«Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ήμουν πάντα ένας άνθρωπος αδιάφορος. Νοιαζόμουν μόνο για τον εαυτό μου. Πολλά συνέβαιναν γύρω μου, όμως εμένα με ενδιέφεραν μόνο όσα με επηρέαζαν – ή μάλλον όσα νόμιζα πως με επηρέαζαν. Έβλεπα τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της τηλεόρασης, και νόμιζα πως όλα ήταν ένα παιχνίδι στο οποίο εγώ δε συμμετείχα. Απλά ήμουν θεατής. Όπως παρακολουθούσα σαν θεατής τα ματς ποδοσφαίρου στην τηλεόραση, έτσι παρακολουθούσα και τις ειδήσεις. Σαν θεατής.

Δεν ξέρω τι και πώς με έπιασε. Ήταν κάτι ξαφνικό, μία επιφοίτηση. Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι τις ειδήσεις θα έπρεπε να τις δημιουργούμε, κι όχι να παρακολουθούμε αμέτοχοι τους άλλους να τις δημιουργούν. Συνειδητοποίησα ότι η θέση μου στον κόσμο έπρεπε να είναι μέσα στο γήπεδο, και όχι στην εξέδρα. Με άλλα λόγια, αποφάσισα να αλλάξω τον κόσμο. Έτσι, από τη μία μέρα στην άλλη.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα κανένα απολύτως σχέδιο για το πώς θα άλλαζα τον κόσμο. Ήμουν σαν ένα μωρό που μόλις έκανε τα πρώτα του βήματα στον κόσμο και δεν ήξερε προς τα πού να κατευθυνθεί. Και δεν υπήρχε καμία μητέρα να με κατευθύνει. Έπρεπε να βρω το δρόμο μόνος μου, κι αν δεν υπήρχε ο δρόμος τότε έπρεπε να τον δημιουργήσω εγώ.

Η πρώτη πορεία διαμαρτυρίας στην οποία συμμετείχα ήταν και η πρώτη φορά που ένιωσα αληθινά υπερήφανος για τον εαυτό μου. Για τον εαυτό μου. Όχι για μία ποδοσφαιρική ομάδα ή για ένα κόμμα. Για τον εαυτό μου. Ώστε έτσι ήταν αυτό που έβλεπα στην τηλεόραση με τόση απορία; Ώστε αυτό ήταν το συναίσθημα του ανθρώπου που παλεύει για τα δικαιώματά του; Ήταν ακόμα πιο όμορφο απ’όσο φανταζόμουν. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα τόση οικειότητα για ανθρώπους που δεν είχα ξαναδεί στο παρελθόν, και πιθανότατα δε θα έβλεπα ποτέ ξανά στο μέλλον. Ήμουν ξένος μεταξύ ξένων, κι όμως ένιωθα σαν στο σπίτι μου.

Πήγα και σε άλλες πορείες. Όμως κάθε φορά ένιωθα όλο και λιγότερη ικανοποίηση, βλέποντας πως με τις πορείες δεν άλλαζε απολύτως τίποτα. Σταδιακά κατάλαβα ότι έπρεπε να συμβεί κάτι πολύ πιο δραστικό για να αλλάξει ο κόσμος, κάτι που θα προκαλούσε ένα ισχυρό σοκ. Όμως πώς προκαλείς ένα ισχυρό σοκ βαδίζοντας με τον σταυρό στο χέρι; Καμία επανάσταση δε βρήκε μπροστά της έναν δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα. Σε κάθε επανάσταση υπήρχαν και νεκροί, και ορφανά, και καταστροφές, και εγκλήματα. Ποτέ δεν άλλαξε αναίμακτα ο κόσμος. Όμως κι εγώ δεν ήμουν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να πάρει ένα πιστόλι και να σκοτώσει εν ψυχρώ κάποιον, ακόμα κι αν ήταν ο χειρότερος εγκληματίας του κόσμου. Δεν μπορούσα να αναλάβω αυτόν το ρόλο.

Τότε διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα να τα καταφέρω μόνος μου. Έπρεπε να βρω κι άλλους σαν εμένα. Ήξερα ότι δε θα ήταν και τόσο δύσκολο. Είχα ήδη γνωρίσει αρκετούς στο δρόμο, είχαμε περπατήσει χιλιόμετρα ολόκληρα μαζί διαδηλώνοντας και διάβαζα στο βλέμμα τους την ίδια ανησυχία και απογοήτευση με τη δική μου. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να οργανωθούμε. Και αυτό ήταν πολύ εύκολο, αφού μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Τη γλώσσα των ονείρων μας.

Δύο μέρες μας πήρε να στήσουμε την οργάνωσή μας. Δεν ήμασταν τίποτα παραπάνω από μία χούφτα άνθρωποι που θα άλλαζαν τον κόσμο. Εγώ ανέλαβα το ρόλο του θεωρητικού, ήμουν αυτός που σχεδίαζε τις δράσεις μας. Χρειάστηκε να διαβάσω πολύ, να στύψω το μυαλό μου και να συζητήσω αναλυτικά μαζί με τους συντρόφους μου για να βρω την κατάλληλη στρατηγική. Ήμουν άλλωστε άπειρος ακόμα. Λίγους μήνες πριν ήμουν απλά ένας αδιάφορος άνθρωπος, και τώρα αναλάμβανα να αλλάξω τον κόσμο. Ήταν δύσκολο, όμως πίστευα ακράδαντα ότι θα το κατάφερνα.

Το τι συνέβη μετά δε χρειάζεται να το πω. Το ξέρεις. Το είδες στις ειδήσεις, το έζησες στους δρόμους, το άκουσες από τους φίλους σου. Προσπαθήσαμε. Όμως ήταν όλα εναντίον μας. Οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι αστυνομικοί. Όλοι όσοι μπορούσαν να μας βοηθήσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο ήταν εναντίον μας. Αναπόφευκτα, έστρεψαν εναντίον μας και τον κόσμο, τους απλούς ανθρώπους που κατά βάθος μας έβλεπαν με συμπάθεια. Και αλήθεια, πώς μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο όταν ο κόσμος δε θέλει να σωθεί; Μήπως τελικά αξίζει ο κόσμος τη μαύρη μοίρα του;

Μας κυνήγησαν. Μας περικύκλωσαν. Τώρα μας επιτίθενται. Φοβάμαι ότι σύντομα θα μας πιάσουν. Και όταν γίνει αυτό, δε θα μας βάλουν απλά στη φυλακή. Θα μας εκτελέσουν επιτόπου. Το ξέρω, αυτό θα συμβεί.

Αυτό το γράμμα είναι η διαθήκη μου. Δεν έχω τίποτα να αφήσω σε κανέναν, παρά μόνο αυτό το κομμάτι χαρτί. Ό,τι είχα το επένδυσα στον αγώνα μας. Αν έχω μία ελπίδα πριν πεθάνω, αυτή είσαι εσύ. Δεν ξέρω ποιος είσαι. Όμως θέλω να πεις την ιστορία μου. Να τη διαδώσεις. Να πεις την αλήθεια. Εκείνοι θα πουν ψέματα. Θα με συκοφαντήσουν, και εμένα και τους άλλους. Πρέπει ο κόσμος να μάθει ότι είναι όλα ψέματα. Πρέπει να καταλάβει. Είσαι η μόνη μου ελπίδα. Ίσως η μόνη ελπίδα του κόσμου.»

————————————————————
– Λοιπόν; Έχουμε αιτία θανάτου;
– Ναι, είναι σαφές: Μαζική αυτοκτονία.
– Όπως το περίμενα. Έχει τρελαθεί ο κόσμος.
– Ναι, πράγματι. Έχει τρελαθεί ο κόσμος.
– Αυτό το χαρτάκι που κρατάς τι είναι;
– Α, τίποτα. Το είχε ένας από αυτούς στην τσέπη του. Μια λίστα για ψώνια.
– Α, καλά, πέτα τη στα σκουπίδια. Δεν τη χρειαζόμαστε.
– Μάλιστα, αρχηγέ.

——————————-
Η καθαρίστρια που πέρασε το βράδυ από το γραφείο βρήκε τον σκουπιδοτενεκέ άδειο.


Το προηγούμενο βράδυ είχε αφήσει ένα ανεξίτηλο σημάδι πάνω του. Ένα μεγάλο και βαθύ σημάδι. Το πρωινό ξύπνημα δεν ήταν απλά δύσκολο – ήταν ανυπόφορο. Πώς μπορείς να σηκωθείς και να αντιμετωπίσεις τον κόσμο όταν ξέρεις ότι δεν είσαι πια τόσο δυνατός όσο χθες; Όταν ξέρεις ότι δε χρειάζεται τίποτα παραπάνω από μία λάθος κίνηση για να βρεθείς στο καναβάτσο, ταπεινωμένος από τον αντίπαλό σου και με δεκάδες ζευγάρια μάτια να σε κοιτάζουν με ένα θανατηφόρο μείγμα οίκτου και χλευασμού;

Εκείνη δεν ήταν εκεί. Είχε φύγει νωρίτερα. Ανησυχούσε πια γι’αυτήν. Αν φοβόταν αυτός, ένας ώριμος άνδρας, τότε εκείνη θα ήταν τρομοκρατημένη. Θα έπρεπε να είναι. Θα ήταν η μόνη λογική αντίδραση.

Χρειαζόταν αέρα. Έστω τον ρυπαρό, επικίνδυνο αέρα της πόλης. Κάτι να γεμίσει τα πνευμόνια του, κι ας ήταν και φονικό. Κάτι να τινάξει τα μαλλιά του προς τα πίσω, ένα αόρατο χέρι να τον ακουμπήσει στην πλάτη. Ένιωθε πως πνιγόταν. Φόρεσε τα πρώτα ρούχα που βρήκε μπροστά του, πήρε ένα μαχαίρι από το συρτάρι της κουζίνας και, κρατώντας την αναπνοή του, βγήκε από το σπίτι και μόνο τότε πήρε ανάσα. Τον έπιασε βήχας, λες και ο οργανισμός του δεν ήθελε να δεχτεί μέσα του τον αέρα. Μέχρι που τον συνήθισε και ο βήχας υποχώρησε.

Τίποτα δεν έμοιαζε πια το ίδιο όπως χθες. Κι αν ο γείτονας ήταν με τους Άλλους; Δεν τον ήξερε άλλωστε και τόσο καλά. Ή η φαρμακοποιός στη γωνία; Πάντα τον κοιτούσε με μισό μάτι. Αλλά και οι περαστικοί του φαίνονταν εχθρικοί, σαν να ήταν έτοιμοι για καυγά. Προχωρούσε με το κεφάλι σκυμμένο, αποφεύγοντας να διασταυρώνει το βλέμμα του με οποιονδήποτε. Είχε τα χέρια του στις τσέπες του μπουφάν, κρατώντας σφιχτά στην αριστερή του τσέπη το μαχαίρι. Φοβόταν ότι θα αναγκαζόταν να το χρησιμοποιήσει.

Ο δρόμος τον έβγαλε στον σταθμό του τρένου. Παλιά του άρεσε πολύ το ταξίδι με το τρένο, του άρεσε να κοιτάζει τους άλλους επιβάτες και να μαντεύει την ιστορία τους, τις σκέψεις τους, τη ζωή τους ολόκληρη. Τώρα τον τρομοκρατούσε αυτό το παιχνίδι. Κι αν αυτός που κοιτούσε ήταν ένας από τους Άλλους; Πώς θα τους ξεχώριζε; Ήταν πιο ασφαλές να χωθεί στο μπουφάν του και να κρυφακούει τις συζητήσεις των άλλων χωρίς να κοιτάει γύρω του.

– Άκουσες γι’αυτόν που αυτοκτόνησε; Τι δειλός, τι ανθρωπάκι. Αντί να παλέψει, λιποψύχησε. Και όχι μόνο αυτό, πήγε και το έκανε στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης, λες και ήταν περήφανος για την πράξη του. Έχει τρελαθεί ο κόσμος, παιδί μου.

– Άντε να τους διώξουν, επιτέλους. Δεν το έβλεπαν τόσα χρόνια πως είναι επικίνδυνοι; Έμαθες για εκείνον που σκότωσε έναν Δικό μας τις προάλλες, ε; Έτσι είναι όλοι τους, εγκληματίες. Ζώα. Αλλά τώρα θα αλλάξουν όλα αυτά. Επιτέλους, θα είμαστε ασφαλείς.

– Σπέρνουν το θάνατο ρε συ, δεν το χωράει το μυαλό μου. Πώς κάνεις τέτοιο πράγμα; Και πληρώνονται κιόλας γι’αυτό! Εμείς σπουδάζαμε μισή ζωή για να βγάλουμε πενταροδεκάρες, κι αυτές πλουτίζουν με τα βρώμικα κορμιά τους! Αλλά θα δεις, αύριο κιόλας θα έχουν εξαφανιστεί όλες τους.

Χωμένος πάντα μέσα στο μπουφάν του, όρθιος στην άκρη του τελευταίου βαγονιού, έκλαιγε σιωπηλά. Ένιωθε κάθε ελπίδα να έχει εξατμιστεί από μέσα του. Τότε ήταν που είδε δύο μεγαλόσωμους άντρες να πηγαίνουν προς το μέρος ενός κακομοίρη που καθόταν σε μία από τις τελευταίες θέσεις του βαγονιού.

«Ε, εσύ. Ποιος σου είπε ότι μπορείς να κάθεσαι;», του είπε αυστηρά ο ένας από τους δύο. Ο άνθρωπος δε μίλησε. «ΠΟΙΟΣ ΣΟΥ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΘΕΣΑΙ;», συνέχισε ο μεγαλόσωμος άντρας, ουρλιάζοντας. Ο άνθρωπος είχε παγώσει από το φόβο του. «Για έλα μαζί μας να σου εξηγήσουμε μερικά πράματα», είπε ο άλλος άντρας με ένα σαρδόνιο χαμόγελο στα χείλη, και αμέσως τον σήκωσαν από τη θέση του και τον έσυραν στο πάτωμα μέχρι τις πόρτες του βαγονιού. Ακούστηκαν επευφημίες και χειροκροτήματα από τους άλλους επιβάτες, που επαινούσαν τους Άλλους για την πράξη τους. Ο άνθρωπος δε μιλούσε.

Πίσω από το μπουφάν του, έριξε μία κλεφτή ματιά στον άνθρωπο. Είχε ένα τρομαγμένο βλέμμα στα μάτια, σαν να έβλεπε τον θάνατο μπροστά του. Τον κοιτούσε. Μπορούσε να χρησιμοποιήσει το μαχαίρι του και να τον σώσει. Το έσφιξε στο χέρι του. Τόσο σφιχτά, που νόμιζε ότι θα έλιωνε η λαβή του. Το έσφιξε ακόμα περισσότερο. Όταν οι πόρτες άνοιξαν και οι Άλλοι έβγαλαν τον άνθρωπο στην αποβάθρα σέρνοντάς τον, εκείνος έσφιγγε ακόμα το μαχαίρι στην τσέπη του.

Στον επόμενο σταθμό, μόλις άνοιξαν οι πόρτες κατέβηκε αμέσως. Δεν ήξερε καν σε ποιον σταθμό βρισκόταν. Δεν τον ενδιέφερε. Το μόνο που ήθελε ήταν αέρας. Άπιαστος, αόρατος, ελεύθερος αέρας.

Περπατούσε γρήγορα, χωρίς να κοιτάζει πίσω του. Μπορεί κάποιος να τον ακολουθούσε ήδη. Όποιος κρύβει το πρόσωπό του είναι ύποπτος. Όποιος ντρέπεται για τον εαυτό του είναι ύποπτος. Όποιος κλαίει είναι ύποπτος. Όποιος δεν είναι με τους Άλλους είναι ύποπτος.

Μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε σταματημένο στην πιάτσα. Είπε στον οδηγό τη διεύθυνση του σπιτιού. «Α, είναι επικίνδυνη περιοχή εκεί, να προσέχεις», του είπε. «Είναι αυτοί οι περίεργοι εκεί μαζεμένοι. Ξέρεις, ναρκωτικά, πουτάνες, αρρώστιες, διαρρήξεις, όλα αυτοί μας τα κουβάλησαν εδώ. Για όλα τα στραβά αυτοί φταίνε, το λένε και στις ειδήσεις. Αλλά ευτυχώς τώρα ήρθαν οι Άλλοι και θα καθαρίσει ο τόπος. Εγώ από την αρχή με τους Άλλους ήμουν, τους είχα κόψει εγώ. Εσύ, φιλαράκι;». Ο τόνος της φωνής του ήταν πιο πολύ απειλητικός, παρά φιλικός. «Κι εγώ, από την αρχή», απάντησε όσο πιο πειστικά μπορούσε, κατεβάζοντας το παράθυρο. Πίεσε τον εαυτό του να βγάλει και ένα σφιγμένο χαμόγελο για να ενισχύσει τη θέση του. Ο ταξιτζής ανταπέδωσε το χαμόγελο και δεν του ξαναμίλησε σε ολόκληρη τη διαδρομή.

Το ταξί τον άφησε ακριβώς μπροστά στο σπίτι του. Ψάχνοντας τα κλειδιά του, ψηλάφισε το μαχαίρι. Δεν το είχε χρησιμοποιήσει τελικά.

Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, και αυτή ήταν εκεί. Μύρισε το άρωμά της. Τη βρήκε στην κρεβατοκάμαρα, καθισμένη πάνω στο κρεβάτι, με ανοιχτά παράθυρα και παντζούρια. Αέρας έμπαινε από παντού στο δωμάτιο.

«Πώς είσαι;», τη ρώτησε με αγωνία.
«Τα ίδια, όπως πάντα», απάντησε αυτή αδιάφορα.
«Τα ίδια; Πώς γίνεται αυτό; Χθες άλλαξαν όλα!», της είπε έκπληκτος
«Ποια όλα μωρέ, τίποτα δεν αλλάζει σε αυτήν την κωλοπόλη», του απάντησε ανάβοντας ένα τσιγάρο.
«Μα δεν τους είδες;»
«Ποιους να δω;»
«Τους Άλλους, είναι παντού.»
«Και πριν παντού ήταν, εσύ τώρα τους ανακάλυψες;»
«Αγάπη μου, είμαστε πια μειοψηφία. Κινδυνεύουμε. Κλείσε τα παντζούρια και ετοίμασε βαλίτσες, πρέπει να φύγουμε.»
«Να φύγεις μόνος σου, εγώ θα μείνω.»
«Μα δε φοβάσαι καθόλου;»
«Από μικρό παιδί μου έμαθαν να φοβάμαι. Και σε μένα, και σε σένα, και σε όλους μας. Χάρη στο φόβο κέρδισαν οι Άλλοι. Όσο πιο πολύ φοβάσαι, τόσο κερδίζουν. Αυτό θες;
«Μα πώς θα τους νικήσουμε; Εμείς δεν έχουμε όπλα.»
«Ούτε κι αυτοί έχουν. Το μόνο τους όπλο είναι ο φόβος. Ο δικός σου φόβος.»

Σκέφτηκε τις φωνές που άκουγε, που μιλούσαν για δειλές αυτοκτονίες και στυγνά εγκλήματα. Φόβος. Σκέφτηκε τον άνθρωπο που έσερναν οι Άλλοι στο τρένο και δεν είπε κουβέντα. Φόβος. Σκέφτηκε τον ίδιο του τον εαυτό να κρατάει σφιχτά το μαχαίρι ή να χαμογελά με δυσκολία για να μην αποκαλυφθεί στον ταξιτζή. Φόβος.

«Κι εσύ μου λες ότι θες να φύγεις; Ε, φύγε λοιπόν. Φύγε και άφησε ό,τι αγαπάς στο έλεός τους, αν αυτό είναι που θες.»

Τότε θυμήθηκε γιατί την είχε ερωτευτεί. Δεν ήταν τόσο ελκυστική εμφανισιακά, ούτε είχε ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Είχε όμως μία μοναδική ικανότητα να σκέφτεται λογικά εκεί που κάθε λογική φαινόταν ανεφάρμοστη. Μπορούσε να παραμένει ψύχραιμη όταν όλα γύρω της κατέρρεαν. Και μπορούσε να μεταδώσει και σε αυτόν την ηρεμία της όταν την είχε ανάγκη, όταν τον κατέκλυζε ο πανικός. Ήταν η φωνή της λογικής. Και την είχε ανάγκη όσο τίποτα άλλο.

«Λοιπόν;»
«Θα μείνω.»
«Δε φοβάσαι;»
«Όσο έχω εσένα δίπλα μου, δεν έχω τίποτα να φοβηθώ.»
«Ωραία. Έχουμε πολλά πράγματα να κάνουμε.»
«Τι εννοείς;»
«Τώρα θα δεις πόσα πολλά μπορεί να πετύχει μία μειοψηφία.»


(όπως κάθε μήνα, ένα διήγημα για το Skooliki, με αγάπη)
—–
Χθες άνοιξα έναν λογαριασμό στο Facebook. Μηδέν φίλοι. Μηδέν αιτήσεις φιλίας. Μηδέν μηνύματα. Κανείς.
Το e-mail μου άδειο. Μηδέν εισερχόμενα, μηδέν απεσταλμένα.
Κοιτάζω το κινητό μου. Μηδέν αναπάντητες, μηδέν μηνύματα, «έχετε μηδέν ευρώ στο λογαριασμό σας». Τίποτα.
Το θερμόμετρο στον τοίχο δείχνει μηδέν βαθμούς. Χειμώνας, η αγαπημένη μου εποχή.
Ανοίγω την τηλεόραση στο αγαπημένο μου κανάλι. Το μηδέν. Είναι το κανάλι του βίντεο. Δεν έχω βίντεο. Δείχνει μόνο μια μαύρη οθόνη. Τίποτα.
Ο λογαριασμός μου στην τράπεζα έχει μέσα μηδέν ευρώ. Περισσότερα απ’όσα χρειάζομαι.
Η ομάδα μου έπαιζε νωρίτερα. Ποδόσφαιρο. Ήρθε μηδέν-μηδέν. Το αγαπημένο μου αποτέλεσμα, η τέλεια αρμονία.
Το αυτοκίνητο δεν παίρνει μπρος. Βενζίνη μηδέν. Ο χιλιομετρητής στο μηδέν. Το κοντέρ κολλημένο κι αυτό στο μηδέν. Ήθελα το αυτοκίνητο να έχει πινακίδα ΟΟΟ 0000. Μου είπαν πως δε γίνεται. Απογοητεύτηκα.
Μου αρέσει να παίζω με το χρονόμετρο. Να το βάζω να τρέχει, και μετά αμέσως να το σταματάω και να το μηδενίζω. Και ξανά, και πάλι ξανά.
Τι υπέροχος αριθμός που είναι το μηδέν. Το ήξερες ότι το μηδέν είναι ο μόνος αριθμός που απέχει εξίσου από το συν άπειρο και το πλην άπειρο; Ναι, ο μοναδικός. Μόνο το μηδέν.
Οι εξετάσεις αίματος βγήκαν πολύ καλές. Ζάχαρο μηδέν. Χοληστερίνη μηδέν. Τριγλυκερίδια μηδέν. Και η πίεσή μου φοβερή: Μηδέν η μικρή, μηδέν η μεγάλη.
Η ώρα είναι δώδεκα τα μεσάνυχτα. Μηδέν-μηδέν και μηδέν-μηδέν. Τέσσερα μηδενικά. Μου αρέσει αυτή η ώρα.

Είναι ωραίο το μηδέν. Παρεξηγημένος αριθμός. Έχει ένα μεγαλείο που λίγοι μπορούν να εκτιμήσουν. Οι εκλεκτοί. Εμείς οι εκλεκτοί το εκτιμάμε. Ζούμε με το μηδέν, ζούμε για το μηδέν, ζούμε στο μηδέν. Ζωή μηδέν.


Surprise! Ακολουθεί ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα που γράψαμε από κοινού με τη συντουιτερίτισσα, συμblogίτισσα και φίλη Κλεοπάτρα Κομνηνού – μας πήρε μερικές μέρες το γράψε-σβήσε-ξαναγράψε, αλλά μάλλον άξιζει τον κόπο τελικά. Enjoy!


(όπως και κάθε μήνα, ένα διήγημα για το αγαπημένο skooliki – αυτή τη φορά, μία πρώτη απόπειρα ενασχόλησης με την επιστημονική φαντασία. Πιθανότατα και η τελευταία.)
– Μαμά, γιατί δεν έχει φεγγάρι απόψε;
– Τι εννοείς; Έχει συννεφιά και δε φαίνεται;
– Όχι, δεν είναι πουθενά, δε βγήκε απόψε.
– Δε γίνεται αυτό, παιδί μου, κάπου θα είναι και δεν το είδες.
– Αλήθεια σου λέω, πάμε στη σκεπή να δεις και μόνη σου.
«Τι περίεργο που είναι ώρες-ώρες αυτό το παιδί. Από τον πατέρα του πρέπει να το πήρε αυτό», σκέφτηκε. Άκου «δε βγήκε το φεγγάρι». Είπε όμως να του κάνει το χατίρι και ανέβηκε μαζί του στη σκεπή. Κοίταξε τον νυχτερινό ουρανό. Ήταν πεντακάθαρος, ούτε ένα μικρό σύννεφο. Όλα τα αστέρια ήταν στη θέση τους, όπως κάθε βράδυ. Το φεγγάρι όμως πουθενά. Λες και ένα αόρατο χέρι είχε πάρει μια γομολάστιχα και το είχε σβήσει.
– Είδες που σου τα ‘λεγα; Πού είναι το φεγγάρι;
Ξεροκατάπιε και σκέφτηκε λίγο. Τι απαντάς σε ένα παιδί όταν δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για την απάντηση; Και πώς διατηρείς την ψυχραιμία σου όταν είσαι πολύ πιο μπερδεμένη από αυτό;
– Δεν ξέρω. Άσε με τώρα, έχω δουλειά να κάνω.
Φυσικά, δεν ήταν οι μόνοι που παρατήρησαν την απουσία του φεγγαριού. Το πρόσεξαν κάποια ζευγαράκια που το αναζήτησαν και δεν το βρήκαν. Το πρόσεξαν μερικές νοικοκυρές που βγήκαν να απλώσουν και δεν το είδαν. Και βέβαια το πρόσεξαν στο Αστεροσκοπείο.
Εκεί επικράτησε πραγματικός πανικός. Άνθρωποι έτρεχαν αλλόφρονες δεξιά κι αριστερά, στα τηλεσκόπια, στα τηλέφωνα, στα γραφεία, στους διαδρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Το φεγγάρι δε φαινόταν καν στο τηλεσκόπιο, λες και είχε τσουλήσει από μόνο του ξαφνικά στην άλλη άκρη του γαλαξία.
Το θέμα πήρε έκταση την επόμενη μέρα, όταν τα τηλεοπτικά δελτία μετέφεραν την είδηση, κι έτσι όλοι έμαθαν για την ανεξήγητη εμφάνιση του φεγγαριού του. Στα παράθυρα των δελτίων, διακεκριμένοι αστρονόμοι διαφωνούσαν για τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει κάτι τέτοιο στον πλανήτη, με κάποιους να σπέρνουν τον πανικό, τονίζοντας ότι θα μπορούσε να είναι η αρχή του τέλους για τον παγκόσμιο πληθυσμό.
Εκείνο το βράδυ, όλοι κοίταξαν στον ουρανό περιμένοντας να δουν ξανά το φεγγάρι εκεί που το είχαν αφήσει. Όμως αυτό δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν πουθενά.
Τις επόμενες μέρες ακούστηκαν αμέτρητες επιστημονικές και ψευδοεπιστημονικές απόψεις για το τι συνέβαινε. «Εξωγήινοι απήγαγαν το φεγγάρι», ανακοίνωνε στο πρωτοσέλιδό της μία μεγάλη εφημερίδα, ενώ ένας δημοσιογράφος υποστήριζε ότι επρόκειτο για ένα άκρως απόρρητο πείραμα μίας μυστικής υπηρεσίας που πήγε στραβά και έβγαλε το φεγγάρι από την τροχιά του. Άλλοι πάλι μιλούσαν για έναν νέο «ψυχρό πόλεμο», θύμα του οποίου έπεσε το φεγγάρι, ενώ πολλοί κατηγορούσαν τους επιστήμονες ότι «ξέρουν, αλλά δε μιλάνε».
Με την Επιστήμη να τα έχει τελείως χαμένα, πολλοί ήταν αυτοί που στράφηκαν στη μεταφυσική. Εκπρόσωποι της κάθε θρησκείας βρήκαν εδάφια των ιερών τους βιβλίων που ανέφεραν σαν προφητεία για το τέλος του κόσμου την εξαφάνιση του φεγγαριού από τον ουρανό, με αποτέλεσμα εκατομμύρια πιστοί να συρρέουν σε εκκλησίες, τζαμιά και συναγωγές, ελπίζοντας να εξασφαλίσουν μία καλή θέση στον Παράδεισο. «Ο Θεός πήρε το φεγγάρι για να μας τιμωρήσει, είναι απλώς ένα σημάδι, το επόμενο βήμα θα είναι να μας πάρει και τον ήλιο, και τότε θα εξαλειφθεί το είδος μας, μόνο όσοι εξ ημών πιστεύουν σε Αυτόν θα σωθούν», ήταν πάνω-κάτω η ρητορική των εκπροσώπων της κάθε θρησκείας.
Κάθε άνθρωπος και μία διαφορετική θεωρία. Τα οικολογικά κινήματα υποστήριζαν ότι για την εξαφάνιση του φεγγαριού ευθυνόταν η υπερθέρμανση του πλανήτη. Διάφορες ανθρωπιστικές οργανώσεις την εξελάμβαναν συμβολικά, σαν σημάδι των καιρών. Οι λαοί κατηγορούσαν ο ένας τον άλλο. Υπήρχαν, από την άλλη, κι αυτοί που δεν τους ενδιέφερε καθόλου το όλο θέμα. «Χθες υπήρχε το φεγγάρι, σήμερα δεν υπάρχει, ε, χεστήκαμε, έτσι κι αλλιώς άχρηστο ήταν», έλεγαν. «Άλλωστε, άμα δεν το έλεγαν στις ειδήσεις, κανείς δε θα το είχε χαμπάρι».
Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες. Το φεγγάρι εξακολουθούσε να αγνοείται. Λίγοι ασχολούνταν πια, έτσι κι αλλιώς. Η ζωη συνεχιζόταν κανονικά, και οι περισσότεροι είχαν πιο σημαντικά προβλήματα από το αν θα έβγαινε το βράδυ το φεγγάρι ή όχι. Οι εκκλησίες άδειασαν ξανά και η υπόθεση ξεχάστηκε. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι που επέμεναν σε αυτό το θέμα. Κάποιοι που το είχαν βάλει σκοπό της ζωής τους να λύσουν το μυστήριο.Ή κάποιοι άλλοι που πίστευαν ότι το είχαν λύσει, και περίμεναν από μέρα σε μέρα να στείλουν ένα μήνυμα η εξωγήινοι, ζητώντας λύτρα για να μας παραδώσουν το φεγγάρι.
Και ήταν και κάποιοι που ανησυχούσαν μήπως ξαφνικά εξαφανιζόταν κάποιος άλλος πλανήτης και τι θα συνέβαινε σε αυτήν την περίπτωση, θα επηρεαζόταν η τροχιά του πλανήτη; Θα άλλαζε το κλίμα, η περιστροφή, η κλίση του άξονά του; Τι θα γινόταν τότε;
Οι περισσότεροι όμως ήταν απορροφημένοι στα καθημερινά τους προβλήματα. Κοιτούσαν μπροστά τους ή κάτω – ποτέ προς τα πάνω. Κι έτσι κανείς δεν πρόσεξε ότι κάθε βράδυ όχι μόνο δεν εμφανιζόταν το φεγγάρι, αλλά εξαφανίζονταν και μερικά αστέρια. Γι’αυτό και κανείς δεν περίμενε ότι μια μέρα θα εξαφανιζόταν έτσι αναπάντεχα και ο ήλιος, παγώνοντας τον πλανήτη και εξολοθρεύοντας το ανθρώπινο είδος.
Την ίδια στιγμή, σε μία μακρινή γωνιά του σύμπαντος, εμφανιζόταν από το πουθενά ένας ήλιος στο κέντρο μίας συστάδας από άλλους πλανήτες και έφτιαχνε ένα νέο ηλιακό σύστημα. Και κάπου εκεί γύρω ήταν και ένα φεγγάρι, που έκανε βόλτες γύρω από έναν άλλο, μεγαλύτερο πλανήτη…

Καθώς έμπαινα στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη για το Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, κοίταζα τους απέναντι τοίχους, τους οποίους κοσμούσαν έργα φοιτητών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών για την παγκόσμια μέρα κατά του AIDS. Ήταν πραγματικά καταπληκτικά. Άλλα ήταν φοβερά έξυπνα, με χιούμορ και καυστικές ατάκες, συνοδευόμενες από τις σχετικές εικόνες. Άλλα ήταν πολύ δυνατά, με έντονο συναίσθημα. Όλα ανεξαιρέτως, όμως, ήταν πραγματικά έργα τέχνης.

Αναρωτήθηκα: Αν έπρεπε να διαλέξω ένα ή δύο από αυτά για να τους δώσω ένα βραβείο, ποια θα διάλεγα; Με ποια κριτήρια θα έκρινα ότι «το Α είναι καλύτερο από το Β, αλλά το Γ είναι καλύτερο κι από τα δύο, ενώ το Δ είναι λίγο καλύτερο από το Β, αλλά όχι καλύτερο από το Α»; Πώς βάζεις την τέχνη στη ζυγαριά και βλέπεις ποιο από τα δύο βαραίνει περισσότερο;

Και μετά, κατ’επέκταση, πώς κρίνεις οτιδήποτε έχει να κάνει με τέχνη; Η τέχνη είναι υποκειμενική. Γιατί ο τάδε ηθοποιός είναι πιο άξιος να πάρει το Όσκαρ από τον δείνα; Και τι κάνει πιο σημαντικό τον Χ που κέρδισε το βραβείο Booker από τον Ψ που έμεινε εκτός της shortlist; Και ποιος μπορεί να πει ότι αυτή η μουσική είναι «καλή» ενώ η άλλη είναι «κακή» ή έστω κατώτερη; Ακόμα και το ποδόσφαιρο είναι μία μορφή τέχνης: Πώς αποφασίζεις ποιος είναι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής ή ο καλύτερος προπονητής;

Θα μου πεις ότι αυτοί που αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο της κριτικής επιτροπής σε τέτοιες περιπτώσεις είναι άνθρωποι έμπειροι, σχετικοί με το αντικείμενο και όσο γίνεται πιο αντικειμενικοί. Εντάξει, αλλά σκέψου το εξής: Αν έδινες σε 100 κριτικούς τέχνης εννέα πίνακες σπουδαστών της Καλών Τεχνών και έναν άγνωστο πίνακα του Πικάσο και τους ζητούσες να δώσουν το βραβείο σε έναν από αυτούς, πόσοι από αυτούς θα έδιναν το βραβείο στον Πικάσο; Και αν δεν το έκαναν, θα σήμαινε ότι ο Πικάσο ήταν κατώτερος από κάποιον τυχαίο φοιτητή; Και αν σε μένα προσωπικά ο Πικάσο δε λέει τίποτα, αλλά το έργο ενός φοιτητή με άγγιξε όσο τίποτα άλλο ποτέ;

Θέλω να πω το προφανές: Η τέχνη δεν είναι μαθηματικά, για να πεις ότι το 5 είναι μεγαλύτερο του 3 και το 7 μεγαλύτερο κι από τα δύο, όμως η ρίζα του 7 είναι μικρότερη κι από τα δύο. Επομένως, κάποιος που κερδίζει σε έναν καλλιτεχνικό διαγωνισμό μπορεί φυσικά να είναι ευτυχισμένος και ικανοποιημένος με τον εαυτό του, και φυσικά δικαιωμένος για τους κοπους του, αλλά αυτός που χάνει δε σημαίνει ότι απέτυχε. Απλώς δεν αναγνωρίστηκε ακόμα. Βέβαια, υπάρχει πάντα και η πιθανότητα να είναι απλά ατάλαντος (ειδικά σε τέχνες όπως η μουσική και η ζωγραφική), αλλά ακόμα και οι ατάλαντοι μπορεί κάποια στιγμή να έχουν έστω μία αναλαμπή μεγαλείου και να φιλοτεχνήσουν κάτι αριστουργηματικό. Στην τέχνη υπάρχει χώρος για όλους όσους νιώθουν πως έχουν κάτι να πουν.

Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα, μπροστά σε όλα αυτά τα έργα για την παγκόσμια ημέρα του AIDS δεν θα μπορούσα να επιλέξω κανένα. Ίσως θα μπορούσα να ξεχωρίσω δέκα ή δώδεκα έργα που προσωπικά μου έκαναν εντύπωση και τα θυμάμαι ακόμα και τώρα, τέσσερις μέρες αργότερα, αλλά να ξεχωρίσω ένα ή δύο; Αδύνατον. Και δεν θα μπορούσα να το κάνω ούτε και σε κάτι που είμαι ειδικός (δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είμαι ειδικός σε τίποτα, οπότε ούτως ή άλλως δεν τίθεται τέτοιο θέμα). Γιατί όταν μιλάμε για τέχνη, πάντα κάποιος θα νιώθει αδικημένος, και ίσως να έχει και καλούς λόγους να νιώθει έτσι.

Θέλω να ξεκαθαρίσω (αν και δεν περιμένω να με πιστέψουν και πολλοί) ότι όλα αυτά τα σκεφτόμουν ήδη πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του λογοτεχνικού διαγωνισμού που διεξήχθη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, και θα έγραφα ακριβώς τα ίδια (αν και σαφώς σε πιο θριαμβευτικό τόνο) αν είχα κερδίσει κάτι. Και ότι η εμπειρία μου από τον διαγωνισμό (και γενικά από το Φεστιβάλ) ήταν πολύ ευχάριστη, ίσως ακόμα πιο ευχάριστη από μια διάκριση.

Το διήγημα με το οποίο συμμετείχα στον διαγωνισμό είναι το αμέσως προηγούμενο post, με τίτλο «Η Άλλη Πλευρά». Γράφτηκε επιτόπου, με θέμα που μας δόθηκε εκείνη τη μέρα, και ήταν: «Η καλύτερη μέρα της ζωής μου». Εντελώς κόντρα θέμα για μένα, που έχω κι ένα βίτσιο να σκοτώνω πάντα κάποιον, κατά προτίμηση τον πρωταγωνιστή μου, αλλά έκανα ό,τι μπορούσα. Και είμαι ικανοποιημένος με αυτό.

Εξάλλου, στην τέχνη τα μόνα έργα που πάνε χαμένα είναι αυτά που δεν αγγίζουν κανέναν.


«Καλημέρα σας, κυρίες και κύριοι, καλή σας μέρα! Καλημέρα πέρα ως πέρα! Μία υπέροχη μέρα ξημερώνει! Ξυπνήστε, υπναράδες, να δείτε τον ήλιο να ανατέλλει πάνω από την όμορφη πόλη μας! Ξυπνήστε, να μπει το φως στην ψυχή σας! Ξυπνήστε, να…»

*ΚΛΙΚ*

Είχα μετανιώσει την ώρα και τη στιγμή που όρισα σαν ήχο για το ξυπνητήρι μου αυτό το λογύδριο ενός δημοφιλούς παρουσιαστή πρωινής εκπομπής, που ο ίδιος διαφήμιζε σαν «εμψυχωτική ομιλία για να πάει καλά η μέρα». Παραδόξως, καμία μέρα ποτέ δε μου πήγαινε καλά, παρά τις φιλότιμές προσπάθειές του. Πώς μπορεί να πάει κάτι καλά σ’αυτήν την πόλη, αλήθεια;

Άνοιξα τα παντζούρια. Έξω ο ήλιος πάλευε μάταια να απελευθερωθεί από τη φυλακή όπου τον κρατούσε όμηρο μία άγρια συμμορία από κατάμαυρα σύννεφα, και όλα έδειχναν ότι πάλι θα έβρεχε. Για άλλη μια φορά, το ξυπνητήρι με είχε ξεγελάσει. Πόσο τον μισούσα αυτόν τον τύπο…

Αν ήταν στο χέρι μου, δε θα σηκωνόμουν καν από το κρεβάτι. Θα καθόμουν όλη μέρα ανάσκελα, να μετράω τις ρωγμές στο ταβάνι και να ακούω τη βροχή να πέφτει στο κάγκελο του μπαλκονιού. Αλλά δεν μπορούσα. Έπρεπε να πάω στη δουλειά, όπως όπως και κάθε μέρα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Η ζωή μου ήταν τόσο βαρετή όλα αυτά τα χρόνια, που θα μπορούσα να κρατάω ημερολόγιο απλώς αντιγράφοντας με καρμπόν τι έκανα μία οποιαδήποτε μέρα: «Ξύπνησα το πρωί, άνοιξα τα στόρια, έβρεχε, πλύθηκα, ντύθηκα, ήπια καφέ, περπάτησα μέχρι τον σταθμό του τρένου, πήρα το τρένο, πήγα στη δουλειά, δούλεψα, έφυγα από τη δουλειά, πήρα το τρένο, περπάτησα μέχρι το σπίτι, έφαγα, είδα τηλεόραση πριν κοιμηθώ, κοιμήθηκα». Αυτή ήταν η ζωή μου. Και τη μισούσα.

Έτσι κι εκείνη τη μέρα, λοιπόν, πλύθηκα, ντύθηκα, έφτιαξα έναν άγευστο καφέ (θα περίμενε κανείς ότι μετά από είκοσι χρόνια θα είχα μάθει να φτιάχνω έναν καφέ της προκοπής, αλλά φευ) και περπάτησα μέσα στη βροχή μέχρι τον σταθμό του τρένου. Έφτασα στις 8:02 ακριβώς, όπως πάντα. Οι καθημερινές μου κινήσεις ήταν τόσο ακριβείς, που θα’λεγε κανείς ότι κάποιος με είχε κουρδίσει. Τα έκανα όλα πια μηχανικά, από συνήθεια, χωρίς καν να σκέφτομαι τι κάνω.

Έβγαλα λοιπόν μηχανικά το εισιτήριό μου, το ακύρωσα μηχανικά και ήμουν έτοιμος να κατέβω μηχανικά τις σκάλες για την αποβάθρα, όταν ξαφνικά όλα θόλωσαν γύρω μου. Λες και ο μηχανισμός που με όριζε είχε μείνει από μπαταρίες, έμεινα να κοιτάζω τις δύο σκάλες, τη μία που κατέβαινα κάθε μέρα για να πάω στη δουλειά μου και την άλλη που οδηγούσε προς την αντίθετη μεριά. Εντελώς απροσδόκητα, βρισκόμουν μπροστά σε ένα δίλημμα. Ένα δίλημμα που θα είχε λυθεί σε κλάσματα δευτερολέπτου μηχανικά, όμως τώρα έπρεπε να το λύσω χωρίς τη βοήθεια κάποιου μηχανισμού. Αφού κοντοστάθηκα για λίγο, κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά, ξαφνικά άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη αποβάθρα. Είχα πάρει την απόφασή μου. Έτρεχα λες και με κυνηγούσαν, λες και φοβόμουν μήπως επανέλθει ο μηχανισμός και με επαναφέρει στην τάξη, λες και με κυνηγούσε η αστυνομία ρουτίνας για να με συλλάβει και να με οδηγήσει σιδηροδέσμιο στη δουλειά μου.

Όμως ήταν πια αργά. Μόλις ένα λεπτό αργότερα βρισκόμουν ήδη στο τρένο που οδηγούσε στην αντίθετη πλευρά της πόλης. Δεν ήξερα καν πώς ήταν εκεί, δεν είχα πάει ποτέ. Επί είκοσι χρόνια έκανα κάθε μέρα την ίδια διαδρομή και ποτέ δεν αναρωτήθηκα τι υπήρχε από την άλλη πλευρά. Αλλά ήταν καιρός να το μάθω.

Προσπαθώντας να συνέλθω από το λαχάνιασμα – πόσο καιρό είχα να τρέξω, άραγε; – κοίταξα γύρω μου. Η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική από αυτήν που είχα συνηθίσει: Όλοι στο βαγόνι ήταν χαμογελαστοί, μιλούσαν μεταξύ τους και δεν υπήρχε κανένας κατσούφης. Μάλιστα, κάποιος που με είδε έτσι λαχανιασμένο και ιδρωμένο μου προσέφερε ευγενικά τη θέση του. Αρχικά σάστισα, αλλά τελικά τον ευχαρίστησα και κάθισα να ηρεμήσω. Οι άλλοι επιβάτες που κάθονταν ήδη με καλημέρισαν, κι εγώ τους ανταπέδωσα την καλημέρα. Μετά μου έπιασαν την κουβέντα. Ήταν πολύ ενδιαφέροντες άνθρωποι, πρόσχαροι και ευγενικοί, δεν είχαν καμία σχέση με τους συναδέλφους μου που για να σου πουν «καλημέρα» έπρεπε να τους τάξει το αφεντικό ειδικό επίδομα καλημέρας. Και με την κουβέντα, ούτε που κατάλαβα πότε φτάσαμε στον τερματικό σταθμό.

Αποχαιρέτισα τους συνεπιβάτες μου, βγήκα από το βαγόνι και αυτό που αντίκρυσα δυσκολεύομαι να το περιγράψω: ήταν ένας μικρός παράδεισος. Έμοιαζε με ένα τεράστιο πάρκο, καλυμμένο από καταπράσινο χορτάρι – πουθενά δρόμοι. Όλοι κυκλοφορούσαν με ποδήλατα, και χτυπούσαν χαρούμενα τα κουδούνια τους όταν διασταυρώνονταν. Πιο κάτω, μια παιδική χαρά και ένα λούνα παρκ, όπου μικρά παιδιά έπαιζαν γελώντας. Και λίγο πιο πέρα – θεέ μου, θάλασσα! Είχα να δω τη θάλασσα από παιδί, είχα ξεχάσει και το χρώμα της ακόμα! Και το καλύτερο; Αυτόν τον μικρό παράδεισο τον έλουζε ένας ήλιος, τόσο λαμπερός όσο τίποτα απ’όσα έχω δει στη ζωή μου. Ένιωθα σαν να είχα έρθει όχι στην άλλη πλευρά της πόλης, αλλά σε έναν άλλο κόσμο. Ώστε αυτή ήταν η άλλη πλευρά;

Μπήκα αμέσως στο κλίμα. Έβγαλα το σακάκι μου, το πέταξα παραδίπλα και άρχισα να κυλιέμαι στο γρασίδι. Κυλώντας, έφτασα μέχρι την παιδική χαρά. Κάθισα σε μια κούνια και άρχισα να πηγαίνω πέρα-δώθε, σαν μικρό παιδί. Και μετά πήγα στο λούνα παρκ. Στην είσοδο με περίμεναν οι γονείς μου – δεν είχαν αλλάξει καθόλου! Με πήραν από το χέρι και ανεβήκαμε στη ρόδα. Κοίταξα από ψηλά αυτόν τον παράδεισο: Όπου έπιανε το μάτι, έβλεπα ή το πράσινο του χαρταριού, ή το γαλάζιο του ουρανού, ή το βαθύ μπλε της θάλασσας. Πουθενά μαύρο, πουθενά γκρι.

Ύστερα αποφάσισα να μπω στη θάλασσα. Έτσι όπως ήμουν, με το πουκάμισο και το παντελόνι της δουλειάς. Βράχηκα μέχρι το κόκκαλο, αλλά δε με πείραζε καθόλου. Βγαίνοντας είδα μία παρέα να κάθεται στην άμμο, γύρω από μια σβησμένη φωτιά, και να μιλάνε δυνατά γελώντας. Τους αναγνώρισα αμέσως: Ήταν οι φίλοι μου, η παρέα μου από τη σχολή, οι άνθρωποι που με συντρόφευσαν για χρόνια ολόκληρα πριν αποφοιτήσουμε, πιάσουμε δουλειές και χαθούμε. Και ανάμεσά τους, ο άνθρωπος με τον οποίο περάσαμε τόσα χρόνια μαζί, που λέγαμε πως θα παντρευτούμε, όμως τελικά ο χρόνος και οι δουλειές μας χώρισαν. Τους πλησίασα, και με θυμήθηκαν αμέσως, κι ας είχαν περάσει τόσα χρόνια. Κάθισα μαζί τους και μιλούσαμε για ώρες, είχαμε τόσα πολλά να πούμε, εξάλλου…

Όλα όμως έχουν ένα τέλος, έτσι  δε λένε; Ε, σε εκείνη την περίπτωση το τέλος ήρθε πολύ απότομα: Με ένα κουδούνισμα του κινητού μου, που δυστυχώς δεν είχε επηρεαστεί καθόλου από το θαλασσινό νερό που το είχε καταβρέξει νωρίτερα. Με το που ακούστηκε το κουδούνισμα, όλα ξαφνικά έγιναν ασπρόμαυρα, η παρέα μου εξαφανίστηκε και βρέθηκα ξανά στον σταθμό του τρένου, ανάμεσα στις δύο σκάλες που οδηγούσαν στις δύο αποβάθρες. Μηχανικά, απάντησα στο τηλέφωνο. Ήταν το αφεντικό μου, που ωρυόταν επειδή δεν είχα πάει ακόμα στη δουλειά. Πόση ώρα στεκόμουν εδώ; Κοίταξα το ρολόι του σταθμού: 9:26. Ζήτησα μηχανικά συγνώμη από τον προϊστάμενό μου και τον διαβεβαίωσα ότι θα ήμουν εκεί το συντομότερο δυνατό. Εντελώς μηχανικά, κατέβηκα τις σκάλες και βγήκα στην αποβάθρα που οδηγούσε προς τη δουλειά μου.

Στο τρένο έβλεπα πάλι τα γνωστά, μελαγχολικά πρόσωπα. Έμοιαζαν όλοι με πρόβατα που κάθε μέρα τα πήγαιναν για σφαγή, τους έδιναν χάρη την τελευταία στιγμή, και την επόμενη μέρα ξαναπήγαιναν στο σφαγείο. Μηχανικά, φόρεσα κι εγώ ένα μελαγχολικό προσωπείο, όπως πάντα.

Όταν τελικά έφτασα στη δουλειά, με υποδέχθηκε με άγριες διαθέσεις το αφεντικό μου. «Άργησες», γρύλισε. «Πράγματι, άργησα», του απάντησα. «Άργησα είκοσι ολόκληρα χρόνια. Αλλά προλαβαίνω ακόμα. Παραιτούμαι.»

Έφυγα γελώντας από το γραφείο, με τους (πρώην, πλέον) συναδέλφους μου και τον πρώην προϊστάμενό μου να με κοιτάζουν εμβρόντητοι. Πήγα ξανά στον σταθμό του τρένου. Ήταν πια καιρός να πάω στ’αλήθεια από την άλλη πλευρά. Ο ήλιος επιτέλους έλαμπε, και το φως έμπαινε μέσα στην ψυχή μου.