ένα από αυτά ήταν το «Λέρες, Ρουφιάνοι, Δημοσιογράφοι». Κάτι μου λέει ότι διάλεξα λάθος επάγγελμα. Επίσης, κάτι μου λέει ότι αν εκείνη την ώρα φώναζα «είμαι δημοσιογράφος», θα ήταν τα τελευταία μου λόγια σ’αυτήν τη ζωή.

Σύντομα, ξεκίνησε και η μουσική υπόκρουση: Μία κοπέλα με ένα laptop και ένα μεγάλο ηχείο έβαλε μία διασκευή του Daddy Cool, με τίτλο «Μπάτσοι Παντού», την οποία δεν είχα ξανακούσει και μου προκάλεσε πολύ γέλιο – μάλιστα, βρήκα το τραγούδι στο Indymedia και το κατέβασα. Μπορείτε να το κάνετε κι εσείς εδώ.

Όσο περνούσε η ώρα, ο κόσμος αυξανόταν. Τα Προπύλαια γέμιζαν σιγά-σιγά. Άρχισα να «κόβω φάτσες». Αφού μέχρι σήμερα η κύρια πηγή ενημέρωσής μου για τις πορείες στο κέντρο της Αθήνας ήταν τα δελτία ειδήσεων, περίμενα ότι θα βρισκόμουν περικυκλωμένος από φρικιά, μαλλιάδες με μούσια, κουκουλοφόρους, ίσως και τον Σατανά τον ίδιο. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν ισχύει: Εντάξει, μπορεί να ένιωθα λίγο σαν τη μύγα μες στο γάλα επειδή είχα ξυριστεί το προηγούμενο βράδυ, αλλά ο κόσμος γύρω μου ήταν, αν μη τι άλλο, φυσιολογικός. Νέοι ως επί το πλείστον άνθρωποι, χαρούμενοι, σε πηγαδάκια, συζητούσαν ζωηρά. Είναι άραγε η γενιά μου και η επόμενη από τη δική μου αυτές που θα αλλάξουν τον κόσμο; Είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Αλλά αξίζει να προσπαθήσουμε.

Σκέφτομαι ότι πίσω από αυτά τα χαμόγελα, πίσω από αυτά τα ζωηρά πρόσωπα, κρύβεται μια οργή. Μια βαθιά οργή για όλα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Δεν θα βρισκόντουσαν εκεί, στα Προπύλαια, αν δεν την ένιωθαν. Θα ήταν σε κάποια καφετέρια και θα έπιναν αδιάφορα τον καφέ τους, πριν πάνε σπίτι να δουν κάποιο βλακώδες τηλεριάλιτι. Αλλά όχι: Ήταν εκεί. Και αυτό σημαίνει πολλά. Ή τουλάχιστον έτσι ελπίζω…

Ένα από τα πανώ που είχαν ετοιμάσει οι οργανωμένοι διαδηλωτές έγραφε: «Δεν μας τρομοκρατούν, μας εξοργίζουν». Πολύ θα ήθελα να το πιστεύω αυτό. Αλλά αυτό που βλέπω γύρω μου δεν «κολλάει» με αυτό το πανώ. Εντάξει, αρκετός κόσμος μαζεύτηκε στα Προπύλαια – περισσότερος απ’ό,τι περίμενα, δεδομένου ότι το γεγονός δεν έλαβε καμία απολύτως δημοσιότητα από τα «παραδοσιακά» ΜΜΕ. Αλλά ποιοι είναι αυτοί που «δεν τρομοκρατούνται»; Και πόσοι είναι; Και πώς δείχνουν αυτήν την «οργή»; Δεν ξέρω, κάτι δε μου πάει καλά.

Αυτό που δε μου πέρασε καθόλου από το μυαλό πριν πάω στην προσυγκέντρωση στα Προπύλαια ήταν ο απαράβατος κανόνας του (ελληνικής εμπνεύσεως) ακαδημαϊκού ημιώρου, σύμφωνα με τον οποίο οποιαδήποτε εκδήλωση λαμβάνει χώρα οπουδήποτε στην Ελλάδα (είτε μιλάμε για μια συναυλία, είτε για μια διάλεξη, ή ακόμα και για μια διαδήλωση) δεν επιτρέπεται να ξεκινήσει αν δεν περάσει τουλάχιστον μισή ώρα από την προβλεπόμενη ώρα έναρξης. Έτσι, ξεροστάλιαζα σαν τον μαλάκα μπροστά από το συντριβάνι, μέχρι να αρχίσουν τα πανώ να βγαίνουν δειλά-δειλά στην Πανεπιστημίου κατά τις 7.30. Αλλά εντάξει, έχω συνηθίσει να με στήνουν. Μια ζωή στην ώρα μου. Ελπίζω και ο Χάρος να έρθει στην ώρα του και όχι νωρίτερα, σεβόμενος τα παθήματά μου.

Βγήκα στον άδειο δρόμο. Δεν υπήρχε ίχνος αυτοκινήτου. Μόνο άνθρωποι, που είχαν καταλάβει τον δρόμο με το «έτσι θέλω». Μια ιδιότυπη, υπέροχη «δικτατορία των πεζών». Υπέροχη για μένα, βέβαια, και όχι για τους οδηγούς που πρέπει να ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα εξαιτίας μας. Παράπλευρες απώλειες.

Η πορεία ξεκίνησε (επιτέλους!) λίγο πριν τις 8. Για άγνωστο μέχρι στιγμής λόγο, βρέθηκα χωμένος στο μπλοκ της ΚΟΕ, η οποία δεν ξέρω τι είναι, δε με ενδιαφέρει να μάθω, αλλά ξέρω σίγουρα πως είδα ένα σφυροδρέπανο στα σημαιάκια της. Ήμουν ακριβώς στη μέση της πορείας: Μπροστά οι «οργανωμένοι» με τα πανώ τους, πίσω οι «ανεξάρτητοι» σαν εμένα.

Στην αρχή, τα συνθήματα ήταν μάλλον χλιαρά. Μόλις, όμως, έκαναν την εμφάνισή τους τα ΜΑΤ στα πεζοδρόμια της Πανεπιστημίου, ακολουθώντας την πορεία διακριτικά, άρχισαν τα «χοντρά» συνθήματα: «Κάτω από τα κράνη σας έχετε σκατά/τι να καταλάβετε από λευτεριά», «Σε κάθε γωνία υπάρχει αστυνομία/η χούντα δεν τελείωσε το ’73», και φυσικά το all-time classic «Και τώρα ένα σύνθημα που όλους μας ενώνει/μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Αν δεν ξεσπάσεις στην Αστυνομία, πού θα ξεσπάσεις;

Βέβαια, το αγαπημένο μου σύνθημα απ’όλη την πορεία ήταν το «Η ανατροπή δεν είναι εκπομπή/Πρετεντέρη ψόφα, να κάνουμε γιορτή». Είπαμε, το μίσος προς τους μεγαλοδημοσιογράφους (και ειδικά προς τον συγκεκριμένο) δεν είναι αδικαιολόγητο. Ο Πρετεντέρης είναι πλέον το σύμβολο της δημοσιογραφικής καφρίλας. Και είναι σχεδόν εξίσου μισητός με τα ΜΑΤ – για μένα, ακόμα περισσότερο.

Κάτι που με ενόχλησε: Επειδή ακριβώς βρισκόμουν κοντά στους «οργανωμένους» διαδηλωτές, παρατήρησα ότι αυτοί φώναζαν με όλη τους τη δύναμη τα συνθήματα του υποβολέα τους όταν αυτά ήταν τύπου «Εμπρός, λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι». Όταν, όμως, ακουγόταν το «Λε-λε-λευτερια, για τον Μάριο λευτεριά», δεν φώναζαν καθόλου, ή φώναζαν με εμφανώς λιγότερο πάθος. Όταν συμμετέχεις σε μία πορεία δήθεν για να υποστηρίξεις έναν άνθρωπο που έχει αδικηθεί, είναι φάουλ να μην κρατάς έστω τα προσχήματα. Εντάξει, το ξέρουμε ότι συγκεκριμένες παρατάξεις κατεβαίνουν στις πορείες μόνο και μόνο για να προωθήσουν τη δική τους ατζέντα – αλλά γαμώτο, λίγο σεβασμό. Όσες φορές ακούστηκε το σύνθημα «Η δίψα για τη λευτεριά/είναι μεγαλύτερη απ’όλα τα κελιά», αυτό έγινε από τους ανεξάρτητους διαδηλωτές. Αυτούς που βρέθηκαν στην πορεία για τον Μάριο, κι όχι για τους εαυτούς τους.

Όταν η πορεία έφτασε στο Σύνταγμα, κατά τις 8.50, είδα κάποιους περίεργους να βγάζουν φωτογραφίες από τα μπαλκόνια των ξενοδοχείων. Αναρωτήθηκα αν συμβαίνουν τέτοια πράγματα, τέτοιες διαδηλώσεις στο εξωτερικό. Και τι θα έλεγαν αυτοί οι τουρίστες γυρίζοντας στην πατρίδα τους, δείχνοντας τις φωτογραφίες που έβγαλαν στο ταξίδι τους στην Ελλάδα; «Εδώ είμαι στην Ακρόπολη, φοβερή εμπειρία. Και εδώ είναι μια γαμάτη πορεία, δεν ξέρω γιατί, αλλά είχε φάση». Σκέφτηκα ότι κι εγώ στη θέση τους το ίδιο ακριβώς θα έκανα.

Με το που έφτασε και πάλι η πορεία κοντά στο Πανεπιστήμιο, ακούστηκε το πρώτο «μπουμ». Αυτό δεν ήταν καλό. Ακολούθησαν κι άλλα «μπουμ». Μαζευτήκαμε όλοι στην αριστερή μεριά της Πανεπιστημίου, μάλλον καθοδηγούμενοι από ένα ένστικτο επιβίωσης. Πλησιάζοντας περισσότερο, είδαμε αυτό ακριβώς που περιμέναμε: Μικρή ομάδα κουκουλοφόρων πετούσε πέτρες και ό,τι άλλο έβρισκε πρόχειρο σε μια διμοιρία των ΜΑΤ που αμυνόταν. «Μεμονωμένο περιστατικό», σκέφτηκα. Ναι, καλά…

Κακά τα ψέματα, ήμουν βέβαιος από καιρό ότι θα συνέβαιναν πάλι επεισόδια. Αλλά, μετά από μια τόσο ειρηνική πορεία, χωρίς παρατράγουδα, απλώς ήλπιζα ότι ίσως και να τη γλιτώναμε. Ναι, καλά…

Την ελπίδα μου την γκρέμισαν οι «γνωστοί-άγνωστοι». Όταν τελείωσε η πορεία, κινήθηκα προς το Σύνταγμα, άπειρος ων. Περνώντας έξω από την Στοά Κοραή, είδα τους κουκουλοφόρους να απομακρύνονται από τους αστυνομικούς που πετροβολούσαν και να πλησιάζουν προς τα εκεί. Όταν πια είχα απομακρυνθεί αρκετά, τους άκουσα να συζητάνε μεταξύ τους: «Αυτός είναι; Αυτός είναι που έκανε τη μαλακία;». Και αμέσως άρχισαν να επιτίθενται στην καφετέρια που βρίσκεται στην είσοδο της Στοάς Κοραή. Το μένος τους ήταν απίστευτο: Πετούσαν πέτρες, κλωτσούσαν τα τζάμια για να σπάσουν, προσπαθούσαν να διαλύσουν τα σιδερένια ρολά. Μίσος. Γιατί τόσο μίσος; Ποια να ήταν η «μαλακία» που πλήρωσε ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού; Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι κάπου έπρεπε να ξεδώσουν τα «παιδιά».

Τα οποία «παιδιά», στο μεταξύ, είχαν πολλαπλασιαστεί. Ήταν περίπου 50 πλέον. Και, έχοντας πια ισοπεδώσει την καφετέρια, έψαχναν άλλους στόχους. Άρχισαν να πετάνε πέτρες στο σήμα της τράπεζας που βρισκόταν ακριβώς δίπλα. Κάποιοι ήταν εύστοχοι. Κάποιος άλλος είχε σχεδόν κρεμαστεί από το πεζοφάναρο της Πανεπιστημίου και προσπαθούσε να το καταστρέψει. Τι να σκεφτόταν, άραγε; Μάλλον τίποτα απολύτως.

Καθ’όλη τη διάρκεια αυτών των βανδαλισμών, οι υπόλοιποι που συμμετείχαμε στην πορεία είχαμε υποχωρήσει στην πλευρά του Πανεπιστημίου, γύρω από την είσοδο του μετρό, και παρακολουθούσαμε αμέτοχοι τους «μπαχαλάκηδες» να τα κάνουν λίμπα. Ήμασταν πολύ περισσότεροι: Αν αποφασίζαμε να τους σταματήσουμε, θα μπορούσαμε να το κάνουμε. Αλλά ποιος τολμάει να τα βάλει με τους τρελούς; Κανένας. Έτσι, καθόμασταν και τους κοιτάζαμε, με ένα ανάμικτο αίσθημα έκπληξης και αηδίας.

Η συνέχεια ήταν η αναμενόμενη: Οι «μπαχαλάκηδες» επιτέθηκαν στα ΜΑΤ, που ανταπέδωσαν με δακρυγόνα. Αυτή ήταν και η στιγμή που αναγκάστηκα εκ των πραγμάτων να φύγω κακήν-κακώς, όπως και όλοι οι άλλοι: Η ατμόσφαιρα ξαφνικά έγινε αποπνικτική, έτσουζαν τα μάτια, η μύτη και ο λαιμός μου – καλά, τι σκατά χημικά βάζουν σ’αυτά τα δακρυγόνα;

Κατέληξα να περπατάω στην «καθαρή» Ακαδημίας, για να ξαναβρώ την ανάσα μου. Πηγαίνοντας προς το Σύνταγμα, αναρωτιόμουν τι είχαμε πετύχει με αυτήν την πορεία: Είχαμε ταλαιπωρήσει δεκάδες οδηγούς, είχαμε κάνει δεκάδες μετανάστες να αναρωτιούνται τι σκατά φωνάζαμε με τέτοιο πάθος, είχαμε βροντοφωνάξει δεκάδες συνθήματα εναντίον του ΠΑΣΟΚ, του ΔΝΤ και του Πρετεντέρη (καμία σχέση με τον Μάριο) είχανε κλείσει οι φωνές μας από τα συνθήματα…Και όλα αυτά γιατί; Για να εκμεταλλευτούν την περίσταση ένα τσούρμο βλάκες και να τα χαλάσουν όλα. Γιατί πρέπει πάντα οι βλάκες να κάνουν κουμάντο σε αυτόν τον κόσμο; Γιατί;

Απογοητεύτηκα. Είδα πολλούς νεαρούς ανθρώπους μέσα στην πορεία να φωνάζουν με παλμό και ενθουσιασμό, να πιστεύουν πραγματικά στον στόχο αυτής της πορείας, όμως είδα ακόμα περισσότερα κομματόσκυλα να φωνάζουν συνθήματα για την παράταξή τους, ακυρώνοντας ουσιαστικά τον λόγο της συμμετοχής τους. Είδα ανθρώπους να ενδιαφέρονται πραγματικά για τον σκοπό της πορείας, αλλά βάζω στοίχημα ότι περισσότεροι από τους μισούς που συμμετείχαν δεν μπήκαν καν στον κόπο να μάθουν τι σημαίνει αυτό το «Ζ» στο «Μάριος Ζ.». Και όλα αυτά σε μία πορεία που υποτίθεται ότι οργανώθηκε από ανεξάρτητους φορείς. Φαντάσου να την έκανε το ΚΚΕ, δηλαδή…

Τέλος πάντων, αν κάτι πρέπει να μείνει από αυτήν την πορεία είναι το σύνθημα για τον Μάριο: «Λε-λε-λευτεριά, για τον Μάριο λευτεριά». Αν αυτή η πορεία βοηθήσει έστω και κατά 1% στην αποφυλάκιση του Μάριου Ζέρβα, θα μπορούμε να λέμε ότι πέτυχε. Και θα μπορούμε να πάμε και στην επόμενη πορεία με αναπτερωμένο ηθικό, πεπεισμένοι ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο – ή έστω, να αποκαταστήσουμε μια αδικία. Αυτή η ελπίδα μπορεί να μας κρατήσει ζωντανούς. Όσο αντέξει κι αυτή μέχρι να πεθάνει. Πρώτη αυτή, και μετά εμείς.

Τελευταία συμβουλή: Κρατήστε την ελπίδα ζωντανή. Resistance is NOT futile.


…μόνο που, δυστυχώς, είναι ο Κούγιας… Ο Γρηγορόπουλος σκοτώθηκε σαν σήμερα πριν έναν χρόνο…

Δεν ξεχνάμε την 6η Δεκεμβρίου. Αυτοί που έχουν την εξουσία (την ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ εξουσία, όσο μεγάλη ή μικρή κι αν είναι) πρέπει να καταλάβουν ότι δεν μπορούν να κάνουν ό,τι γουστάρουν. Ο επόμενος μπορεί να είμαι εγώ ή εσύ. Ας κάνουμε κάτι γι’αυτό.

Άντε, καλές διαδηλώσεις και καλές πορείες να έχουμε…Και φρόνιμα, ε; Μη γίνει διπλή η επέτειος…