Ας υποθέσουμε ότι γεννιέσαι σε ένα ωραίο, γαλάζιο σπίτι, και οι γονείς σου είναι κάτι συμπαθητικοί τύποι που σε φροντίζουν και σου κάνουν όλα τα χατίρια, με μοναδικό όρο να τους σέβεσαι και να τους τιμάς ως γονείς και προστάτες σου. Στην πορεία, το πράγμα αρχίζει και αλλάζει. Αρχίζουν και γίνονται πιο απότομοι, αδιάφοροι, κοιτάνε τα δικά τους προβλήματα και δεν ασχολούνται με τα δικά σου, σού κόβουν το χαρτζιλίκι κάθε τόσο επικαλούμενοι είτε οικογενειακά οικονομικά προβλήματα, είτε δική σου υπαιτιότητα («δε σου δίνω, γιατί τα σκορπάς εδώ κι εκεί»), κάθε φορά που αντιδράς σε κάτι που σου επιβάλλουν στέλνουν πληρωμένους μαφιόζους να σε σπάσουν στο ξύλο και να σε φλομώσουν στα χημικά…Και έρχεται κάποια στιγμή που σου λένε «ξέρεις, πρέπει να πληρώσεις μία εισφορά αλληλεγγύης για όλους αυτούς που είναι πιο φτωχοί από σένα. Και μία εισφορά επειδή έχεις ένα σπίτι να μείνεις. Α, κι επίσης πρέπει από τα λεφτά που παίρνεις να ξοδεύεις τουλάχιστον το 60% σε καταναλωτικά προϊόντα, αλλιώς θα πληρώσεις επιπλέον φόρο». Ε, κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι είσαι πλέον ανεπιθύμητος στο σπίτι, ότι στην πράξη σου λένε «δίνε του, παράσιτο». Μαζεύεις τα πράγματά σου και αναζητάς την τύχη σου κάπου αλλού.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση μας διώχνει με τρόπο από τη χώρα, θυμίζοντας άτολμο εραστή που δεν μπορεί να πει ευθέως στην γκόμενά του ότι θέλει να την χωρίσει, και της κάνει τη ζωή κόλαση μέχρι να το πάρει μόνη της απόφαση και να τον χωρίσει αυτή. Μας κάνει να νιώθουμε ανεπιθύμητοι, μέχρι και επικίνδυνοι για τη χώρα: Αν τολμήσουμε να αντιδράσουμε στα «δίκαια» μέτρα της, είμαστε πολέμιοι της δημοκρατίας. Αν τολμήσουμε έστω και να σκεφτούμε ότι η οικονομία δεν είναι υγιής και ίσως να πτωχεύσει η χώρα, είμαστε προδότες. Και αν μείνουμε σε αυτήν τη χώρα, είμαστε καταδικασμένοι στη μιζέρια.

Κάθε τόσο, κυβερνητικοί αξιωματούχοι προσπαθούν να πείσουν τους νέους να μείνουν στη χώρα και να τη βοηθήσουν να συνέλθει, πετώντας κενολογίες όπως «οι νέοι είναι το μέλλον της χώρας» και «η χώρα χρειάζεται τα νέα μυαλά». Στην πράξη, όμως, κάνουν τα πάντα για να τους απωθήσουν στο εξωτερικό. Μετατρέπουν τα πανεπιστήμια σε χωματερές πεπαλαιωμένης γνώσης. Τους «τιμωρούν» αν δουλέψουν πριν από τα 25 τους, επιτρέποντας στους εργοδότες να τους δίνουν χαμηλότερους μισθούς. Και φυσικά κάνουν τα πάντα για να αυξηθεί όλο και περισσότερο η ανεργία. Με κάτι τέτοιες κινήσεις δε δείχνεις ότι θες να μείνουν οι νέοι στη χώρα. Δείχνεις ότι θες να τους ξεφορτωθείς με κάθε πιθανό τρόπο.

Ειλικρινά δεν ξέρω τι περιμένουν να πετύχουν με όλα αυτά. Κάθε μέρα νιώθω όλο και περισσότερο σαν πειραματόζωο. Ένα ποντίκι εργαστηρίου που το εμβολιάζουν με όλες τις αρρώστιες, το ακρωτηριάζουν, το βασανίζουν, και περιμένουν να δουν αν και πότε θα αντιδράσει. Και αυτό δεν αντιδρά, γιατί νιώθει πολύ αδύναμο και μόνο – είναι δύσκολο να αντιδράσεις όταν εσύ και οι όμοιοί σου βρίσκεστε κλεισμένοι ο καθένας στο απομονωμένο κλουβί του, την ίδια στιγμή που οι βασανιστές σας είναι ελεύθεροι και οργανωμένοι.

Όμως καμιά φορά τα πειράματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο. Τα πειραματόζωα καταφέρνουν να σπάσουν τα δεσμά τους και επιτίθενται στους μαθητευόμενους μάγους, που πανικόβλητοι τρέχουν να σωθούν από την ίδια οργή που από μόνοι τους γιγάντωναν για τόσο καιρό. Άλλες φορές, βέβαια, τα πειραματόζωα δεν τα καταφέρνουν, και το μόνο που πετυχαίνουν είναι να εξαγριώσουν τους πειραματιστές ακόμα περισσότερο, με αποτέλεσμα να υποστούν ακόμα χειρότερα βασανιστήρια (όσα από αυτά επιβιώσουν).

Αλλά πες μου εσύ: Δεν αξίζει να δαγκώσεις το χέρι που σε ταΐζει δηλητήριο, έστω κι αν διακινδυνεύεις να μείνεις νηστικός για ένα διάστημα, ή ακόμα και να πεθάνεις; Εγώ πιστεύω πως αξίζει. Αν όλοι το πιστεύαμε, μπορεί και να τους τρομάζαμε τους πειραματιστές, αντί να τους εκπλήσσουμε και να τους πεισμώνουμε κάθε μέρα με την αντοχή μας στα βασανιστήριά τους. Αν όλοι το πιστεύαμε, ίσως να καταφέρναμε να διαπεράσουμε τους πληρωμένους σεκιουριτάδες που τους φυλάνε και να τους χώσουμε τους δοκιμαστικούς σωλήνες στον κώλο. Το πρόβλημα, όμως, είναι πάντα το ίδιο: Αυτοί είναι ενωμένοι, συσπειρωμένοι, προστατευμένοι, την ίδια στιγμή που εμείς είμαστε διχασμένοι, καχύποπτοι, απροστάτευτοι. Κλεισμένοι στα αυτοσχέδια κλουβιά μας, για τα οποία πλέον θα πρέπει και να πληρώνουμε.

Αν ούτε αυτήν τη φορά πιστέψουμε στους εαυτούς μας, θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας, θα τους δώσουμε το δικαίωμα να πειραματιστούν κι άλλο πάνω στα ταλαιπωρημένα μας κορμιά. Και μην έχεις καμία αμφιβολία: Έχουν ακόμα πολλά «προϊόντα» να δοκιμάσουν. Εσύ τι λες; Θα πεθάνεις σαν πειραματόζωο;

Advertisements

Καθώς γύριζα σήμερα από τη δουλειά, πέρασα έξω από μία πολυκατοικία, στην είσοδο της οποίας οι ένοικοι είχαν μαζευτεί για συνέλευση. Βλέποντάς τους να φωνάζουν και να διαφωνούν, σκέφτηκα δύο πράγματα: Πρώτον, να γιατί το όνειρο κάθε Έλληνα είναι να αγοράσει μια μονοκατοικία, ας είναι και μια καλύβα με εξωτερική τουαλέτα, αρκεί να μην έχει άλλους πάνω από το κεφάλι του να τον ταλαιπωρούν με τις διαφωνίες τους για το αν το πετρέλαιο φέτος θα το πάρουμε από την Ρυπόιλ ή την Πετροκλέφτ. Και δεύτερον, πόσο χαρακτηριστική μικρογραφία της Βουλής. Με λιγότερα μέλη, με λιγότερα χρήματα και ήσσονος σημασίας διακύβευμα, αλλά με τους ίδιους τσακωμούς, τα ίδια «συμφέροντα» και την ίδια γκρίνια όλων για τους διαχειριστές (που συνήθως οι ίδιοι έχουν εκλέξει). Και δεύτερον,

Ωστόσο, η συνέλευση της πολυκατοικίας έχει μία πολύ σημαντική διαφορά από τις συνελεύσεις της Βουλής: Ο διαχειριστής δεν έχει με το μέρος του ανά πάσα στιγμή πενήντα άλλους νοικάρηδες που θα ψηφίσουν τυφλά ό,τι πει αυτός, δίνοντάς του μία απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ό,τι γουστάρει χωρός να δίνει λογαριασμό σε κανέναν – ή έστω να δίνει λογαριασμό, αλλά να ξέρει ότι κανείς δεν μπορεί να του κάνει τίποτα επειδή η πλειοψηφία είναι εξ ορισμού μαζί του. Στην πολυκατοικία δεν υπάρχουν κόμματα – υπάρχουν λυκοφιλίες βέβαια, αλλά δεν είναι το ίδιο. Έτσι, ένας κακός διαχειριστής θα εκπαραθυρωθεί σε χρόνο dt όταν οι περισσότεροι ένοικοι καταλάβουν ότι είναι ανίκανος, ή δόλιος, ή και τα δύο μαζί. Δημοκρατικό, ε;

Κοίτα να δεις, λοιπόν, που το πολίτευμά μας δεν είναι τόσο δημοκρατικό όσο μία συνέλευση πολυκατοικίας! Γιατί όταν ένα κόμμα έχει 151 (τουλάχιστον) πιστά σκυλιά ορκισμένα να υπακούν τυφλά στο αφεντικό και να ψηφίζουν ασυνείδητα ό,τι τους πασάρει, 151 σκυλιά που ποτέ δε θα δαγκώσουν το χέρι που τα ταΐζει και άρα δε θα ψηφίσουν ποτέ εναντίον του (γιατί όποιος δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει μένει νηστικός – έτσι μας έχει μάθει η ελληνική «δημοκρατία»), τότε μπορεί να νιώθει ασφαλής ο εκάστοτε πρωθυπουργός ότι στα τέσσερα χρόνια που θα κυβερνήσει, η χώρα είναι δική του. Μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει. Και ποιος θα του κουνηθεί; Τα κόμματα της αντιπολίτευσης; Χέστηκε, θα ξαμολήσει τα 151 σκυλιά ράτσας του και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ο λαός; Χα, θα ξαμολήσει τα 10.000 σκυλιά του (τα κοπρόσκυλα, ξέρεις) να τον κατασπαράξουν στα χημικά. Κι έτσι, είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι γουστάρει – αρκεί φυσικά να μην έρχεται σε αντίθεση με όσα τον προστάζουν από το εξωτερικό.

Και αυτό το πολίτευμα λέγεται «δημοκρατία». Αν οι αρχαίοι Αθηναίοι ήξεραν ότι το πολίτευμα που επινόησαν θα κατέληγε σε αυτό το πράγμα που είναι σήμερα, θα το γύριζαν στη μοναρχία για να μην στιγματιστούν ιστορικά.

Ας δούμε τώρα τι δυνατότητες έχει ένας λαός που ζει σε μία τέτοια «δημοκρατία»: Πρώτον, μπορεί να περιμένει τέσσερα χρόνια μέχρι να τελειώσει το καταστροφικό της έργο η εκάστοτε κυβέρνηση, και να την «τιμωρήσει» στις εκλογές, επιλέγοντας το αντίπαλον δέος της, που στο παρελθόν αποδείχθηκε ακόμα χειρότερο και δεν υπάρχει κανένα εχέγγυο ότι κάτι έχει αλλάξει από τότε – κοινώς, να απορρίψει την ιδέα του γκρεμού και να πέσει να πνιγεί στο ρέμα. Δεύτερον, μπορεί να δείξει εμπράκτως στην ανίκανη/δόλια/και τα δύο κυβέρνηση ότι δεν της έχει πια εμπιστοσύνη, κι ας την ψήφισε η πλειοψηφία του πριν από ένα-δύο χρόνια. Εμπράκτως, δηλαδή μην πληρώνοντας φόρους και άδικα χαράτσια, αντιδρώντας μαζικά σε συμφωνίες και νομοσχέδια που βλάπτουν το κοινό συμφέρον, και γενικά αντιδρώντας ήπια. Και όχι με τα όπλα, που είναι η τρίτη επιλογή: Εξέγερση, επανάσταση, χάος, διάλυση, και πάμε απ’την αρχή.

(με συγχωρείς αν άφησα απ’έξω τη δυνατότητα να συνταχθείς με το καθεστώς, να βρεις παράνομα μια δουλίτσα και να βγάζεις τα κέρατά σου την ώρα που οι λιγότερο προνομιούχοι ψωμολυσσάνε, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτή η επιλογή θα έπρεπε να δίνεται, ακόμα και σε ένα πολίτευμα τόσο διεφθαρμένο όσο το δικό μας)

Από αυτές τις επιλογές, η πιο εύκολη είναι μακράν η πρώτη: Κάνεις το σκατό σου παξιμάδι, κρατάς την οργή σου στο σπίτι σου, δέρνοντας τη γυναίκα και τα παιδιά σου αντί γι’αυτούς που πραγματικά σου φταίνε, και στα τέσσερα χρόνια πάνω ψηφίζεις την εναλλακτική βερσιόν του ίδιου κόμματος, που θα κάνει ακριβώς τα ίδια. Είναι, φυσικά, και η λιγότερο αποτελεσματική. Η τρίτη, πάλι, είναι λίγο ταμπού. Φαίνεται πως κατά βάθος φοβόμαστε να εξεγερθούμε, γιατί νομίζουμε πως αυτό θα μας τοποθετούσε στις τριτοκοσμικές χώρες, εκεί που ο κόσμος μαζεύεται στις πλατείες και σκοτώνεται για ένα ιδανικό – ενώ εμείς είμαστε δυτικοί ρε, λύνουμε τις διαφορές μας πολιτισμένα και δεν πολεμάμε για τα ιδανικά μας, απλά καθόμαστε και περιμένουμε να μας έρθουν ουρανοκατέβατα. Έτσι μας έχουν μάθει. Φοβόμαστε να το κάνουμε, και γι’αυτό ακόμα κι αν το κάνουμε θα αποτύχει. Θα μας διαλύσουν εύκολα – δεν έχουμε καν μία υποτυπώδη ταξική συνείδηση για να ενωθούμε κάτω από μία κοινή ομπρέλα. Ακόμα και στις διαδηλώσεις μας είμαστε χωρισμένοι σε ομάδες: Αλλού η ΓΣΕΕ, αλλού το ΠΑΜΕ, αλλού οι καθηγητές, αλλού οι φοιτητές, αλλού οι κομμουνιστές, αλλού οι απογοητευμένοι πασόκοι, αλλού τα κακαρίσματα, αλλού γεννάν’ οι κότες. Πώς να γίνει επανάσταση;

Και αυτό μας αφήνει μόνο τη δεύτερη επιλογή: Μία «ήπια» επανάσταση. Πάρε για παράδειγμα την έκτακτη εισφορά στα ακίνητα μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ. Αυτή η κυβέρνηση είναι προφανές ότι σε αντιμετωπίζει σαν σκουπίδι: Σε εξαναγκάζει να πληρώσεις έναν εντελώς άσχετο (αλλά φοβερά δυσβάσταχτο) φόρο μέσω της ΔΕΗ, λειτουργώντας ως στυγνός, ανήθικος εκβιαστής: «Ή πληρώνεις τον εντελώς-άσχετο-με-το-ρεύμα φόρο σου, ή μένεις χωρίς ρεύμα». Σε αυτήν την πανικόβλητη κίνηση εκφοβισμού, η απάντηση δεν πρέπει να είναι «ε, αφού με αναγκάζουν δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Δεν ΜΠΟΡΕΙ να είναι αυτή η απάντηση. Η απάντηση πρέπει να είναι μία οργανωμένη κίνηση αντίστασης. Βλέπεις, αν δεν πληρώνει κανείς δεν μπορούν να κόψουν το ρεύμα σε όλη την Ελλάδα. Είναι γελοίο να πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό.

Δεν είμαι κατά του να πληρώνεις τους φόρους σου – το αντίθετο μάλιστα: Αναγνωρίζω ότι είναι η κύρια πηγή εσόδων του κράτους, και άρα όποιος φοροδιαφεύγει βλάπτει το κράτος, άρα κι εμένα κατ’επέκταση. Όμως έχει διαφορά η φοροδιαφυγή από την άρνηση πληρωμής ενός άδικου φόρου. «Και ποιος είσαι εσύ ρε μαλάκα που θα κρίνεις αν είναι δίκαιος ή άδικος ο φόρος;», θα μου πεις. Εξάλλου, το είπε και ο Υπουργός Οικονομικών με στόμφο, ότι το μέτρο είναι δίκαιο. Η απάντησή μου είναι: «Δες τι γίνεται γύρω σου, ποιοι κάνουν πάρτυ με λεφτά που έχουν βουτήξει από το κράτος, ποιοι πληρώνουν σαν μαλάκες για να καλύψουν τις τρύπες που άλλοι δημιούργησαν με μνημειώδη κακοδιαχείριση, και μετά έλα πες μου αν είναι δίκαιο ένα μέτρο που σε φορολογεί επειδή υπέπεσες στο αμάρτημα του να έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου».

Ναι, να συλληφθούν οι φοροφυγάδες, να δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία τους, να τους κρεμάσουμε ανάποδα στο Σύνταγμα και να τους πετάμε ντομάτες, και να τους αναγκάσουμε να κυκλοφορούν με ταμπελάκια «είμαι γκολντεμπόης» για το υπόλοιπο της ζωής τους. Τους φοροφυγάδες, όμως, και όχι αυτούς που βγάζουν 500 ευρώ τον μήνα σε μία άθλια δουλειά, και φορολογούνται γι’αυτά (λες και περισσεύουν χρήματα αν παίρνεις έναν τέτοιο μισθό για να δώσεις και στο κράτος). Βέβαια, εγώ μιλάω εκ του ασφαλούς, καθώς είναι μαθηματικά απίθανο να φορολογηθώ του χρόνου, εκτός κι αν μου κάτσει το Τζόκερ (πράγμα αρκετά δύσκολο με δεδομένο ότι δεν παίζω ποτέ). Και δεν είμαι σίγουρος αν χαίρομαι που βρίσκομαι ακόμα στο απυρόβλητο αφορολόγητο ή θέλω να πέσω σε κατάθλιψη που δεν πρόκειται να φύγω από το πατρικό μου πριν τα 50 μου.

Δε χρειάζεται να τους φοβόμαστε. Αυτοί φοβούνται περισσότερο από μας, είναι φανερό. Γιατί αν κανείς δεν πληρώσει την έκτακτη εισφορά που του αναλογεί, το καθεστώς καταρρέει. Δε γίνεται αλλιώς. Είναι κάτι σαν αντίποινα: Αυτοί μας εκβιάζουν ότι αν δεν πληρώσουμε θα μας κόψουν το ρεύμα. Εμείς μπορούμε να τους εκβιάσουμε ότι αν μας κόψουν το ρεύμα θα τους κόψουμε τα κεφάλια και θα τα βάλουμε να κρέμονται στην είσοδο της Βουλής για παραδειγματισμό των επόμενων. Και, κατ’επέκταση, ότι αν δεν παραιτηθεί αυτή η καταστροφική κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να ξαναπάρει το κράτος φράγκο από κανέναν.

Κοινώς, αφού αυτοί παίρνουν μέτρα για μας χωρίς να μας ρωτάνε, ας πάρουμε μια φορά κι εμείς τα μέτρα μας. Χωρίς να τους ρωτήσουμε. Και μετά να βάλουμε κάτω τα μέτρα και των δύο μας και να δούμε ποιος την έχει μεγαλύτερη.

(τη νομιμοποίηση, προφανώς.)


Σεβασμός: η εκτίμηση που δείχνουμε σε κάποιο πρόσωπο για τα ψυχικά και πνευματικά του χαρίσματα και τα κάθε λογής προσόντα του (από εδώ)

Εμπιστοσύνη: πίστη στην καλή πρόθεση ή ικανότητα κάποιου (από εδώ)

Σεβασμός και εμπιστοσύνη. Δύο έννοιες που πολλοί παρεξηγούν στις μέρες μας, δείχνοντας σεβασμό και εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που δεν αξίζουν τίποτα από τα δύο, μόνο και μόνο επειδή πιστεύουν ότι πρέπει να τους σεβαστούν και να τους εμπιστευτούν. Και όταν σέβεσαι και εμπιστεύεσαι κάποιον τυφλά, χωρίς να το αξίζει, οι συνέπειες μπορεί να είναι τρομακτικές.

Ας σκεφτούμε ένα παράδειγμα. Έναν πατέρα. Ο πατέρας είναι μία φιγούρα που αυτόματα εμπνέει σεβασμό και εμπιστοσύνη. Το παιδί δεν μπορεί παρά να σέβεται τον άνθρωπο χάρη στον οποίο (κατά 50%) ήρθε στον κόσμο, και δεν μπορεί παρά να τον εμπιστεύεται, καθώς όλοι ξέρουμε ότι ο πατέρας θα είναι πάντα εκεί για το καλό μας, να μας συμβουλεύσει, να μας προστατεύσει, να μας φροντίσει.

Ωστόσο, όπως πολλοί θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν (ευτυχώς, όχι εγώ), υπάρχουν και μπαμπάδες που δεν αξίζουν ούτε σεβασμό, ούτε εμπιστοσύνη από το παιδί τους. Όλοι ξέρουμε κάποια ιστορία για κάποιον τέτοιο πατέρα: Ένας πατέρας που βιάζει την κόρη του. Ένας πατέρας που πίνει και δέρνει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Ένας πατέρας που δουλεύει όλη μέρα και σκόπιμα αποφεύγει να γυρίσει στο σπίτι για να μην τον πρήζει η γυναίκα του και τα παιδιά του με τα προβλήματά τους. Όλοι αυτοί οι πατεράδες έχουν το εξής κοινό: Αν και τους καλύπτει ο αυτόματος σεβασμός και η εμπιστοσύνη του παιδιού προς τον πατέρα, στην πραγματικότητα δεν τα αξίζουν. Μήπως, λοιπόν, δεν θα’πρεπε να τους κάνουμε αυτήν τη χάρη;

Εδώ είναι το λάθος: Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένας αυτόματος σεβασμός. Πρόκειται για μία ανόητη κοινωνική σύμβαση. Γιατί ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη δεν έρχονται αυτόματα με την ανάληψη ενός ρόλου ή ενός τίτλου. Τον σεβασμό δεν τον κερδίζεις σε ένα βράδυ, ούτε μπορείς να τον απαιτήσεις από τους άλλους. Ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη κερδίζονται κάθε μέρα, και αυτός που ζητάει να τον σέβονται και να τον εμπιστεύονται πρέπει να τους αποδεικνύει κάθε μέρα για ποιον λόγο πρέπει να τα κάνουν αυτά.

Και τώρα πάμε στο κυρίως θέμα: Ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη είναι δύο στοιχεία απαραίτητα για κάθε κυβέρνηση. Γιατί και αυτός που κυβερνά, ένας «πατέρας» είναι: Κάποιος που υπόσχεται ότι θα φροντίσει, θα προστατεύσει και θα συμβουλεύεσει τον λαό που τον ψήφισε. Και άρα, ως «πατέρας» αποκτά αυτήν την αυτόματη εμπιστοσύνη και τον αυτόματο σεβασμό.

Το πρόβλημα είναι το εξής: Αν τελικά αποδειχθείς κακός «πατέρας», ακόμα και αυτά τα στοιχεία που αποκτάς αυτόματα θα τα χάσεις, αναπόφευκτα. Γιατί το να κοροϊδέψεις έναν λαό είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο – αλλά το να τον διατηρήσεις σε αυτήν την κατάσταση για τέσσερα χρόνια είναι λίγο πιο δύσκολο.

Ας δούμε, τώρα, τη σημερινή κυβέρνηση. Αποσπώντας ένα σαρωτικό ποσοστό στις τελευταίες εθνικές εκλογές, το ΠΑΣΟΚ είχε την πλήρη στήριξη μίας σημαντικής μερίδας του κοινού – και άρα, την εμπιστοσύνη τους. Ο σεβασμός, πάλι, ήταν λίγο πιο δύσκολη υπόθεση: Με έναν πρόεδρο που στην πλειοψηφία του κόσμου έχει καταγραφεί ως «ο άνθρωπος που δεν ξέρει να κάνει ποδήλατο», ακόμα και ο αυτόματος σεβασμός είναι πιο επιφυλακτικός. Όμως η θέση του ως πρωθυπουργού του έδινε τον απαραίτητο αυτόματο σεβασμό για να κάνει τη δουλειά του απρόσκοπτα.

Στην πορεία, κάτι πήγε στραβά. Η κυβέρνηση έκανε λάθη, φρικτά λάθη. Και τα λάθη φέρνουν έλλειψη εμπιστοσύνης και σεβασμού. Οι ίδιοι άνθρωποι που πριν από δύο χρόνια ψήφισαν «δαγκωτό» ΠΑΣΟΚ, τώρα χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο. Και φυσικά έχουν αποσύρει τόσο την εμπιστοσύνη, όσο και τον σεβασμό τους από το πρόσωπο του πρωθυπουργού (και από την κυβέρνηση εν γένει).

Όταν μία κυβέρνηση έχει χάσει τον σεβασμό του κόσμου, έχει δύο επιλογές: Είτε κάνει μία ύστατη προσπάθεια να τον επανακτήσει, είτε βυθίζεται αύτανδρη και κατεβαίνει σε εκλογές που είναι βέβαιο πως θα χάσει. Εσείς τι λέτε ότι προσπάθησε να κάνει αυτή η κυβέρνηση; Νομίζω ότι μαντέψατε σωστά.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κρατιέται με νύχια και με δόντια στην εξουσία, έχοντας απωλέσει την εμπιστοσύνη του κόσμου, ακόμα και κάποιων μελών της. Πώς προσπαθεί να κερδίσει ξανά αυτήν την εμπιστοσύνη; Επικαλούμενη τον πατριωτισμό του κόσμου – επίκληση στο συναίσθημα, δηλαδή παράκαμψη της λογικής και κατευθείαν «επίθεση» στο θυμικό, ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το κόλπο δεν πιάνει, όμως. Η κυβέρνηση έχει χάσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό της, και αυτό καταδεικνύεται από δύο πρόσφατα γεγονότα:

– Οι αντιδράσεις του κόσμου μετά το πρόσφατο «χαράτσι» στα ακίνητα δείχνουν ότι έχασε οριστικά τον σεβασμό του. Δεν είναι τόσο η αδικία της εισφοράς – άδικα μέτρα υπήρξαν πολλά, και θα υπάρξουν και πάντα θα υπάρχουν. Είναι όμως ο τρόπος που επέλεξαν να επιβάλουν αυτήν την εισφορά: Μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ. Παραδεχόμενη ουσιαστικά ότι δεν μπορεί να συλλέξει τις εισφορές με τον παραδοσιακό τρόπο, η κυβέρνηση καταφεύγει σε μία απίστευτη αλχημεία, συνδέοντας μία έκτακτη εισφορά για τα ακίνητα με τον λογαριασμό της ΔΕΗ, μόνο και μόνο για να εκφοβίσει τους πολίτες της και να τους αναγκάσει να πληρώσουν, αφού αν δεν το κάνουν θα μείνουν χωρίς ρεύμα. Είναι μία κίνηση δειλή, απερίσκεπτη, πανικόβλητη και άρα μία κίνηση που κάνει ακόμα και αυτούς που για κάποιον λόγο ακόμα έτρεφαν έστω κάποιον σεβασμό για την κυβέρνηση να τον χάσουν.

– Σήμερα είχαμε ένα άλλο ενδιαφέρον «χτύπημα»: Μία υπάλληλος της Στατιστικής Υπηρεσίας έκανε κάποιες πολύ σοβαρές καταγγελίες, υποστηρίζοντας λίγο-πολύ ότι η κυβέρνηση σκόπιμα «μαγείρεψε» τα οικονομικά δεδομενα όταν ανήλθε στην εξουσία, προκειμένου να μπει η χώρα στο μνημόνιο. Αυτό από μόνο του δε λέει τίποτα – κι εγώ θα μπορούσα να βγω αύριο στα ραδιόφωνα και να πω ότι ο Βενιζέλος έχει κέρατα και ο Παπακωνσταντίνου ουρά. Δε θα με πίστευε κανείς, όμως. Γιατί όταν έχεις από τη μία πλευρά κάποιον εντελώς άγνωστο (και άρα εξ ορισμού αναξιόπιστο) και από την άλλη μία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, το λογικό είναι η πλάστιγγα να γείρει υπέρ της κυβέρνησης. Για κάντε, όμως, μια έρευνα. Τι πιστεύουν οι περισσότεροι; Ποιος νομίζουν ότι έχει δίκιο; Μπορεί όλα αυτά να είναι μπούρδες και να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη υπάλληλος ήταν εμπαθής, ή βαλτή, ή οτιδήποτε. Όμως το γεγονός ότι οι περισσότεροι είναι ανοιχτοί στο να βάλουν τον λόγο κάποιου άγνωστου και ανυπόληπτου ανθρώπου πάνω από τον λόγο της κυβέρνησης που οι ίδιοι έφεραν στην εξουσία, καταλαβαίνεις ότι πλέον δεν υπάρχει καμία απολύτως εμπιστοσύνη σε αυτήν την κυβέρνηση.

Χωρίς, λοιπόν, σεβασμό και εμπιστοσύνη, αυτή η κυβέρνηση καταρρέει. Και αν δεν έχει καταρρεύσει ακόμα, είναι επειδή δεν της έχουμε δώσει τη χαριστική βολή. Δεν της έχουμε αποδείξει, δηλαδή, έμπρακτα ότι ούτε την εμπιστευόμαστε, ούτε τη σεβόμαστε. Αν, για παράδειγμα, γίνονταν αύριο εκλογές, θα καταποντιζόταν. Αλλά η κληρονομική δημοκρατία μας δε λειτουργεί έτσι, δυστυχώς ή ευτυχώς.

Πώς μπορούμε να αποδειξουμε έμπρακτα τα αισθήματά μας γι’αυτήν την κυβέρνηση; Αρνούμενοι να πληρώσουμε τις εισφορές που επιβάλλει. Με αυτόν τον τρόπο δείχνουμε ότι δεν τη σεβόμαστε (γιατί δείχνουμε μαζική ανυπακοή σε ένα άδικο μέτρο που μας επιβάλλει με τη δύναμη της εξουσίας της) και δεν την εμπιστευόμαστε (γιατί δείχνουμε ότι δεν μας πείθει η προσπάθειά της να «σώσει τον τόπο», όπως λέει). Και φυσικά της στερούμε ένα σημαντικό έσοδο, χωρίς το οποίο είναι αδύνατο να παραμείνει στην εξουσία, σε συνδυασμό με την (αποδεδειγμένη, πια) έλλειψη σεβασμού και εμπιστοσύνης.

Θα μου πεις, «άντε και τους διώξαμε, τι θα γίνει; Θα έρθουν οι γαλάζιοι και θα κάνουν ακριβώς τα ίδια». Όχι. Είναι στο χέρι μας. Εμείς ψηφίζουμε, και εμείς θα αποφασίσουμε. Αν είμαστε ώριμοι ψηφοφόροι, θα δώσουμε την ψήφο μας εκεί που πρέπει. Δεν ξέρω πού «πρέπει», αλλά ξέρω πού ΔΕΝ πρέπει: Στους ίδιους που μας έφεραν εδώ, ένα βήμα πριν τον λάκκο με τα σκατά. Αν τους ξαναψηφίσουμε, καλά να πάθουμε.

Ας ψηφίσουμε, επιτέλους, ανθρώπους που εμπνέουν σεβασμό και εμπιστοσύνη με το έργο τους. Και όχι με το επίθετό τους. Ας ωριμάσουμε ως ψηφοφόροι. Ήρθε η ώρα.


Ένα από τα σημαντικότερα καλά του Internet είναι ότι χάρη σε αυτό ακούγονται απόψεις που πριν από 20 χρόνια μπορεί να μην είχαν βρει ποτέ τον τρόπο να εκφραστούν. Βέβαια, αυτό είναι και ένα από τα σημαντικότερα κακά του, γιατί πολλές από αυτές τις απόψεις που διαβάζεις κάθε μέρα σε blogs ή σε τυχάρπαστα «ενημερωτικά» sites είναι για τα μπάζα, γραμμένα από ανθρώπους άσχετους, εμπαθείς, πληρωμένους ή όλα αυτά μαζί. Αλλά για την ώρα ας κρατήσουμε το θετικό κομμάτι: Αυτό που θα διαβάσεις είναι μία διαφορετική άποψη. Δε θα διαβαζόταν ποτέ και από κανέναν αν δεν υπήρχε το Internet.

Ας ξεκινήσουμε με μία γενική παραδοχή: Ήμουν πάντα άσχετος από οικονομικά. Και ήμουν άσχετος όχι επειδή είμαι χαζός και δεν τα χωράει το κεφάλι μου, αλλά επειδή μισώ τα οικονομικά και όταν πάει κάτι σχετικό να εισβάλει στον εγκέφαλό μου, αυτός το φτύνει αμέσως έξω, σαν βλαβερό μικρόβιο. Όταν έψαχνα για δουλειά σαν δημοσιογράφος και με ρωτούσαν στις συνεντεύξεις «ποιο είδος δημοσιογραφίας σε ενδιαφέρει;», η κλασική μου απάντηση ήταν «οτιδήποτε εκτός από οικονομικά». Πράγματι, ζήτα μου να πάρω δηλώσεις από έναν ποδοσφαιριστή, βάλε με να στήσω καρτέρι για μερόνυχτα έξω από τον κάδο σκουπιδιών της Μενεγάκη περιμένοντας να βρω στα σκουπίδια της θετικό τεστ εγκυμοσύνης, πες μου να ξαμοληθώ στις καφετέριες να ρωτάω τον κόσμο τι γνώμη έχει για το Κυπριακό, δώσε μου μια κάμερα να πάω με κίνδυνο της ζωής μου στη Λιβύη και να φωτογραφίζω πτώματα. Μόνο μη μου ζητήσεις να γράψω ένα άρθρο για τον πληθωρισμό, το χρηματιστήριο ή το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών – μέχρι και τα γραφήματα για τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης με μπερδεύουν.

Βέβαια, η οικονομία είναι σαν την αναπνοή: Είτε σου αρέσει είτε όχι, πρέπει να μάθεις πώς λειτουργεί, αλλιώς πέθανες. Και πραγματικά, είναι τρομερά εκνευριστικό για μένα να πρέπει να μάθω πώς λειτουργεί η πιο καταστροφική εφεύρεση του ανθρώπου μετά την ατομική βόμβα και το Facebook, αλλά πώς μπορείς να μην ασχοληθείς; Το να ζεις στην επιλεκτικά χρεωκοπημένη Ελλάδα και να μην ξέρεις τίποτα από οικονομικά είναι σαν να είσαι ναυαγοσώστης και να μην ξέρεις κολύμπι.

Τούτων δοθέντων, ας μπούμε επιτέλους στο ψητό: Χθες η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωζώνης ανακοίνωσε ένα νέο «σχέδιο Μάρσαλ», το οποίο προβλέπει ένα πακέτο 109 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα, σε σούπερ ντούπερ συσκευασία και με ευκολίες πληρωμής. Μετά από αυτήν την εξέλιξη όλοι είναι χαρούμενοι, το ΠΑΣΟΚ είναι και πάλι το αγαπημένο μας κόμμα, ο Γιώργος Παπανδρέου είναι ο πατέρας-τέρας-τέρας μας, οι Έλληνες ξεχύνονται κατά χιλιάδες στην Ομόνοια να πανηγυρίσουν τον εθνικό μας θρίαμβο και τα κορόιδα οι Ευρωπαίοι χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο που μας έβαλαν στη ζώνη του ευρώ, κοντέψαμε να τους καταστρέψουμε και μας πληρώνουν κι από πάνω. Ή μήπως όχι;

Εγώ δεν έχω κανέναν λόγο να είμαι αισιόδοξος. Δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να συμμεριστώ τη χαρά του κάθε πασόκου που νομίζει ότι ξαφνικά δικαιώνεται η ψήφος του. Δεν έχω κανέναν λόγο να πιστέψω τις φιλοκυβερνητικές εφημερίδες που αποθεώνουν αυτούς που αύριο θα φτύνουν (αν δεν τα’χουν φτύσει αυτές πρώτα, βέβαια). Και εξηγούμαι.

Τα λεφτά αυτά δε μας τα χαρίζει κανείς. Δανεικά είναι. Αν έρθει αύριο ο πατέρας μου στο σπίτι και μου πει «παιδί μου τέλειωσαν τα προβλήματά μας, πήρα δάνειο 109 δισεκατομμύρια από την τράπεζα, πάρε τα μισά να αγοράσεις 20 αυτοκίνητα και 40 σπίτια», δε θα σηκωθώ να πανηγυρίσω. Θα τον ρωτήσω «και πώς θα τα δώσουμε πίσω αυτά τα λεφτά;». Αν μου απαντήσει «έλα μωρέ, κάτι θα βρούμε», θα είναι ανώριμος. Αν μου απαντήσει «‘ντάξει μωρέ, τι μας νοιάζει, θα τα φορτώσεις στα τρισέγγονά σου τα χρέη», θα είναι ανεύθυνος. Κι αν δε μου απαντήσει τίποτα και απλά συνεχίσει να ξοδεύει ασυλλόγιστα όπως ακριβώς έκανε όλα τα τελευταία χρόνια, θα είναι ηλίθιος. Υπάρχει, φυσικά, και το ενδεχόμενο να τα διαχειριστεί σωστά και τελικά να βγάλει τα διπλάσια και να μας φτάσουν για να πληρώσουμε την τράπεζα και να ζήσουμε σαν βασιλιάδες, αλλά θα μου επιτρέψεις να πιστεύω ότι αυτό το ενδεχόμενο είναι τόσο απίθανο όσο το να έρθει ο Μέσι πακέτο με τον Τσάβι και τον Ινιέστα στον Παναιτωλικό.

Σκέψου ότι τα λεφτά αυτά δεν δίνονται σε έναν πεφωτισμένο ηγέτη που θα τα διαχειριστεί ιδανικά και θα μας βγάλει από την κρίση με την πανέξυπνη καθοδήγησή του, αλλά στους ίδιους διεφθαρμένους πολιτικούς που μας έφεραν στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Γιατί να τους εμπιστευτεί κανείς; Είναι σαν να δίνεις μία βαλίτσα γεμάτη 500ευρα στον Μαύρο Πητ για να σου φέρει ένα πακέτο τσιγάρα και να περιμένεις ρέστα. Τον εμπιστεύεσαι;

Βέβαια, πρέπει να είμαστε δίκαιοι: Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα. Θα μπορούσαμε να έχουμε πτωχεύσει επισήμως, μία προοπτική που είναι πραγματικά ζοφερή αν σκεφτείς ότι συνοδεύεται από στάση πληρωμών, επιστροφή σε ένα αδύναμο εθνικό νόμισμα και μία γενική μιζέρια δεκαετιών, αλλά είναι πραγματικά συζητήσιμο το αν είναι μια χειρότερη προοπτική από αυτήν που πρόκειται να ζήσουμε στα επόμενα ποιοσξερειπόσα χρόνια χάρη στην «επιλεκτική χρεωκοπία» (τι ωραίες λεξούλες που βρίσκουμε όταν θέλουμε να ωραιοποιήσουμε μία καταστροφή, ε; Ίσως θα μπορούσαμε να το πούμε και «οικονομικό τυφώνα Άνγκελα»). Κι ας μειώθηκε εντυπωσιακά το επιτόκιο – το χρέος μπορεί να γίνεται πλέον «βιώσιμο», όπως λένε, αλλά ο βίος του μέσου Έλληνα παραμένει αβίωτος.

Δε θέλω να φανώ λαϊκιστής ή αντιδραστικός. Μακριά από μένα αυτά. Άκουσα λίγο κατά λάθος τον Τράγκα το πρωί στο ραδιόφωνο και συνειδητοποίησα με τρόμο ότι συμφωνούσα μαζί του, αλλά θέλω να πιστεύω ότι είναι απλώς σύμπτωση, συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Ούτε είμαι κατά των ιδιωτικοποιήσεων με το πρόσχημα ότι «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» – μα γι’αυτό ακριβώς είναι πνιγμένη στα σκατά αυτή τη στιγμή η Ελλάδα, επειδή ανήκει στους Έλληνες. Μου είναι πιο εύκολο να εμπιστευτώ πια μία πολυεθνική εταιρεία παρά το ελληνικό Δημόσιο, όσο κυνικό κι αν ακούγεται αυτό. Γιατί μπορώ να νιώθω ασφαλής ότι τα λεφτά που θα δίνω θα μου εξασφαλίζουν μία ποιότητα υπηρεσίας που το Δημόσιο δε θέλει να μου παράσχει, γιατί προτιμά να τρώει τα λεφτά που του δίνω σε παράτυπες δραστηριότητες.

Από την άλλη, έχω αυτήν την εντύπωση ότι με όλο αυτό το σχέδιο οι πλούσιοι θα γίνουν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Θα μου πεις, αυτό είναι κάτι σαν αξίωμα του καπιταλισμού, συμβαίνει παντού και πάντα, αλλά κανείς δεν το παραδέχεται ανοιχτά. Με αυτά τα πακέτα όλοι θα σου πουν πόσο γαμάτη θα γίνει η οικονομία σου, πόσο θα εκτοξευτούν οι χρηματιστηριακοί δείκτες, θα σου πετάξουν κι ένα «σώσαμε τη χώρα» μπας και επανεκλεγούν επικαλούμενοι τον πατριωτισμό που υποτίθεται ότι έδειξαν, αλλά αυτήν την πραγματικότητα θα την αποσιωπήσουν. Αρέσει στον κόσμο να νομίζει ότι όλα αυτά τα λεφτά θα πάνε στην τσέπη του και όχι στους τραπεζικούς λογαριασμούς των γνωστών και μη εξαιρετέων – γιατί να τους χαλάσεις την ψευδαίσθηση, ε;

Εν κατακλείδι, μπορώ να δεχτώ ότι εκεί που ήμασταν στο χείλος του γκρεμού ήρθε κάποιος και μας τράβηξε προς τα πίσω. Αρκεί κι εσύ να δεχτείς ότι μας έριξε σε ένα πηγάδι με σκατά, από το οποίο θα μας πάρει καμιά τριανταριά χρόνια να βγούμε, ζωντανοί μεν, στερημένοι από κάθε αξιοπρέπεια δε.

Αλλά μεταξύ μας, η επιλεκτική χρεωκοπία ταιριάζει γάντι στη χώρα μας. Πάει ασορτί με την επιλεκτική μας μνήμη.



Όλα ξεκίνησαν ένα βροχερό απριλιάτικο απόγευμα του 512.077 π.Χ., στην κεντρική πλατεία του πρωτόγονου οικισμού των Νεάντερνταλ, που δεν απείχαν και πολύ σε νοημοσύνη από τις αμοιβάδες (από τις οποίες και είχαν εξελιχθεί σχετικά πρόσφατα).

Εκείνο το βροχερό απόγευμα, λοιπόν, κάποιος είχε μεγάλη έμπνευση. Ήταν ο Γκλύμπτρουνγκ, ο πρώτος καλλιτέχνης της ανθρώπινης ιστορίας. Και πήρε αυτόν τον τίτλο εκείνο το απόγευμα, που η βροχή είχε μετατρέψει το χώμα σε λάσπη. Ο ήρωάς μας έπιασε με τα χέρια του τη λάσπη, αγνοώντας κάθε κανόνα υγιεινής. Αλλά αφού τότε δεν υπήρχαν κανόνες υγιεινής, δεν είχε κανένα πρόβλημα.

Έπιασε, λοιπόν, τη λάσπη με τα χέρια του και άρχισε να την πλάθει. Σιγά-σιγά, η λάσπη πήρε μορφή, μέχρι που έφτασε να μοιάζει με πίθηκο. Για την ακρίβεια, έμοιαζε πολύ με τον εαυτό του, αλλά αυτό δεν ήταν σε θέση να το γνωρίζει, γιατί δεν είχε εφευρεθεί ακόμα ο καθρέφτης. Ευτυχισμένοι άνθρωποι.

Στο μεταξύ, όμως, είχε νυχτώσει και ο ήρωάς μας άφησε το αριστούργημά του και επέστρεψε στην σπηλιά του, όπου η μάνα του τον κατσάδιασε που είχε αργήσει, και πού γύριζε τέτοια ώρα, και σπίτι δεν έχει, και κάτσε να γυρίσει ο πατέρας σου από το κυνήγι μαμούθ και θα δεις τι θα πάθεις, και τέτοια. Οι μάνες ήταν πάντα ίδιες, από την αυγή της ανθρωπότητας.

Το επόμενο πρωί, κι αφού έφαγε μια ξεγυρισμένη μερίδα φρέσκο μαμούθ για πρωινό, επέστρεψε εκεί που είχε φτιάξει τον χωμάτινο πήθικό του. Και εκεί τον περίμενε μια έκπληξη: ο πρωινός ήλιος είχε ξεράνει τη λάσπη και είχε κάνει το αριστούργημά του στερεό!

Ο Γκλύμπτρουνγκ εντυπωσιάστηκε από το έργο του (μπορεί να μην υπήρχαν καθρέφτες, αλλά ψώνια υπήρχαν από τότε), και πήγε να το δείξει στα άλλα μέλη της φυλής. Οι περισσότεροι δεν κατάλαβαν τι τους έδειχνε ο ήρωάς μας, και απογοητεύτηκαν όταν αυτός τους ενημέρωσε ότι δεν μπορούσαν να το φάνε. Ωστόσο, δύο από τους συγχωριανούς του έδειξαν ενδιαφέρον και ήθελαν να το αποκτήσουν: ο Φραγκλμπργκτζτ (χάριν συντομίας, Φρανκ), ο πρώτος επιχειρηματίας της ανθρωπότητας, και ο Κουκρμπτζνάνγκ (για τους φίλους, Κουκ), ο πρώτος μάγειρας του ανθρώπινου είδους. Και οι δύο ήθελαν να αποκτήσουν τον πήλινο πίθηκο πάση θυσία, όμως η απόφαση ήταν του Γκλύμπτρουνγκ. Και αυτός ζύγισε τις δύο περιπτώσεις και κατέληξε ότι ο Φρανκ δεν είχε τίποτα να του προσφέρει (αφού το χρήμα δεν είχε εφευρεθεί ακόμα, οπότε τι να σου κάνει ένας άφραγκος επιχειρηματίας;), ενώ ο Κουκ θα μπορούσε σε αντάλλαγμα να του φτιάξει αμέτρητα μαμούθμπεργκερ, τα χάμπουργκερ της εποχής, όπως μόνο αυτός ήξερε να τα φτιάχνει. Κι έτσι, αποφάσισε να δώσει το γλυπτό του στον Κουκ, με το αζημίωτο φυσικά.

Ο Φρανκ εξοργίστηκε με την (απολύτως λογική) απόφαση του Γκλύμπτρουνγκ, ακριβώς επειδή ήταν απολύτως λογική. Και σκέφτηκε έναν τρόπο για να μην την ξαναπατήσει έτσι.

Μία εβδομάδα αργότερα, ο Φρανκ εμφανίστηκε στην πλατεία του οικισμού με μία επαναστατική ιδέα: Να χρησιμοποιήσουν σαν μέσο συναλλαγών τα κοχύλια που ήταν άφθονα στην περιοχή, ώστε όλοι να μπορούν να αποκτήσουν τα αγαθά που παράγουν οι άλλοι, χωρίς να χρειαστεί να παραχωρήσουν τα δικά τους αγαθά. Όλα τα αγαθά θα είχαν μια συγκεκριμένη τιμή σε κοχύλια, η οποία θα ήταν μεταβλητή και θα εξηρτάτο από τη σπανιότητα του κάθε αγαθού, αλλά και από την προσφορά που θα υπήρχε γι’αυτό. Ήταν το πρώτο οικονομικό μανιφέστο, καθώς και η πρώτη εμφάνιση του χρήματος στην ανθρώπινη σκέψη.

Σε μια σύγχρονη, αυτάρκη κοινωνία που θα λειτουργούσε χωρίς χρήμα, μια τέτοια ιδέα θα φαινόταν στην καλύτερη περίπτωση περιττή, στην χειρότερη επικίνδυνη. Αλλά, όπως είπαμε, εκείνη την εποχή οι πιθηκάνθρωποι ήταν λίγο πιο έξυπνοι από τις αμοιβάδες. Και ενθουσιάστηκαν από την ιδέα του Φρανκ, πιστεύοντας ότι αυτή η ριζοσπαστική ιδέα θα ανέτρεπε τις ζωές τους. Κάτι τέτοιο έγινε, βέβαια, αλλά όχι ακριβώς όπως το περίμεναν…

Γιατί ο Φρανκ, όπως είπαμε, ήταν το πρώτο επιχειρηματικό πνεύμα που είδε ο πλανήτης μας. Και είναι κρίμα που αστόχησε εκείνο το μαμούθ που παραλίγο να τον πατήσει όταν ήταν 3 χρονών, γιατί ίσως ο κόσμος σήμερα να ήταν πολύ διαφορετικός.

Βλέπετε, ο Φρανκ είχε φροντίσει να μαζέψει όλα τα κοχύλια απ’όλη τη γύρω περιοχή, ώστε να είναι ο μόνος πλούσιος Νεάντερνταλ και να κάνει ό,τι θέλει.

Πράγματι, ο Φρανκ έκανε ό,τι ήθελε. Οι ακόχυλοι συγχωριανοί του ζητούσαν κοχύλια, ώστε να αγοράσουν είδη πρώτης ανάγκης, και τότε ο Φρανκ είχε μια νέα ιδέα: Τους έδινε κοχύλια, υπό την προϋπόθεση ότι θα του επέστρεφαν τα διπλάσια μετά από καθορισμένο χρονικό διάστημα, αλλιώς θα έχαναν τη σπηλιά τους. Και οι εξαθλιωμένοι Νεάντερνταλ αναγκάζονταν να δεχτούν, προκειμένου να ζήσουν. Ο Φρανκ ήταν ο πρώτος τραπεζίτης όλων των εποχών, ενώ φημολογείται ότι ήταν και ο πρώτος εκατομμυριούχος (σε κοχύλια) της ανθρώπινης ιστορίας.

Όλα έμοιαζαν σαν παραμύθι για τον Φρανκ, όμως η αλήθεια είναι ότι ούτε αυτός έζησε καλά, ούτε εμείς καλύτερα. Ο Φρανκ ήταν ο πρώτος που έμαθε ότι τα λεφτά δε φέρνουν την ευτυχία, καθώς δολοφονήθηκε με 24 απανωτές ροπαλιές από τον γιο του, τον Φρανκ τον 2ο, που δεν μπορούσε να περιμένει πότε θα πέθαινε για να τον κληρονομήσει.

Όσο για τους υπόλοιπους, δυσκολεύτηκαν στην αρχή, αλλά τελικά προσαρμόστηκαν στη νέα κατάσταση. Όταν συνειδητοποίησαν ότι είχαν ο καθένας ένα μονοπώλιο στα χέρια τους, αύξησαν κατακόρυφα τις τιμές των προϊόντων τους, αναγκάζοντας τον πρώτο ρεπόρτερ της εποχής να αναφωνήσει ‘σε τι κόσμο φέρνουμε τα παιδιά μας;’.

Ε, τη συνέχεια λίγο-πολύ την ξέρετε…Αργότερα οι άνθρωποι βαρέθηκαν τα κοχύλια και το γύρισαν στον χρυσό, τον χαλκό και σε άλλα γυαλιστερά πετρώματα που οι ίδιοι βάφτισαν ‘πολύτιμα’ και με την πάροδο των αιώνων μετέτρεψαν το χρήμα από μέσο συναλλαγής σε μέσο εξουσίας, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στη σημερινή, απόλυτα υλιστική κοινωνία.

Και όλα αυτά θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνο το μαλακισμένο μαμούθ δεν είχε αστοχήσει εκείνη τημέρα…