Δεν ξέρω ειλικρινά τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος που βιώνει μία τόσο δύσκολη περίοδο στη ζωή του, όπως συμβαίνει σε πολλούς από μας. Οι εύκολες λύσεις είναι πάντα εκεί: Αυτοκτονία και τρέλα. Βέβαια, οι εύκολες λύσεις μπορεί να είναι πολύ εύκολες για σένα, αλλά είναι πολύ δύσκολες για τους δικούς σου ανθρώπους. Και είναι πολύ εγωιστικό να γλιτώνεις με ευκολία από τα δικά σου προβλήματα, φορτώνοντάς τα στους γύρω σου. Αλλά μήπως όλοι αυτό δεν κάνουμε; Δεν αυτοκτονούμε κάθε μέρα; Δεν αποποιούμαστε τις προσωπικές μας ευθύνες, φορτώνοντάς τα όλα στο «Δημόσιο»; Και ποιος είναι τέλος πάντων αυτό το «Δημόσιο»; Υπάρχει ένας χοντρός τύπος που κάθεται πίσω από ένα γραφείο με ταμπελάκι «Δημόσιος» και διαχειρίζεται τα πάντα; Φυσικά και όχι. Το «Δημόσιο» είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και κάθε ρουσφέτι, κάθε φοροδιαφυγή, κάθε απρόσεκτη ψήφος είναι μια μαχαιριά στην καρδιά του. Και κατ’επέκταση και στην δική μας. Θα καταλάβουμε άραγε ποτέ ότι το Δημόσιο είμαστε εμείς οι ίδιοι;

«Μπατσόκ». Όλοι μας έχουμε μία κακή κουβέντα να πούμε για αυτήν την κυβέρνηση. Οι πιο ήπιοι θα την πουν αποτυχημένη και ανίκανη. Οι πιο εξοργισμένοι θα την πουν προδοτική και επικίνδυνη. Ακόμα και οι άνθρωποι που ψήφισαν αυτήν την κυβέρνηση είναι σήμερα αυτοί που τη μισούν περισσότερο απ’όλους. Είναι μία κυβέρνηση που αντλεί την όποια νομιμότητά της από παραθυράκια της δημοκρατίας. Μία κυβέρνηση που στηρίζεται σε παραθυράκια νόμων που η ίδια ή οι προκατοχοί της δημιούργησαν. Μία κυβέρνηση που ψηφίστηκε από αφελείς ανθρώπους, που πίστεψαν ότι «λεφτά υπάρχουν», όμως αυτοί οι αφελείς άνθρωποι δεν έχουν κανέναν τρόπο να πάρουν πίσω την ψήφο τους. Μετά την απομάκρυνση εκ της κάλπης, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται.

Η κυβέρνηση αυτή δεν είναι δικτατορική. Είναι δημοκρατικά εκλεγμένη. Αυτό όμως μόνο στους τύπους. Γιατί στην πράξη λειτουργεί σαν χούντα. Τα ΜΑΤ που λειτουργούν ως προσωπική της ασφάλεια από κάθε αντιφρονούντα. Η τακτική τρομοκρατίας που επιχειρεί να αποτρέψει τις συγκεντρώσεις και τις πορείες διαμαρτυρίας. Οι τρομοκρατημένοι βουλευτές της που ψηφίζουν το ένα άθλιο νομοσχέδιο μετά το άλλο, επειδή ξέρουν πως αν δεν το κάνουν θα εκτελεστούν (πολιτικά) την ίδια κιόλας ημέρα. Οι νόμοι που ψηφίζονται με 154 ψήφους, όταν θα’πρεπε να ψηφίζονται με 180 λόγω της σοβαρότητάς τους. Αν μυρίζει σαν χούντα και μοιάζει με χούντα, τότε μάλλον είναι χούντα.

Ξέρω ότι οι λέξεις είναι σκληρές και φέρνουν άλλους συνειρμούς στο μυαλό. Και ξέρω ότι την original χούντα δεν την έζησα. Ίσως δεν έχουν καμία σημασία οι χαρακτηρισμοί. Δεν έχει νόημα να συγκρίνεις τη μία εποχή με την άλλη, οι διαφορές θα είναι πάντα περισσότερες από τις ομοιότητες. Όμως αν το δεις αντικειμενικά, αυτή η κυβέρνηση έχει όλα τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, αλλά κανένα από τα μορφικά. Αν ο όρος «χούντα» σου φαίνεται βαρύς, άκομψος, αδικαιολόγητος, ανιστόρητος, υπερβολικός, νομίζω ότι ο όρος «ολοκληρωτικό καθεστώς» δε θα σου φανεί τίποτα από αυτά.

Κι όμως, νιώθω ότι πολλοί δεν το βλέπουν έτσι, και δεν είμαι σίγουρος αν κάνω εγώ λάθος ή αυτοί. Νιώθω ότι είναι πάρα πολλοί αυτοί που δεν τους ενδιαφέρει αν αυτός που τους κυβερνά είναι σοσιαλιστής, φιλελεύθερος, εθνικιστής, κομμουνιστής ή συνταγματάρχης, αρκεί να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, προνόμια που σε πολλές περιπτώσεις κατέκτησαν με δόλιους τρόπους. Φοβάμαι ότι είμαι πολύ ρομαντικός και πολύ αφελής που πιστεύω ότι μπορεί να αλλάξει αυτή η χώρα, όταν οι νοοτροπίες τόσων ανθρώπων παραμένουν προσκολλημένες σε εποχές παχιών αγελάδων, όταν ο καθένας πίστευε ότι μπορούσε να κάνει ό,τι γουστάρει εις βάρος του Δημοσίου και να μην υποστεί τις συνέπειες. Αυτοί που ανδρώθηκαν με αυτό το καθεστώς είναι οι ίδιοι που σήμερα φωνάζουν και θέλουν να πέσει η κυβέρνηση, όχι επειδή τη θεωρούν επικίνδυνη για τον τόπο, αλλά επειδή την θεωρούν επικίνδυνη για τα συμφέροντά τους. Και φαίνεται πως είναι ακόμα εξίσου αφελείς για να πιστέψουν μία νεοδημοκρατική εκδοχή του «λεφτά υπάρχουν», ελπίζοντας πως έτσι θα προασπίσουν τα (αμφίβολης ηθικής και νομιμότητας) κεκτημένα τους.

Υπάρχει ελπίδα τελικά; Αρχίζω να αμφιβάλλω. Δε βλέπω θέληση για πραγματική αλλαγή. Φυσικά, το πιο δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας, που είναι οι νέοι, αντιδρά πιο έντονα. Ίσως η λύση να είναι ένα νέο Πολυτεχνείο. Αλλά κι αυτό ακόμα πλέον είναι δύσκολο: Το άσυλο καταργείται. (είπα τίποτα για χούντα; Δεν είπα.)

Δυστυχώς, δεν έχω να προτείνω τίποτα. Πρέπει με κάποιον μαγικό τρόπο να αλλάξουν όλα. Οι πολιτικοί μας να αντικατασταθούν από υπεύθυνους ανθρώπους. Οι συνδικαλιστές μας να μεταμορφωθούν σε ανεξάρτητους διεκδικητές εργατικών δικαιωμάτων. Οι φοιτητές να απαγκιστρωθούν από κάθε φοιτητική παράταξη. Οι αστυνομικοί να αρχίσουν να προστατεύουν τον πολίτη, όπως οφείλουν. Οι δημοσιογράφοι να δοκιμάσουν την ανεξάρτητη και αντικειμενική ενημέρωση. Και το κυριότερο: Όλοι μας να αλλάξουμε νοοτροπία. Να αλλάξουμε τη σχέση μας με το Δημόσιο – δηλαδή, να αλλάξουμε τις μεταξύ μας σχέσεις. Να μην κοιτάμε πώς θα πηδήξουμε τον άλλο, όποιος κι αν είναι αυτός, αλλά πώς θα τον βοηθήσουμε, και πώς τελικά θα βοηθηθούμε κι εμείς χάρη σε αυτήν την πράξη.

Είναι τόσο ουτοπικό, που ειλικρινά δεν ξέρω αν πρέπει να δακρύσω ή να ξεσπάσω σε υστερικά γέλια. Ζω σε αυτήν τη χώρα εδώ και 27 χρόνια, και δε νιώθω πια ότι μπορεί να αλλάξει κάτι. Κατά καιρούς γνωρίζω ανθρώπους στην ηλικία μου μορφωμένους, έξυπνους, δραστήριους. Και απελπισμένους. Ανθρώπους που ξεκίνησαν να αλλάξουν τον κόσμο και κατέληξαν να αλλάζουν μπιφτέκια στα Goody’s. Ανθρώπους που πια δεν πιστεύουν σε τίποτα και σε κανέναν. Ούτε και στον εαυτό τους. Και αυτό είναι το χειρότερο. Γιατί αν δεν πιστεύεις ότι κάτι μπορεί να επιτευχθεί, τότε μόνο κατά τύχη μπορεί αυτό να συμβεί. Και τώρα τελευταία η τύχη δεν είναι με το μέρος μας, δυστυχώς…


Ας υποθέσουμε ότι γεννιέσαι σε ένα ωραίο, γαλάζιο σπίτι, και οι γονείς σου είναι κάτι συμπαθητικοί τύποι που σε φροντίζουν και σου κάνουν όλα τα χατίρια, με μοναδικό όρο να τους σέβεσαι και να τους τιμάς ως γονείς και προστάτες σου. Στην πορεία, το πράγμα αρχίζει και αλλάζει. Αρχίζουν και γίνονται πιο απότομοι, αδιάφοροι, κοιτάνε τα δικά τους προβλήματα και δεν ασχολούνται με τα δικά σου, σού κόβουν το χαρτζιλίκι κάθε τόσο επικαλούμενοι είτε οικογενειακά οικονομικά προβλήματα, είτε δική σου υπαιτιότητα («δε σου δίνω, γιατί τα σκορπάς εδώ κι εκεί»), κάθε φορά που αντιδράς σε κάτι που σου επιβάλλουν στέλνουν πληρωμένους μαφιόζους να σε σπάσουν στο ξύλο και να σε φλομώσουν στα χημικά…Και έρχεται κάποια στιγμή που σου λένε «ξέρεις, πρέπει να πληρώσεις μία εισφορά αλληλεγγύης για όλους αυτούς που είναι πιο φτωχοί από σένα. Και μία εισφορά επειδή έχεις ένα σπίτι να μείνεις. Α, κι επίσης πρέπει από τα λεφτά που παίρνεις να ξοδεύεις τουλάχιστον το 60% σε καταναλωτικά προϊόντα, αλλιώς θα πληρώσεις επιπλέον φόρο». Ε, κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι είσαι πλέον ανεπιθύμητος στο σπίτι, ότι στην πράξη σου λένε «δίνε του, παράσιτο». Μαζεύεις τα πράγματά σου και αναζητάς την τύχη σου κάπου αλλού.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση μας διώχνει με τρόπο από τη χώρα, θυμίζοντας άτολμο εραστή που δεν μπορεί να πει ευθέως στην γκόμενά του ότι θέλει να την χωρίσει, και της κάνει τη ζωή κόλαση μέχρι να το πάρει μόνη της απόφαση και να τον χωρίσει αυτή. Μας κάνει να νιώθουμε ανεπιθύμητοι, μέχρι και επικίνδυνοι για τη χώρα: Αν τολμήσουμε να αντιδράσουμε στα «δίκαια» μέτρα της, είμαστε πολέμιοι της δημοκρατίας. Αν τολμήσουμε έστω και να σκεφτούμε ότι η οικονομία δεν είναι υγιής και ίσως να πτωχεύσει η χώρα, είμαστε προδότες. Και αν μείνουμε σε αυτήν τη χώρα, είμαστε καταδικασμένοι στη μιζέρια.

Κάθε τόσο, κυβερνητικοί αξιωματούχοι προσπαθούν να πείσουν τους νέους να μείνουν στη χώρα και να τη βοηθήσουν να συνέλθει, πετώντας κενολογίες όπως «οι νέοι είναι το μέλλον της χώρας» και «η χώρα χρειάζεται τα νέα μυαλά». Στην πράξη, όμως, κάνουν τα πάντα για να τους απωθήσουν στο εξωτερικό. Μετατρέπουν τα πανεπιστήμια σε χωματερές πεπαλαιωμένης γνώσης. Τους «τιμωρούν» αν δουλέψουν πριν από τα 25 τους, επιτρέποντας στους εργοδότες να τους δίνουν χαμηλότερους μισθούς. Και φυσικά κάνουν τα πάντα για να αυξηθεί όλο και περισσότερο η ανεργία. Με κάτι τέτοιες κινήσεις δε δείχνεις ότι θες να μείνουν οι νέοι στη χώρα. Δείχνεις ότι θες να τους ξεφορτωθείς με κάθε πιθανό τρόπο.

Ειλικρινά δεν ξέρω τι περιμένουν να πετύχουν με όλα αυτά. Κάθε μέρα νιώθω όλο και περισσότερο σαν πειραματόζωο. Ένα ποντίκι εργαστηρίου που το εμβολιάζουν με όλες τις αρρώστιες, το ακρωτηριάζουν, το βασανίζουν, και περιμένουν να δουν αν και πότε θα αντιδράσει. Και αυτό δεν αντιδρά, γιατί νιώθει πολύ αδύναμο και μόνο – είναι δύσκολο να αντιδράσεις όταν εσύ και οι όμοιοί σου βρίσκεστε κλεισμένοι ο καθένας στο απομονωμένο κλουβί του, την ίδια στιγμή που οι βασανιστές σας είναι ελεύθεροι και οργανωμένοι.

Όμως καμιά φορά τα πειράματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο. Τα πειραματόζωα καταφέρνουν να σπάσουν τα δεσμά τους και επιτίθενται στους μαθητευόμενους μάγους, που πανικόβλητοι τρέχουν να σωθούν από την ίδια οργή που από μόνοι τους γιγάντωναν για τόσο καιρό. Άλλες φορές, βέβαια, τα πειραματόζωα δεν τα καταφέρνουν, και το μόνο που πετυχαίνουν είναι να εξαγριώσουν τους πειραματιστές ακόμα περισσότερο, με αποτέλεσμα να υποστούν ακόμα χειρότερα βασανιστήρια (όσα από αυτά επιβιώσουν).

Αλλά πες μου εσύ: Δεν αξίζει να δαγκώσεις το χέρι που σε ταΐζει δηλητήριο, έστω κι αν διακινδυνεύεις να μείνεις νηστικός για ένα διάστημα, ή ακόμα και να πεθάνεις; Εγώ πιστεύω πως αξίζει. Αν όλοι το πιστεύαμε, μπορεί και να τους τρομάζαμε τους πειραματιστές, αντί να τους εκπλήσσουμε και να τους πεισμώνουμε κάθε μέρα με την αντοχή μας στα βασανιστήριά τους. Αν όλοι το πιστεύαμε, ίσως να καταφέρναμε να διαπεράσουμε τους πληρωμένους σεκιουριτάδες που τους φυλάνε και να τους χώσουμε τους δοκιμαστικούς σωλήνες στον κώλο. Το πρόβλημα, όμως, είναι πάντα το ίδιο: Αυτοί είναι ενωμένοι, συσπειρωμένοι, προστατευμένοι, την ίδια στιγμή που εμείς είμαστε διχασμένοι, καχύποπτοι, απροστάτευτοι. Κλεισμένοι στα αυτοσχέδια κλουβιά μας, για τα οποία πλέον θα πρέπει και να πληρώνουμε.

Αν ούτε αυτήν τη φορά πιστέψουμε στους εαυτούς μας, θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας, θα τους δώσουμε το δικαίωμα να πειραματιστούν κι άλλο πάνω στα ταλαιπωρημένα μας κορμιά. Και μην έχεις καμία αμφιβολία: Έχουν ακόμα πολλά «προϊόντα» να δοκιμάσουν. Εσύ τι λες; Θα πεθάνεις σαν πειραματόζωο;


Καθώς γύριζα σήμερα από τη δουλειά, πέρασα έξω από μία πολυκατοικία, στην είσοδο της οποίας οι ένοικοι είχαν μαζευτεί για συνέλευση. Βλέποντάς τους να φωνάζουν και να διαφωνούν, σκέφτηκα δύο πράγματα: Πρώτον, να γιατί το όνειρο κάθε Έλληνα είναι να αγοράσει μια μονοκατοικία, ας είναι και μια καλύβα με εξωτερική τουαλέτα, αρκεί να μην έχει άλλους πάνω από το κεφάλι του να τον ταλαιπωρούν με τις διαφωνίες τους για το αν το πετρέλαιο φέτος θα το πάρουμε από την Ρυπόιλ ή την Πετροκλέφτ. Και δεύτερον, πόσο χαρακτηριστική μικρογραφία της Βουλής. Με λιγότερα μέλη, με λιγότερα χρήματα και ήσσονος σημασίας διακύβευμα, αλλά με τους ίδιους τσακωμούς, τα ίδια «συμφέροντα» και την ίδια γκρίνια όλων για τους διαχειριστές (που συνήθως οι ίδιοι έχουν εκλέξει). Και δεύτερον,

Ωστόσο, η συνέλευση της πολυκατοικίας έχει μία πολύ σημαντική διαφορά από τις συνελεύσεις της Βουλής: Ο διαχειριστής δεν έχει με το μέρος του ανά πάσα στιγμή πενήντα άλλους νοικάρηδες που θα ψηφίσουν τυφλά ό,τι πει αυτός, δίνοντάς του μία απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ό,τι γουστάρει χωρός να δίνει λογαριασμό σε κανέναν – ή έστω να δίνει λογαριασμό, αλλά να ξέρει ότι κανείς δεν μπορεί να του κάνει τίποτα επειδή η πλειοψηφία είναι εξ ορισμού μαζί του. Στην πολυκατοικία δεν υπάρχουν κόμματα – υπάρχουν λυκοφιλίες βέβαια, αλλά δεν είναι το ίδιο. Έτσι, ένας κακός διαχειριστής θα εκπαραθυρωθεί σε χρόνο dt όταν οι περισσότεροι ένοικοι καταλάβουν ότι είναι ανίκανος, ή δόλιος, ή και τα δύο μαζί. Δημοκρατικό, ε;

Κοίτα να δεις, λοιπόν, που το πολίτευμά μας δεν είναι τόσο δημοκρατικό όσο μία συνέλευση πολυκατοικίας! Γιατί όταν ένα κόμμα έχει 151 (τουλάχιστον) πιστά σκυλιά ορκισμένα να υπακούν τυφλά στο αφεντικό και να ψηφίζουν ασυνείδητα ό,τι τους πασάρει, 151 σκυλιά που ποτέ δε θα δαγκώσουν το χέρι που τα ταΐζει και άρα δε θα ψηφίσουν ποτέ εναντίον του (γιατί όποιος δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει μένει νηστικός – έτσι μας έχει μάθει η ελληνική «δημοκρατία»), τότε μπορεί να νιώθει ασφαλής ο εκάστοτε πρωθυπουργός ότι στα τέσσερα χρόνια που θα κυβερνήσει, η χώρα είναι δική του. Μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει. Και ποιος θα του κουνηθεί; Τα κόμματα της αντιπολίτευσης; Χέστηκε, θα ξαμολήσει τα 151 σκυλιά ράτσας του και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ο λαός; Χα, θα ξαμολήσει τα 10.000 σκυλιά του (τα κοπρόσκυλα, ξέρεις) να τον κατασπαράξουν στα χημικά. Κι έτσι, είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι γουστάρει – αρκεί φυσικά να μην έρχεται σε αντίθεση με όσα τον προστάζουν από το εξωτερικό.

Και αυτό το πολίτευμα λέγεται «δημοκρατία». Αν οι αρχαίοι Αθηναίοι ήξεραν ότι το πολίτευμα που επινόησαν θα κατέληγε σε αυτό το πράγμα που είναι σήμερα, θα το γύριζαν στη μοναρχία για να μην στιγματιστούν ιστορικά.

Ας δούμε τώρα τι δυνατότητες έχει ένας λαός που ζει σε μία τέτοια «δημοκρατία»: Πρώτον, μπορεί να περιμένει τέσσερα χρόνια μέχρι να τελειώσει το καταστροφικό της έργο η εκάστοτε κυβέρνηση, και να την «τιμωρήσει» στις εκλογές, επιλέγοντας το αντίπαλον δέος της, που στο παρελθόν αποδείχθηκε ακόμα χειρότερο και δεν υπάρχει κανένα εχέγγυο ότι κάτι έχει αλλάξει από τότε – κοινώς, να απορρίψει την ιδέα του γκρεμού και να πέσει να πνιγεί στο ρέμα. Δεύτερον, μπορεί να δείξει εμπράκτως στην ανίκανη/δόλια/και τα δύο κυβέρνηση ότι δεν της έχει πια εμπιστοσύνη, κι ας την ψήφισε η πλειοψηφία του πριν από ένα-δύο χρόνια. Εμπράκτως, δηλαδή μην πληρώνοντας φόρους και άδικα χαράτσια, αντιδρώντας μαζικά σε συμφωνίες και νομοσχέδια που βλάπτουν το κοινό συμφέρον, και γενικά αντιδρώντας ήπια. Και όχι με τα όπλα, που είναι η τρίτη επιλογή: Εξέγερση, επανάσταση, χάος, διάλυση, και πάμε απ’την αρχή.

(με συγχωρείς αν άφησα απ’έξω τη δυνατότητα να συνταχθείς με το καθεστώς, να βρεις παράνομα μια δουλίτσα και να βγάζεις τα κέρατά σου την ώρα που οι λιγότερο προνομιούχοι ψωμολυσσάνε, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτή η επιλογή θα έπρεπε να δίνεται, ακόμα και σε ένα πολίτευμα τόσο διεφθαρμένο όσο το δικό μας)

Από αυτές τις επιλογές, η πιο εύκολη είναι μακράν η πρώτη: Κάνεις το σκατό σου παξιμάδι, κρατάς την οργή σου στο σπίτι σου, δέρνοντας τη γυναίκα και τα παιδιά σου αντί γι’αυτούς που πραγματικά σου φταίνε, και στα τέσσερα χρόνια πάνω ψηφίζεις την εναλλακτική βερσιόν του ίδιου κόμματος, που θα κάνει ακριβώς τα ίδια. Είναι, φυσικά, και η λιγότερο αποτελεσματική. Η τρίτη, πάλι, είναι λίγο ταμπού. Φαίνεται πως κατά βάθος φοβόμαστε να εξεγερθούμε, γιατί νομίζουμε πως αυτό θα μας τοποθετούσε στις τριτοκοσμικές χώρες, εκεί που ο κόσμος μαζεύεται στις πλατείες και σκοτώνεται για ένα ιδανικό – ενώ εμείς είμαστε δυτικοί ρε, λύνουμε τις διαφορές μας πολιτισμένα και δεν πολεμάμε για τα ιδανικά μας, απλά καθόμαστε και περιμένουμε να μας έρθουν ουρανοκατέβατα. Έτσι μας έχουν μάθει. Φοβόμαστε να το κάνουμε, και γι’αυτό ακόμα κι αν το κάνουμε θα αποτύχει. Θα μας διαλύσουν εύκολα – δεν έχουμε καν μία υποτυπώδη ταξική συνείδηση για να ενωθούμε κάτω από μία κοινή ομπρέλα. Ακόμα και στις διαδηλώσεις μας είμαστε χωρισμένοι σε ομάδες: Αλλού η ΓΣΕΕ, αλλού το ΠΑΜΕ, αλλού οι καθηγητές, αλλού οι φοιτητές, αλλού οι κομμουνιστές, αλλού οι απογοητευμένοι πασόκοι, αλλού τα κακαρίσματα, αλλού γεννάν’ οι κότες. Πώς να γίνει επανάσταση;

Και αυτό μας αφήνει μόνο τη δεύτερη επιλογή: Μία «ήπια» επανάσταση. Πάρε για παράδειγμα την έκτακτη εισφορά στα ακίνητα μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ. Αυτή η κυβέρνηση είναι προφανές ότι σε αντιμετωπίζει σαν σκουπίδι: Σε εξαναγκάζει να πληρώσεις έναν εντελώς άσχετο (αλλά φοβερά δυσβάσταχτο) φόρο μέσω της ΔΕΗ, λειτουργώντας ως στυγνός, ανήθικος εκβιαστής: «Ή πληρώνεις τον εντελώς-άσχετο-με-το-ρεύμα φόρο σου, ή μένεις χωρίς ρεύμα». Σε αυτήν την πανικόβλητη κίνηση εκφοβισμού, η απάντηση δεν πρέπει να είναι «ε, αφού με αναγκάζουν δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Δεν ΜΠΟΡΕΙ να είναι αυτή η απάντηση. Η απάντηση πρέπει να είναι μία οργανωμένη κίνηση αντίστασης. Βλέπεις, αν δεν πληρώνει κανείς δεν μπορούν να κόψουν το ρεύμα σε όλη την Ελλάδα. Είναι γελοίο να πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό.

Δεν είμαι κατά του να πληρώνεις τους φόρους σου – το αντίθετο μάλιστα: Αναγνωρίζω ότι είναι η κύρια πηγή εσόδων του κράτους, και άρα όποιος φοροδιαφεύγει βλάπτει το κράτος, άρα κι εμένα κατ’επέκταση. Όμως έχει διαφορά η φοροδιαφυγή από την άρνηση πληρωμής ενός άδικου φόρου. «Και ποιος είσαι εσύ ρε μαλάκα που θα κρίνεις αν είναι δίκαιος ή άδικος ο φόρος;», θα μου πεις. Εξάλλου, το είπε και ο Υπουργός Οικονομικών με στόμφο, ότι το μέτρο είναι δίκαιο. Η απάντησή μου είναι: «Δες τι γίνεται γύρω σου, ποιοι κάνουν πάρτυ με λεφτά που έχουν βουτήξει από το κράτος, ποιοι πληρώνουν σαν μαλάκες για να καλύψουν τις τρύπες που άλλοι δημιούργησαν με μνημειώδη κακοδιαχείριση, και μετά έλα πες μου αν είναι δίκαιο ένα μέτρο που σε φορολογεί επειδή υπέπεσες στο αμάρτημα του να έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου».

Ναι, να συλληφθούν οι φοροφυγάδες, να δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία τους, να τους κρεμάσουμε ανάποδα στο Σύνταγμα και να τους πετάμε ντομάτες, και να τους αναγκάσουμε να κυκλοφορούν με ταμπελάκια «είμαι γκολντεμπόης» για το υπόλοιπο της ζωής τους. Τους φοροφυγάδες, όμως, και όχι αυτούς που βγάζουν 500 ευρώ τον μήνα σε μία άθλια δουλειά, και φορολογούνται γι’αυτά (λες και περισσεύουν χρήματα αν παίρνεις έναν τέτοιο μισθό για να δώσεις και στο κράτος). Βέβαια, εγώ μιλάω εκ του ασφαλούς, καθώς είναι μαθηματικά απίθανο να φορολογηθώ του χρόνου, εκτός κι αν μου κάτσει το Τζόκερ (πράγμα αρκετά δύσκολο με δεδομένο ότι δεν παίζω ποτέ). Και δεν είμαι σίγουρος αν χαίρομαι που βρίσκομαι ακόμα στο απυρόβλητο αφορολόγητο ή θέλω να πέσω σε κατάθλιψη που δεν πρόκειται να φύγω από το πατρικό μου πριν τα 50 μου.

Δε χρειάζεται να τους φοβόμαστε. Αυτοί φοβούνται περισσότερο από μας, είναι φανερό. Γιατί αν κανείς δεν πληρώσει την έκτακτη εισφορά που του αναλογεί, το καθεστώς καταρρέει. Δε γίνεται αλλιώς. Είναι κάτι σαν αντίποινα: Αυτοί μας εκβιάζουν ότι αν δεν πληρώσουμε θα μας κόψουν το ρεύμα. Εμείς μπορούμε να τους εκβιάσουμε ότι αν μας κόψουν το ρεύμα θα τους κόψουμε τα κεφάλια και θα τα βάλουμε να κρέμονται στην είσοδο της Βουλής για παραδειγματισμό των επόμενων. Και, κατ’επέκταση, ότι αν δεν παραιτηθεί αυτή η καταστροφική κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να ξαναπάρει το κράτος φράγκο από κανέναν.

Κοινώς, αφού αυτοί παίρνουν μέτρα για μας χωρίς να μας ρωτάνε, ας πάρουμε μια φορά κι εμείς τα μέτρα μας. Χωρίς να τους ρωτήσουμε. Και μετά να βάλουμε κάτω τα μέτρα και των δύο μας και να δούμε ποιος την έχει μεγαλύτερη.

(τη νομιμοποίηση, προφανώς.)


Σεβασμός: η εκτίμηση που δείχνουμε σε κάποιο πρόσωπο για τα ψυχικά και πνευματικά του χαρίσματα και τα κάθε λογής προσόντα του (από εδώ)

Εμπιστοσύνη: πίστη στην καλή πρόθεση ή ικανότητα κάποιου (από εδώ)

Σεβασμός και εμπιστοσύνη. Δύο έννοιες που πολλοί παρεξηγούν στις μέρες μας, δείχνοντας σεβασμό και εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που δεν αξίζουν τίποτα από τα δύο, μόνο και μόνο επειδή πιστεύουν ότι πρέπει να τους σεβαστούν και να τους εμπιστευτούν. Και όταν σέβεσαι και εμπιστεύεσαι κάποιον τυφλά, χωρίς να το αξίζει, οι συνέπειες μπορεί να είναι τρομακτικές.

Ας σκεφτούμε ένα παράδειγμα. Έναν πατέρα. Ο πατέρας είναι μία φιγούρα που αυτόματα εμπνέει σεβασμό και εμπιστοσύνη. Το παιδί δεν μπορεί παρά να σέβεται τον άνθρωπο χάρη στον οποίο (κατά 50%) ήρθε στον κόσμο, και δεν μπορεί παρά να τον εμπιστεύεται, καθώς όλοι ξέρουμε ότι ο πατέρας θα είναι πάντα εκεί για το καλό μας, να μας συμβουλεύσει, να μας προστατεύσει, να μας φροντίσει.

Ωστόσο, όπως πολλοί θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν (ευτυχώς, όχι εγώ), υπάρχουν και μπαμπάδες που δεν αξίζουν ούτε σεβασμό, ούτε εμπιστοσύνη από το παιδί τους. Όλοι ξέρουμε κάποια ιστορία για κάποιον τέτοιο πατέρα: Ένας πατέρας που βιάζει την κόρη του. Ένας πατέρας που πίνει και δέρνει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Ένας πατέρας που δουλεύει όλη μέρα και σκόπιμα αποφεύγει να γυρίσει στο σπίτι για να μην τον πρήζει η γυναίκα του και τα παιδιά του με τα προβλήματά τους. Όλοι αυτοί οι πατεράδες έχουν το εξής κοινό: Αν και τους καλύπτει ο αυτόματος σεβασμός και η εμπιστοσύνη του παιδιού προς τον πατέρα, στην πραγματικότητα δεν τα αξίζουν. Μήπως, λοιπόν, δεν θα’πρεπε να τους κάνουμε αυτήν τη χάρη;

Εδώ είναι το λάθος: Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένας αυτόματος σεβασμός. Πρόκειται για μία ανόητη κοινωνική σύμβαση. Γιατί ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη δεν έρχονται αυτόματα με την ανάληψη ενός ρόλου ή ενός τίτλου. Τον σεβασμό δεν τον κερδίζεις σε ένα βράδυ, ούτε μπορείς να τον απαιτήσεις από τους άλλους. Ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη κερδίζονται κάθε μέρα, και αυτός που ζητάει να τον σέβονται και να τον εμπιστεύονται πρέπει να τους αποδεικνύει κάθε μέρα για ποιον λόγο πρέπει να τα κάνουν αυτά.

Και τώρα πάμε στο κυρίως θέμα: Ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη είναι δύο στοιχεία απαραίτητα για κάθε κυβέρνηση. Γιατί και αυτός που κυβερνά, ένας «πατέρας» είναι: Κάποιος που υπόσχεται ότι θα φροντίσει, θα προστατεύσει και θα συμβουλεύεσει τον λαό που τον ψήφισε. Και άρα, ως «πατέρας» αποκτά αυτήν την αυτόματη εμπιστοσύνη και τον αυτόματο σεβασμό.

Το πρόβλημα είναι το εξής: Αν τελικά αποδειχθείς κακός «πατέρας», ακόμα και αυτά τα στοιχεία που αποκτάς αυτόματα θα τα χάσεις, αναπόφευκτα. Γιατί το να κοροϊδέψεις έναν λαό είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο – αλλά το να τον διατηρήσεις σε αυτήν την κατάσταση για τέσσερα χρόνια είναι λίγο πιο δύσκολο.

Ας δούμε, τώρα, τη σημερινή κυβέρνηση. Αποσπώντας ένα σαρωτικό ποσοστό στις τελευταίες εθνικές εκλογές, το ΠΑΣΟΚ είχε την πλήρη στήριξη μίας σημαντικής μερίδας του κοινού – και άρα, την εμπιστοσύνη τους. Ο σεβασμός, πάλι, ήταν λίγο πιο δύσκολη υπόθεση: Με έναν πρόεδρο που στην πλειοψηφία του κόσμου έχει καταγραφεί ως «ο άνθρωπος που δεν ξέρει να κάνει ποδήλατο», ακόμα και ο αυτόματος σεβασμός είναι πιο επιφυλακτικός. Όμως η θέση του ως πρωθυπουργού του έδινε τον απαραίτητο αυτόματο σεβασμό για να κάνει τη δουλειά του απρόσκοπτα.

Στην πορεία, κάτι πήγε στραβά. Η κυβέρνηση έκανε λάθη, φρικτά λάθη. Και τα λάθη φέρνουν έλλειψη εμπιστοσύνης και σεβασμού. Οι ίδιοι άνθρωποι που πριν από δύο χρόνια ψήφισαν «δαγκωτό» ΠΑΣΟΚ, τώρα χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο. Και φυσικά έχουν αποσύρει τόσο την εμπιστοσύνη, όσο και τον σεβασμό τους από το πρόσωπο του πρωθυπουργού (και από την κυβέρνηση εν γένει).

Όταν μία κυβέρνηση έχει χάσει τον σεβασμό του κόσμου, έχει δύο επιλογές: Είτε κάνει μία ύστατη προσπάθεια να τον επανακτήσει, είτε βυθίζεται αύτανδρη και κατεβαίνει σε εκλογές που είναι βέβαιο πως θα χάσει. Εσείς τι λέτε ότι προσπάθησε να κάνει αυτή η κυβέρνηση; Νομίζω ότι μαντέψατε σωστά.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κρατιέται με νύχια και με δόντια στην εξουσία, έχοντας απωλέσει την εμπιστοσύνη του κόσμου, ακόμα και κάποιων μελών της. Πώς προσπαθεί να κερδίσει ξανά αυτήν την εμπιστοσύνη; Επικαλούμενη τον πατριωτισμό του κόσμου – επίκληση στο συναίσθημα, δηλαδή παράκαμψη της λογικής και κατευθείαν «επίθεση» στο θυμικό, ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το κόλπο δεν πιάνει, όμως. Η κυβέρνηση έχει χάσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό της, και αυτό καταδεικνύεται από δύο πρόσφατα γεγονότα:

– Οι αντιδράσεις του κόσμου μετά το πρόσφατο «χαράτσι» στα ακίνητα δείχνουν ότι έχασε οριστικά τον σεβασμό του. Δεν είναι τόσο η αδικία της εισφοράς – άδικα μέτρα υπήρξαν πολλά, και θα υπάρξουν και πάντα θα υπάρχουν. Είναι όμως ο τρόπος που επέλεξαν να επιβάλουν αυτήν την εισφορά: Μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ. Παραδεχόμενη ουσιαστικά ότι δεν μπορεί να συλλέξει τις εισφορές με τον παραδοσιακό τρόπο, η κυβέρνηση καταφεύγει σε μία απίστευτη αλχημεία, συνδέοντας μία έκτακτη εισφορά για τα ακίνητα με τον λογαριασμό της ΔΕΗ, μόνο και μόνο για να εκφοβίσει τους πολίτες της και να τους αναγκάσει να πληρώσουν, αφού αν δεν το κάνουν θα μείνουν χωρίς ρεύμα. Είναι μία κίνηση δειλή, απερίσκεπτη, πανικόβλητη και άρα μία κίνηση που κάνει ακόμα και αυτούς που για κάποιον λόγο ακόμα έτρεφαν έστω κάποιον σεβασμό για την κυβέρνηση να τον χάσουν.

– Σήμερα είχαμε ένα άλλο ενδιαφέρον «χτύπημα»: Μία υπάλληλος της Στατιστικής Υπηρεσίας έκανε κάποιες πολύ σοβαρές καταγγελίες, υποστηρίζοντας λίγο-πολύ ότι η κυβέρνηση σκόπιμα «μαγείρεψε» τα οικονομικά δεδομενα όταν ανήλθε στην εξουσία, προκειμένου να μπει η χώρα στο μνημόνιο. Αυτό από μόνο του δε λέει τίποτα – κι εγώ θα μπορούσα να βγω αύριο στα ραδιόφωνα και να πω ότι ο Βενιζέλος έχει κέρατα και ο Παπακωνσταντίνου ουρά. Δε θα με πίστευε κανείς, όμως. Γιατί όταν έχεις από τη μία πλευρά κάποιον εντελώς άγνωστο (και άρα εξ ορισμού αναξιόπιστο) και από την άλλη μία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, το λογικό είναι η πλάστιγγα να γείρει υπέρ της κυβέρνησης. Για κάντε, όμως, μια έρευνα. Τι πιστεύουν οι περισσότεροι; Ποιος νομίζουν ότι έχει δίκιο; Μπορεί όλα αυτά να είναι μπούρδες και να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη υπάλληλος ήταν εμπαθής, ή βαλτή, ή οτιδήποτε. Όμως το γεγονός ότι οι περισσότεροι είναι ανοιχτοί στο να βάλουν τον λόγο κάποιου άγνωστου και ανυπόληπτου ανθρώπου πάνω από τον λόγο της κυβέρνησης που οι ίδιοι έφεραν στην εξουσία, καταλαβαίνεις ότι πλέον δεν υπάρχει καμία απολύτως εμπιστοσύνη σε αυτήν την κυβέρνηση.

Χωρίς, λοιπόν, σεβασμό και εμπιστοσύνη, αυτή η κυβέρνηση καταρρέει. Και αν δεν έχει καταρρεύσει ακόμα, είναι επειδή δεν της έχουμε δώσει τη χαριστική βολή. Δεν της έχουμε αποδείξει, δηλαδή, έμπρακτα ότι ούτε την εμπιστευόμαστε, ούτε τη σεβόμαστε. Αν, για παράδειγμα, γίνονταν αύριο εκλογές, θα καταποντιζόταν. Αλλά η κληρονομική δημοκρατία μας δε λειτουργεί έτσι, δυστυχώς ή ευτυχώς.

Πώς μπορούμε να αποδειξουμε έμπρακτα τα αισθήματά μας γι’αυτήν την κυβέρνηση; Αρνούμενοι να πληρώσουμε τις εισφορές που επιβάλλει. Με αυτόν τον τρόπο δείχνουμε ότι δεν τη σεβόμαστε (γιατί δείχνουμε μαζική ανυπακοή σε ένα άδικο μέτρο που μας επιβάλλει με τη δύναμη της εξουσίας της) και δεν την εμπιστευόμαστε (γιατί δείχνουμε ότι δεν μας πείθει η προσπάθειά της να «σώσει τον τόπο», όπως λέει). Και φυσικά της στερούμε ένα σημαντικό έσοδο, χωρίς το οποίο είναι αδύνατο να παραμείνει στην εξουσία, σε συνδυασμό με την (αποδεδειγμένη, πια) έλλειψη σεβασμού και εμπιστοσύνης.

Θα μου πεις, «άντε και τους διώξαμε, τι θα γίνει; Θα έρθουν οι γαλάζιοι και θα κάνουν ακριβώς τα ίδια». Όχι. Είναι στο χέρι μας. Εμείς ψηφίζουμε, και εμείς θα αποφασίσουμε. Αν είμαστε ώριμοι ψηφοφόροι, θα δώσουμε την ψήφο μας εκεί που πρέπει. Δεν ξέρω πού «πρέπει», αλλά ξέρω πού ΔΕΝ πρέπει: Στους ίδιους που μας έφεραν εδώ, ένα βήμα πριν τον λάκκο με τα σκατά. Αν τους ξαναψηφίσουμε, καλά να πάθουμε.

Ας ψηφίσουμε, επιτέλους, ανθρώπους που εμπνέουν σεβασμό και εμπιστοσύνη με το έργο τους. Και όχι με το επίθετό τους. Ας ωριμάσουμε ως ψηφοφόροι. Ήρθε η ώρα.


(*scroll down for english translation)

“PROUD TO BE GREEK”. Όλο και κάπου θα το έχεις δει γραμμένο τώρα τελευταία. Είναι μία καμπάνια-παρηγοριά στον άρρωστο, ένα «πατ-πατ» στην πλάτη του ανθρώπου που κλαίει με λυγμούς, μία υπενθύμιση του πόσο γαμάτοι είμαστε, ακόμα και όταν καταρρέουμε όλοι μαζί, χτυπημένοι από μια κρίση που σε μεγάλο βαθμό προκάλεσε αυτή ακριβώς η γαματοσύνη μας.

Θες τη γνώμη μου; Είναι μία ηλίθια καμπάνια. Αν θες πραγματικά να κάνεις τον άλλο να νιώσει καλύτερα, πες του «Είμαστε όλοι ενωμένοι», «Όλοι μαζί θα πετύχουμε», «Υπάρχει ακόμα ελπίδα». Αν θες να τον κινητοποιήσεις για κάτι, πες του «Σήκω από τον καναπέ», «Χτύπα αυτούς που σε χτυπάνε», «Μην τους αφήνεις να σου πίνουν το αίμα». Με το να του λες να είναι «περήφανος που είναι Έλληνας», στην καλύτερη περίπτωση θα του ανυψώσεις για λίγο το ηθικό, προτού συνειδητοποιήσει ότι δεν έχει κάνει ποτέ τίποτα για το οποίο θα’πρεπε να είναι περήφανος. Στη χειρότερη, θα του ανυψώσεις το εθνικό φρόνημα και θα πάει να σαπίσει στον ξύλο κανέναν μετανάστη να ξεμπουκώσει.

Αλλά πού ξέρεις, μπορεί και να λέω μαλακίες. Ας δοκιμάσω κι εγώ να αναλύσω τι σημαίνει να είσαι Έλληνας σήμερα, και ίσως τελικά να έχω όντως καλούς λόγους να είμαι περήφανος και να μην το ξέρω. Για να δούμε, λοιπόν:

– Από οικονομικής απόψεως, η Ελλάδα είναι μία κατεστραμμένη χώρα. Την πνίγουν τα χρέη, και της επιβάλλουν να παίρνει συνεχώς δάνεια για να αποπληρώσει τα παλιά χρέη, δημιουργώντας ακόμα μεγαλύτερα χρέη για το μέλλον. Αν δε χρεωκοπήσει σήμερα, θα χρεωκοπήσει αύριο, όταν πια δε θα είναι χρήσιμη σε κανέναν. Όλοι οι οικονομικοί δείκτες είναι για κλάματα: Παραγωγή; Μηδέν. Ανεργία; Στα ύψη. Ανάπτυξη; Αρνητική. Χρέος; Άσ’τα να πάνε. Και ποιος φταίει γι’αυτό; Εσύ, μαλάκα Έλληνα. Εσύ που ψήφιζες τους «δικούς σου» βουλευτές για να διορίσουν το παιδί σου στο Δημόσιο ή για να σου βγάλουν εκείνη την αδειούλα που δεν ήθελες να πληρώσεις για να την βγάλεις. Εσύ φταις. Εντάξει, φυσικά μπορεί να μην είσαι εσύ ο φταίχτης, μπορεί εσύ να ήσουν τίμιος. Αλλά ήταν ο γείτονάς σου. Ο κολλητός σου. Ο μπατζανάκης σου. Ο ψιλικατζής της γειτονιάς. Ο πολιτικός που ψήφιζες. Όλοι αυτοί που, όταν σου έλεγαν για τα «κατορθώματά» τους, εσύ όχι μόνο δεν τους έβριζες, όχι μόνο δεν αντιδρούσες, αλλά τους έλεγες και «καλά κάνεις ρε», τους χτύπαγες συναδελφικά στον ώμο και επικροτούσες την στάση τους. Και τώρα γκρινιάζεις ότι δεν έχεις λεφτά. Ε, καλά να πάθεις. Για την ελληνική οικονομία, NOT PROUD TO BE GREEK.

– Πάμε στην πολιτική: Ένα σάπιο σύστημα, που ξεκινάει από την διεφθαρμένη κορυφή και καταλήγει στην σαθρή εκλογική βάση. Ένα σύστημα τόσο δημοκρατικό, που ακόμα και μέσα στα κόμματα ισχύει ο νόμος του ενός: Αν διαφωνήσεις με την επίσημη γραμμή του κόμματος σε ένα οποιοδήποτε θέμα, καρατομείσαι. Μπορεί να είσαι ο πιο σοφός άνθρωπος του κόσμου (αν και μάλλον δύσκολο, αν έχεις λάβει ελληνική παιδεία), αλλά αν διαφωνήσεις με τον μπουμπουνοκέφαλο που οι άλλοι κρετίνοι όρισαν πρόεδρο του κόμματος για το ωραίο του το επίθετο, είσαι περιττός. Χειρότερα από περιττός: Επικίνδυνος. Όλοι οι πρωθυπουργοί της Μεταπολίτευσης (37 χρόνια έχουν περάσει από τότε) είχαν όλα κι όλα 4 επίθετα. Δύο Καραμανλήδες, δύο Παπανδρέου, ένας Μητσοτάκης, ένας Σημίτης. Αν πρέπει να δώσεις ένα όνομα στο πολιτικό μας σύστημα, αυτό είναι «κληρονομική δημοκρατία». Ο λαός ψηφίζει μεν, οι επιλογές του όμως περιορίζονται σε απογόνους παλιών (και πολύ πιο ικανών) πολιτικών. Είναι ένα ιδιαίτερα πρωτότυπο πολιτικό σύστημα – μπορείς να πεις ότι ανέκαθεν στην Ελλάδα ήμασταν πρωτοπόροι, λανσάροντας και την άμεση δημοκρατία πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια, αλλά ειλικρινά, μπορείς να είσαι περήφανος για ένα τέτοιο σύστημα; Για την ελληνική πολιτική κατάσταση, NOT PROUD TO BE GREEK.

– Ας περάσουμε σε μερικά κοινωνικά θέματα. «Η Ελλάδα περνάει δύσκολες ώρες». Καμία αμφιβολία. «Πρέπει όλοι να κάνουμε θυσίες». Δεκτό. «Πρέπει να πληρώσετε όλοι για τα είδη πολυτελείας». Κατανοητό. «Πρέπει όλοι να πληρώσετε για το κεραμίδι που έχετε πάνω από το κεφάλι σας». Εξοργιστικό, αλλά δε γαμιέται, πρέπει να σωθεί η χώρα. «Πρέπει να πληρώσετε για το κεραμίδι που έχετε πάνω από το κεφάλι σας, και αν δεν το κάνετε θα σας κόψουμε το ρεύμα». Ακόμα πιο εξοργιστικό, αλλά θα το καταπιώ κι αυτό. «Φυσικά, σε όλα αυτά η Εκκλησία θα σφυρίζει αδιάφορα και να μη συμμετάσχει καθόλου». Συγνώμη – ΤΙ ΕΙΠΕΣ; Η Εκκλησία, η ίδια Εκκλησία που έχει περισσότερα ακίνητα απ’όσα θα δει ένα μεσιτικό γραφείο σε 700 χρόνια λειτουργίας, δε θα πληρώσει για τις εκκλησίες της, την ίδια στιγμή που ένας άνεργος, ένας ανάπηρος και ένας συνταξιούχος θα πρέπει να φτύσουν αίμα για να πληρώσουν ένα άδικο εισπρακτικό μέτρο; Ε λοιπόν, ένα κράτος που βάζει πάνω από την ευημερία των πολιτών του την ευημερία των παπάδων του δεν αξίζει κανέναν σεβασμό. Για τη στάση του κράτους απέναντι στην κοινωνία και την Εκκλησία, NOT PROUD TO BE GREEK.

– Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά πράγματα ακόμα: Την κατάσταση των ελληνικών σχολείων, που δεν έχουν καν βιβλία. Την κατάσταση των ελληνικών νοσοκομείων, που σε λίγο θα είναι self-service. Την άρνηση των περισσοτέρων να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, απαιτώντας τα ίδια προνόμια που είχαν παλιά, έστω κι αν αυτά μας έφεραν σε αυτήν την κατάσταση. Την προκλητική κηδεμονία των τραπεζών από το κράτος, την ίδια στιγμή που για να πάρεις και να αποπληρώσεις ένα δάνειο πρέπει να φιλήσεις κατουρημένες ποδιές (και πάλι, το πιο πιθανό είναι να καταλήξεις στη φυλακή). Την τρομακτική ανεργία, που σου επιτρέπει να πανηγυρίζεις έξαλλα αν βρεις μία δουλειά στην οποία βγάζεις αρκετά για να ξοφλήσεις το νοίκι του μήνα (αν και το πιθανότερο είναι στα 30 σου να μένεις ακόμα με τους γονείς σου, με λίγες προοπτικές να αλλάξει αυτό σύντομα). Όλα αυτά τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας, για τα οποία I’M NOT PROUD TO BE GREEK.

Αλλά ξέρεις κάτι; Όλα αυτά είναι για τους άλλους. Είναι γενικά φαινόμενα. «Φταίει μια μικρή μερίδα ανθρώπων που έχει καταστρέψει τη χώρα», μπορεί να πει κάποιος, αποσιωπώντας (ή ακόμα χειρότερα, αγνοώντας) τις δικές του ευθύνες, «και άρα όλα αυτά που λες είναι παπαριές, δε με αφορούν εμένα, γιατί εγώ αντιπροσωπεύω το γαμάτο κομμάτι της Ελλάδας, που είναι και μεγαλύτερο στο κάτω-κάτω». Ας πούμε, λοιπόν, ότι ενστερνίζομαι αυτήν την άποψη. Ναι, όλα τα προβλήματα της Ελλάδας οφείλονται σε: α. κακόβουλους ανθρώπους που είναι φιλοαμερικάνοι και θέλουν να παραδώσουν τη χώρα στα χέρια του Ομπάμα, β. ζηλιάρηδες λαούς που επιβουλεύονται την καλυτερότερη χώρα του κόσμου, γ. ένα τεστ του Θεού που θέλει να μας δοκιμάσει και να δει αν αξίζουμε να κερδίσουμε την αιώνια σωτηρία, δ. εξωγήνες δυνάμεις που απ’όλον τον πλανήτη διάλεξαν την Ελλάδα για να κάνουν τα παιχνίδια τους, ε. __________________________ (εδώ προσθέστε τη δική σας θεωρία συνωμοσίας). Ναι, η Ελλάδα είναι η χώρα που έχει ήλιο 365 μέρες τον χρόνο, που έχει το καλύτερο φαγητό του κόσμου, που έχει τους πιο ανοιχτόκαρδους και φιλόξενους ανθρώπους στον κόσμο (μισό να ξεράσω και επιστρέφω…******…Οκ, συνεχίζω), που έδωσε στον κόσμο τα φώτα της δημοκρατίας, που έχει τα πιο ωραία νησιά και τα πιο ωραία ηλιοβασιλέματα, και τις πιο ωραίες γυναίκες, και τους πιο ωραίους άνδρες. Αλλά ξέρεις κάτι; Δεν είμαι περήφανος για όλα αυτά. Τα περισσότερα από αυτά είναι κλασικά στερεότυπα, του τύπου «στην Αγγλία βρέχει κάθε μέρα», και ελάχιστη (ή και καθόλου) αλήθεια περιλαμβάνουν. Αλλά ακόμα κι αν ήταν αλήθεια, και πάλι δε θα ήμουν περήφανος. Το γεγονός ότι η μοίρα με έφερε σε αυτήν τη χώρα με τα ωραία νησιά και τα ωραία ηλιοβασιλέματα, και όχι σε μία χώρα με ωραίες ερήμους ή ωραίες τούνδρες, δε σημαίνει ότι πρέπει να είμαι και περήφανος γι’αυτήν. Περήφανοι αξίζει να είμαστε για πράγματα που ΕΜΕΙΣ έχουμε κάνει, και όχι η φύση για μας. Δεν μπορώ να είμαι περήφανος για τον εαυτό μου επειδή έτυχε να γεννηθώ εδώ. Χρειάζεται κάτι παραπάνω.

Ας δούμε, λοιπόν, εμένα προσωπικά. Έναν άνθρωπο 27 χρονών, χωρίς ενεργή ανάμειξη στα πολιτικά (αλλά πολιτικοποιημένο), χωρίς διαπλοκές με κανέναν απολύτως (δεν πρόλαβα ακόμα, και να ήθελα δηλαδή), σπουδαγμένο (ανάθεμα τα ιδιωτικά σχολεία και τα ΑΕΙ μου), ουδέτερο. Θα έπρεπε εγώ προσωπικά να αισθάνομαι περήφανος επειδή είμαι Έλληνας; Για να δούμε.

Σπούδασα σε ένα σχολείο που θεωρείται ένα από τα καλύτερα της χώρας και σε ένα πανεπιστήμιο που θεωρείται ένα από τα καλύτερα της χώρας. Όλα όσα έμαθα στο σχολείο και το πανεπιστήμιο, ανατράπηκαν απότομα όταν βγήκα στην παραγωγική διαδικασία. Όλη η ιστορία που μας είχαν μάθει στο σχολείο ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Μας μάθαιναν να γράφουμε εκθέσεις αποστειρωμένες, τυποποιημένες, μόνο και μόνο για να τσιμπήσουμε έναν βαθμό παραπάνω, και στην πραγματικότητα γράφαμε αηδίες που κανένας σοβαρός άνθρωπος δε θα ενδιαφερόταν ποτέ να διαβάσει. Διδαχτήκαμε κείμενα ελληνικής λογοτεχνίας με μηδαμινή λογοτεχνική αξία από ξερόλες καθηγητές που ποτέ δεν θα δεχόντουσαν τη δική σου οπτική πάνω στο κείμενο. Όσο για το Πανεπιστήμιο, όλη η θεωρία της δημοσιογραφίας που διδάχτηκα ήταν για πέταμα. Ή μάλλον, ήταν εξαιρετική – αλλά εντελώς ανεφάρμοστη στην Ελλάδα. Η δημοσιογραφική δεοντολογία που λάτρεψα όχι μόνο δεν υπάρχει στα παραδοσιακά ΜΜΕ, αλλά ισχύει το ακριβώς αντίστροφο: Το κάθε Μέσο καταφεύγει στις πιο άθλιες και ανεπίτρεπτες μεθόδους για να περάσει η γραμμή ενός καναλάρχη, ενός μεγαλοεκδότη, ενός εφοπλιστή – αφήνοντας σε δεύτερη και τρίτη μοίρα την ενημέρωση του πολίτη. Αηδία.

Βλέποντας πως δεν θα μπορέσω ποτέ να πραγματοποιήσω το όνειρό μου να γίνω δημοσιογράφος, στράφηκα σε άλλους τομείς. Σήμερα δουλεύω σε μία εταιρεία και παίρνω τα 700 ευρώ που μπυ επιτρέπουν, στα 27 μου, να ζω αξιοπρεπώς – όσο «αξιοπρεπής» μπορεί να είναι η ζωή κάποιου που στα 27 μένει ακόμα με τους γονείς του. Σύντομα, το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα παίρνω ούτε αυτά τα 700 ευρώ, και έχω πολύ καλές πιθανότητες να ξεκινήσω το «Ημερολόγιο ενός Ανέργου 2: Η Επιστροφή». Το μέλλον διαγράφεται μαύρο και άραχλο.

Μ’αυτά και μ’αυτά, νομίζω ότι μπορείς να πεις πως είμαι ένας μέσος 30άρης: Δουλεύω για 700 ευρώ που δεν είναι καθόλου σίγουρα, με τη δαμόκλειο σπάθη της ανεργίας μονίμως πάνω από το κεφάλι μου, δε βγάζω αρκετά για να ζήσω ανεξάρτητα, και βλέπω το μέλλον μου να το καταπίνουν τα χρέη. Δεν ευθύνομαι για κανένα από τα δεινά που έχουν βρει τη χώρα, είμαι πολύ μικρός για να κατηγορηθώ γι’αυτό. Πλήρώνω τα λάθη άλλων. Θέλω μία ευκαιρία να αποφύγω αυτά τα λάθη στο μέλλον, αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει μέλλον. Είμαι ένας μέσος 30άρης Έλληνας. Και NOT PROUD TO BE GREEK.

Αν είμαι περήφανος για κάτι, είναι που δεν τους ψήφισα ποτέ. Δεν έχω βγάλει ποτέ κυβέρνηση, δεν έχω βγάλει ποτέ βουλευτή. Δεν έχω βάλει το χέρι μου στο παγκάρι. Δεν έχω συμμετάσχει σε κανένα όργιο κερδοσκοπίας. Δεν απαίτησα ποτέ με δόλιους τρόπους τίποτα που να μην αξίζω. Γιατί ξέρω πως αν κατακτήσεις κάτι χωρίς να το αξίζεις, θα το κακοδιαχειριστείς. Και τελικά ή θα το χάσεις, ή θα το εκμεταλλευτείς για δόλιο σκοπό.

Αυτό ακριβώς συνέβη σε αυτήν τη χώρα: Άνθρωποι που δεν άξιζαν να πάρουν τα ηνία της, έφτασαν στην ηγεσία της με δόλιους τρόπους. Την κακοδιαχειρίστηκαν, παρέα με τους υποστηρικτές τους. Την εκμεταλλεύτηκαν με δόλιο σκοπό. Και τώρα το βάρος πέφτει σε εμάς. Εμείς που ποτέ δεν συμμετείχαμε σε αυτήν την κακοδιαχείριση, εμείς καλούμαστε να υποστούμε τις συνέπειες. Άδικο; Άδικο, αλλά ελληνικό.

Γι’αυτό και είμαι πραγματικά περήφανος όταν λέω πως I’M NOT PROUD TO BE GREEK.

———————————————–

«PROUD TO BE GREEK». You may have seen it somewhere lately. It is a social media campaign aiming to «ease the pain», to comfort people who suffer, to remind us how fucking great we are, even when we’re all collapsing under the weight of a crisis which was mainly caused by this «fuckinggreatness».

In my opinion, it’s a stupid campaign. If you really want to help someone feel better, tell him «we’re all united», «we will make it together», «there’s still hope». If you want to motivate him, tell him «get off the couch!», «hit back those who hit you», «don’t let them suck your blood». By urging him or her to be «proud to be Greek», at best you will lift his morale for a while, before he finally realizes that he has never done anything he should be proud of. At worst, it will inflate his nationalist ideas and he will end up beating some poor immigrant to death.

But you know, I might be a liar, or an asshole. So, let me try to examine what it means to be Greek nowadays, and maybe I’ll find out that I do have some good reasons why I should be proud that I’m not aware of. Let’s see:

– Financially, Greece is a ruined country. It is devastated by a huge debt, and it is forced to constantly get new loans in order to pay for the previous ones, resulting in an even greater debt in the future. If it doesn’t default today, it will be forced to do so tomorrow, when it will no longer be useful to anyone. All economic indicators are terrifying: Production? Zero. Unemployment? Soaring. Development? Negative. Debt? Huge. And who’s to blame? It’s you, dumbfuck Greek. It’s you who voted for «your guy» to assure your child would get a job in the public sector or to get for free some license or other service which you should pay for. It’s your fault. Or maybe it wasn’t YOUR fault, maybe you were a decent person. But it was your neighbour. Your buddy. Your sister-in-law. Your local salesperson. The politician you voted for. All of them were bragging about their «achievements», and not only did you never shout at them, but you also encouraged them to continue doing so, applauding their attitude. And now you’re whining about not having any money. Well, you should have seen it coming. As far as Greek economy goes, I’M NOT PROUD TO BE GREEK.

– Let’s move on to politics: We have a completely corrupt system from bottom to top. A system democratic enough to discourage politicians from disagreeing with their party’s head, or they’ll soon find themselves kicked out of the party. You may be the wisest man in the world (although that’s rather hard if you have graduated from the Greek educational system), but unless you unconditionally agree with the retarded guy whom the other cretins decided to appoint party president because of his historical surname, you’re useless. Worse than useless: Dangerous. All the prime ministers since 1974 (in 37 years, that is) shared 4 surnames: Karamanlis (uncle and nephew), Papandreou (father and son), Mitsotakis and Simitis. If you should give a proper name to our unique political system, it would be «hereditary republic». Sure, people do vote for their leader, but their options are narrowed down to descendants of older (and usually much more capable) prime ministers. You have to admit, it’s a unique system – you may say that Greeks were always pioneers, having invented democracy some thousands years ago, but frankly, who would be proud for a corrupt system like our modern one? As far as politics go, I’M NOT PROUD TO BE GREEK.

– And now some social issues: «Greece is going through difficult times». No doubt. «We must all make sacrifices». True. «We must all pay for luxuries». Understandable. «We must all pay for the house we live in». Outrageous, but if it is needed to save the country, let’s do it. «…and if you don’t pay, we will cut the power off your house». Even more infuriating, but what the hell, it’s for a good cause. «…of course, the Church will have to pay nothing for its buildings». Excuse me – WHAT? The Church, which owns itself more properties than a usual real estate office will ever see in 700 years, will not pay a dime, while unemployed people, disabled people and pensioners get to pay a devastating amount just because they still own a house? Well, a state that cares more about some religious company than it does for its citizens’ welfare doesn’w deserve any respect at all. When it comes to the state’s attitude towards its people, I’M NOT PROUD TO BE GREEK.

– I could mention many more things. The state of our educational system, where books are not available this year because of some bureaucratic mess-up. The state of Greek hospitals, which are collapsing. The refusal om so many people to adapt to this new situation, demanding that they keep the same privileges they used to have, even though it’s privileges like theirs that les Greece to this situation. The outrageous custody of the banks by our government, when it is almost impossible for an average citizen to get a loan from them these days (and even if you get one, you’ll probably end up in jail, unable to pay for the various inexplicable charges). The soaring unemployment, which makes you happy enough if you get a job in which you merely make the rent (although it’s more likely that in your thirties you will be still living with your mom and dad). All these are some of the worst problems our society faces, and frankly, I’M NOT PROUD TO BE GREEK.

But you know what? All these concern «the others». «It was a small portion of people that ruined this country», someone might say, ignoring his own responsibilities, «so everything you say is bullshit and does not concern me, because I represent the fabulous portion of Greek people». Well, yes, all of Greece’s problems are due to: a. malicious people who want to deliver the country in the hands of _________ (insert foreign country), b. jealous people who conspire against the world’s most beautiful country, c. some sadistic test conducted by God in order to see if the Greeks are worth salvaging, d. aliens who, from the whole Earth, chose Greece to do whatever they want to do, e. ___________________ (insert your crazy theory here). Yes , Greece is the country where the sun always shines, it has the best cuisine, the most open-hearted and hospitable people in the world («philoxenia», you know? Yeah, right.), the most beautiful islands, the most beautiful women, the most gorgeous men. Even if it is so (***spoiler alert*** it isn’t so), I’m not proud of that. The fact that fate brought me to this country with beautiful islands and beautiful sunsets, instead of a country with beautiful deserts or tundras, does not mean I should be proud of it. We should be proud about things that WE have done, and were not decided by luck. I can’t be proud of myself just because I was accidentally born here. I’ll need something more than that.

Well, let’s see what I, myself, have accomplished. I’m 27 years old, not actively involved in politics (but fond of politics in general and a voter), I have no connections to any organization or politician, I’m well-educated and I’m generally neutral. Should I personally be proud to be Greek? Let’s see.

I studied at a private school that is considered to be the best in the whole country, and then a university which is considered as one of the best in the country. Everything I learnt at school and university proved to be completely useless a few years later. The «history» we were taught was actually a big, nationalistic lie. In Greek classes, we learnt how to write boring, standardized reports, just so that we could get a good mark – but we never actually learnt how to write as people, instead of robots. The Greek literature texts we were taught had only minimal literary value, and of course the teacher would never accept your perspective of the story. As for university, the whole theory of journalism I was taught proved to be useless. In fact, it was excellent, but totally irrelevant to how the Greek media work. Not only don’t the Greek media respect the journalistic ethics, but they actually reverse them: They are deliberately biased, protecting the interests of their owner and providing information the way that it suits them, instead of the way it really is.

(well, obviously this is not just a Greek phenomenon; nevertheless, it is really annoying. And dangerous.)

Convinced that I would never succeed in turning my dream (becoming a journalist) to reality, I tried to find another job. I currently work for a small company for 700 euros per month, which allow me to live decently – well, as decently as it can get when you’re still living with your parents and you’re 27 years old. But soon I will probably be unemployed again, since the company is facing financial problems. The future is not very bright, is it?

You could say that I’m an average Greek in his late twenties: I work for 700 euros in a job that has nothing to do with what I wanted to do in my life, and soon I will be unemployed due to financial problems. I don’t make enough money to live on my own and I see humongous debts overshadowing my future. I am not responsible for anything that has gone bad for Greece all these years. I’m paying the toll for other people’s mistakes. I am asking for a chance to avoid these mistakes in the future, but I don’t even know if there is a future. I am an average young Greek and I’M NOT PROUD TO BE GREEK.

But I AM proud of something. I am proud because I never voted for them. I never gave my vote to any government, I never voted for any of the prime ministers this country has seen. I never stole money from anyone. I never speculated against my country. I never demanded fraudulently anything that I do not deserve. Because I know that if you gain something without deserving it, you will unavoidably misuse it, and eventually lose it.

Which is exactly what happenned to this country: People who did not deserve to be its leaders came to power, promising things they could never realistically do and therefore lying to their voters in order to get their vote. They misused their power, and so did their ministers and their supporters. And now, thw joke’s on us. We never participated in this corruption, but we are the ones who have to face the consequences. Unfair? Sure: Unfair, but totally Greek.

And that’s why I’m really proud to say that I’M NOT PROUD TO BE GREEK.

 


Ένα από τα σημαντικότερα καλά του Internet είναι ότι χάρη σε αυτό ακούγονται απόψεις που πριν από 20 χρόνια μπορεί να μην είχαν βρει ποτέ τον τρόπο να εκφραστούν. Βέβαια, αυτό είναι και ένα από τα σημαντικότερα κακά του, γιατί πολλές από αυτές τις απόψεις που διαβάζεις κάθε μέρα σε blogs ή σε τυχάρπαστα «ενημερωτικά» sites είναι για τα μπάζα, γραμμένα από ανθρώπους άσχετους, εμπαθείς, πληρωμένους ή όλα αυτά μαζί. Αλλά για την ώρα ας κρατήσουμε το θετικό κομμάτι: Αυτό που θα διαβάσεις είναι μία διαφορετική άποψη. Δε θα διαβαζόταν ποτέ και από κανέναν αν δεν υπήρχε το Internet.

Ας ξεκινήσουμε με μία γενική παραδοχή: Ήμουν πάντα άσχετος από οικονομικά. Και ήμουν άσχετος όχι επειδή είμαι χαζός και δεν τα χωράει το κεφάλι μου, αλλά επειδή μισώ τα οικονομικά και όταν πάει κάτι σχετικό να εισβάλει στον εγκέφαλό μου, αυτός το φτύνει αμέσως έξω, σαν βλαβερό μικρόβιο. Όταν έψαχνα για δουλειά σαν δημοσιογράφος και με ρωτούσαν στις συνεντεύξεις «ποιο είδος δημοσιογραφίας σε ενδιαφέρει;», η κλασική μου απάντηση ήταν «οτιδήποτε εκτός από οικονομικά». Πράγματι, ζήτα μου να πάρω δηλώσεις από έναν ποδοσφαιριστή, βάλε με να στήσω καρτέρι για μερόνυχτα έξω από τον κάδο σκουπιδιών της Μενεγάκη περιμένοντας να βρω στα σκουπίδια της θετικό τεστ εγκυμοσύνης, πες μου να ξαμοληθώ στις καφετέριες να ρωτάω τον κόσμο τι γνώμη έχει για το Κυπριακό, δώσε μου μια κάμερα να πάω με κίνδυνο της ζωής μου στη Λιβύη και να φωτογραφίζω πτώματα. Μόνο μη μου ζητήσεις να γράψω ένα άρθρο για τον πληθωρισμό, το χρηματιστήριο ή το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών – μέχρι και τα γραφήματα για τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης με μπερδεύουν.

Βέβαια, η οικονομία είναι σαν την αναπνοή: Είτε σου αρέσει είτε όχι, πρέπει να μάθεις πώς λειτουργεί, αλλιώς πέθανες. Και πραγματικά, είναι τρομερά εκνευριστικό για μένα να πρέπει να μάθω πώς λειτουργεί η πιο καταστροφική εφεύρεση του ανθρώπου μετά την ατομική βόμβα και το Facebook, αλλά πώς μπορείς να μην ασχοληθείς; Το να ζεις στην επιλεκτικά χρεωκοπημένη Ελλάδα και να μην ξέρεις τίποτα από οικονομικά είναι σαν να είσαι ναυαγοσώστης και να μην ξέρεις κολύμπι.

Τούτων δοθέντων, ας μπούμε επιτέλους στο ψητό: Χθες η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωζώνης ανακοίνωσε ένα νέο «σχέδιο Μάρσαλ», το οποίο προβλέπει ένα πακέτο 109 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα, σε σούπερ ντούπερ συσκευασία και με ευκολίες πληρωμής. Μετά από αυτήν την εξέλιξη όλοι είναι χαρούμενοι, το ΠΑΣΟΚ είναι και πάλι το αγαπημένο μας κόμμα, ο Γιώργος Παπανδρέου είναι ο πατέρας-τέρας-τέρας μας, οι Έλληνες ξεχύνονται κατά χιλιάδες στην Ομόνοια να πανηγυρίσουν τον εθνικό μας θρίαμβο και τα κορόιδα οι Ευρωπαίοι χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο που μας έβαλαν στη ζώνη του ευρώ, κοντέψαμε να τους καταστρέψουμε και μας πληρώνουν κι από πάνω. Ή μήπως όχι;

Εγώ δεν έχω κανέναν λόγο να είμαι αισιόδοξος. Δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να συμμεριστώ τη χαρά του κάθε πασόκου που νομίζει ότι ξαφνικά δικαιώνεται η ψήφος του. Δεν έχω κανέναν λόγο να πιστέψω τις φιλοκυβερνητικές εφημερίδες που αποθεώνουν αυτούς που αύριο θα φτύνουν (αν δεν τα’χουν φτύσει αυτές πρώτα, βέβαια). Και εξηγούμαι.

Τα λεφτά αυτά δε μας τα χαρίζει κανείς. Δανεικά είναι. Αν έρθει αύριο ο πατέρας μου στο σπίτι και μου πει «παιδί μου τέλειωσαν τα προβλήματά μας, πήρα δάνειο 109 δισεκατομμύρια από την τράπεζα, πάρε τα μισά να αγοράσεις 20 αυτοκίνητα και 40 σπίτια», δε θα σηκωθώ να πανηγυρίσω. Θα τον ρωτήσω «και πώς θα τα δώσουμε πίσω αυτά τα λεφτά;». Αν μου απαντήσει «έλα μωρέ, κάτι θα βρούμε», θα είναι ανώριμος. Αν μου απαντήσει «‘ντάξει μωρέ, τι μας νοιάζει, θα τα φορτώσεις στα τρισέγγονά σου τα χρέη», θα είναι ανεύθυνος. Κι αν δε μου απαντήσει τίποτα και απλά συνεχίσει να ξοδεύει ασυλλόγιστα όπως ακριβώς έκανε όλα τα τελευταία χρόνια, θα είναι ηλίθιος. Υπάρχει, φυσικά, και το ενδεχόμενο να τα διαχειριστεί σωστά και τελικά να βγάλει τα διπλάσια και να μας φτάσουν για να πληρώσουμε την τράπεζα και να ζήσουμε σαν βασιλιάδες, αλλά θα μου επιτρέψεις να πιστεύω ότι αυτό το ενδεχόμενο είναι τόσο απίθανο όσο το να έρθει ο Μέσι πακέτο με τον Τσάβι και τον Ινιέστα στον Παναιτωλικό.

Σκέψου ότι τα λεφτά αυτά δεν δίνονται σε έναν πεφωτισμένο ηγέτη που θα τα διαχειριστεί ιδανικά και θα μας βγάλει από την κρίση με την πανέξυπνη καθοδήγησή του, αλλά στους ίδιους διεφθαρμένους πολιτικούς που μας έφεραν στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Γιατί να τους εμπιστευτεί κανείς; Είναι σαν να δίνεις μία βαλίτσα γεμάτη 500ευρα στον Μαύρο Πητ για να σου φέρει ένα πακέτο τσιγάρα και να περιμένεις ρέστα. Τον εμπιστεύεσαι;

Βέβαια, πρέπει να είμαστε δίκαιοι: Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα. Θα μπορούσαμε να έχουμε πτωχεύσει επισήμως, μία προοπτική που είναι πραγματικά ζοφερή αν σκεφτείς ότι συνοδεύεται από στάση πληρωμών, επιστροφή σε ένα αδύναμο εθνικό νόμισμα και μία γενική μιζέρια δεκαετιών, αλλά είναι πραγματικά συζητήσιμο το αν είναι μια χειρότερη προοπτική από αυτήν που πρόκειται να ζήσουμε στα επόμενα ποιοσξερειπόσα χρόνια χάρη στην «επιλεκτική χρεωκοπία» (τι ωραίες λεξούλες που βρίσκουμε όταν θέλουμε να ωραιοποιήσουμε μία καταστροφή, ε; Ίσως θα μπορούσαμε να το πούμε και «οικονομικό τυφώνα Άνγκελα»). Κι ας μειώθηκε εντυπωσιακά το επιτόκιο – το χρέος μπορεί να γίνεται πλέον «βιώσιμο», όπως λένε, αλλά ο βίος του μέσου Έλληνα παραμένει αβίωτος.

Δε θέλω να φανώ λαϊκιστής ή αντιδραστικός. Μακριά από μένα αυτά. Άκουσα λίγο κατά λάθος τον Τράγκα το πρωί στο ραδιόφωνο και συνειδητοποίησα με τρόμο ότι συμφωνούσα μαζί του, αλλά θέλω να πιστεύω ότι είναι απλώς σύμπτωση, συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Ούτε είμαι κατά των ιδιωτικοποιήσεων με το πρόσχημα ότι «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» – μα γι’αυτό ακριβώς είναι πνιγμένη στα σκατά αυτή τη στιγμή η Ελλάδα, επειδή ανήκει στους Έλληνες. Μου είναι πιο εύκολο να εμπιστευτώ πια μία πολυεθνική εταιρεία παρά το ελληνικό Δημόσιο, όσο κυνικό κι αν ακούγεται αυτό. Γιατί μπορώ να νιώθω ασφαλής ότι τα λεφτά που θα δίνω θα μου εξασφαλίζουν μία ποιότητα υπηρεσίας που το Δημόσιο δε θέλει να μου παράσχει, γιατί προτιμά να τρώει τα λεφτά που του δίνω σε παράτυπες δραστηριότητες.

Από την άλλη, έχω αυτήν την εντύπωση ότι με όλο αυτό το σχέδιο οι πλούσιοι θα γίνουν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Θα μου πεις, αυτό είναι κάτι σαν αξίωμα του καπιταλισμού, συμβαίνει παντού και πάντα, αλλά κανείς δεν το παραδέχεται ανοιχτά. Με αυτά τα πακέτα όλοι θα σου πουν πόσο γαμάτη θα γίνει η οικονομία σου, πόσο θα εκτοξευτούν οι χρηματιστηριακοί δείκτες, θα σου πετάξουν κι ένα «σώσαμε τη χώρα» μπας και επανεκλεγούν επικαλούμενοι τον πατριωτισμό που υποτίθεται ότι έδειξαν, αλλά αυτήν την πραγματικότητα θα την αποσιωπήσουν. Αρέσει στον κόσμο να νομίζει ότι όλα αυτά τα λεφτά θα πάνε στην τσέπη του και όχι στους τραπεζικούς λογαριασμούς των γνωστών και μη εξαιρετέων – γιατί να τους χαλάσεις την ψευδαίσθηση, ε;

Εν κατακλείδι, μπορώ να δεχτώ ότι εκεί που ήμασταν στο χείλος του γκρεμού ήρθε κάποιος και μας τράβηξε προς τα πίσω. Αρκεί κι εσύ να δεχτείς ότι μας έριξε σε ένα πηγάδι με σκατά, από το οποίο θα μας πάρει καμιά τριανταριά χρόνια να βγούμε, ζωντανοί μεν, στερημένοι από κάθε αξιοπρέπεια δε.

Αλλά μεταξύ μας, η επιλεκτική χρεωκοπία ταιριάζει γάντι στη χώρα μας. Πάει ασορτί με την επιλεκτική μας μνήμη.


Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρω ότι σε έχω παρατήσει στην τύχη σου, να μαζεύεις αράχνες και σκόνη, αλλά πίστεψέ με, δε θα ήθελες να σε πρήζω κάθε μέρα με το τι έγινε στη δουλειά, πόσο μαλάκες ανθρώπους συναντά κανείς στο μετρό και πόσα υπαρξιακά ερωτήματα περνάνε από το κεφάλι μου το πρωί, όταν το μυαλό μου δεν έχει γίνει ακόμα ζελέ από την κούραση. Πάλι καλά να λες.

Και μπορεί να σε άφηνα στην ησυχία σου για περισσότερο χρονικό διάστημα, αν δεν έτρεχε η επικαιρότητα. Ξέρεις, «Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα», διαδηλώσεις, #greekrevolution και όλα αυτά. Όπως λέει μία σοφή παροιμία, «οι γνώμες είναι σαν τις κωλοτρυπίδες: Όλοι έχουν από μία». Έτσι κι εγώ, έχω μία γνώμη (και μία κωλοτρυπίδα, επίσης) και θα σκάσω αν δεν την πω.

Την περασμένη Τρίτη διάβασα για πρώτη φορά για τους «Αγανακτισμένους στο Σύνταγμα», όταν κάποιος φίλος μου στο Facebook με κάλεσε στην εκδήλωση που είχε ήδη στηθεί για την Τετάρτη στις 6 το απόγευμα. Είχαν ήδη δηλώσει ότι θα παραστούν περίπου 15.000 άλλοι, ενώ ήταν προσκεκλημένοι γύρω στους 100.000 που δεν είχαν απαντήσει. Ρίχνοντας μια ματιά στα posts όσων σκόπευαν να συμμετάσχουν, είδα αυτό που περίμενα: Μία οργή για τους πάντες και τα πάντα, μία αναμενόμενη αγανάκτηση για όλα τα στραβά που μας συμβαίνουν, και φυσικά καμία απολύτως πρόταση. Είδα, όμως, και κάτι που δεν περίμενα: Επανειλημμένες εκκλήσεις από τους περισσότερους για μία ειρηνική διαδήλωση, χωρίς κουκουλοφόρους, χωρίς συμπλοκές, χωρίς δακρυγόνα και – το κυριότερο – χωρίς κόμματα. Ήταν από την αρχή φανερό ότι αυτό που ξεκινούσε ήταν κάτι μεγάλο και φιλόδοξο.

Αρχικά δεν πάτησα το attend. Μέσα στον ορυμαγδό των posts που ερχόντουσαν κάθε 5 δευτερόλεπτα διέκρινες και ένα περίπου 10% το οποίο προερχόταν από ακροδεξιούς. Η εποχή ευνοεί τα ακροδεξιά κινήματα, κι έτσι φοβήθηκα ότι ακόμα κι αν πήγαινε να γίνει κάτι καλό, θα το καρπώνονταν οι ακροδεξιοί. Κι εξάλλου, ποιος θέλει να πάει και να διαδηλώσει στο ίδιο μέρος και για τον ίδιο σκοπό μαζί με έναν ακροδεξιό; Εγώ δεν το ήθελα. Όμως ήμουν πραγματικά περίεργος για να δω τι θα συνέβαινε εκεί – οι attending είχαν ξεπεράσει τους 40.000, και μάλιστα αφού το event «κατέβηκε» και ανέβηκε ξανά κάποια στιγμή το απόγευμα της Τρίτης. Ήταν ένας εντυπωσιακός αριθμός, και δεν ήθελα να είμαι έξω από κάτι τέτοιο.

Πηγαινοντας την Τετάρτη στο Σύνταγμα, αμέσως μετά τη δουλειά, φανταζόμουν επεισόδια και δακρυγόνα. Η εικόνα που αντίκρυσα με διέψευσε εντελώς. Ένα Σύνταγμα γεμάτο από κόσμο, κόσμο απλό, ειρηνικό, και όχι έναν αγριεμένο όχλο. Έβλεπες κόσμο εντελώς ετερόκλητο σε όλα τα επίπεδα: Έβλεπες κόσμο από όλες τις ηλικίες, από όλα τα κοινωνικά στρώματα, από όλα τα μορφωτικά επίπεδα, από όλες τις ιδεολογίες (πιθανότατα).

Αυτή η εντυπωσιακή συνύπαρξη διαφορετικών ανθρώπων στον ίδιο χώρο είναι ταυτόχρονα το μεγαλύτερο πλεονέκτημα και το μεγαλύτερο μειονέκτημα του κινήματος των Αγανακτισμένων. Όταν κατεβαίνεις στο Σύνταγμα νιώθεις ότι είσαι κομμάτι ενός ζωντανού λαού, μίας μερίδας ανθρώπων γεμάτων όνειρα και ενέργεια, ανθρώπων σαν εσένα. Και αυτό είναι πολύ όμορφο. Επίσης, είναι εντυπωσιακό πώς ένας λαός που βλέπεις κάθε μέρα να σκοτώνει για να κάτσει πρώτος στη θέση του μετρό και να παρκάρει όπου γουστάρει χωρίς να ενδιαφέρεται για τον συνάνθρωπό του, ξαφνικά «ενώνεται» για έναν κοινό σκοπό. Αλλά αλήθεια: Ποιος είναι αυτός ο σκοπός;

Αυτό είναι το πρόβλημα. Ο καθένας από τους Αγανακτισμένους έχει τον δικό του σκοπό. Έχει τη δική του ιστορία από πίσω, τα δικά του συμφέροντα να διαφυλάξει και τη δική του γνώμη για το πώς θα το πετύχει αυτό. Ένα μαζικό κίνημα, όσο κι αν είναι εντυπωσιακό σε όγκο, δεν μπορεί να πετύχει τίποτα αν δεν υπάρχει ένας κοινός σκοπός. Ποιος είναι αυτός; Δεν ξέρω. Η συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου θα ήταν μια ιδέα. Η διενέργεια εκλογών, επίσης. Όμως, δεν μπορεί να υπάρξει συνεννόηση μεταξύ 50.000 ανθρώπων, οι οποίοι έχουν 50.000 διαφορετικές απόψεις για το ποιος πρέπει να είναι ο στόχος τους.

Οι επιτροπές και οι συζητήσεις στο Σύνταγμα είναι κάτι το πολύ ενδιαφέρον. Ακούγονται πολλές απόψεις, βγαίνουν χρήσιμα συμπεράσματα και γίνεται φανερό και σε όσους δεν το είχαν κατανοήσει από την αρχή ότι δε μιλάμε για ένα απολιτίκ κίνημα, που κατεβαίνει στο Σύνταγμα για χαβαλέ, αλλά για ένα κίνημα ανθρώπων που ενδιαφέρονται για την πολιτική και γνωρίζουν πολύ περισσότερα γι’αυτήν απ’όσα μπορεί να νομίζουν οι βαθιά νυχτωμένοι πολιτικοί μας. Είναι ελπιδοφόρο το γεγονός ότι υπάρχουν τέτοιες επιτροπές χωρίς κανέναν απολύτως συσχετισμό με κόμματα – στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τα κόμματα ως αποκλειστικούς φορείς ιδεολογίας που οργανώνουν και προσδιορίζουν καθετί που αφορά την πολιτική, αλλά να που αποδεικνύεται ότι και οι «κοινοί θνητοί» μπορούν να κάνουν το ίδιο. Και ίσως να το κάνουν και πολύ καλύτερα.

Είναι πολύ νωρίς ακόμα για συμπεράσματα, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Μπορεί όλο αυτό το κίνημα να είναι μία «φούσκα», που μετά από μια-δυο βδομάδες θα ξεθυμάνει και δε θα τη θυμάται κανείς, όπως συμβαίνει συνήθως με οτιδήποτε αντίστοιχο στην Ελλάδα. Αλλά υπάρχει η ελπίδα αυτό το κίνημα να μετασχηματιστεί σε ένα νέο Πολυτεχνείο. Και πρόσεξε: Ο συσχετισμός με το Πολυτεχνείο παρεξηγείται πολύ εύκολα, αρπάζονται οι άλλοι και λένε «τότε είχε Χούντα, τώρα δεν είναι Χούντα». Ναι, φυσικά και αυτοί που μας κυβερνούν είναι εκλεγμένοι, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό εκλεγμένοι από τους ίδιους που σήμερα εξεγείρονται εναντίον τους – μόνο που σήμερα δεν έχουν το λαϊκό έρεισμα. Και φυσικά η λύση δεν είναι ένα πραξικόπημα, αλλά αλήθεια: Ποια είναι η «μαγική» λύση που είναι και νόμιμη, και αποτελεσματική, και επιθυμητή από όλους; Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί στο όνομα της «νομιμότητας» να καταπιέζεται η λαϊκή βούληση; Τα ερωτήματα είναι ρητορικά, δε νομίζω ότι επιδέχονται απάντησης.

Ίσως το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα που έρχεται από αυτό το κίνημα είναι το πόσο στον κόσμο τους βρίσκονται οι πολιτικοί μας. Όχι πως δεν το ξέραμε, δηλαδή, αλλά όταν βλέπεις τον Πάγκαλο να κατακεραυνώνει ένα αυθόρμητο μαζικό κίνημα οργανωμένο μέσω του Διαδικτύου, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά ότι «η διαμόρφωση ενός πολιτικού κινήματος […] δεν εξαρτάται από τα like και τα unlike του Facebook, δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι αυτός ο άνθρωπος ζει ακόμα στην εποχή που οι εφημερίδες πουλούσαν 200.000 φύλλα και ήταν σχεδόν η μοναδική πηγή ενημέρωσης και συσπείρωσης των πολιτών. Και σίγουρα θα βρεθεί προ εκπλήξεως κάποια στιγμή (μπορεί όχι σύντομα αλλά θα γίνει), όταν δει πόση δύναμη μπορούν να αποκτήσουν ξαφνικά τα likes, τα retweets, τα shares και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις των social media.

Από την Τετάρτη δεν ξαναπήγα στο Σύνταγμα. Την Πέμπτη με σταμάτησε η βροχή, την Παρασκευή είχα το σεμινάριο, για το Σαββατοκύριακο και σήμερα δεν έχω καμία δικαιολογία. Θα κατέβω ξανά, ίσως αύριο. Θα πάω και στη συνέλευση, ίσως μιλήσω κι εγώ. Δεν ξέρω τι έχω να πω που δεν το έχει ήδη πει κάποιος άλλος, αλλά σίγουρα θέλω να συμμετέχω κι εγώ σε αυτό που γίνεται, όπως κι αν καταλήξει στο τέλος.

Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα, λοιπόν. Και συντεταγμένοι στην Αγανάκτηση.