Αγαπητό ημερολόγιο,

βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να σου ανακοινώσω ότι οι προσευχές σου δεν εισακούστηκαν. Δεν με απήγαγαν εξωγήινοι για να με υποβάλλουν σε ακατονόμαστα βασανιστήρια, δεν βρήκα τραγικό θάνατο σκουντουφλώντας στην άκρη της μπανιέρας, δεν έπαθα ηλίαση εξαιτίας του καύσωνα, δεν άνοιξε η γη να με καταπιεί (αλλά και να το έκανε, θα με έφτυνε αμέσως – όλο λίπος είμαι). Άλλος ήταν ο λόγος που πέρασε μία ολόκληρη εβδομάδα χωρίς να έχεις νέα μου: Μίνι διακοπές!

Ναι, το ξέρω ότι σου είχα πει πως δεν θα έκανα καθόλου διακοπές φέτος. Αλλά όταν η Δ. μου πρότεινε να πάμε για μία εβδομάδα στο εξοχικό της, στο μαγευτικό Πόρτο Ράφτη, θα ήμουν μάλλον ηλίθιος αν απαντούσα αρνητικά. Έτσι, άφησα πίσω τον πολιτισμό (λεξικό Stranger – Πολιτισμός (ο), ουσ.: το ασύρματο Ίντερνετ στο σπίτι μου) και έμεινα για μία εβδομάδα σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα, αποφασισμένος να φορτίσω τις ήδη φορτισμένες μπαταρίες μου και να πάρω επιπλέον δυνάμεις για τον δύσκολο χειμώνα που έρχεται. Έτσι, επιστρέφω δριμύτερος, βαρύτερος και οπωσδήποτε όχι πλουσιότερος.

(έλα τώρα, μη γκρινιάζεις. Δεν μπορούσα να σε πάρω κι εσένα μαζί μου, σου λέω. Δε χώραγες στη βαλίτσα. Έπιανε πολύ χώρο το Scrabble. Άμα ήξερα ότι δε θα παίζαμε καθόλου Scrabble με την Δ. θα σου έλεγα να έρθεις στη θέση του. Την επόμενη φορά θα σε πάρω, εντάξει; Πάψε να γκρινιάζεις τώρα. Την γκρίνια εδώ μέσα την έχω μονοπώλιο.)

Πρώτα απ’όλα, έχω μια ένσταση για το όνομα του Πόρτο Ράφτη. «Πόρτο Ράφτη»; Seriously; Ποιος το σκέφτηκε αυτό το όνομα, ο ίδιος που σκέφτηκε το «Οινόφυτα»; Τα περισσότερα     παραθαλάσσια μέρη έχουν πολύ πιο πιασάρικες ονομασίες: Puerto Rico («Πλούσιο Λιμάνι»), Costa Rica («Πλούσια Ακτή»), Cote d’Azure («Γαλάζια Ακτή»), Porto Alegre («Χαρούμενο Λιμάνι») κλπ. Πώς να έρθει ο τουρίστας να κάνει μπάνιο στο «λιμάνι του Ράφτη»; Θα μου πεις, το «Βουλιαγμένη» είναι καλύτερο; Μπα, δε θα το’λεγα. Πάντως, για μένα το κορυφαίο όνομα παραλίας στον πλανήτη θα είναι πάντα «Της Γριάς το Πήδημα», στην Άνδρο, που είχα πάει πριν από χρόνια. Αυτό μάλιστα, είναι πιασάρικο.

Για καλή μου τύχη (πώς το’παθε η ρουφιάνα;), αυτές τις μέρες οι παραλίες στην περιοχή δεν είχαν τσούχτρες. Φύσαγε βοριάς και τις έστελνε σε άλλους, που δεν είχαν τη δική μου καλή τύχη. Ξέρεις, έχω έναν παθολογικό φόβο για τις τσούχτρες, που είναι παρόμοιος με τον παθολογικό μου φόβο για τις κατσαρίδες: Αν και ξέρω ότι τίποτα από αυτά τα δύο δεν μπορεί να μου προκαλέσει κάτι σοβαρό (εκτός από ένα τσούξιμο που μετά από λίγο περνάει και ούτε καν το θυμάσαι), τρέμω στην ιδέα ότι μπορεί να βρεθώ στον ίδιο χώρο μαζί τους. Να φανταστείς, πιο εύκολα θα έμπαινα στη θάλασσα αν ήξερα ότι κόβει βόλτες ένας αδέσποτος καρχαρίας και δαγκώνει κόσμο, παρά αν ήξερα ότι έχει έστω και μία τσούχτρα σε ακτίνα 50 χιλιομέτρων. Ναι, το ξέρω ότι είναι παράλογο, αλλά ποτέ δεν υπερηφανεύτηκα για το πόσο λογικός είμαι. Και, όπως καταλαβαίνεις, υπάρχει σοβαρός λόγος γι’αυτό.

Αντίθετα, η θάλασσα ήταν γεμάτη από αυτά τα μικρά ψαράκια-βαμπίρ, που πέφτουν πάνω στις πληγές σου και δαγκώνουν ό,τι βρουν μπροστά τους, προκαλώντας κάτι σαν ήπιο ηλεκτροσόκ. Πρέπει να είναι κάποια πρώιμη μορφή πιράνχας, που περιμένει να εξελιχθεί για να γίνει ο φόβος και ο τρόμος των ελληνικών θαλασσών, αλλά υποθέτω ότι αυτή η εξέλιξη θα ολοκληρωθεί σε μερικά εκατομμύρια χρόνια, οπότε μάλλον δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Ας ανησυχήσουμε καλύτερα για εκείνα τα σούπερ εξελιγμένα κουνούπια του Νείλου, που με ένα τους τσίμπημα προκαλούν εγκεφαλίτιδα, αμυγδαλίτιδα, ωτίτιδα, ουλίτιδα, τερηδόνα και πλατυποδία. Ό,τι χειρότερο εξάγει η Αίγυπτος, μετά τους χουρμάδες.

Φυσικά, μία εβδομάδα δεν θα περνούσε μόνο με πλατσούρισμα στη θάλασσα. Είχα εφοδιαστεί με μπόλικες ταινίες όλων των ειδών, ώστε να σιγουρευτώ ότι δεν θα βαριόμουν με τίποτα. Έτσι, είδαμε μαζί με την Δ. (τουλάχιστον μέχρι να την πάρει ο ύπνος) τα «Παραδεισένια Οστά» (που θα ήταν καταπληκτική ταινία, αν ήμουν 14 ετών, κοριτσάκι και πίστευα στη μετά θάνατων ζωή, αλλά χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις είναι απλώς κουραστική), τον «Αόρατο Συγγραφέα» (από τις καλύτερες που έχω δει τελευταία, φοβερές ανατροπές και αιχμηρό πολιτικό σχόλιο), την «Υποψία» (που μου έμαθε έναν βασικό κανόνα του σινεμά: Ποτέ μη βάζεις γυναίκα να δει ταινία με λεσβιακές σκηνές), το «She’s Out Of My League» (που δεν ξέρω πώς μεταφράζεται στα ελληνικά, φαντάζομαι κάτι σαν «Δεν Είναι Για Τα Μούτρα Σου», αλλά ήταν πολύ καλύτερη κωμωδία απ’ό,τι περίμενα), το Date Night (κωμωδία με Στιβ Καρέλ και Τίνα Φέι, αλλά χωρίς απολύτως τίποτα άλλο), και δυο-τρεις άλλες που έχουν κλειστεί σε κάποιο από τα σκοτεινά διαμερίσματα του εγκεφάλου μου και δε λένε να βγουν. Πάντως, την ερχόμενη εβδομάδα θα δούμε σίγουρα το Inception – με ενοχλεί να μιλάνε όλοι για μια ταινία και να μην μπορώ κι εγώ να πω τη γνώμη μου. Ναι, είμαι η χαρά του peer pressure, το ξέρω.

Επίσης, η αυγουστιάτικη πανσέληνος με βρήκε κι αυτή στο Πόρτο Ράφτη. Πριν κάποια χρόνια ονειρευόμουν να μάθω κιθάρα και τις νύχτες με πανσέληνο να μαζευόμαστε με την παρέα μου στην παραλία και να τραγουδάμε γύρω από τη φωτιά. Λίγα χρόνια μετά, η κιθάρα κάθεται και σκονίζεται σε μια γωνιά της αποθήκης, ενώ εγώ και η Δ. καθόμαστε και βλέπουμε σε επανάληψη «10η Εντολή». Τουλάχιστον δε βγάζουμε τρίχες και δεν αλυχτάμε στο σεληνόφως. Κάτι είναι κι αυτό.

Μετά, λοιπόν, από αυτό το ξαφνικό διάλειμμα, επιστρέφω και πάλι στην αγαπημένη μου Αθήνα, στο αγαπημένο μου Internet (να φανταστείς, όταν μπήκα στο σπίτι πρώτα αγκάλιασα το router και μετά τη μάνα μου), στην αγαπημένη μου μιζέρια. Και επιστρέφω, φυσικά, στην αναζήτηση δουλειάς, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν μπορώ πια να τρέφομαι με ψαυδαισθήσεις, παρά μόνο με αέρα κοπανιστό. Καλή μου όρεξη, λοιπόν.

Σε αυτό το σημείο θα σε αφήσω να κλάψεις τη μοίρα σου που δεν σε απάλλαξε από μένα, αλλά όχι πριν σου πω το εξής: Μπορεί πίσω από κάθε επιτυχημένο άνδρα να κρύβεται μια γυναίκα, αλλά πίσω από την κότα που κάνει τα χρυσά αυγά βρίσκεται ένας κόκκορας με χρυσό πουλί.


Αγαπητό ημερολόγιο,

θυμάμαι στην 4η Δημοτικού, στο μάθημα των Αγγλικών, μια ιστορία που είχαμε διαβάσει στο βιβλίο του μαθήματος. Ήταν, λέει, ένας ζητιάνος που πεινούσε πολύ, και σκέφτηκε το εξής κόλπο για να φάει: Χτύπησε την πόρτα ενός σπιτιού, και είπε στην οικοδέσποινα που του άνοιξε την πόρτα ότι η πέτρα την οποία κρατούσε στα χέρια του ήταν μαγική, και μπορούσε να κάνει πεντανόστιμο οποιοδήποτε φαγητό. Φυσικά, στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια κοινή πέτρα που είχε βρει στον δρόμο. Η οικοδέσποινα τον πίστεψε, τον έβαλε στο σπίτι της, αυτός έβαλε την πέτρα σε ένα τσουκάλι με νερό που έβραζε και της είπε να φέρει λάχανο.Μετά της είπε να φέρει καρότα, κρεμμύδια, πατάτες, κρέας, και ένα σωρό πράγματα. Μέχρι που στο τσουκάλι υπήρχε μια πεντανόστιμη σούπα, με μια πέτρα στη μέση. Η οικοδέσποινα τη δοκίμασε και ενθουσιάστηκε με το πόσο νόστιμη ήταν, πιστεύοντας ότι η μαγική πέτρα είχε κάνει το θαύμα της. Ο ζητιάνος φυσικά έφαγε μέχρι σκασμού. Στο τέλος της ιστορίας, ο χορτάτος ζητιάνος χαρίζει τη μαγική πέτρα στην πανευτυχή οικοδέσποινα και φεύγει. Δεν θυμάμαι ποιο είναι το δίδαγμα της ιστορίας, αλλά νομίζω πως πρέπει να είναι κάτι σαν «όσο υπάρχουν ηλίθιοι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο, δηλαδή για πάντα, θα υπάρχουν και πονηροί άνθρωποι που θα ψάχνουν τρόπους να τους εκμεταλλευτούν». Βέβαια, δεν ξέρω τι είδους δίδαγμα θα ήταν αυτό για ένα παιδί 10 χρονών, αλλά δεν μπορώ να συμπεράνω κάτι καλύτερο. Κι εξάλλου, καλύτερα αυτά να τα μαθαίνουν μικρά τα παιδιά, για να ξέρουν τι τα περιμένει όταν μεγαλώσουν.

Μη με ρωτήσεις πού κολλάει αυτή η ιστορία, γιατί δεν κολλάει πουθενά. Είναι ένα από αυτά τα εντελώς ασυνάρτητα flashbacks που μου έρχονται κάθε τόσο στο μυαλό και με αφήνουν να αναρωτιέμαι πώς στο διάολο μπορεί να θυμάμαι τέτοιες μικρολεπτομέρειες από το μακρινό παρελθόν, ενώ εδώ και ενάμιση χρόνο δεν έχω καταφέρει να μάθω τον αριθμό του κινητού μου (ο οποίος είναι και πανεύκολος, γιατί τελειώνει σε τέσσερα μηδενικά – ακόμα και κλειδαράς θα ζήλευε τον αριθμό μου). Καμιά φορά νιώθω πως ο εγκέφαλός μου έχει γερασει πριν την ώρα του. Μου θυμίζω εκείνους τους παππούδες που μια στο τόσο έχουν λεπτομερέστατες εκλάμψεις από τις εμπειρίες τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και μετά από λίγο δεν θυμούνται πώς λένε τη γυναίκα τους για να τη φωνάξουν να τους αλλάξει την πάπια.

Από σήμερα, που λες, είμαι και επισήμως άνεργος. Ναι, πάλι. Πήγα σήμερα το μεσημέρι στην εταιρεία, παρέδωσα ό,τι μου είχαν δώσει, υπέγραψα και τα απαραίτητα για τη γραφειοκρατία και έφυγα 10 κιλά πιο ελαφρύς (ευτυχώς μετά πήγα σε κάτι Everest λίγο πιο κάτω και τα ξαναπήρα). Ξέρεις, λένε ότι όταν χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν να πεθαίνει κάποιος στο σπίτι σου. Τηρουμένων των αναλογιών, στην προκειμένη περίπτωση θα’λεγα ότι η απώλεια της συγκεκριμένης δουλειάς ήταν σαν να κάηκε μια λάμπα στο σπίτι μου. Το πρόβλημα είναι ότι έχω ξεμείνει από λάμπες, και το σούπερ μάρκετ είναι κλειστό λόγω διακοπών. Τουτέστιν, για τρίτο συνεχόμενο Αύγουστο θα χάσω τις διακοπές μου (αν και ο πρώτος από αυτούς ήταν στον Στρατό, σε νησί, οπότε ήταν «κάτι-σαν-διακοπές» αλλά δε μετράει) και θα μείνω να βλέπω από την τηλεόραση τις πατροπαράδοτες αυγουστιάτικες πυρκαγιές και τα παραδοσιακά λαμόγια που κλαίγονται μπροστά στις κάμερες για τα αυθαίρετα σπίτια τους που καίγονται.

Αλλά να σου πω κάτι, μεταξύ μας; Χέστηκα για τις διακοπές. Αλήθεια. Πρώτα απ’όλα, είμαι εδώ και ενάμιση χρόνο άνεργος, με κάποια μικρά διαλειμματάκια. Από τι να κάνω διακοπές; Από την ξάπλα; Και άντε και πήγα διακοπές. Να πληρώσω εξωφρενικά ποσά για ξενοδοχεία, εισιτήρια πλοίων, φαγητό και εισόδους σε παραλίες, όταν μπορώ κάλλιστα να κάτσω στο σπιτάκι μου, να πηγαίνω όποτε θέλω για μπάνιο σε κάποια από τις ελεύθερες παραλίες της Αττικής και να βλέπω στην τηλεόραση τα ρεπορτάζ για τον «συνωστισμό στο λιμάνι του Πειραιά»; Γιατί να το κάνω στον εαυτό μου; Όταν θα φτάσω στα 40 μου να είμαι απελπιστικά κουρασμένος από την εξουθενωτική δουλειά μου και θα έχω απόλυτη ανάγκη από διακοπές, θα τα κάνω όλα αυτά. Αλλά τώρα, θα κάτσω στο δωμάτιό μου, με το αρκουδίσιον μου και με το Internet μου, και δε θα στενοχωρηθώ καθόλου.

Άσε και το άλλο: Η Αθήνα τον Αύγουστο είναι η ιδανική πόλη. Καθόλου κίνηση, βρίσκεις παντού να παρκάρεις, ησυχία – λίγο πράσινο παραπάνω να είχε, και θα ήταν ο επίγειος Παράδεισος. Το θεωρώ τουλάχιστον χαζό να βλαστημάς επί 11 μήνες αυτήν τη γαμημένη πόλη που σου κάνει τη ζωή μαύρη και, τον ένα μήνα που αυτή επιτέλους γίνεται ανθρώπινη, εσύ να σηκώνεσαι και να φεύγεις. Γι’αυτό σου λέω, Αθήνα και πάλι Αθήνα.

(βέβαια, θα μπορούσε κάποιος πικρόχολος να πει πως όλα αυτά τα λέω για να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν είναι και τόσο απαίσιο το ότι θα μείνω όλο τον Αύγουστο στην Αθήνα, εγώ και τα αδέσποτα στους δρόμους, την ώρα που αυτός και όλοι οι υπόλοιποι θα πλατσουρίζουν στις παραλίες του Αιγαίου. Αλλά αυτό ας έρθει να μου το πει αφού τον τσιμπήσουν οι εισαγόμενες τσούχτρες από το Σουέζ, οι οποίες απ’όσο ξέρω δεν έχουν φτάσει ακόμα στο Πόρτο Ράφτη. Beat that.)

Λοιπόν, απόψε πέφτω να κοιμηθώ νωρίς, στα πλαίσια της προσπάθειάς μου να αναπληρώσω τις δεκάδες ώρες χαμένου ύπνου που θυσιάστηκαν για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη, για μια π@@@@α κα@@@μενη. Αν δεν γράψω καθόλου αύριο, μην ανησυχήσεις. Πιθανότατα θα κοιμάμαι όλη μέρα.

Καληνύχτα, κι αν δεν σε δω αύριο, καλημέρα, καλησπέρα και ξανακαληνύχτα.

Αγαπητό ημερολόγιο,

θυμάμαι στην 4η Δημοτικού, στο μάθημα των Αγγλικών, μια ιστορία που είχαμε διαβάσει στο βιβλίο

του μαθήματος. Ήταν, λέει, ένας ζητιάνος που πεινούσε πολύ, και σκέφτηκε το εξής κόλπο για να

φάει: Χτύπησε την πόρτα ενός σπιτιού, και είπε στην οικοδέσποινα που του άνοιξε την πόρτα ότι

η πέτρα την οποία κρατούσε στα χέρια του ήταν μαγική, και μπορούσε να κάνει πεντανόστιμο

οποιοδήποτε φαγητό. Φυσικά, στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια κοινή πέτρα που είχε βρει

στον δρόμο. Η οικοδέσποινα τον πίστεψε, τον έβαλε στο σπίτι της, αυτός έβαλε την πέτρα σε ένα

τσουκάλι με νερό που έβραζε και της είπε να φέρει λάχανο.Μετά της είπε να φέρει καρότα,

κρεμμύδια, πατάτες, κρέας, και ένα σωρό πράγματα. Μέχρι που στο τσουκάλι υπήρχε μια

πεντανόστιμη σούπα, με μια πέτρα στη μέση. Η οικοδέσποινα τη δοκίμασε και ενθουσιάστηκε με το

πόσο νόστιμη ήταν, πιστεύοντας ότι η μαγική πέτρα είχε κάνει το θαύμα της. Ο ζητιάνος φυσικά

έφαγε μέχρι σκασμού. Στο τέλος της ιστορίας, ο χορτάτος ζητιάνος χαρίζει τη μαγική πέτρα στην

πανευτυχή οικοδέσποινα και φεύγει. Δεν θυμάμαι ποιο είναι το δίδαγμα της ιστορίας, αλλά νομίζω

πως πρέπει να είναι κάτι σαν «όσο υπάρχουν ηλίθιοι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο, δηλαδή για

πάντα, θα υπάρχουν και πονηροί άνθρωποι που θα ψάχνουν τρόπους να τους εκμεταλλευτούν».

Βέβαια, δεν ξέρω τι είδους δίδαγμα θα ήταν αυτό για ένα παιδί 10 χρονών, αλλά δεν μπορώ να

συμπεράνω κάτι καλύτερο. Κι εξάλλου, καλύτερα αυτά να τα μαθαίνουν μικρά τα παιδιά, για να

ξέρουν τι τα περιμένει όταν μεγαλώσουν.

Μη με ρωτήσεις πού κολλάει αυτή η ιστορία, γιατί δεν κολλάει πουθενά. Είναι ένα από αυτά τα

εντελώς ασυνάρτητα flashbacks που μου έρχονται κάθε τόσο στο μυαλό και με αφήνουν να

αναρωτιέμαι πώς στο διάολο μπορεί να θυμάμαι τέτοιες μικρολεπτομέρειες από το μακρινό

παρελθόν, ενώ εδώ και ενάμιση χρόνο δεν έχω καταφέρει να μάθω τον αριθμό του κινητού μου (ο

οποίος είναι και πανεύκολος, γιατί τελειώνει σε τέσσερα μηδενικά – ακόμα και κλειδαράς θα

ζήλευε τον αριθμό μου). Καμιά φορά νιώθω πως ο εγκέφαλός μου έχει γερασει πριν την ώρα του.

Μου θυμίζω εκείνους τους παππούδες που μια στο τόσο έχουν λεπτομερέστατες εκλάμψεις από τις

εμπειρίες τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και μετά από λίγο δεν θυμούνται πώς λένε τη γυναίκα

τους για να τη φωνάξουν να τους αλλάξει την πάπια.

Από σήμερα, που λες, είμαι και επισήμως άνεργος. Ναι, πάλι. Πήγα σήμερα το μεσημέρι στην

εταιρεία, παρέδωσα ό,τι μου είχαν δώσει, υπέγραψα και τα απαραίτητα για τη γραφειοκρατία και

έφυγα 10 κιλά πιο ελαφρύς (ευτυχώς μετά πήγα σε κάτι Everest λίγο πιο κάτω και τα ξαναπήρα).

Ξέρεις, λένε ότι όταν χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν να πεθαίνει κάποιος στο σπίτι σου.

Τηρουμένων των αναλογιών, στην προκειμένη περίπτωση θα’λεγα ότι η απώλεια της συγκεκριμένης

δουλειάς ήταν σαν να κάηκε μια λάμπα στο σπίτι μου. Το πρόβλημα είναι ότι έχω ξεμείνει από

λάμπες, και το σούπερ μάρκετ είναι κλειστό λόγω διακοπών. Τουτέστιν, για τρίτο συνεχόμενο

Αύγουστο θα χάσω τις διακοπές μου (αν και ο πρώτος από αυτούς ήταν στον Στρατό, σε νησί, οπότε

ήταν «κάτι-σαν-διακοπές» αλλά δε μετράει) και θα μείνω να βλέπω από την τηλεόραση τις

πατροπαράδοτες αυγουστιάτικες πυρκαγιές και τα παραδοσιακά λαμόγια που κλαίγονται μπροστά στις

κάμερες για τα αυθαίρετα σπίτια τους που καίγονται.

Αλλά να σου πω κάτι, μεταξύ μας; Χέστηκα για τις διακοπές. Αλήθεια. Πρώτα απ’όλα, είμαι εδώ

και ενάμιση χρόνο άνεργος, με κάποια μικρά διαλειμματάκια. Από τι να κάνω διακοπές; Από την

ξάπλα; Και άντε και πήγα διακοπές. Να πληρώσω εξωφρενικά ποσά για ξενοδοχεία, εισιτήρια

πλοίων, φαγητό και εισόδους σε παραλίες, όταν μπορώ κάλλιστα να κάτσω στο σπιτάκι μου, να

πηγαίνω όποτε θέλω για μπάνιο σε κάποια από τις ελεύθερες παραλίες της Αττικής και να βλέπω

στην τηλεόραση τα ρεπορτάζ για τον «συνωστισμό στο λιμάνι του Πειραιά»; Γιατί να το κάνω στον

εαυτό μου; Όταν θα φτάσω στα 40 μου να είμαι απελπιστικά κουρασμένος από την εξουθενωτική

δουλειά μου και θα έχω απόλυτη ανάγκη από διακοπές, θα τα κάνω όλα αυτά. Αλλά τώρα, θα κάτσω

στο δωμάτιό μου, με το αρκουδίσιον μου και με το Internet μου, και δε θα στενοχωρηθώ καθόλου.

Άσε και το άλλο: Η Αθήνα τον Αύγουστο είναι η ιδανική πόλη. Καθόλου κίνηση, βρίσκεις παντού να παρκάρεις, ησυχία – λίγο πράσινο παραπάνω να είχε, και θα ήταν ο επίγειος Παράδεισος. Το θεωρώ τουλάχιστον χαζό να βλαστημάς επί 11 μήνες αυτήν τη γαμημένη πόλη που σου κάνει τη ζωή μαύρη και, τον ένα μήνα που αυτή επιτέλους γίνεται ανθρώπινη, εσύ να σηκώνεσαι και να φεύγεις. Γι’αυτό σου λέω, Αθήνα και πάλι Αθήνα.

(βέβαια, θα μπορούσε κάποιος πικρόχολος να πει πως όλα αυτά τα λέω για να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν είναι και τόσο απαίσιο το ότι θα μείνω όλο τον Αύγουστο στην Αθήνα, εγώ και τα αδέσποτα στους δρόμους, την ώρα που αυτός και όλοι οι υπόλοιποι θα πλατσουρίζουν στις παραλίες του Αιγαίου. Αλλά αυτό ας έρθει να μου το πει αφού τον τσιμπήσουν οι εισαγόμενες τσούχτρες από το Σουέζ, οι οποίες απ’όσο ξέρω δεν έχουν φτάσει ακόμα στο Πόρτο Ράφτη. Beat that.)

Λοιπόν, απόψε πέφτω να κοιμηθώ νωρίς, στα πλαίσια της προσπάθειάς μου να αναπληρώσω τις δεκάδες ώρες χαμένου ύπνου που θυσιάστηκαν για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη, για μια π@@@@α κα@@@μενη. Αν δεν γράψω καθόλου αύριο, μην ανησυχήσεις. Πιθανότατα θα κοιμάμαι όλη μέρα.

Καληνύχτα, κι αν δεν σε δω αύριο, καλημέρα, καλησπέρα και ξανακαληνύχτα.


Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρω ότι σε έχω πρήξει με τη γκρίνια μου για τα κακά της ανεργίας, οπότε σήμερα θα ξεκινήσω την καταχώρησή μου με ένα από τα καλά της ανεργίας. Που λες, όταν είσαι άνεργος όλες οι μέρες είναι ίδιες. Η Δευτέρα δεν είναι «εκείνη-η-απαίσια-μέρα-μετά-το-Σαββατοκύριακο», αλλά μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Αλλά και το Σάββατο δεν είναι «εκείνη-η-μέρα-που-και-καλά-πρέπει-να-βγεις-αλλιώς-είσαι-ξενέρωτος», αλλά μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Να φανταστείς ότι καταλαβαίνω πως έχει φτάσει Σαββατοκύριακο μόνο όταν κάνω ζάπινγκ το μεσημέρι και βλέπω τα «Φιλαράκια» στο Star.

«Και γιατί είναι αυτό καλό», θα μπορούσες εύλογα να ρωτήσεις. Είναι καλό, γιατί πολύ απλά σημαίνει ότι μπορείς πολύ άνετα να ξυπνήσεις το πρωί, να βάλεις το μαγιό σου και να κατευθυνθείς προς την πλησιέστερη παραλία, όπου κατά 71,43% (αν δεν είναι Σαββατοκύριακο, δηλαδή) θα είσαι μόνος σου μαζί με τα φύκια, τους αχινούς και άλλους 2-3 αργόσχολους. Όλοι οι άλλοι θα δουλεύουν, την ώρα που εσύ θα λιάζεσαι στην παραλία, πίνοντας τον δεύτερο φρεντοτσίνο (αφού τον πρώτο στον είχε χύσει στην άμμο εκείνο το κωλόπαιδο που πέρασε τρέχοντας δίπλα από την ψάθα σου, αλλά ο μπαμπάς του ήταν υπερβολικά macho για να του ζητήσεις τα ρέστα).

Φυσικά, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι όλα αυτά τα κορόιδα που δουλεύουν την ώρα που εγώ κάνω τα μακροβούτια μου θα πληρωθούν στο τέλος του μήνα, κι έτσι τον Αύγουστο θα κάνουν τις διακοπές τους σε κάποιο ελληνικό νησί, ενώ εγώ θα περνάω το τρίτο συνεχόμενο Δεκαπενταύγουστό μου στην Αθήνα, όταν ακόμα και οι Πακιστανοί που καθαρίζουν τα τζάμια των αυτοκινήτων στα φανάρια θα έχουν πάρει τα κουβαδάκια τους σε άλλες παραλίες. Αλλά αυτός που θα τα έλεγε αυτά τα πράγματα θα ήταν πικρόχολος, κακόβουλος και, πάνω απ’όλα, 100% σωστός.

Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω στην παραλία είναι η τρέλα πολλών με το μαύρισμα. Βλέπω γυναίκες (κατά κύριο λόγο) να ψήνονται για ώρες ολόκληρες κάτω από τον ήλιο, αρνούμενες να μπουν στη θάλασσα για να δροσιστούν, και σκέφτομαι ότι πρόκειται για τις ίδιες γυναίκες που στην πόλη, αν χρειαστεί να περπατήσουν για δέκα λεπτά, διασχίζουν κάθε τόσο τον δρόμο για να πάνε στο πεζοδρόμιο που έχει περισσότερη σκιά και να γλιτώσουν τον ήλιο. Αλλά έτσι κι αλλιώς, οι γυναίκες είναι μυστήρια πλάσματα – μιλάμε για αυτήν την υποκατηγορία ανθρώπων που πασαλείβονται αλύπητα με κρέμες, σκόνες και αλοιφές για να δείχνουν πιο ωραίες απ’ό,τι είναι στην πραγματικότητα, και ταυτόχρονα γκρινιάζουν ότι οι άντρες δεν τις θέλουν γι’αυτό που είναι (το οποίο κρύβουν επιμελώς).

Αντίθετα, εγώ στην παραλία θέλω μόνο να βρίσκομαι μέσα στη θάλασσα. Όχι απαραίτητα να κολυμπάω (καθώς είμαι τόσο καλός στην κολύμβηση, όσο θα ήταν ένας σκαντζόχοιρος στο μπιτς βόλεϊ), αλλά απλά να βουλιάζω στο νερό και να σκέφτομαι. Ξέρεις, μέσα στη θάλασσα τα βλέπεις όλα πιο καθαρά. Εκτός, βέβαια, κι αν ανοίξεις τα μάτια, γιατί τότε τα βλέπεις όλα πιο θολά. Ναι, έβλεπα φανατικά Σεφερλή μικρός στην τηλεόραση – γιατί ρωτάς;

Το ένα γεγονός της ημέρας, λοιπόν, ήταν το μπάνιο μου στη θάλασσα. Το άλλο ήταν μάλλον πιο σημαντικό: Με πήραν τηλέφωνο από τη δουλειά, που είχα πάει χθες για συνέντευξη, θυμάσαι που στα’λεγα; Ναι, μου τηλεφώνησαν. Και μου είπαν ότι θέλουν να πάω αύριο για μια δεύτερη συνέντευξη. Ένιωσα σαν να μου είχαν πει ότι κέρδισα 1.000.000 ευρώ στο Τζόκερ, αλλά τα 999.999 από αυτά έπρεπε να τα δώσω στην Εφορία. Μια χαρμολύπη. Και ξέρεις, είμαι κυκλοθυμικός άνθρωπος και μπορεί μέσα σε 5 δευτερόλεπτα να περάσω από τον ενθουσιασμό στην κατάθλιψη, αλλά σπάνια μου συμβαίνει να τα έχω και τα δύο ταυτόχρονα.

Υπό κανονικές συνθήκες, θα ήμουν τρισευτυχισμένος που με κάλεσαν για δεύτερο interview. Συνήθως το πρώτο ήταν τόσο κακό, που περίμενα ότι μετά θα κατέθεταν ασφαλιστικά μέτρα εναντίον μου, αλλά αυτή τη φορά φαίνεται πως έκανα καλή εντύπωση. Είναι φοβερό: Όσες φορές προσπάθησα να αναδείξω σε κάποια συνέντευξη τα ταλέντα μου ή τις σπουδές μου, έμεινα με το CV στο χέρι. Και τη μία και μοναδική φορά που ανέδειξα το πόσο απελπιστικά απελπισμένος είμαι να βρω δουλειά, κατάφερα να κληθώ και σε δεύτερη συνέντευξη. Και τώρα πες μου εσύ: Εγώ να χαρώ ή να απογοητευτώ; Να συνεχίσω να το παίζω μαλάκας ή να δείξω ότι έχω κι εγώ φιλοδοξίες και όνειρα; Να ρισκάρω να χάσω τα προνόμιά μου ως άνεργος ή να ρισκάρω να χάσω μια σπάνια ευκαιρία να βγάλω επιτέλους δικά μου χρήματα;

(εντάξει, μην αγχώνεσαι να απαντήσεις. Ρητορικές είναι οι ερωτήσεις. Ξέρω εγώ τι θα κάνω. Θα σπάσω τα μούτρα μου, όπως πάντα.)

(άσχετο: Φαντάζεσαι τον Δημοσθένη, τον αρχαίο ρήτορα που δεν μπορούσε να πει το «ρ», να έκανε μια «γητογική εγώτηση»; Πρέπει να έριχναν πολύ γέλιο μαζί του οι Αθηναίοι. Θα ήταν ο αρχαίος Κάτ-μαν.)

Οπότε, αγαπητό μου ημερολόγιο, προετοιμάσου. Αύριο έρχεται το «Τοιχανάλυση και Συνέντευξη 2: Ξέρω τι Έκανες Προχθές το Μεσημέρι». Μην το χάσεις. Ναι, το ξέρω ότι τα sequel συνήθως είναι πολύ χειρότερα από το πρωτότυπο, αλλά θυμήσου το Terminator 2. Και προσπάθησε να ξεχάσεις το δεύτερο Jurassic Park.

Καληνύχτα, και να θυμάσαι: Όσες πορτοκαλιές κι αν υπάρχουν που κάνουν πορτοκάλια, θα’ναι πάντα πιο βολικό να πας στο σούπερ μάρκετ και να πάρεις μια παγωμένη πορτοκαλάδα.


– Σήμερα συνειδητοποίησα ότι ήρθε ο Αύγουστος. Εντάξει, δεν άργησα και πολύ, χθες μπήκε. Και ξέρετε πώς το συνειδητοποίησα; Οδηγώντας στον δρόμο. Και δεν είναι η απουσία του μποτιλιαρίσματος ή του καυσαερίου που με οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα, αλλά μια άλλη απουσία: Αυτή των «παιδιών των φαναριών». Ναι, αυτών των τύπων που επιμένουν να σου καθαρίσουν το παρμπρίζ (κι ας είναι καθαρό) ακόμα κι αν χρειαστεί να παλέψουν με τους υαλοκαθαριστήρες σου. Παρατηρήστε το κι εσείς, έχουν μειωθεί δραματικά. Φαντάσου, ακόμα κι αυτοί πάνε διακοπές τον Αύγουστο, κι εγώ κάθομαι και ξεροσταλιάζω. Μήπως να αλλάξω επάγγελμα; Τουλάχιστον σε αυτόν τον κλάδο δεν υπάρχει ανεργία: Όσα φανάρια, τόσες δουλειές. Με βλέπω να πλένω τζάμια στο φανάρι του «Υγεία» σε κανα-δυο μήνες – να πέσει λίγο κι η ζέστη. Ή μήπως να πάω τώρα που δεν έχει πολύ ανταγωνισμό να πιάσω κανένα καλό φανάρι για το χειμώνα;

– Σκεφτόμουν τις προάλλες ότι, με βάση τη λογική και τη λαϊκή σοφία, μπορεί κανείς να κάνει τον εξής συλλογισμό:

Η Ζωή είναι μικρή. Η Ζωή είναι ωραία, αλλά τα’χει με άλλον. Άρα, αυτός ο «άλλος» που τα’χει με τη Ζωή είναι παιδεραστής και πρέπει να συλληφθεί.

Νομίζω ότι αυτός ο συλλογισμός δίνει μια εντελώς νέα διάσταση στα παράδοξα τύπου «ο μπάτσος είναι μπουζούκι». Διαισθάνομαι ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας έρχεται προς το μέρος μου.

– Άλλο παράδοξο:

Όταν τρώμε δε μιλάμε. Όμως, ο άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικό ον. Άρα, πρέπει να τρώμε το φαγητό μας όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ώστε να μην παρεμποδίζεται η ανθρώπινη επικοινωνία.

Κρίμα που δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα, όταν ήμουν μικρός, που η μάνα μου μού έλεγε να τρώω πιο αργά.

– Περνώντας έξω από ένα ψιλικατζίδικο, είδα ένα κασκόλ της ΑΕΚ, ξέρετε, από αυτά τα φτηνιάρικα που αγοράζουν συνήθως οι μπαμπάδες στα παιδιά τους για να τα μυήσουν στην ομάδα. Το κασκόλ έγραφε «Χανουμάκι 21». Μα «Χανουμάκι»; Θα αγόραζε ποτέ ένας ΑΕΚτζής ένα κασκόλ που γράφει πάνω «Χανουμάκι»; Είναι σαν να πουλάς κασκόλ του Ολυμπιακού που να γράφουν «Κωλόγαυρος 7», η κασκόλ του ΠΑΟΚ που να γράφουν «Βούλγαρος 4». Μερικοί τύποι έχουν μαύρα μεσάνυχτα από μάρκετινγκ.

– Λοιπόν, ας υποθέσουμε τώρα ότι είστε παιδί 8 χρονών και, για κάποιον διεστραμμένο λόγο, βλέπετε ειδήσεις. Ακούτε για τη γρίπη των χοίρων, για τους δεκάδες νεκρούς, για τα κρούσματα στην Ελλάδα, για τους φόβους μετάλλαξης του ιού και όλα αυτά τα τρομακτικά. Και μετά ακούτε ότι υπάρχει το ενδεχόμενο τον Σεπτέμβρη να μην ανοίξουν τα σχολεία, για να μη μολυνθούν τα παιδιά. Ε, εσείς δε θα ευχόσασταν να μεταλλαχθεί ο ιός για να γλιτώσετε ένα μήνα (και ίσως και περισσότερο) σχολείου; Ο μαγικός κόσμος των παιδιών – πόσο μοιάζει με αυτόν των μεγάλων!

– Και για όσους δεν το κατάλαβαν, έχουν σφίξει οι ζέστες…


– Τελικά είναι επίσημο: Το καλοκαίρι βαριέμαι να γράφω. Και απ’ό,τι φαίνεται, δεν είμαι μόνο εγώ. Γενικά οι bloggers βαριούνται να γράψουν, και οι αναγνώστες βαριούνται να διαβάσουν, αν κρίνω από το blogroll και τα στατιστικά. Αλλά εδώ που τα λέμε, καλοκαίρι είναι, και μάλιστα έχουμε καύσωνα. Προχθές είχα αφήσει το αυτοκίνητο στον ήλιο και όταν μπήκα μέσα το θερμόμετρο έγραφε 46 βαθμούς! Είναι καιρός αυτός για να γράφεις;

– Τις προάλλες είδα το Home, εκείνο το περιβαλλοντικό ντοκιμαντέρ που αποτελείται αποκλειστικά από εικόνες της Γης από ψηλά. Ωραίο ήταν, δε λέω, αλλά βλέποντάς το ένιωσα λίγο μαλάκας. Ψέματα, πολύ μαλάκας. Γιατί πληροφορήθηκα ότι το 70% του νερού στον κόσμο το σπαταλούν οι μεγάλες βιομηχανίες – οπότε εγώ που προσπαθώ να ξοδεύω λιγότερο νερό όταν κάνω μπάνιο, κάνω οικονομία στο 0,00000000001 % που περισσεύει, την ίδια στιγμή που η Χ βιομηχανία σπαταλάει τεράστια ποσότητα νερού για να φτιάξει τα προϊόντα της. Γενικά, αυτό το ντοκιμαντέρ δεν είναι για να το βλέπουν οι κοινοί θνητοί, αλλά αυτοί που πραγματικά μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο – και, δυστυχώς, είναι οι ίδιοι που τον κατέστρεψαν. Που σημαίνει, ετοιμάστε τις βαλίτσες σας για άλλον πλανήτη, γιατί αυτόν τον ρημάξαμε.

– Έχετε παρατηρήσει ότι οι παροιμίες και οι λαϊκές εκφράσεις δεν είναι και τόσο «σοφές» όσο μας λένε, αλλά στην πραγματικότητα απλά εξωραϊζουν μια ανεπιθύμητη κατάσταση και κάποια εγγενή μας ελαττώματα ή μας χρησιμεύουν για να πιέζουμε καταστάσεις; Πάρτε για παράδειγμα τη φράση «το καλό πράγμα αργεί να γίνει». Φυσικά, αυτό δεν ισχύει – δείτε τις γρήγορες συνταγές που φτιάχνει ο Παρλιάρος στην εκπομπή του και θα το καταλάβετε – αλλά είναι ένας ωραίος τρόπος να πείσουμε τον άλλο να κάνει υπομονή, με το πρόσχημα ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να απολαύσει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ή τα κλασικά αντιφατικά «όποιος βιάζεται σκοντάφτει» και «το γοργόν και χάριν έχει»: Τίποτα από τα δύο δεν ισχύει, όμως τα χρησιμοποιούμε και τα δύο όποτε μας βολεύει, ανάλογα με το αν θέλουμε να μας εξυπηρετήσει κάποιος γρήγορα ή αν είμαστε εμείς αυτοί που πρέπει να εξυπηρετήσουμε κάποιον και βαριόμαστε θανάσιμα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως είναι κι αυτό ένα είδος σοφίας.

– Σας το δηλώνω από τώρα, ώστε να μη λέτε τον Σεπτέμβρη ότι δεν σας προειδοποίησα: Εγώ εμβόλιο κατά της γρίπης ΔΕΝ κάνω, που να με πάνε σηκωτό μέχρι τον Ευαγγελισμό, αν δεν γίνουν ΟΛΕΣ οι εργαστηριακές μελέτες που να ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες επιπλοκών και παρενεργειών. Προτιμώ να πεθάνω από γρίπη, παρά από εμβόλιο κατά της γρίπης. Αλλά υπόσχομαι να πλένω τα χέρια μου, εντάξει;

– Αν ο Πρετεντέρης ήταν αθλητής, θα διέπρεπε στη γυμναστική – με τόσες κωλοτούμπες, θα σάρωνε όλα τα χρυσά στις ασκήσεις εδάφους. Δεν άντεξα να διαβάσω τη συνέντευξη που πήρε από τον Ζοζέ Μπαρόζο στο Κυριακάτικο Βήμα, με τίτλο «γιατί δεν είμαι δεξιός», που ουσιαστικά είναι μια αγιογραφία ενός κλασικού δεξιού πολιτικού, ο οποίος κάνει ό,τι μπορεί για να κερδίσει πόντους μέχρι τον Σεπτέμβριο, όταν θα διεκδικήσει τη συνέχιση της θητείας του ως Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ίσως είναι και που είμαι άθεος, αλλά στις αγιογραφίες παντός είδους έχω μια αλλεργία…

– Θυμάστε που σας έλεγα για τη «μεταγραφή του καλοκαιριού», τον καινούργιο φορητό μου υπολογιστή; Ε, τελικά αποδείχθηκε σαπάκι. Μια βδομάδα άντεξε στις προπονήσεις. Μετά έπαθε ρήξη χιαστού σκληρού δίσκου και αναμένεται να μείνει εκτός δράσης για κανα-δυο βδομάδες, μέχρι να πάει σε ειδικό κέντρο αποκατάστασης στο Βέλγιο για να συνέλθει. Ευτυχώς, τζάμπα. Δεν ξαναπαίρνω Sony Vaio. Toshiba και πάλι Toshiba.

– Λατρεύω τη διαφήμιση του Conn-x TV με τους χουλιγκάνους που αναρωτιούνται: «Μπόχουμ δέρνουμε;». Πιστεύω ότι είναι η ατάκα του φετινού καλοκαιριού (εξ ου και ο τίτλος του post, που κατά τ’άλλα είναι εντελώς άσχετος με το περιεχόμενό του). Τελικά η διαφήμιση είναι τέχνη. Ας το μεταφέρει κάποιος αυτό και στους τύπους που κάνουν τις ραδιοφωνικές διαφημίσεις των Jumbo.

– Αλήθεια, Sony Vaio δέρνουμε;


Πάει, τέλειωσε και η φετινή Σουπερλίγκα. Μόνο κάτι ηλίθια πλέι οφ μείνανε, που ούτε οι παίκτες των ομάδων που συμμετέχουν δεν τα παίρνουν στα σοβαρά. Ουσιαστικά, τα πλέι οφ είναι η τιμωρία για τις ομάδες που διεκδικούσαν το πρωτάθλημα και δεν το πέτυχαν. Μια επιπλέον αγγαρεία, για να μάθουν να χάνουν απ’τους Εργοτέληδες και τους Πανσερραϊκούς.

Κι όσο αυτές οι ομάδες θα ταλαιπωρούνται, οι παίκτες του Ολυμπιακού θα απολαμβάνουν (πάλι) τις δάφνες τους, στις οποίες είναι γραφτό να επαναπαυτούν πάλι του χρόνου. Χωρίς να χρειαστεί να παίξουν μπάλα όλη τη χρονιά, κατάφεραν να είναι η λιγότερο κακή ομάδα του πρωταθλήματος. Δεν τους αξίζουν συγχαρητήρια. Αλλά θα έπρεπε να στείλουν ευχαριστήριες επιστολές σε όλες τις άλλες ομάδες, που με τις εμφανίσεις τους έκαναν τον Ολυμπιακό να μοιάζει με την Μπαρτσελόνα.

Ίσως το πιο αξιοσημείωτο γεγονός της χρονιάς ήταν ο υποβιβασμός του ΟΦΗ, μετά από τρεις και κάτι δεκαετίες συνεχούς θητείας στην πρώτη τη τάξει κατηγορία. Σε ποιον θα λείψει, αλήθεια; Μάλλον σε κανέναν. Ακόμα και οι Ηρακλειώτες μπορούν να απολαύσουν και να στηρίξουν μια πραγματικά υγιή ομάδα, τον Εργοτέλη. Στα τσακίδια, λοιπόν.

Από εκεί και πέρα, η φετινή χρονια μπορεί να ήταν ‘σούπα’, όμως είχε αρκετούς πρωταγωνιστές, θετικούς και αρνητικούς. Πάμε να δούμε τους σημαντικότερους, κατά τη γνώμη μου:

ΛΟΥΣΙΑΝΟ ΓΚΑΛΕΤΙ: Κατά τη γνώμη μου, ο κορυφαίος της χρονιάς. Φιλότιμος, μαχητικός, τεχνίτης, βαρόμετρο της ομάδας, ‘ψυχάρα’. Μοιάζει με αντίγραφο του παλιού καλού Τζόρτζεβιτς, αλλά από τη δεξιά πλευρά. Πάλι καλά να λέμε που κοσμεί το πρωτάθλημά μας ένας τέτοιος παίκτης.

ΕΡΝΕΣΤΟ ΒΑΛΒΕΡΔΕ: Ο σωσίας του Πινόκιο δεν έκανε τίποτα ιδιαίτερο στον Ολυμπιακό. Πήρε ένα πρωτάθλημα; Σιγά το κατόρθωμα! Εδώ παραλίγο να το πάρει ο Αλέφαντος! Ο κόσμος περίμενε κάτι παραπάνω από τον άνθρωπο που οδήγησε την άσημη Εσπανιόλ στον τελικό του Κυπέλλου UΕFΑ. Περίμενε μια καλή ευρωπαϊκή πορεία. Κι αντ’αυτής, είδε τον Ολυμπιακό να πέφτει σε δύο μεγάλες μπανανόφλουδες, την Ανόρθωση (αν και εκεί δεν έφταιγε μόνο αυτός) και την Σεντ Ετιέν. Θα μείνει και του χρόνου; Το σίριαλ της παραμονής του έχει καταντήσει κουραστικό, αλλά μάλλον θα μείνει. Και ίσως αυτή η σταθερότητα να κάνει καλό στον Ολυμπιακό.

ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΛΕΤΟ: Εντάξει, έχει καλή τεχνική. Αλλά είναι αυτό αρκετό για να κρατήσεις στην ομάδα σου έναν παίκτη που προκαλεί συνεχώς προβλήματα με την απειθαρχία του, ενώ μέσα στο γήπεδο συμπεριφέρεται σαν να παίζει μόνος του εναντίον όλων; Νομίζω πως όχι.

ΧΕΝΚ ΤΕΝ ΚΑΤΕ: Το στρουμφάκι με τα πράσινα, ο Γκρινιάρης του Παναθηναϊκού. Θα περίμενε κανείς περισσότερη ωριμότητα από έναν προπονητή του βεληνεκούς του. Το να ρίχνεις όλο το φταίξιμο για μια κακή χρονιά στη διαιτησία είναι εύκολο. Το να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου είναι δύσκολο. Και ο Ολλανδός προτίμησε τον εύκολο τρόπο.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΙΝΗΣ: Ένα μεγάλο ταλέντο που ξεκίνησε σαν παλίρροια, συνέχισε σαν κύμα και, αν δεν αλλάξει μυαλά, θα τσακιστεί στα βράχια της απειρίας του. Θα ήταν κρίμα να χαθεί τέτοιο ταλέντο.

ΑΝΤΡΕΑΣ ΙΒΑΝΣΙΤΣ: Ο Παναθηναϊκός έδωσε ένα σκασμό χρήματα για να τον κρατήσει το καλοκαίρι, και πολύ καλά (φαινόταν πως) έκανε, καθώς μιλάμε για έναν εξαιρετικό παίκτη, με πολύ καλό πόδι και αξιόλογη τεχνική κατάρτιση. Κι όμως, αυτόν τον παίκτη φέτος τον έφαγε ο πάγκος. Γιατί; Περίσσευε σε μια τόσο καλοκουρδισμένη ομάδα όπως ο φετινός Παναθηναϊκός; Μη χέσω.

ΡΑΦΙΚ ΤΖΕΜΠΟΥΡ: Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για το τι συμβαίνει όταν ένας μέτριος ποδοσφαιριστής νομίζει ότι είναι ο νέος Μαραντόνα. Ο βεντετισμός είναι για τις βεντέτες, όχι για τους μέτριους. Όσο για τις μαγκιές στα αποδυτήρια, δείχνουν ότι ο Τζεμπούρ δεν κάνει για μια μεγάλη ομάδα όπως η ΑΕΚ. Ας πάει στην Αζαξιό να τα κάνει αυτά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΩΝΗΣ: Ανέλαβε την ΑΕΚ ως μεσσίας, έχοντας δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής ως τεχνικός της Λάρισας, και κατάφερε να την αφήσει χειρότερη απ’ό,τι τη βρήκε! Το ‘τρένο’ εκτροχιάστηκε, και λίγο έλειψε να πάρει στο λαιμό του και την ΑΕΚ…

ΖΛΑΤΑΝ ΜΟΥΣΛΙΜΟΒΙΤΣ: Το να μπεις στις καρδιές των Παοκτζήδων δεν είναι και τόσο δύσκολο – αρκεί να βάλεις ένα γκολ στον Άρη ή τον Ολυμπιακό. Αλλά για να κερδίσεις τη συμπάθεια των οπαδών των άλλων ομάδων, πρέπει να είσαι πραγματικά καλός. Και ο Μούσλι είναι τέτοια περίπτωση.

ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ: Ο Λεβαδειακός ήταν από τα φαβορί για υποβιβασμό στην αρχή της χρονιάς. Κι αν διέψευσε αυτήν την πρόβλεψη κύριος υπεύθυνος είναι ο δαιμόνιος Λεονάρντο (αλλά και ο Μόμτσιλο Βούκοτιτς, που τον ανέδειξε), ο οποίος πήρε την ομάδα πάνω του στα δύσκολα παιχνίδια και την οδήγησε στην παραμονή. Δύσκολα θα τον κρατήσει πια ο Λεβαδειακός…

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΥΤΣΙΑΝΙΚΟΥΛΗΣ: Κάτι καλό ψήνεται εδώ. Αρκεί να μην καεί. Και πολύ φοβάμαι ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να συμβεί αυτό, αν επαναληφθεί το σκηνικό του περασμένου καλοκαιριού, όταν Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός κονταροχτυπήθηκαν για τον ταλαντούχο Χριστοδουλόπουλο, μόνο και μόνο για τα μάτια του κόσμου. Πού είναι τώρα ο Χριστοδουλόπουλος; Στον πάγκο. Ας μην έχει την ίδια κατάληξη και ο Κουτσιανικούλης.

ΖΑΟΥΑΝΤ ΖΑΪΡΙ: Έκανε μια εξαιρετική χρονιά με τον Αστέρα Τρίπολης, κλέβοντας την παράσταση με την αξιοζήλευτη τεχνική του. Μπορεί να μη σκοράρει συχνά, όπως ο Φιλομένο, αλλά ξέρει να κρατάει την μπάλα και να δημιουργεί φάσεις. Αν όντως έχει κλείσει στον Ολυμπιακό, όπως φημολογείται, θα τον βοηθήσει αρκετά.

ΜΙΚΑΕΛ ΓΚΣΠΟΥΡΝΙΝΓΚ: Το τμήμα σκάουτινγκ της Ξάνθης δουλεύει ρολόι. Κάθε χρόνο ανακαλύπτει δυο-τρία κελεπούρια, που ανεβάζουν κατακόρυφα το επίπεδο της ομάδας. Πέρσι το ‘λαβράκι’ ήταν ο Καναδός Ρατζίνσκι, φέτος ήταν ο Αυστριακός Γκσπούρνινγκ. Κατά τη γνώμη μου, ήταν ο καλύτερος τερματοφύλακας του πρωταθλήματος, επιδεικνύοντας αξιοθαύμαστη σταθερότητα και ιδανικά αντανακλαστικά. Ποιος θα τον ‘αρπάξει’ το καλοκαίρι;

Τέλος, αν θέλουμε να μιλήσουμε για πρωταγωνιστές, δεν μπορούμε να αφήσουμε απ’έξω τους διαιτητές, αφού η φετινή διαιτησία μπορεί να μην αλλοίωσε το πρωτάθλημα, όμως έγιναν τόσα πολλά (και γελοία) λάθη, που θα πρέπει να τρέμουμε για την επόμενη χρονιά.

Και ιδιαίτερη μνεία στην ‘Αθλητική Κυριακή’, που πρέπει να είναι η χειρότερη αθλητική εκπομπή στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Οπαδισμός, ρηχές αναλύσεις, αδιαφορία για τις μικρότερες ομάδες και τα άλλα αθλήματα, πλην του ποδοσφαίρου, και φυσικά ο παντογνώστης Βαρούχας να σχολιάζει τα φαλτσοσφυρίγματα των συναδέλφων του. Αξιολύπητο.

Και τώρα; Τι θα κάνουμε χωρίς Βαρούχα; Χωρίς Αλέφαντο; Χωρίς επεισόδια;

Υπομονή, θα ξανάρθουν…