Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρω ότι σε έχω παρατήσει στην τύχη σου, να μαζεύεις αράχνες και σκόνη, αλλά πίστεψέ με, δε θα ήθελες να σε πρήζω κάθε μέρα με το τι έγινε στη δουλειά, πόσο μαλάκες ανθρώπους συναντά κανείς στο μετρό και πόσα υπαρξιακά ερωτήματα περνάνε από το κεφάλι μου το πρωί, όταν το μυαλό μου δεν έχει γίνει ακόμα ζελέ από την κούραση. Πάλι καλά να λες.

Και μπορεί να σε άφηνα στην ησυχία σου για περισσότερο χρονικό διάστημα, αν δεν έτρεχε η επικαιρότητα. Ξέρεις, «Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα», διαδηλώσεις, #greekrevolution και όλα αυτά. Όπως λέει μία σοφή παροιμία, «οι γνώμες είναι σαν τις κωλοτρυπίδες: Όλοι έχουν από μία». Έτσι κι εγώ, έχω μία γνώμη (και μία κωλοτρυπίδα, επίσης) και θα σκάσω αν δεν την πω.

Την περασμένη Τρίτη διάβασα για πρώτη φορά για τους «Αγανακτισμένους στο Σύνταγμα», όταν κάποιος φίλος μου στο Facebook με κάλεσε στην εκδήλωση που είχε ήδη στηθεί για την Τετάρτη στις 6 το απόγευμα. Είχαν ήδη δηλώσει ότι θα παραστούν περίπου 15.000 άλλοι, ενώ ήταν προσκεκλημένοι γύρω στους 100.000 που δεν είχαν απαντήσει. Ρίχνοντας μια ματιά στα posts όσων σκόπευαν να συμμετάσχουν, είδα αυτό που περίμενα: Μία οργή για τους πάντες και τα πάντα, μία αναμενόμενη αγανάκτηση για όλα τα στραβά που μας συμβαίνουν, και φυσικά καμία απολύτως πρόταση. Είδα, όμως, και κάτι που δεν περίμενα: Επανειλημμένες εκκλήσεις από τους περισσότερους για μία ειρηνική διαδήλωση, χωρίς κουκουλοφόρους, χωρίς συμπλοκές, χωρίς δακρυγόνα και – το κυριότερο – χωρίς κόμματα. Ήταν από την αρχή φανερό ότι αυτό που ξεκινούσε ήταν κάτι μεγάλο και φιλόδοξο.

Αρχικά δεν πάτησα το attend. Μέσα στον ορυμαγδό των posts που ερχόντουσαν κάθε 5 δευτερόλεπτα διέκρινες και ένα περίπου 10% το οποίο προερχόταν από ακροδεξιούς. Η εποχή ευνοεί τα ακροδεξιά κινήματα, κι έτσι φοβήθηκα ότι ακόμα κι αν πήγαινε να γίνει κάτι καλό, θα το καρπώνονταν οι ακροδεξιοί. Κι εξάλλου, ποιος θέλει να πάει και να διαδηλώσει στο ίδιο μέρος και για τον ίδιο σκοπό μαζί με έναν ακροδεξιό; Εγώ δεν το ήθελα. Όμως ήμουν πραγματικά περίεργος για να δω τι θα συνέβαινε εκεί – οι attending είχαν ξεπεράσει τους 40.000, και μάλιστα αφού το event «κατέβηκε» και ανέβηκε ξανά κάποια στιγμή το απόγευμα της Τρίτης. Ήταν ένας εντυπωσιακός αριθμός, και δεν ήθελα να είμαι έξω από κάτι τέτοιο.

Πηγαινοντας την Τετάρτη στο Σύνταγμα, αμέσως μετά τη δουλειά, φανταζόμουν επεισόδια και δακρυγόνα. Η εικόνα που αντίκρυσα με διέψευσε εντελώς. Ένα Σύνταγμα γεμάτο από κόσμο, κόσμο απλό, ειρηνικό, και όχι έναν αγριεμένο όχλο. Έβλεπες κόσμο εντελώς ετερόκλητο σε όλα τα επίπεδα: Έβλεπες κόσμο από όλες τις ηλικίες, από όλα τα κοινωνικά στρώματα, από όλα τα μορφωτικά επίπεδα, από όλες τις ιδεολογίες (πιθανότατα).

Αυτή η εντυπωσιακή συνύπαρξη διαφορετικών ανθρώπων στον ίδιο χώρο είναι ταυτόχρονα το μεγαλύτερο πλεονέκτημα και το μεγαλύτερο μειονέκτημα του κινήματος των Αγανακτισμένων. Όταν κατεβαίνεις στο Σύνταγμα νιώθεις ότι είσαι κομμάτι ενός ζωντανού λαού, μίας μερίδας ανθρώπων γεμάτων όνειρα και ενέργεια, ανθρώπων σαν εσένα. Και αυτό είναι πολύ όμορφο. Επίσης, είναι εντυπωσιακό πώς ένας λαός που βλέπεις κάθε μέρα να σκοτώνει για να κάτσει πρώτος στη θέση του μετρό και να παρκάρει όπου γουστάρει χωρίς να ενδιαφέρεται για τον συνάνθρωπό του, ξαφνικά «ενώνεται» για έναν κοινό σκοπό. Αλλά αλήθεια: Ποιος είναι αυτός ο σκοπός;

Αυτό είναι το πρόβλημα. Ο καθένας από τους Αγανακτισμένους έχει τον δικό του σκοπό. Έχει τη δική του ιστορία από πίσω, τα δικά του συμφέροντα να διαφυλάξει και τη δική του γνώμη για το πώς θα το πετύχει αυτό. Ένα μαζικό κίνημα, όσο κι αν είναι εντυπωσιακό σε όγκο, δεν μπορεί να πετύχει τίποτα αν δεν υπάρχει ένας κοινός σκοπός. Ποιος είναι αυτός; Δεν ξέρω. Η συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου θα ήταν μια ιδέα. Η διενέργεια εκλογών, επίσης. Όμως, δεν μπορεί να υπάρξει συνεννόηση μεταξύ 50.000 ανθρώπων, οι οποίοι έχουν 50.000 διαφορετικές απόψεις για το ποιος πρέπει να είναι ο στόχος τους.

Οι επιτροπές και οι συζητήσεις στο Σύνταγμα είναι κάτι το πολύ ενδιαφέρον. Ακούγονται πολλές απόψεις, βγαίνουν χρήσιμα συμπεράσματα και γίνεται φανερό και σε όσους δεν το είχαν κατανοήσει από την αρχή ότι δε μιλάμε για ένα απολιτίκ κίνημα, που κατεβαίνει στο Σύνταγμα για χαβαλέ, αλλά για ένα κίνημα ανθρώπων που ενδιαφέρονται για την πολιτική και γνωρίζουν πολύ περισσότερα γι’αυτήν απ’όσα μπορεί να νομίζουν οι βαθιά νυχτωμένοι πολιτικοί μας. Είναι ελπιδοφόρο το γεγονός ότι υπάρχουν τέτοιες επιτροπές χωρίς κανέναν απολύτως συσχετισμό με κόμματα – στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τα κόμματα ως αποκλειστικούς φορείς ιδεολογίας που οργανώνουν και προσδιορίζουν καθετί που αφορά την πολιτική, αλλά να που αποδεικνύεται ότι και οι «κοινοί θνητοί» μπορούν να κάνουν το ίδιο. Και ίσως να το κάνουν και πολύ καλύτερα.

Είναι πολύ νωρίς ακόμα για συμπεράσματα, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Μπορεί όλο αυτό το κίνημα να είναι μία «φούσκα», που μετά από μια-δυο βδομάδες θα ξεθυμάνει και δε θα τη θυμάται κανείς, όπως συμβαίνει συνήθως με οτιδήποτε αντίστοιχο στην Ελλάδα. Αλλά υπάρχει η ελπίδα αυτό το κίνημα να μετασχηματιστεί σε ένα νέο Πολυτεχνείο. Και πρόσεξε: Ο συσχετισμός με το Πολυτεχνείο παρεξηγείται πολύ εύκολα, αρπάζονται οι άλλοι και λένε «τότε είχε Χούντα, τώρα δεν είναι Χούντα». Ναι, φυσικά και αυτοί που μας κυβερνούν είναι εκλεγμένοι, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό εκλεγμένοι από τους ίδιους που σήμερα εξεγείρονται εναντίον τους – μόνο που σήμερα δεν έχουν το λαϊκό έρεισμα. Και φυσικά η λύση δεν είναι ένα πραξικόπημα, αλλά αλήθεια: Ποια είναι η «μαγική» λύση που είναι και νόμιμη, και αποτελεσματική, και επιθυμητή από όλους; Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί στο όνομα της «νομιμότητας» να καταπιέζεται η λαϊκή βούληση; Τα ερωτήματα είναι ρητορικά, δε νομίζω ότι επιδέχονται απάντησης.

Ίσως το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα που έρχεται από αυτό το κίνημα είναι το πόσο στον κόσμο τους βρίσκονται οι πολιτικοί μας. Όχι πως δεν το ξέραμε, δηλαδή, αλλά όταν βλέπεις τον Πάγκαλο να κατακεραυνώνει ένα αυθόρμητο μαζικό κίνημα οργανωμένο μέσω του Διαδικτύου, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά ότι «η διαμόρφωση ενός πολιτικού κινήματος […] δεν εξαρτάται από τα like και τα unlike του Facebook, δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι αυτός ο άνθρωπος ζει ακόμα στην εποχή που οι εφημερίδες πουλούσαν 200.000 φύλλα και ήταν σχεδόν η μοναδική πηγή ενημέρωσης και συσπείρωσης των πολιτών. Και σίγουρα θα βρεθεί προ εκπλήξεως κάποια στιγμή (μπορεί όχι σύντομα αλλά θα γίνει), όταν δει πόση δύναμη μπορούν να αποκτήσουν ξαφνικά τα likes, τα retweets, τα shares και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις των social media.

Από την Τετάρτη δεν ξαναπήγα στο Σύνταγμα. Την Πέμπτη με σταμάτησε η βροχή, την Παρασκευή είχα το σεμινάριο, για το Σαββατοκύριακο και σήμερα δεν έχω καμία δικαιολογία. Θα κατέβω ξανά, ίσως αύριο. Θα πάω και στη συνέλευση, ίσως μιλήσω κι εγώ. Δεν ξέρω τι έχω να πω που δεν το έχει ήδη πει κάποιος άλλος, αλλά σίγουρα θέλω να συμμετέχω κι εγώ σε αυτό που γίνεται, όπως κι αν καταλήξει στο τέλος.

Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα, λοιπόν. Και συντεταγμένοι στην Αγανάκτηση.

Advertisements

Αγαπητό ημερολόγιο,

θα έχεις καταλάβει ότι τώρα τελευταία δεν έχω και πολλή όρεξη να σου γράφω. Ξέρεις, το γράψιμο μού ήταν πάντα απαραίτητο για να καλύπτω το κενό που είχα μέσα μου, ένα κενό που πλέον ικανοποιείται με υποκατάστατα. Αλλά να που ξαφνικά ένιωσα πάλι την ανάγκη να σου γράψω. Και θα δεις στην πορεία ποιον πρέπει να ευχαριστείς γι’αυτό.

Γυρίζοντας από τη δουλειά χθες στο σπίτι, λίγο μετά τις 8 το βράδυ, βρήκα την τηλεόραση ανοιχτή στο Mega. Το θέμα που κυριαρχούσε στο δελτίο ειδήσεων ήταν η δολοφονία ενός 44χρονου από αγνώστους στο κέντρο της Αθήνας για μία κάμερα, την ώρα που πήγαινε να πάρει το αυτοκίνητό του για να μεταφέρει την ετοιμόγεννη γυναίκα του στο μαιευτήριο. Ένα πραγματικά συγκλονιστικό γεγονός, για το οποίο δεν μπορώ να πω απολύτως τίποτα – στα ευχολόγια δεν τα κατάφερνα ποτέ. Έχω απλά συγκλονιστεί.

Έχω σταματήσει να βλέπω δελτία ειδήσεων, καθώς μου είναι απολύτως αδύνατο πια να τα εμπιστευτώ, όπως και τις εφημερίδες, όμως κοντοστάθηκα για λίγο, θες από περιέργεια, θες από αρρωστημένο μαζοχισμό. Και έπεσα πάνω στο σχόλιο του Γιάννη Πρετεντέρη: «Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα», είπε. Πρόσθεσε μια-δυο προτάσεις ακόμα, και μετά επανέλαβε: «Η μετανάστευση ΔΕΝ είναι δικαίωμα». Αυτό είναι που μου έδωσε το ερέθισμα να σου γράψω απόψε, και θα ήθελα να σου μεταφέρω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με το θέμα.

Πρώτα απ’όλα, τον Πρετεντέρη δε θα τον μάθουμε τώρα. Ξέρουμε καλά ποιος είναι και ο καθένας έχει σχηματίσει τη γνώμη του γι’αυτόν. Κι εγώ επίσης. Και δυστυχώς ή ευτυχώς, ο κύριος αυτός δεν παύει ποτέ να δικαιώνει την αρνητική γνώμη που έχω γι’αυτόν. Επίσης, το δελτίο του Mega το ξέρουμε εξίσου καλά. Δε θα έδινα καμία απολύτως σημασία σε αυτό το απαράδεκτο (κατ’ευφημισμόν) δελτίο ειδήσεων, αν δεν επρόκειτο για το δελτίο που συγκεντρώνει τις υψηλότερες θεαματικότητες, και άρα επηρεάζει πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’όσους θα έπρεπε. Δυστυχώς, πολλοί είναι αυτοί ανάμεσά μας που επιλέγουν για την ενημέρωσή τους ένα δελτίο ειδήσεων που μόνο ενημερωτικό δεν είναι. Είναι ένα σχεδόν μονοθεματικό talk show στο οποίο δεν παρουσιάζονται γεγονότα, αλλά οι απόψεις των παρουσιαστών του για τα γεγονότα. Και το χειρότερο: Παρουσιάζονται οι απόψεις των παρουσιαστών του ΩΣ γεγονότα. Τέλος πάντων, θα μπορούσα να πω πολλά τέτοια γι’αυτό το θέμα, όμως εγώ για άλλο θέλω να μιλήσω.

«Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Όπως έγραψα και στο Twitter, όταν κάποτε χτιστεί αυτό το περίφημο «μνημείο βλακείας», αυτή η ατάκα του Πρετεντέρη θα τοποθετηθεί στην είσοδο, σε ειδική πλακέτα. Και ευτυχώς που ο Πρετεντέρης ξέρει σε τι κοινό απευθύνεται, κι έτσι είπε αυτήν την ατάκα δύο φορές, επειδή ήξερε ότι οι περισσότεροι δε θα την πιάσουν με την πρώτη.

«Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Όχι, δεν είναι. Γιατί ο απελπισμένος άνθρωπος που δεν έχει στον ήλιο μοίρα πρέπει να μείνει καταδικασμένος στην ανέχεια και να μην ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό είναι το σωστό.

«Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Φυσικά και όχι. Υπάρχουν ένα σωρό νόμοι που την απαγορεύουν. Και ποιος είπε ότι η ανθρώπινη επιβίωση είναι υπεράνω των νόμων; Κανείς.

«Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Εκτός, φυσικά, κι αν την κάνουν οι Έλληνες. Γιατί οι Έλληνες είμαστε καλά παιδιά, όπου και όποτε μεταναστεύσαμε ήμασταν τύπος και υπογραμμός. Ακόμα έχουν να το λένε οι Αμερικάνοι για τον Nick the Greek, που έφτιαχνε το καλύτερο σουβλάκι στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ. Ενώ όλοι αυτοί που μας έχουν κουβαληθεί εδώ, αυτοί οι μελαμψοί, δεν έχουν δικαίωμα, ειναι κωλοπαιδαράδες. Δεν έχουν παιδεία και πολιτισμό, σαν εμάς.

«Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Τα σύνορα υπάρχουν για κάποιον λόγο, για να κλείνουν απ’έξω όλους αυτούς που μας επιβουλεύονται και κάνουν τεράστιο κακό στη χώρα μας, πολύ χειρότερο από αυτό που μπορούν να κάνουν κάτι ψωρομίζες ψωροεκατομμυρίων της Siemens που διαπραγματεύονται οι αξιότιμοι πολιτικοί μας.

Έχεις δίκιο ρε Πρετεντέρη. Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα. Είναι υ π ο χ ρ έ ω σ η. Υποχρέωση κάθε αξιοπρεπούς ανθρώπου προς τον εαυτό του. Υποχρέωση κάθε ανθρώπου που ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον και δε διστάζει να το διεκδικήσει. Υποχρέωση κάθε ανθρώπου που βλέπει τα παιδιά του να σαπίζουν από τη φτώχεια και πιστεύει ότι μπορεί να διεκδικήσει κάτι καλύτερο για τον εαυτό του και τα παιδιά του.

Αντίστοιχα, βέβαια, υποχρέωση της Πολιτείας είναι να υποδεχθεί τους μετανάστες. Φυσικά, αυτό είναι απολύτως αδύνατο να γίνει όταν έχουν μαζευτεί χιλιάδες μετανάστες και θα έπρεπε να έχει γίνει εδώ και πολλά χρόνια, πριν γκετοποιηθούν ολόκληρες περιοχές εξαιτίας της ανεξέλεγκτης εισροής μεταναστών. Με άλλα λόγια, δε φταίνε οι μετανάστες που ήρθαν με όνειρα για κάτι καλύτερο, αλλά αυτοί που όφειλαν να διαχειριστούν τα προβλήματα των μεταναστών και όλα αυτά τα χρόνια αδιαφορούσαν. Και φυσικά τώρα βγαίνουν και προτείνουν λύσεις. Δεν υπάρχουν λύσεις, παιδιά. Όταν υπήρχαν λύσεις, σφυρίζατε κλέφτικα. Τώρα είναι αργά. Θα χυθεί αίμα. Αίμα μεταναστών, αίμα Ελλήνων, αίμα κοινό – όλοι άνθρωποι είμαστε.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχεις ένα (σε πρώτη ανάγνωση αστείο, αλλά τελικά επικίνδυνο) άρθρο στην Καθημερινή να αποκαλεί «ακτιβιστές» τους Χρυσαυγίτες. «Ακτιβιστές», ναι. Γιατί το να σαπίζεις στο ξύλο ανθρώπους απλά και μόνο επειδή γεννήθηκαν διαφορετικοί από εσένα στο χρώμα, τη θρησκεία ή απλά την εθνικότητα είναι «ακτιβισμός». Να τον χέσω τέτοιον ακτιβισμό.

Αλλά βέβαια. «Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Και αφού το κράτος δεν ασχολείται με όσους παραβιάζουν αυτόν τον αυταπόδεικτο κανόνα, παίρνουν τη θέση του οι Χρυσαυγίτες. Οι «ακτιβιστές».

Πολύ φοβάμαι ότι αν συνεχιστούν όλα αυτά (που πιθανότατα θα συνεχιστούν), κάποια στιγμή θα αναγκαστώ να εξασκήσω το δικαίωμα που δεν έχω, σύμφωνα με τον Πρετεντέρη. Ή, φυσικά, θα αναγκαστούν να το εξασκήσουν αυτοί που υποστηρίζουν ότι δεν το έχω – αυτό είναι το ευχάριστο και μάλλον ουτοπικό σενάριο. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι Χόλιγουντ, και στο τέλος κερδίζουν πάντα οι κακοί.


Αγαπητό ημερολόγιο,

ναι, το ξέρω, σε έχω παραμελήσει τελείως. Είμαι ένα απαίσιο αφεντικό, το ξέρω. Αράχνες έχεις πιάσει εδώ πέρα. Από την άλλη, ίσως να σε παρηγορήσει το γεγονός ότι μαζί με σένα έχω παραμελήσει και οτιδήποτε άλλο δεν σχετίζεται με τη δουλειά. Η προσωπική μου ζωή συνοψίζεται στις λέξεις «μαμ, κακά και νάνι». Όχι πως παλιά ήταν και πολύ διαφορετικά τα πράγματα, όμως τουλάχιστον τότε είχα άφθονο χρόνο για πολύ μαμ, πολλά κακά και (κυρίως) πολύ νάνι. Και καμιά καταχώρηση στο ημερολόγιό μου, πού και πού. Τώρα, το μόνο που προλαβαίνω να κάνω είναι να ξαπλώνω το βράδυ στο κρεβάτι μου πριν με πάρει ο ύπνος με το έτσι θέλω, και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι να ξυπνάω το επόμενο πρωί πιο κουρασμένος απ’ό,τι ήμουν όταν κοιμήθηκα. Άραγε αξίζουν όλα αυτά για έναν μισθό;

Είναι λίγο αστείο, αν το σκεφτείς: Δουλεύουμε για να μπορούμε να ζήσουμε αξιοπρεπώς. Και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, «αξιοπρεπώς» σημαίνει να σκοτωνόμαστε στη δουλειά όλη μέρα και όταν δεν δουλεύουμε να τσιγαρίζουμε εγκεφαλικά κύτταρα μπροστά στην τηλεόραση ή να μας παίρνει ο ύπνος πριν προλάβουμε να κάνουμε τίποτα μου μας ευχαριστεί. Και το Σαββατοκύριακο περνάει τόσο γρήγορα, που πριν το καταλάβεις η Παρασκευή έχει γίνει Δευτέρα και είσαι πάλι στη δουλειά. Ναι, είναι κάπως παράξενη η ιδέα που έχει ο κόσμος για την «αξιοπρεπή» ζωή.

Το μυστικό για να μη σιχαίνεσαι τον εαυτό σου μέσα σε αυτό το μονότονο μοτίβο «δουλειά-σπίτι-δουλειά» είναι να μπορείς να του προσφέρεις μικρές απολαύσεις. Να του πάρεις μία σοκολάτα μετά τη δουλειά, έτσι, σαν επιβράβευση για τον κόπο του. Να πάρεις μια μέρα, αντί για έναν ταπεινό φραπέ, ένα ωραίο ρόφημα με σιρόπια και σαντιγί, έτσι, για να του δώσεις κουράγιο για τη δύσκολη μέρα που ξεκινάει. Και, το σημαντικότερο, να του διεγείρεις την εγκεφαλική λειτουργία, η οποία συνήθως επηρεάζεται αρνητικά από τη ρουτίνα, με έσχατο αποτέλεσμα την αποχαύνωση μπροστά στην τηλεόραση. Αυτό είναι και το πιο δύσκολο.

Για να καλύψω αυτήν την ανάγκη, πριν από μερικές εβδομάδες γράφτηκα σε μία σειρά από σεμινάρια δημιουργικής γραφής (με την ανεκτίμητη βοήθεια της φίλης μου της Λ., να τα λέμε αυτά). Στο πλαίσιο αυτών των σεμιναρίων, κάθε εβδομάδα μαθαίνω καινούργια πράγματα και γράφω και ένα διήγημα, «αναγκάζοντας» έτσι τον εγκέφαλό μου να βρίσκεται σε εγρήγορση (και φυσικά, ξυπνώντας από τον λήθαργο την ανάγκη μου να γράφω). Θα σου τα δείχνω κι εσένα, να, πάρε εδώ τα δύο πρώτα. Θα ακολουθήσουν κι άλλα.

Και βέβαια, όταν μιλάμε για μικρές απολαύσεις, υπάρχει πάντα και η φωτογραφία. Ξέρεις, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του να δουλεύεις στα Εξάρχεια είναι ότι πάντα (μα ΠΑΝΤΑ) θα βρεις κάτι να φωτογραφίσεις. Ειδικά άμα έχεις και όρεξη να ψάξεις λίγο παραπάνω, μπορείς να βρεις πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Όπως αυτά:

Η Χιονάτη πήρε τ'όπλο της. Και δεν αστειεύεται. Να θυμίσω ότι στην φράξια της Χιονάτης ανήκει και η Στρουμφίτα.

Οι τοίχοι της Ιουδαίας γέμισαν με αυτό το σύνθημα, μετά την σταύρωση του Χριστού (και πριν την ανάστασή του)

Χμμμμμμ... "Έβαλα τα κλάματα";

Αυτό είναι προσβολή. Καλά να τους λες "μπάτσους", καλά να τους λες "γουρούνια", καλά να τους λες και "δολοφόνους". Αλλά "διαφημίσεις"; Όχι, αυτό πάει πολύ.

Ναι, καλά. Πιο εύκολο είναι να γίνει εδώ και τώρα η επανάσταση, παρά η δίαιτα.

Κατά τ’άλλα, μπορώ να πω ότι αυτό το Πάσχα πέρασε αναίμακτα – αν εξαιρέσεις, φυσικά, τον Χριστό (πριν την Ανάσταση), τρεις νεκρούς από βεγγαλικά, καμιά δεκαριά από τροχαία, ένα εκατομμύριο αρνιά και δέκα εκατομμύρια κοτόπουλα. Ξέρεις, ποτέ δε συμπάθησα ιδιαίτερα το Πάσχα, και ειδικά την ψυχαναγκαστική Μεγάλη Εβδομάδα, όμως στην παρούσα φάση θα εκτιμούσα οποιαδήποτε γιορτή φέρνει μαζί της ένα τετραήμερο ξεκούρασης, ακόμα κι αν ήταν η Παγκόσμια Μέρα Οδοντιάτρων και έπρεπε όλοι να πηγαίνουμε για απονευρώσεις και εξαγωγές δοντιών. Θυμάμαι ότι στον Στρατό δεν έδωσα αίμα όταν μου δόθηκε η ευκαιρία, παρά το κίνητρο της διήμερης τιμητικής άδειας – πάντα είχα ένα προβληματάκι με τις βελόνες, αλλά όχι μεγαλύτερο από αυτό που έχουν οι βελόνες εναντίον μου. Αν μου το πρότειναν τώρα, θα έδινα αδιαμαρτύρητα αίμα, σπέρμα, μυελό των οστών κι ένα νεφρό δώρο.

Θα σε αφήσω τώρα. Έχω ένα διήγημα να γράψω για την Παρασκευή και πάω να συγκεντρώσω φαιά ουσία όσο είναι καιρός, πριν αρχίσει η εβδομάδα και τη μαζεύω με το σταγονόμετρο. Ελπίζω την επόμενη φορά που θα τα πούμε να μην έχεις πιάσει αράχνες. Αλλά δεν υπόσχομαι τίποτα.


Αγαπητό ημερολόγιο,

(πριν ξεκινήσω, θέλω να σου ζητήσω συγνώμη για αυτήν την καταχώρηση, η οποία μοιάζει να βγήκε από βιβλίο αυτοβοήθειας, από αυτά που βρίσκεις με ένα ευρώ στα καλάθια, τύπου «Ο ιδανικός άντρας και πώς να τον αποκτήσετε», «Πώς να κάνετε το σύμπαν να σας φέρει κατακέφαλα όλα αυτά που επιθυμείτε», «Όλα πάνε στραβά αλλά δεν πρέπει να σε απασχολεί εσένα αυτό, γιατί είσαι πολύ γαμάτος και δε σε πιάνει τίποτα» κλπ. Αυτήν την παρένθεση την γράφω αφού έχω ξαναδιαβάσει όσα έγραψα παρακάτω, και νιώθω την ανάγκη να σου πω ότι είναι κάπως άθλια. Και τώρα μπορείς να συνεχίσεις.)

ο άνθρωπος έχει επινοήσει ένα σωρό επιστήμες, με σκοπό να μπορέσει να γνωρίσει τον κόσμο στον οποίο ζει, να τον διαχειριστεί καλύτερα και γενικά να ικανοποιήσει το αστείρευτο ερευνητικό του πνεύμα. Ή, σύμφωνα με μία άλλη θεωρία, τις έχει επινοήσει για να καταστρέψει τον πλανήτη, να απομονωθεί από το περιβάλλον του και γενικά να ικανοποιήσει το αστείρευτο καταστροφικό του ένστικτο. Και οι δύο θεωρίες μου φαίνονται εξίσου σωστές. Ίσως η πιο παράξενη επιστήμη απ’όλες, αυτή που δεν είσαι σίγουρος για το πού πρέπει να καταταγεί, ή ακόμα κι αν είναι «επιστήμη» ή όχι, είναι η ψυχολογία. Μία «επιστήμη» της οποία το αντικείμενο είναι η «ψυχή». Πιασ’ τ’ αυγό και κούρευ’ το, δηλαδή. Από αυτήν την άποψη, του εντελώς ασαφούς και αμφιλεγόμενου αντικειμένου, η ψυχολογία είναι τόσο «επιστήμη», όσο και η θεολογία, ή η αστρολογία. Αλλά ίσως λίγο πιο χρήσιμη.

Όπως καταλαβαίνεις, δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στην ψυχολογία. Γι’αυτό και, όσα προβλήματα κι αν είχα στη ζωή μου μέχρι τώρα, ποτέ δεν απευθύνθηκα σε ψυχολόγο. Προτίμησα να χτίσω τις δικές μου άμυνες, παρά να ζητήσω τη βοήθεια κάποιου άλλου για να τις χτίσουμε μαζί. Ναι, είμαι εγωιστής και το ξέρω. Πιστεύω ότι αν δεν μπορείς να λύσεις μόνος σου τα προβλήματα που αντιμετωπίζεις με τον ίδιο σου τον εαυτό, τότε δεν μπορεί να σε βοηθήσει κανένας. Και οι ψυχολόγοι, άλλωστε, δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να βάζουν εσένα να λύσεις τα δικά σου προβλήματα. Δεν μπορούν να τα λύσουν αυτοί για σένα, προφανώς (τότε θα ήταν όντως φοβερά χρήσιμοι, και μάλλον θα πήγαινα κι εγώ να μου τα λύσουν όλα). Το θέμα είναι: Πώς μπορούν να σε βοηθήσουν; Ενώ η κάθε επιστήμη έχει τους κανόνες της, τα αξιώματά της, τις σταθερές μεθόδους της και τις αποδείξεις της, η ψυχολογία έχει μόνο θεωρίες. Θεωρίες που μπορεί να ισχύουν, μπορεί και όχι. Πώς μπορείς, αλήθεια, να εμπιστευθείς μία επιστήμη που βασίζεται μόνο σε θεωρίες που ακόμα δοκιμάζονται;

Ο εσωτερικός μας κόσμος είναι κάτι το ανεξερεύνητο. Νομίζω ότι, ακόμα κι όταν ο άνθρωπος θα έχει εξερευνήσει ολόκληρο το διάστημα και θα γνωρίζει τα πάντα για τον κόσμο (αν δεν τον έχει καταστρέψει πρώτα, that is), η ψυχολογία θα βασίζεται και πάλι σε θεωρίες.

Προσωπικά, διανύω μία από τις καλύτερες περιόδους της ζωής μου σε ό,τι αφορά την ψυχολογία μου. Κι όμως, αν το δεις αντικειμενικά, δεν θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό: Δουλεύω κάθε μέρα 9 και 10 ώρες μπροστά από έναν υπολογιστή, σε μία δουλειά που δεν είναι αυτό που ονειρευόμουν όταν περνούσα σε εκείνη τη σχολή, έχω ελάχιστο ελεύθερο χρόνο, το οποίο δεν προλαβαίνω να εκμεταλλευτώ όπως θα ήθελα, ενώ σε ό,τι αφορά τα αισθηματικά, το it’s complicated του Facebook δεν αρκεί για να περιγράψει το relationship status μου. Και δεν είναι ούτε τα λεφτά η πηγή της ευφορίας μου: Ίσα-ίσα μου φτάνουν για να καλύπτω τις ανάγκες μου. Κύριε Φρόιντ, τι λένε οι θεωρίες σας γι’αυτό; Μάλλον θα έχει κάτι να κάνει με τα παιδικά μου χρόνια, τότε που γούσταρα τη μάνα μου, υποθέτω, ε;

Η δική μου θεωρία είναι ότι ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που τα έχει καλά με τον εαυτό του. Σιγά την πρωτότυπη θεωρία, θα μου πεις. Κι όμως, είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο απ’όσο ακούγεται. Ο άνθρωπος θέλει πάντα περισσότερα απ’όσα έχει, και ο εαυτός του τού ζητάει πάντα περισσότερα και περισσότερα. Πώς μπορεί, λοιπόν, ένας άνθρωπος να συμβιβαστεί με τον εαυτό του και να τον πείσει ότι αυτά που έχει είναι μια χαρά και δεν πρέπει να ζητάει κάτι παραπάνω; Έλα ντε.

Καμιά φορά πιάνω τον εαυτό μου στο μετρό να κάνει περίεργα πράγματα. Κοιτάζομαι στο τζάμι της πόρτας, καθώς στέκομαι στη γωνία μου, αγουροξυπνημένος και εμφανώς απρόθυμος να κάνω αυτό που πρέπει να κάνω, και ξαφνικά πετάω ένα ασυναίσθητο χαμόγελο και σκέφτομαι πόσο γαμάτος είμαι, πόσο κούκλος, πόσο επιτυχημένος και πόσο πανέξυπνος. Τίποτα απ’όλα αυτά δεν ισχύει. Κι όμως, ξαφνικά αυτός ο αγουροξυπνημένος και καθ’όλα απωθητικός τύπος στο τζάμι γίνεται ένας γοητευτικός, επιτυχημένος επαγγελματίας που αξίζει αυτοδικαίως τον θαυμασμό των άλλων γιατί είναι εμφανώς γαμάτος. Και μετά κοιτάζω γύρω μου, βλέπω τις πιο όμορφες παρουσίες στο βαγόνι και πείθω τον εαυτό μου ότι του ρίχνουν κλεφτές ματιές κάθε τόσο, παγιδευμένες στην ακαταμάχητη γοητεία του. Και μπορεί να μην τα πιστεύω όλα αυτά (και καλά κάνω), αλλά ο εαυτός μου τα πιστεύει. Και παύει να μου ζητάει περισσότερα. Δε χρειάζεται να πηδάς κάθε μέρα και διαφορετική γκόμενα για να νιώθεις γαμάτος. Αρκεί να μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι, αν θέλεις, μπορείς να το κάνεις. Ούτε χρειάζεται να βγάζεις τρελά λεφτά για να νιώθεις επιτυχημένος. Αρκεί να μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι στον σωστό δρόμο, ο οποίος αναπόφευκτα οδηγεί στα τρελά λεφτά που ονειρεύεται. Κι ας μη φτάσεις ποτέ εκεί.

Πάντα πίστευα ότι η αυτοεκτίμηση είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Δεν είναι. Το σημαντικότερο πράγμα είναι να μπορείς να ξεγελάσεις τον ίδιο σου τον εαυτό ώστε να νομίζει ότι έχεις αυτοεκτίμηση. Γιατί όσα και να πετύχεις στη ζωή σου, ο εαυτός σου δε θα είναι ποτέ ικανοποιημένος – πάντα θα θέλει περισσότερα. Αν τον ξεγελάσεις όμως, και τον πείσεις ότι έχει ήδη αυτά τα περισσότερα που θέλει, τότε μπορείς να είσαι πραγματικά ευτυχισμένος. Και φυσικά μπορείς να εστιάσεις σε όλα αυτά που θέλεις να κάνεις χωρίς να έχεις έναν μαλάκα μέσα στο κεφάλι σου να γκρινιάζει ότι δεν τα κάνεις καλά. Αλλά φυσικά όλα αυτά είναι θεωρίες, έτσι; Τα’παμε αυτά.

Και τώρα θα σε αφήσω – πρέπει να πάω στον καθρέφτη του μπάνιου να πω στον εαυτό μου πόσο γαμάτος είμαι. Τι να πω, άλλοι τη βρίσκουν με ενέσεις μπότοξ, κι εγώ τη βρίσκω με ενέσεις ηθικού. Ο καθένας με τα όπλα του. Εις το επαναγράφειν, και να θυμάσαι:

Ο χρόνος είναι ο μόνος τρομοκράτης...


Αγαπητό ημερολόγιο,

άλλη μία εβδομάδα πέρασε, άλλες επτά μέρες προστέθηκαν στη συλλογή μου, η οποία πολύ σύντομα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, θα φτάσει τα 9.500 χιλιάδες κομμάτια, απέχοντας πάντως σημαντικά από τα 15.001 που είχε συγκεντρώσει ο Τζίμης Πανούσης στο «Κάγκελα Παντού» και στα οποία φιλοδοξώ κάποτε να φτάσω, πριν βαρεθώ και σταματήσω να μαζεύω. Βλέπεις, και οι μέρες είναι σαν τα αυτοκόλλητα της Panini: Και τα δύο κατά βάθος δε σταματάς ποτέ να θέλεις να τα μαζεύεις και να τα κολλάς στο άλμπουμ, αλλά από κάποιο σημείο και μετά συνειδητοποιείς ότι είσαι πια πολύ μεγάλος για να συνεχίσεις να ασχολείσαι με τέτοιες συλλογές.

Κάτι τέτοια υπαρξιακά διλήμματα περνάνε από το μυαλό μου όταν είμαι στο μετρό μέρες σαν την περασμένη Πέμπτη, που το κινητό μου είχε ξεμείνει από μπαταρία, το PSP βρισκόταν ξεχασμένο σε κάποιο συρτάρι και το μόνο που είχα πάνω μου και μπορούσα να διαβάσω ήταν το χτυπημένο εισιτήριό μου, που δεν αντέχει σε παραπάνω από 20 αναγνώσεις, όπως διαπίστωσα, με αποτέλεσμα να μην έχω απολύτως τίποτα να κάνω στο μετρό, πέρα από το να μετράω τα φώτα στη διαδρομή (που είναι εκνευριστικό, γιατί κάθε τόσο υπάρχει μια καμένη λάμπα και σε μπερδεύει, και αναπόφευκτα χάνεις το μέτρημα και πεισμώνεις και ψάχνεις να βρεις κάτι άλλο να κάνεις, μέχρι που ξαναρχίζεις από την αρχή να μετράς τα φώτα, και ούτω καθεξής) και να σκαρώνω υπαρξιακά διλήμματα που θα έκαναν πραγματικά υπερήφανο τον Σαρτρ που προνόησε να αφήσει αυτόν τον μάταιο κόσμο αρκετά νωρίς ώστε να μην τα ακούσει ποτέ.

Ξέρεις κάτι; Είσαι πια ένα τυχερό ημερολόγιο. Όταν ήμουν άνεργος, όλες αυτές οι υπαρξιακές ανησυχίες, οι αμπελοφιλοσοφίες και εν γένει οι παπαριές που περνάνε από το κεφάλι μου καθημερινά (και ων ουκ έστιν αριθμός) κατέληγαν σε σένα. Τώρα που δουλεύω, δεν προλαβαίνω να σου τις πω και δεν είμαι αρκετά οργανωτικός για να τις καταγράψω, με αποτέλεσμα αυτές να διοχετεύονται στα βαγόνια του μετρό και πιθανώς να μεταδίδονται σε ανύποπτους συνεπιβάτες μου, ταλαιπωρώντας αυτούς αντί για σένα. Ναι, μπορείς να πεις ότι πλέον έχω αναβαθμιστεί από απλός βασανιστής ενός ημερολογίου σε αόρατη μάστιγα του μετρό. (ακολουθεί σατανικό γέλιο) BWAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHA! (είμαι τόσο σατανικός, που ξεσήκωσα το σατανικά σατανικό γέλιο του Bowser/Koopa, του «κακού» στο Super Mario. Τόσο σατανικός, ναι. Κανένα έλεος.)

Στο μεταξύ, κάποια στιγμή που εγώ δούλευα πυρετωδώς και δεν το πήρα χαμπάρι, ήρθε η Άνοιξη. Περίμενα ότι θα μου χτυπούσε την πόρτα, σαν κυρία που είναι, και θα περίμενε υπομονετικά να της ανοίξω («να ανοίξω στην Άνοιξη»; Χμμμμ…), αλλά αυτή μπήκε αθόρυβα με το έτσι θέλω, μου έριξε μια γερή δόση φτερνιζόσκονης όπως κάθε χρόνο (είναι η αγαπημένη της φάρσα, αν και έχει αρχίσει να με κουράζει λίγο) και μου κατσικώθηκε για τρεις μήνες στον σβέρκο. Βέβαια, δεν μπορώ να της κρατήσω κακία, γιατί μπορεί να με ταλαιπωρεί έτσι κάθε χρόνο, αλλά τουλάχιστον φέρνει μαζί της τα γενέθλιά μου, ένα Πάσχα και δυο-τρία άλλα δωράκια που με κάνουν να ξεχάσω τα καπρίτσια της. Πρέπει να της το αναγνωρίσω: Η Άνοιξη δεν έρχεται ποτέ με άδεια χέρια (αντίθετα με εκείνο το αγενέστατο, στραβομούτσουνο Φθινόπωρο, που μόνο μια-δυο αργίες φέρνει, κι αυτές αν τι θυμηθεί και με μισή καρδιά).

Πάντως, κάτι μου συμβαίνει τις τελευταίες μέρες. Πρώτα απ’όλα, έχω πλέον συμπληρώσει ένα μήνα δουλειάς και ούτε μία φορά δεν παρακοιμήθηκα το πρωί. Αντίθετα, ξυπνάω πριν κι από το ξυπνητήρι, το οποίο μάλιστα μου εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για το εργασιακό του μέλλον, δεδομένης και της οικονομικής κρίσης, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Επίσης, σιγά-σιγά μειώνεται ο χρόνος που αφιερώνω στα βιντεοπαιχνίδια, και αντίθετα αυξάνεται ο χρόνος που ξοδεύω για να διαβάσω βιβλία ή να αναζητήσω νέες μουσικές. Τέλος, νομίζω ότι έχει μειωθεί αισθητά η όρεξή μου για φαγητό, με άμεσο φόβο στο εγγύς μέλλον να μειωθεί και το βάρος μου. Με άλλα λόγια, έχω αλλοτριωθεί σαν άνθρωπος. Ή, για να το πω με έναν πιο κοινωνικά αποδεκτό τρόπο, ωριμάζω. Και, για να είμαι ειλικρινής, δε μου αρέσει καθόλου.

(μεταξύ μας, και στην εφηβεία καθόλου δε μου άρεσε όταν άρχισα να βγάζω τρίχες, αλλά τελικά όχι μόνο το αποδέχθηκα, αλλά φροντίζω να δείχνω αρκετές από αυτές, αποφεύγοντας με τακτικούς ελιγμούς το ξύρισμα εδώ και έναν ολόκληρο μήνα. Φάση είναι, θα περάσει.)

Προχθές, όμως, ήμουν και πάλι ο παλιός, κακός εαυτός μου. Στο πάρτυ που πήγα με τον φίλο μου τον Κ., περάσαμε εξαιρετικά, κυρίως επειδή βρήκαμε καλή παρέα εκεί (και επειδή μπορούσαμε να έχουμε 2-3 δωρεάν ποτά, έστω κι αν τα δικά μου ήταν Kiwi Sprite, που έχουν τόσο αλκοόλ όσο μία πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό). Βέβαια, όταν ήρθε η ώρα του χορού, απέδειξα στον εαυτό μου ότι όσα βιβλία και να διαβάσω, όσο ψαγμένη μουσική κι αν ακούσω και όσες μέρες κι αν προσθέσω στη συλλογή μου, θα είμαι πάντα ο άγαρμπος, ατσούμπαλος, ανίδεος από χορό Stranger που ήμουν και στα 15 μου, και στα 20 μου, και στα 25 μου, και πάντα. Γιατί όταν η Χ. με έπιασε από το χέρι για να χορέψω μαζί της, έπαθα κοκομπλόκο (για να το θέσω επιστημονικά). Λες και δεν υπήρχε μουσική, δεν υπήρχε ρυθμός και βρισκόμουν στο απόλυτο κενό του διαστήματος, αιωρούμενος στο πουθενά. Φυσικά, δεν πτοήθηκα καθόλου, αφού ούτε η πρώτη φορά που μου συνέβη ήταν, και πιθανότατα ούτε και η τελευταία. Τι να κάνουμε, δεν είμαστε όλοι προορισμένοι για το Dancing With The Stars. Βέβαια, ούτε και ο Λάτσιος ήταν, αλλά είδες πού έφτασε. Τέλος πάντων.

Και τώρα θα σε καληνυχτίσω γλυκά και θα σε αφήσω, φορτώνοντάς σου όμως έναν ακόμα βαθύ υπαρξιακό προβληματισμό – είπαμε, ανέβηκα επίπεδο, αλλά μου αρέσει ακόμα να σε ταλαιπωρώ με κάτι τέτοια. Κάνε, λοιπόν, τα φύλλα σου κομφετί, ψάχνοντας την απάντηση στο αμείλικτο ερώτημα:


Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρω, νιώθεις παραμελημένο. Νιώθεις ότι πλέον παίζεις δεύτερο ρόλο στη ζωή μου, χωρίς καν να ελπίζεις σε ένα Όσκαρ Β’ Ημερολογιακού Ρόλου. Ότι είσαι κομπάρσος σε μια ταινία του Μπρους Λι, απ’αυτούς που τρώνε μια σφαλιάρα, ξαπλώνονται στο χώμα και μετά δεν ξαναεμφανίζονται στο έργο. Ότι είσαι ένας ταπεινός χορευτής σε ένα βιντεοκλίπ της Lady GaGa, που κάνει μια σβούρα μπροστά στην κάμερα και όλο το υπόλοιπο χορευτικό του κόβεται στο μοντάζ. Ότι είσαι ο αιώνιος παγκίτης ποδοσφαιριστής που ο προπονητής τον βάζει στο ματς πάντα στις καθυστερήσεις, ίσα-ίσα για να εξαντλήσει τις τρεις αλλαγές του. Ότι είσαι ένας παππούς που τον έχει ξεφορτώσει το παιδί του σε ένα γηροκομείο, και κάθεται μόνος του στο κρεβάτι του, κοιτώντας το άπειρο απ’το παράθυρο και ακούγοντας το «Eleanor Rigby». Τέλος πάντων, νιώθεις παραμελημένο. Έχεις δίκιο.

Θα μπορούσα να σου βρω δεκάδες δικαιολογίες που δεν σου γράφω πιο συχνά. Θα μπορούσα να σου πω ότι χτυπάω 12ωρα στη δουλειά, και όταν γυρίζω στο σπίτι ίσα που προλαβαίνω να κάνω ένα μπάνιο πριν πέσω για ύπνο – αλλά θα ήταν ψέμα, γιατί συνήθως είμαι σπίτι πριν τις 8 το βράδυ, και έχω μερικές ωρίτσες που μπορώ να αφιερώσω στον εαυτό μου, και άρα και σε σένα. Θα μπορούσα να σου πω για τα απίστευτα βασανιστήρια στα οποία με υποβάλλουν στο γραφείο, που περιλαμβάνουν σβήσιμο τσιγάρων στις ρώγες μου, ξερίζωμα περιττών δαχτύλων των ποδιών με τανάλια και αναγκαστικό καθημερινό ξύρισμα – αλλά θα ήταν κατάφωρο ψέμα, αφού οι συνάδελφοί μου είναι μια χαρά άνθρωποι, το εργασιακό μου περιβάλλον είναι ικανοποιητικό και κανείς μέχρι τώρα δε μου έχει ζητήσει να ξυριστώ (και επομένως δεν το έχω κάνει). Ε, και μετά θα μπορούσα να σου πω ότι με απήγαγαν εξωγήινοι και με πήγαν μια βόλτα από το Άλφα του Κενταύρου να δω τα αξιοθέατα και να δοκιμάσω τοπικές σπεσιαλιτέ, οπότε δεν προλάβαινα να σου γράψω – αλλά και αυτό θα ήταν ψέμα, έστω και ευφάνταστο.

Η αλήθεια είναι ότι όλο και περισσότερο, νιώθω ότι ο χρόνος δε μου φτάνει. Ότι ένα 24ωρο δε με καλύπτει για να κάνω όλα όσα θέλω. Πάντα πρέπει από κάπου να κόψω κάτι: Είτε να κόψω λίγο ύπνο για να κάνω κάτι ευχάριστο ή για να δουλέψω λίγο παραπάνω, είτε να κόψω λίγη από τη διασκέδασή μου για να κοιμηθώ και λίγο ή να δουλέψω λίγο παραπάνω (αλλά ποτέ να κόψω λίγη δουλειά για να κοιμηθώ ή να διασκεδάσω – αυτές είναι οι αδικίες της ζωής). Ακόμα και το Σαββατοκύριακο δε φαίνεται αρκετό. Πάλι θα βγεις με κάποιον φίλο, θα κάτσεις στο ίδιο τραπέζι με τους γονείς σου, που έχεις να τους δεις ουσιαστικά από το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, κι ας ζείτε στο ίδιο σπίτι, πάλι δεν θα έχεις αρκετό χρόνο για να ασχοληθείς με τον εαυτό σου. Ο εαυτός σου, αυτός ο τύπος που είναι τόσο ενοχλητικός όταν είσαι άνεργος και πρέπει να ανέχεσαι κάθε μέρα όλη μέρα τα καπρίτσια του, όταν είσαι εργαζόμενος δε μοιάζει πια τόσο ενοχλητικός. Δεν απαιτεί πια να ικανοποιήσεις τα βίτσια του με αυστηρό τρόπο, αλλά σε παρακαλάει, σε εκλιπαρεί να του δώσεις λίγη προσοχή, λίγη ικανοποίηση, λίγη στοργή και προδέρμ, ρε παιδί μου. Εαυτός σου είναι, αίμα σου, το ίδιο DNA έχετε, πώς μπορείς να τον παραμελείς έτσι;

Βέβαια, όσο περνάει ο καιρός νομίζω ότι κι ο εαυτός μου αρχίζει και συμβιβάζεται. Κάθε τόσο του δίνω κάτι παραπάνω: Του βάζω να ακούσει μουσική στη δουλειά, και για λίγο έστω νιώθει ότι δε δουλεύει, αλλά απλά κάτι κάνει στον υπολογιστή του. Ή του αγοράζω το πρωί τον αγαπημένο του καφέ, και για μια-δυο ώρες δεν καταλαβαίνει καν ότι δουλεύει, μέχρι να περάσει η επίδρασή του και να αρχίσει πάλι την γκρίνια. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πια την πολυτέλεια να του κάνω όλα τα χατίρια, και αργά ή γρήγορα θα μάθει να συμβιβάζεται με αυτές τις μικρές χαρές και να μην περιμένει τίποτα παραπάνω. Και είναι λίγο μίζερο αυτό – δεν του το έχω πει ακόμα, γιατί ξέρω ότι θα με πρήξει με την γκρίνια του. Ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα το καταλάβει από μόνος του, χωρίς να έχουμε δράματα.

Όλο αυτό το παραλήρημα, που θα μπορούσε να υποδηλώνει μία τάση προς τον διχασμό προσωπικότητας (κάτι που δεν θα ήταν και τόσο παράξενο για έναν άνθρωπο που πλέον περισσότεροι τον γνωρίζουν σαν Stranger, παρά με το πραγματικό του όνομα), υπηρετεί έναν και μόνο σκοπό: Να σου εξηγήσω ότι δε φταις εσύ που δε σου γράφω, δε φταίω ούτε εγώ που προτιμώ να χαλαρώσω λίγο το βράδυ παίζοντας PSP ή βλέποντας χαζοχαρούμενες τηλεοπτικές εκπομπές, παρά να στύψω το μυαλό μου για να βρω κάτι να σου γράψω. Φταίει ο τρόπος ζωής μας. Φταίει που αναγκαστικά η δουλειά μας έχει απόλυτη προτεραιότητα απέναντι σε οτιδήποτε άλλο, ακριβώς επειδή αυτή είναι που μας επιτρέπει να κάνουμε οτιδήποτε άλλο, με το χρηματικό αντίτιμο που μας παρέχει. Έχουμε παραχωρήσει ένα σημαντικο κομμάτι της ελευθερίας μας σε ένα αφεντικό, ή έστω σε μία εταιρεία, ακόμα κι αν είναι δική μας, αφήνοντας ελάχιστο χώρο στον εαυτό μας, αυτό το 10χρονο παιδάκι που το μόνο που θέλει είναι να διασκεδάζει και να περνάει καλά. Αυτό το 10χρονο παιδάκι που θα ήθελε να κρατάει ημερολόγιο και να γράφει κάθε μέρα, να είναι όλη μέρα στο δρόμο και να φωτογραφίζει τους τοίχους, να παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια σαν να μην υπάρχει αύριο, αυτό το παιδάκι γκρινιάζει. Θέλει περισσότερο χρόνο. Θέλει την προσοχή σου. Μόνο που, μετά από αρκετά χρόνια απόλυτης κυριαρχίας, αυτό το παιδάκι πρέπει να καταλάβει ότι δεν μπορεί πάντα να περνάει το δικό του. Όχι επειδή δε θες να του κάνεις πάντα το χατίρι, αλλά επειδή δε γίνεται. Και δυστυχώς, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Ελπίζω ο κακομαθημένος εαυτός μου να καταλάβει κάποτε.

Αλλά αλήθεια, τι είναι η ζωή χωρίς αυτό το παιδάκι να σε τραβάει από το μανίκι κάθε τόσο;

Αυτό ακριβώς...


Αγαπητό ημερολόγιο,

θυμάσαι που, όταν ήμουν άνεργος, σου έλεγα πόσο γρήγορα περνάνε οι μέρες, που δεν καταλάβαινα για πότε η Δευτέρα γινόταν Πέμπτη ή Παρασκευή κι όλα αυτά; Περίμενα ότι η δουλειά θα τα άλλαζε όλα αυτά. Αλλά τελικά τα πράγματα δεν άλλαξαν τόσο φοβερά όσο περίμενα: 9 μέρες πέρασαν από την τελευταία φορά που σου έγραψα, και θα’παιρνα όρκο ότι μόλις προχθές ήμουν πάλι εδώ στημένος και σου έγραφα. Φαίνεται πως ο χρόνος όταν εργάζεσαι λειτουργεί διχασμένα: Όταν είσαι στη δουλειά, οι ώρες περνούν αργά (και ενίοτε βασανιστικά), τόσο που να νομίζεις ότι το ρολόι του υπολογιστή έχει χαλάσει, κι ας είναι πρακτικά αδύνατον αυτό, όμως ο πραγματικός σου χρόνος, ο ελεύθερος, μειώνεται επικίνδυνα, σε σημείο που να μην προλαβαίνεις να κάνεις τίποτα ευχάριστο πριν πέσεις για ύπνο το βράδυ. Κι έτσι, όταν χτυπάει το ξυπνητήρι το πρωί δεν έχεις ιδέα τι μέρα είναι – αλλά ξέρεις ότι δεν είναι Σαββατοκύριακο, γιατί αλλιώς δεν θα χτυπούσε το ξυπνητήρι. Αναρωτιέσαι «τι έκανα χθες; Τι είδα στην τηλεόραση; Τι έπαιξα στον υπολογιστή; Τι βιβλίο διάβασα;», και δεν μπορείς να θυμηθείς, γιατί το πιο πιθανό ειναι ότι δεν πρόλαβες να κάνεις τίποτα από αυτά. Ή μπορεί να θυμηθείς τι έκανες, και μετά από λίγο να συνειδητοποιήσεις ότι δεν το έκανες χθες, αλλά πριν μία εβδομάδα, αλλά θα έβαζες το χέρι σου στη φωτιά ότι έγινε χθες. Και ευτυχώς που δεν το έβαλες, γιατί θα πάθαινες εγκαύματα τρίτου βαθμού.

Όμως, σήμερα θα σε εκπλήξω: Δε σκοπεύω να γκρινιάξω (άλλο). Αντίθετα, τις τελευταίες μέρες νιώθω πολύ καλύτερα, τόσο που δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Πρέπει να πέρασε αυτό το διάστημα προσαρμογής που λένε, και δεν το πήρα χαμπάρι. Ενώ τις πρώτες δύο εβδομάδες ένιωθα φοβερά κουρασμένος πριν και μετά τη δουλειά, και έπαιρνα το λεωφορείο ακόμα και για τη διαδρομή 15 λεπτών με τα πόδια από το σπίτι μου μέχρι τον σταθμό του μετρό, τώρα κάνω αυτή τη διαδρομή με τα πόδια, δύο φορές τη μέρα, και νιώθω μια χαρά. Ακόμα και χθες, που πήγα στη δουλειά άγρια ξενυχτισμένος από την ολονυχτία των βραβείων Όσκαρ (κι όλα αυτά για να δω τον Φίντσερ να χάνει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας – αλλά ας μην ανοίξουμε αυτήν την κουβέντα), ούτε καν χασμουρήθηκα. Απλά, το βράδυ έπεσα στο κρεβάτι σαν τούβλο που πέφτει από την κορυφή του Empire State Building. Με άλλα λόγια, έχω μέσα μου φοβερή ενέργεια, την οποία δυστυχώς σοαταλάω για άλλους λόγους από αυτούς που πραγματικά θα ήθελα, αλλά είπαμε ότι σήμερα δε θέλω να γκρινιάξω, οπότε θα σου πω ότι είναι ωραίο να έχεις τόση ενέργεια, νιώθεις πολύ ανθρώπινος.

Επίσης, τις τελευταίες μέρες νιώθω καλύτερα με τον εαυτό μου και για έναν άλλο λόγο: Πλέον, το εισιτήριο που χτυπάω στο μετρό δεν το κρατάω στην τσέπη μου (που ήταν και ο βασικός λόγος που έχουν μαζευτεί καμιά 50αριά χτυπημένα εισιτήρια στο κομοδίνο μου), αλλά το αφήνω για να το χρησιμοποιήσει κάποιος άλλος. Το δικό μου «ταξίδι» διαρκεί λιγότερη από μισή ώρα, οπότε γιατί να πάει χαμένη η υπόλοιπη μία ώρα που διαρκεί το εισιτήριο; Όλα ξεκίνησαν την προηγούμενη Τρίτη, όταν για πρώτη φορά αποφάσισα να γυρίσω με τα πόδια, και όχι με λεωφορείο, και άρα δε χρειαζόμουν πια το εισιτήριό μου. Κι έτσι το άφησα σε εμφανές σημείο. Το επόμενο πρωί, καθώς περίμενα στην ουρά για να βγάλω εισιτήριο από το μηχάνημα, ένας από αυτούς που είχε μόλις βγει από το μετρό με ακούμπησε συνωμοτικά στην πλάτη και μου έδωσε το εισιτήριό του. Ένιωσα σαν κάποιος να μου επέστρεφε το καλό. Και από τότε το κάνω συνέχεια (κι ας μη μου το έχει επιστρέψει κανένας άλλος).

Βέβαια, δε συμφωνούν όλοι με την παραχώρηση του εισιτηρίου. Σε μία κουβέντα που είχα πρόσφατα, προσπάθησαν να με πείσουν ότι το εισιτήριο είναι προσωποπαγές, το αγοράζω αποκλειστικά και μόνο για τις δικές μου μετακινήσεις και απαγορεύεται να το μεταβιβάσω στον οποιονδήποτε, ακόμα κι αν είναι η μάνα μου ή ο αδερφός μου – πόσο μάλλον ένας ξένος. Ότι με αυτήν την πρακτική χάνει λεφτά η εταιρεία, και άρα αν το κάνω αυτό αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει σε νέα αύξηση του εισιτηρίου ή/και σε μείωση των δρομολογίων, επειδή δε θα βγαίνουν τα έξοδα της εταιρείας. Και ότι, αν είμαι τόσο αλτρουιστής, τότε θα έπρεπε να δίνω στον άλλο το εισιτήριο πριν το ακυρώσω, και να παίρνω άλλο εισιτήριο για τον εαυτό μου. Εγώ, όμως, αυτό το θέμα δεν μπορώ να το δω επιχειρηματικά. Χέστηκα για την εταιρεία. Εγώ δεν κάνω αυτό που κάνω επειδή θέλω να καταστρέψω το κράτος, ούτε για να πάω κόντρα σε κανέναν. Το κάνω επειδή πιστεύω ότι είναι ανθρώπινο. Ότι είναι ωραίο πράγμα να βοηθάς έστω κι έτσι έναν συνάνθρωπό σου. Ναι, είναι μία εντελώς ανέξοδη βοήθεια, και δεν το λες και φιλανθρωπία. Αλλά για την ώρα είμαι τόσο άφραγκος, που δεν μπορώ να κάνω και τίποτα άλλο. Είναι ο δικός μου, χαζός τρόπος να κάνω τον κόσμο καλύτερο. Και ας με πιάσουν μια μέρα να το κάνω, κι ας μου ρίξουν πρόστιμο ή οτιδήποτε – έχω συνηθίσει πια την αντίδραση της καθεστηκυίας τάξης απέναντι σε καθετί ανθρώπινο, προστατεύοντας καθετί απρόσωπο.

Δεν έχω κάτι άλλο να σου πω για την εβδομάδα που μας πέρασε. Είναι εμφανής, νομίζω, η βελτίωση της διάθεσής μου. Ελπίζω την επόμενη εβδομάδα, που έχω και την πρώτη μου αργία (Καθαρά Δευτέρα!!!), να συνεχιστεί η ανοδική πορεία της διάθεσής μου, κόντρα σε αυτήν του μέσου όρου που πέφτει πιο γρήγορα κι από τούβλο από την κορυφή του Empire State Building (τι; Το είπα ήδη αυτό; Θα’παιρνα όρκο ότι το είπα την προηγούμενη εβδομάδα).

Καληνύχτα, και να θυμάσαι:

O σουρεαλισμός μας ενώνει!