Καθώς γύριζα σήμερα από τη δουλειά, πέρασα έξω από μία πολυκατοικία, στην είσοδο της οποίας οι ένοικοι είχαν μαζευτεί για συνέλευση. Βλέποντάς τους να φωνάζουν και να διαφωνούν, σκέφτηκα δύο πράγματα: Πρώτον, να γιατί το όνειρο κάθε Έλληνα είναι να αγοράσει μια μονοκατοικία, ας είναι και μια καλύβα με εξωτερική τουαλέτα, αρκεί να μην έχει άλλους πάνω από το κεφάλι του να τον ταλαιπωρούν με τις διαφωνίες τους για το αν το πετρέλαιο φέτος θα το πάρουμε από την Ρυπόιλ ή την Πετροκλέφτ. Και δεύτερον, πόσο χαρακτηριστική μικρογραφία της Βουλής. Με λιγότερα μέλη, με λιγότερα χρήματα και ήσσονος σημασίας διακύβευμα, αλλά με τους ίδιους τσακωμούς, τα ίδια «συμφέροντα» και την ίδια γκρίνια όλων για τους διαχειριστές (που συνήθως οι ίδιοι έχουν εκλέξει). Και δεύτερον,

Ωστόσο, η συνέλευση της πολυκατοικίας έχει μία πολύ σημαντική διαφορά από τις συνελεύσεις της Βουλής: Ο διαχειριστής δεν έχει με το μέρος του ανά πάσα στιγμή πενήντα άλλους νοικάρηδες που θα ψηφίσουν τυφλά ό,τι πει αυτός, δίνοντάς του μία απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ό,τι γουστάρει χωρός να δίνει λογαριασμό σε κανέναν – ή έστω να δίνει λογαριασμό, αλλά να ξέρει ότι κανείς δεν μπορεί να του κάνει τίποτα επειδή η πλειοψηφία είναι εξ ορισμού μαζί του. Στην πολυκατοικία δεν υπάρχουν κόμματα – υπάρχουν λυκοφιλίες βέβαια, αλλά δεν είναι το ίδιο. Έτσι, ένας κακός διαχειριστής θα εκπαραθυρωθεί σε χρόνο dt όταν οι περισσότεροι ένοικοι καταλάβουν ότι είναι ανίκανος, ή δόλιος, ή και τα δύο μαζί. Δημοκρατικό, ε;

Κοίτα να δεις, λοιπόν, που το πολίτευμά μας δεν είναι τόσο δημοκρατικό όσο μία συνέλευση πολυκατοικίας! Γιατί όταν ένα κόμμα έχει 151 (τουλάχιστον) πιστά σκυλιά ορκισμένα να υπακούν τυφλά στο αφεντικό και να ψηφίζουν ασυνείδητα ό,τι τους πασάρει, 151 σκυλιά που ποτέ δε θα δαγκώσουν το χέρι που τα ταΐζει και άρα δε θα ψηφίσουν ποτέ εναντίον του (γιατί όποιος δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει μένει νηστικός – έτσι μας έχει μάθει η ελληνική «δημοκρατία»), τότε μπορεί να νιώθει ασφαλής ο εκάστοτε πρωθυπουργός ότι στα τέσσερα χρόνια που θα κυβερνήσει, η χώρα είναι δική του. Μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει. Και ποιος θα του κουνηθεί; Τα κόμματα της αντιπολίτευσης; Χέστηκε, θα ξαμολήσει τα 151 σκυλιά ράτσας του και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ο λαός; Χα, θα ξαμολήσει τα 10.000 σκυλιά του (τα κοπρόσκυλα, ξέρεις) να τον κατασπαράξουν στα χημικά. Κι έτσι, είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι γουστάρει – αρκεί φυσικά να μην έρχεται σε αντίθεση με όσα τον προστάζουν από το εξωτερικό.

Και αυτό το πολίτευμα λέγεται «δημοκρατία». Αν οι αρχαίοι Αθηναίοι ήξεραν ότι το πολίτευμα που επινόησαν θα κατέληγε σε αυτό το πράγμα που είναι σήμερα, θα το γύριζαν στη μοναρχία για να μην στιγματιστούν ιστορικά.

Ας δούμε τώρα τι δυνατότητες έχει ένας λαός που ζει σε μία τέτοια «δημοκρατία»: Πρώτον, μπορεί να περιμένει τέσσερα χρόνια μέχρι να τελειώσει το καταστροφικό της έργο η εκάστοτε κυβέρνηση, και να την «τιμωρήσει» στις εκλογές, επιλέγοντας το αντίπαλον δέος της, που στο παρελθόν αποδείχθηκε ακόμα χειρότερο και δεν υπάρχει κανένα εχέγγυο ότι κάτι έχει αλλάξει από τότε – κοινώς, να απορρίψει την ιδέα του γκρεμού και να πέσει να πνιγεί στο ρέμα. Δεύτερον, μπορεί να δείξει εμπράκτως στην ανίκανη/δόλια/και τα δύο κυβέρνηση ότι δεν της έχει πια εμπιστοσύνη, κι ας την ψήφισε η πλειοψηφία του πριν από ένα-δύο χρόνια. Εμπράκτως, δηλαδή μην πληρώνοντας φόρους και άδικα χαράτσια, αντιδρώντας μαζικά σε συμφωνίες και νομοσχέδια που βλάπτουν το κοινό συμφέρον, και γενικά αντιδρώντας ήπια. Και όχι με τα όπλα, που είναι η τρίτη επιλογή: Εξέγερση, επανάσταση, χάος, διάλυση, και πάμε απ’την αρχή.

(με συγχωρείς αν άφησα απ’έξω τη δυνατότητα να συνταχθείς με το καθεστώς, να βρεις παράνομα μια δουλίτσα και να βγάζεις τα κέρατά σου την ώρα που οι λιγότερο προνομιούχοι ψωμολυσσάνε, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτή η επιλογή θα έπρεπε να δίνεται, ακόμα και σε ένα πολίτευμα τόσο διεφθαρμένο όσο το δικό μας)

Από αυτές τις επιλογές, η πιο εύκολη είναι μακράν η πρώτη: Κάνεις το σκατό σου παξιμάδι, κρατάς την οργή σου στο σπίτι σου, δέρνοντας τη γυναίκα και τα παιδιά σου αντί γι’αυτούς που πραγματικά σου φταίνε, και στα τέσσερα χρόνια πάνω ψηφίζεις την εναλλακτική βερσιόν του ίδιου κόμματος, που θα κάνει ακριβώς τα ίδια. Είναι, φυσικά, και η λιγότερο αποτελεσματική. Η τρίτη, πάλι, είναι λίγο ταμπού. Φαίνεται πως κατά βάθος φοβόμαστε να εξεγερθούμε, γιατί νομίζουμε πως αυτό θα μας τοποθετούσε στις τριτοκοσμικές χώρες, εκεί που ο κόσμος μαζεύεται στις πλατείες και σκοτώνεται για ένα ιδανικό – ενώ εμείς είμαστε δυτικοί ρε, λύνουμε τις διαφορές μας πολιτισμένα και δεν πολεμάμε για τα ιδανικά μας, απλά καθόμαστε και περιμένουμε να μας έρθουν ουρανοκατέβατα. Έτσι μας έχουν μάθει. Φοβόμαστε να το κάνουμε, και γι’αυτό ακόμα κι αν το κάνουμε θα αποτύχει. Θα μας διαλύσουν εύκολα – δεν έχουμε καν μία υποτυπώδη ταξική συνείδηση για να ενωθούμε κάτω από μία κοινή ομπρέλα. Ακόμα και στις διαδηλώσεις μας είμαστε χωρισμένοι σε ομάδες: Αλλού η ΓΣΕΕ, αλλού το ΠΑΜΕ, αλλού οι καθηγητές, αλλού οι φοιτητές, αλλού οι κομμουνιστές, αλλού οι απογοητευμένοι πασόκοι, αλλού τα κακαρίσματα, αλλού γεννάν’ οι κότες. Πώς να γίνει επανάσταση;

Και αυτό μας αφήνει μόνο τη δεύτερη επιλογή: Μία «ήπια» επανάσταση. Πάρε για παράδειγμα την έκτακτη εισφορά στα ακίνητα μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ. Αυτή η κυβέρνηση είναι προφανές ότι σε αντιμετωπίζει σαν σκουπίδι: Σε εξαναγκάζει να πληρώσεις έναν εντελώς άσχετο (αλλά φοβερά δυσβάσταχτο) φόρο μέσω της ΔΕΗ, λειτουργώντας ως στυγνός, ανήθικος εκβιαστής: «Ή πληρώνεις τον εντελώς-άσχετο-με-το-ρεύμα φόρο σου, ή μένεις χωρίς ρεύμα». Σε αυτήν την πανικόβλητη κίνηση εκφοβισμού, η απάντηση δεν πρέπει να είναι «ε, αφού με αναγκάζουν δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Δεν ΜΠΟΡΕΙ να είναι αυτή η απάντηση. Η απάντηση πρέπει να είναι μία οργανωμένη κίνηση αντίστασης. Βλέπεις, αν δεν πληρώνει κανείς δεν μπορούν να κόψουν το ρεύμα σε όλη την Ελλάδα. Είναι γελοίο να πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό.

Δεν είμαι κατά του να πληρώνεις τους φόρους σου – το αντίθετο μάλιστα: Αναγνωρίζω ότι είναι η κύρια πηγή εσόδων του κράτους, και άρα όποιος φοροδιαφεύγει βλάπτει το κράτος, άρα κι εμένα κατ’επέκταση. Όμως έχει διαφορά η φοροδιαφυγή από την άρνηση πληρωμής ενός άδικου φόρου. «Και ποιος είσαι εσύ ρε μαλάκα που θα κρίνεις αν είναι δίκαιος ή άδικος ο φόρος;», θα μου πεις. Εξάλλου, το είπε και ο Υπουργός Οικονομικών με στόμφο, ότι το μέτρο είναι δίκαιο. Η απάντησή μου είναι: «Δες τι γίνεται γύρω σου, ποιοι κάνουν πάρτυ με λεφτά που έχουν βουτήξει από το κράτος, ποιοι πληρώνουν σαν μαλάκες για να καλύψουν τις τρύπες που άλλοι δημιούργησαν με μνημειώδη κακοδιαχείριση, και μετά έλα πες μου αν είναι δίκαιο ένα μέτρο που σε φορολογεί επειδή υπέπεσες στο αμάρτημα του να έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου».

Ναι, να συλληφθούν οι φοροφυγάδες, να δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία τους, να τους κρεμάσουμε ανάποδα στο Σύνταγμα και να τους πετάμε ντομάτες, και να τους αναγκάσουμε να κυκλοφορούν με ταμπελάκια «είμαι γκολντεμπόης» για το υπόλοιπο της ζωής τους. Τους φοροφυγάδες, όμως, και όχι αυτούς που βγάζουν 500 ευρώ τον μήνα σε μία άθλια δουλειά, και φορολογούνται γι’αυτά (λες και περισσεύουν χρήματα αν παίρνεις έναν τέτοιο μισθό για να δώσεις και στο κράτος). Βέβαια, εγώ μιλάω εκ του ασφαλούς, καθώς είναι μαθηματικά απίθανο να φορολογηθώ του χρόνου, εκτός κι αν μου κάτσει το Τζόκερ (πράγμα αρκετά δύσκολο με δεδομένο ότι δεν παίζω ποτέ). Και δεν είμαι σίγουρος αν χαίρομαι που βρίσκομαι ακόμα στο απυρόβλητο αφορολόγητο ή θέλω να πέσω σε κατάθλιψη που δεν πρόκειται να φύγω από το πατρικό μου πριν τα 50 μου.

Δε χρειάζεται να τους φοβόμαστε. Αυτοί φοβούνται περισσότερο από μας, είναι φανερό. Γιατί αν κανείς δεν πληρώσει την έκτακτη εισφορά που του αναλογεί, το καθεστώς καταρρέει. Δε γίνεται αλλιώς. Είναι κάτι σαν αντίποινα: Αυτοί μας εκβιάζουν ότι αν δεν πληρώσουμε θα μας κόψουν το ρεύμα. Εμείς μπορούμε να τους εκβιάσουμε ότι αν μας κόψουν το ρεύμα θα τους κόψουμε τα κεφάλια και θα τα βάλουμε να κρέμονται στην είσοδο της Βουλής για παραδειγματισμό των επόμενων. Και, κατ’επέκταση, ότι αν δεν παραιτηθεί αυτή η καταστροφική κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να ξαναπάρει το κράτος φράγκο από κανέναν.

Κοινώς, αφού αυτοί παίρνουν μέτρα για μας χωρίς να μας ρωτάνε, ας πάρουμε μια φορά κι εμείς τα μέτρα μας. Χωρίς να τους ρωτήσουμε. Και μετά να βάλουμε κάτω τα μέτρα και των δύο μας και να δούμε ποιος την έχει μεγαλύτερη.

(τη νομιμοποίηση, προφανώς.)

Advertisements

Ένα από τα σημαντικότερα καλά του Internet είναι ότι χάρη σε αυτό ακούγονται απόψεις που πριν από 20 χρόνια μπορεί να μην είχαν βρει ποτέ τον τρόπο να εκφραστούν. Βέβαια, αυτό είναι και ένα από τα σημαντικότερα κακά του, γιατί πολλές από αυτές τις απόψεις που διαβάζεις κάθε μέρα σε blogs ή σε τυχάρπαστα «ενημερωτικά» sites είναι για τα μπάζα, γραμμένα από ανθρώπους άσχετους, εμπαθείς, πληρωμένους ή όλα αυτά μαζί. Αλλά για την ώρα ας κρατήσουμε το θετικό κομμάτι: Αυτό που θα διαβάσεις είναι μία διαφορετική άποψη. Δε θα διαβαζόταν ποτέ και από κανέναν αν δεν υπήρχε το Internet.

Ας ξεκινήσουμε με μία γενική παραδοχή: Ήμουν πάντα άσχετος από οικονομικά. Και ήμουν άσχετος όχι επειδή είμαι χαζός και δεν τα χωράει το κεφάλι μου, αλλά επειδή μισώ τα οικονομικά και όταν πάει κάτι σχετικό να εισβάλει στον εγκέφαλό μου, αυτός το φτύνει αμέσως έξω, σαν βλαβερό μικρόβιο. Όταν έψαχνα για δουλειά σαν δημοσιογράφος και με ρωτούσαν στις συνεντεύξεις «ποιο είδος δημοσιογραφίας σε ενδιαφέρει;», η κλασική μου απάντηση ήταν «οτιδήποτε εκτός από οικονομικά». Πράγματι, ζήτα μου να πάρω δηλώσεις από έναν ποδοσφαιριστή, βάλε με να στήσω καρτέρι για μερόνυχτα έξω από τον κάδο σκουπιδιών της Μενεγάκη περιμένοντας να βρω στα σκουπίδια της θετικό τεστ εγκυμοσύνης, πες μου να ξαμοληθώ στις καφετέριες να ρωτάω τον κόσμο τι γνώμη έχει για το Κυπριακό, δώσε μου μια κάμερα να πάω με κίνδυνο της ζωής μου στη Λιβύη και να φωτογραφίζω πτώματα. Μόνο μη μου ζητήσεις να γράψω ένα άρθρο για τον πληθωρισμό, το χρηματιστήριο ή το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών – μέχρι και τα γραφήματα για τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης με μπερδεύουν.

Βέβαια, η οικονομία είναι σαν την αναπνοή: Είτε σου αρέσει είτε όχι, πρέπει να μάθεις πώς λειτουργεί, αλλιώς πέθανες. Και πραγματικά, είναι τρομερά εκνευριστικό για μένα να πρέπει να μάθω πώς λειτουργεί η πιο καταστροφική εφεύρεση του ανθρώπου μετά την ατομική βόμβα και το Facebook, αλλά πώς μπορείς να μην ασχοληθείς; Το να ζεις στην επιλεκτικά χρεωκοπημένη Ελλάδα και να μην ξέρεις τίποτα από οικονομικά είναι σαν να είσαι ναυαγοσώστης και να μην ξέρεις κολύμπι.

Τούτων δοθέντων, ας μπούμε επιτέλους στο ψητό: Χθες η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωζώνης ανακοίνωσε ένα νέο «σχέδιο Μάρσαλ», το οποίο προβλέπει ένα πακέτο 109 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα, σε σούπερ ντούπερ συσκευασία και με ευκολίες πληρωμής. Μετά από αυτήν την εξέλιξη όλοι είναι χαρούμενοι, το ΠΑΣΟΚ είναι και πάλι το αγαπημένο μας κόμμα, ο Γιώργος Παπανδρέου είναι ο πατέρας-τέρας-τέρας μας, οι Έλληνες ξεχύνονται κατά χιλιάδες στην Ομόνοια να πανηγυρίσουν τον εθνικό μας θρίαμβο και τα κορόιδα οι Ευρωπαίοι χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο που μας έβαλαν στη ζώνη του ευρώ, κοντέψαμε να τους καταστρέψουμε και μας πληρώνουν κι από πάνω. Ή μήπως όχι;

Εγώ δεν έχω κανέναν λόγο να είμαι αισιόδοξος. Δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να συμμεριστώ τη χαρά του κάθε πασόκου που νομίζει ότι ξαφνικά δικαιώνεται η ψήφος του. Δεν έχω κανέναν λόγο να πιστέψω τις φιλοκυβερνητικές εφημερίδες που αποθεώνουν αυτούς που αύριο θα φτύνουν (αν δεν τα’χουν φτύσει αυτές πρώτα, βέβαια). Και εξηγούμαι.

Τα λεφτά αυτά δε μας τα χαρίζει κανείς. Δανεικά είναι. Αν έρθει αύριο ο πατέρας μου στο σπίτι και μου πει «παιδί μου τέλειωσαν τα προβλήματά μας, πήρα δάνειο 109 δισεκατομμύρια από την τράπεζα, πάρε τα μισά να αγοράσεις 20 αυτοκίνητα και 40 σπίτια», δε θα σηκωθώ να πανηγυρίσω. Θα τον ρωτήσω «και πώς θα τα δώσουμε πίσω αυτά τα λεφτά;». Αν μου απαντήσει «έλα μωρέ, κάτι θα βρούμε», θα είναι ανώριμος. Αν μου απαντήσει «‘ντάξει μωρέ, τι μας νοιάζει, θα τα φορτώσεις στα τρισέγγονά σου τα χρέη», θα είναι ανεύθυνος. Κι αν δε μου απαντήσει τίποτα και απλά συνεχίσει να ξοδεύει ασυλλόγιστα όπως ακριβώς έκανε όλα τα τελευταία χρόνια, θα είναι ηλίθιος. Υπάρχει, φυσικά, και το ενδεχόμενο να τα διαχειριστεί σωστά και τελικά να βγάλει τα διπλάσια και να μας φτάσουν για να πληρώσουμε την τράπεζα και να ζήσουμε σαν βασιλιάδες, αλλά θα μου επιτρέψεις να πιστεύω ότι αυτό το ενδεχόμενο είναι τόσο απίθανο όσο το να έρθει ο Μέσι πακέτο με τον Τσάβι και τον Ινιέστα στον Παναιτωλικό.

Σκέψου ότι τα λεφτά αυτά δεν δίνονται σε έναν πεφωτισμένο ηγέτη που θα τα διαχειριστεί ιδανικά και θα μας βγάλει από την κρίση με την πανέξυπνη καθοδήγησή του, αλλά στους ίδιους διεφθαρμένους πολιτικούς που μας έφεραν στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Γιατί να τους εμπιστευτεί κανείς; Είναι σαν να δίνεις μία βαλίτσα γεμάτη 500ευρα στον Μαύρο Πητ για να σου φέρει ένα πακέτο τσιγάρα και να περιμένεις ρέστα. Τον εμπιστεύεσαι;

Βέβαια, πρέπει να είμαστε δίκαιοι: Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα. Θα μπορούσαμε να έχουμε πτωχεύσει επισήμως, μία προοπτική που είναι πραγματικά ζοφερή αν σκεφτείς ότι συνοδεύεται από στάση πληρωμών, επιστροφή σε ένα αδύναμο εθνικό νόμισμα και μία γενική μιζέρια δεκαετιών, αλλά είναι πραγματικά συζητήσιμο το αν είναι μια χειρότερη προοπτική από αυτήν που πρόκειται να ζήσουμε στα επόμενα ποιοσξερειπόσα χρόνια χάρη στην «επιλεκτική χρεωκοπία» (τι ωραίες λεξούλες που βρίσκουμε όταν θέλουμε να ωραιοποιήσουμε μία καταστροφή, ε; Ίσως θα μπορούσαμε να το πούμε και «οικονομικό τυφώνα Άνγκελα»). Κι ας μειώθηκε εντυπωσιακά το επιτόκιο – το χρέος μπορεί να γίνεται πλέον «βιώσιμο», όπως λένε, αλλά ο βίος του μέσου Έλληνα παραμένει αβίωτος.

Δε θέλω να φανώ λαϊκιστής ή αντιδραστικός. Μακριά από μένα αυτά. Άκουσα λίγο κατά λάθος τον Τράγκα το πρωί στο ραδιόφωνο και συνειδητοποίησα με τρόμο ότι συμφωνούσα μαζί του, αλλά θέλω να πιστεύω ότι είναι απλώς σύμπτωση, συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Ούτε είμαι κατά των ιδιωτικοποιήσεων με το πρόσχημα ότι «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» – μα γι’αυτό ακριβώς είναι πνιγμένη στα σκατά αυτή τη στιγμή η Ελλάδα, επειδή ανήκει στους Έλληνες. Μου είναι πιο εύκολο να εμπιστευτώ πια μία πολυεθνική εταιρεία παρά το ελληνικό Δημόσιο, όσο κυνικό κι αν ακούγεται αυτό. Γιατί μπορώ να νιώθω ασφαλής ότι τα λεφτά που θα δίνω θα μου εξασφαλίζουν μία ποιότητα υπηρεσίας που το Δημόσιο δε θέλει να μου παράσχει, γιατί προτιμά να τρώει τα λεφτά που του δίνω σε παράτυπες δραστηριότητες.

Από την άλλη, έχω αυτήν την εντύπωση ότι με όλο αυτό το σχέδιο οι πλούσιοι θα γίνουν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Θα μου πεις, αυτό είναι κάτι σαν αξίωμα του καπιταλισμού, συμβαίνει παντού και πάντα, αλλά κανείς δεν το παραδέχεται ανοιχτά. Με αυτά τα πακέτα όλοι θα σου πουν πόσο γαμάτη θα γίνει η οικονομία σου, πόσο θα εκτοξευτούν οι χρηματιστηριακοί δείκτες, θα σου πετάξουν κι ένα «σώσαμε τη χώρα» μπας και επανεκλεγούν επικαλούμενοι τον πατριωτισμό που υποτίθεται ότι έδειξαν, αλλά αυτήν την πραγματικότητα θα την αποσιωπήσουν. Αρέσει στον κόσμο να νομίζει ότι όλα αυτά τα λεφτά θα πάνε στην τσέπη του και όχι στους τραπεζικούς λογαριασμούς των γνωστών και μη εξαιρετέων – γιατί να τους χαλάσεις την ψευδαίσθηση, ε;

Εν κατακλείδι, μπορώ να δεχτώ ότι εκεί που ήμασταν στο χείλος του γκρεμού ήρθε κάποιος και μας τράβηξε προς τα πίσω. Αρκεί κι εσύ να δεχτείς ότι μας έριξε σε ένα πηγάδι με σκατά, από το οποίο θα μας πάρει καμιά τριανταριά χρόνια να βγούμε, ζωντανοί μεν, στερημένοι από κάθε αξιοπρέπεια δε.

Αλλά μεταξύ μας, η επιλεκτική χρεωκοπία ταιριάζει γάντι στη χώρα μας. Πάει ασορτί με την επιλεκτική μας μνήμη.


Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρω ότι σε έχω παρατήσει στην τύχη σου, να μαζεύεις αράχνες και σκόνη, αλλά πίστεψέ με, δε θα ήθελες να σε πρήζω κάθε μέρα με το τι έγινε στη δουλειά, πόσο μαλάκες ανθρώπους συναντά κανείς στο μετρό και πόσα υπαρξιακά ερωτήματα περνάνε από το κεφάλι μου το πρωί, όταν το μυαλό μου δεν έχει γίνει ακόμα ζελέ από την κούραση. Πάλι καλά να λες.

Και μπορεί να σε άφηνα στην ησυχία σου για περισσότερο χρονικό διάστημα, αν δεν έτρεχε η επικαιρότητα. Ξέρεις, «Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα», διαδηλώσεις, #greekrevolution και όλα αυτά. Όπως λέει μία σοφή παροιμία, «οι γνώμες είναι σαν τις κωλοτρυπίδες: Όλοι έχουν από μία». Έτσι κι εγώ, έχω μία γνώμη (και μία κωλοτρυπίδα, επίσης) και θα σκάσω αν δεν την πω.

Την περασμένη Τρίτη διάβασα για πρώτη φορά για τους «Αγανακτισμένους στο Σύνταγμα», όταν κάποιος φίλος μου στο Facebook με κάλεσε στην εκδήλωση που είχε ήδη στηθεί για την Τετάρτη στις 6 το απόγευμα. Είχαν ήδη δηλώσει ότι θα παραστούν περίπου 15.000 άλλοι, ενώ ήταν προσκεκλημένοι γύρω στους 100.000 που δεν είχαν απαντήσει. Ρίχνοντας μια ματιά στα posts όσων σκόπευαν να συμμετάσχουν, είδα αυτό που περίμενα: Μία οργή για τους πάντες και τα πάντα, μία αναμενόμενη αγανάκτηση για όλα τα στραβά που μας συμβαίνουν, και φυσικά καμία απολύτως πρόταση. Είδα, όμως, και κάτι που δεν περίμενα: Επανειλημμένες εκκλήσεις από τους περισσότερους για μία ειρηνική διαδήλωση, χωρίς κουκουλοφόρους, χωρίς συμπλοκές, χωρίς δακρυγόνα και – το κυριότερο – χωρίς κόμματα. Ήταν από την αρχή φανερό ότι αυτό που ξεκινούσε ήταν κάτι μεγάλο και φιλόδοξο.

Αρχικά δεν πάτησα το attend. Μέσα στον ορυμαγδό των posts που ερχόντουσαν κάθε 5 δευτερόλεπτα διέκρινες και ένα περίπου 10% το οποίο προερχόταν από ακροδεξιούς. Η εποχή ευνοεί τα ακροδεξιά κινήματα, κι έτσι φοβήθηκα ότι ακόμα κι αν πήγαινε να γίνει κάτι καλό, θα το καρπώνονταν οι ακροδεξιοί. Κι εξάλλου, ποιος θέλει να πάει και να διαδηλώσει στο ίδιο μέρος και για τον ίδιο σκοπό μαζί με έναν ακροδεξιό; Εγώ δεν το ήθελα. Όμως ήμουν πραγματικά περίεργος για να δω τι θα συνέβαινε εκεί – οι attending είχαν ξεπεράσει τους 40.000, και μάλιστα αφού το event «κατέβηκε» και ανέβηκε ξανά κάποια στιγμή το απόγευμα της Τρίτης. Ήταν ένας εντυπωσιακός αριθμός, και δεν ήθελα να είμαι έξω από κάτι τέτοιο.

Πηγαινοντας την Τετάρτη στο Σύνταγμα, αμέσως μετά τη δουλειά, φανταζόμουν επεισόδια και δακρυγόνα. Η εικόνα που αντίκρυσα με διέψευσε εντελώς. Ένα Σύνταγμα γεμάτο από κόσμο, κόσμο απλό, ειρηνικό, και όχι έναν αγριεμένο όχλο. Έβλεπες κόσμο εντελώς ετερόκλητο σε όλα τα επίπεδα: Έβλεπες κόσμο από όλες τις ηλικίες, από όλα τα κοινωνικά στρώματα, από όλα τα μορφωτικά επίπεδα, από όλες τις ιδεολογίες (πιθανότατα).

Αυτή η εντυπωσιακή συνύπαρξη διαφορετικών ανθρώπων στον ίδιο χώρο είναι ταυτόχρονα το μεγαλύτερο πλεονέκτημα και το μεγαλύτερο μειονέκτημα του κινήματος των Αγανακτισμένων. Όταν κατεβαίνεις στο Σύνταγμα νιώθεις ότι είσαι κομμάτι ενός ζωντανού λαού, μίας μερίδας ανθρώπων γεμάτων όνειρα και ενέργεια, ανθρώπων σαν εσένα. Και αυτό είναι πολύ όμορφο. Επίσης, είναι εντυπωσιακό πώς ένας λαός που βλέπεις κάθε μέρα να σκοτώνει για να κάτσει πρώτος στη θέση του μετρό και να παρκάρει όπου γουστάρει χωρίς να ενδιαφέρεται για τον συνάνθρωπό του, ξαφνικά «ενώνεται» για έναν κοινό σκοπό. Αλλά αλήθεια: Ποιος είναι αυτός ο σκοπός;

Αυτό είναι το πρόβλημα. Ο καθένας από τους Αγανακτισμένους έχει τον δικό του σκοπό. Έχει τη δική του ιστορία από πίσω, τα δικά του συμφέροντα να διαφυλάξει και τη δική του γνώμη για το πώς θα το πετύχει αυτό. Ένα μαζικό κίνημα, όσο κι αν είναι εντυπωσιακό σε όγκο, δεν μπορεί να πετύχει τίποτα αν δεν υπάρχει ένας κοινός σκοπός. Ποιος είναι αυτός; Δεν ξέρω. Η συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου θα ήταν μια ιδέα. Η διενέργεια εκλογών, επίσης. Όμως, δεν μπορεί να υπάρξει συνεννόηση μεταξύ 50.000 ανθρώπων, οι οποίοι έχουν 50.000 διαφορετικές απόψεις για το ποιος πρέπει να είναι ο στόχος τους.

Οι επιτροπές και οι συζητήσεις στο Σύνταγμα είναι κάτι το πολύ ενδιαφέρον. Ακούγονται πολλές απόψεις, βγαίνουν χρήσιμα συμπεράσματα και γίνεται φανερό και σε όσους δεν το είχαν κατανοήσει από την αρχή ότι δε μιλάμε για ένα απολιτίκ κίνημα, που κατεβαίνει στο Σύνταγμα για χαβαλέ, αλλά για ένα κίνημα ανθρώπων που ενδιαφέρονται για την πολιτική και γνωρίζουν πολύ περισσότερα γι’αυτήν απ’όσα μπορεί να νομίζουν οι βαθιά νυχτωμένοι πολιτικοί μας. Είναι ελπιδοφόρο το γεγονός ότι υπάρχουν τέτοιες επιτροπές χωρίς κανέναν απολύτως συσχετισμό με κόμματα – στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τα κόμματα ως αποκλειστικούς φορείς ιδεολογίας που οργανώνουν και προσδιορίζουν καθετί που αφορά την πολιτική, αλλά να που αποδεικνύεται ότι και οι «κοινοί θνητοί» μπορούν να κάνουν το ίδιο. Και ίσως να το κάνουν και πολύ καλύτερα.

Είναι πολύ νωρίς ακόμα για συμπεράσματα, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Μπορεί όλο αυτό το κίνημα να είναι μία «φούσκα», που μετά από μια-δυο βδομάδες θα ξεθυμάνει και δε θα τη θυμάται κανείς, όπως συμβαίνει συνήθως με οτιδήποτε αντίστοιχο στην Ελλάδα. Αλλά υπάρχει η ελπίδα αυτό το κίνημα να μετασχηματιστεί σε ένα νέο Πολυτεχνείο. Και πρόσεξε: Ο συσχετισμός με το Πολυτεχνείο παρεξηγείται πολύ εύκολα, αρπάζονται οι άλλοι και λένε «τότε είχε Χούντα, τώρα δεν είναι Χούντα». Ναι, φυσικά και αυτοί που μας κυβερνούν είναι εκλεγμένοι, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό εκλεγμένοι από τους ίδιους που σήμερα εξεγείρονται εναντίον τους – μόνο που σήμερα δεν έχουν το λαϊκό έρεισμα. Και φυσικά η λύση δεν είναι ένα πραξικόπημα, αλλά αλήθεια: Ποια είναι η «μαγική» λύση που είναι και νόμιμη, και αποτελεσματική, και επιθυμητή από όλους; Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί στο όνομα της «νομιμότητας» να καταπιέζεται η λαϊκή βούληση; Τα ερωτήματα είναι ρητορικά, δε νομίζω ότι επιδέχονται απάντησης.

Ίσως το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα που έρχεται από αυτό το κίνημα είναι το πόσο στον κόσμο τους βρίσκονται οι πολιτικοί μας. Όχι πως δεν το ξέραμε, δηλαδή, αλλά όταν βλέπεις τον Πάγκαλο να κατακεραυνώνει ένα αυθόρμητο μαζικό κίνημα οργανωμένο μέσω του Διαδικτύου, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά ότι «η διαμόρφωση ενός πολιτικού κινήματος […] δεν εξαρτάται από τα like και τα unlike του Facebook, δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι αυτός ο άνθρωπος ζει ακόμα στην εποχή που οι εφημερίδες πουλούσαν 200.000 φύλλα και ήταν σχεδόν η μοναδική πηγή ενημέρωσης και συσπείρωσης των πολιτών. Και σίγουρα θα βρεθεί προ εκπλήξεως κάποια στιγμή (μπορεί όχι σύντομα αλλά θα γίνει), όταν δει πόση δύναμη μπορούν να αποκτήσουν ξαφνικά τα likes, τα retweets, τα shares και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις των social media.

Από την Τετάρτη δεν ξαναπήγα στο Σύνταγμα. Την Πέμπτη με σταμάτησε η βροχή, την Παρασκευή είχα το σεμινάριο, για το Σαββατοκύριακο και σήμερα δεν έχω καμία δικαιολογία. Θα κατέβω ξανά, ίσως αύριο. Θα πάω και στη συνέλευση, ίσως μιλήσω κι εγώ. Δεν ξέρω τι έχω να πω που δεν το έχει ήδη πει κάποιος άλλος, αλλά σίγουρα θέλω να συμμετέχω κι εγώ σε αυτό που γίνεται, όπως κι αν καταλήξει στο τέλος.

Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα, λοιπόν. Και συντεταγμένοι στην Αγανάκτηση.