Υπάρχουν τρία είδη ανθρώπων: Αυτοί που μελετούν τις δημοσκοπήσεις σαν να είναι η Αγία Γραφή, αυτοί που τις θεωρούν απλώς ενδεικτικές για κάποιες καταστάσεις, και αυτοί που τις απορρίπτουν συλλήβδην επειδή θεωρούν πως είναι «μαγειρεμένες». Και οι τρεις έχουν τα δίκια τους, εκτός από τους πρώτους. Γεγονός είναι, πάντως, ότι αν ρίξεις μια ματιά σε μία δημοσκόπηση, σε όποιο είδος κι αν ανήκεις, όλο και κάποιο συμπέρασμα μπορείς να βγάλεις.

Θυμάμαι ότι η πρώτη δημοσκόπηση στην οποία είδα να συμπεριλαμβάνεται η Χρυσή Αυγή (και μάλιστα να εμφανίζεται να μπαίνει στη Βουλή) ήταν μία απίθανη δημοσκόπηση, που έδινε στη Δημοκρατική Αριστερά ποσοστό που θύμιζε ΦΠΑ και άλλα τέτοια τρελά. Δεν μπορούσα να την πάρω στα σοβαρά. Όμως από εκεί και μετά ήρθαν κι άλλες δημοσκοπήσεις. Και σχεδόν όλες, αν όχι όλες, έδειχναν το ίδιο πράγμα: Η Χρυσή Αυγή οριακά στη Βουλή. Δεν ήταν πια για γέλια.

Για την ακρίβεια, δεν ήταν ποτέ για γέλια. Ίσως το πήραμε πολύ χαλαρά όταν η Χρυσή Αυγή έβγαλε δημοτικό σύμβουλο στην Αθήνα, είπαμε «εντάξει, μόνο στον Άγιο Παντελεήμονα τους ψηφίζουν, και σιγά τη ζημιά που μπορούν να κάνουν με έναν δημοτικό σύμβουλο». Αλλά να που ξαφνικά βρίσκονται προ των πυλών της Βουλής. Και αυτό δεν είναι καθόλου για γέλια.

Το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά δεν είναι απλώς φήμες, μαγειρέματα ή οτιδήποτε άλλο. Φαίνεται ότι είναι η αλήθεια. Οι περισσότεροι από μας ξέρουν τουλάχιστον έναν που θα ψηφίσει ή έστω σκέφτεται να ψηφίσει Χρυσή Αυγή. Αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν, ζουν ανάμεσά μας, μπαίνουν στο ίδιο βαγόνι του μετρό μαζί μας, μπορεί να μοιραζόμαστε το γραφείο μας μαζί τους. Υπάρχουν.

Θα μου πεις «και ποιος είσαι εσύ ρε μουρόχαβλο που θα μας πεις ποιος πρέπει να μπει στη Βουλή και ποιος όχι;». Έλα ντε, κανένας δεν είμαι. Έχω στα χέρια μου μία ψήφο, την οποία θα ακυρώσει κάποιος λοβοτομημένος που θα ψηφίσει τη σελέμπριτι που κατέβηκε υποψήφια και του άρεσε όταν έπαιζε σε εκείνο το σίριαλ πριν από δέκα χρόνια, ή τον ίδιο άνθρωπο που βρίζει εδώ και τρία χρόνια, κατηγορώντας τον ότι του κατέστρεψε τη ζωή. Ή, ίσως ακόμα χειρότερα, ένα κόμμα για το οποίο δε γνωρίζει απολύτως τίποτα, πέρα από το ότι έχει ανοίξει βεντέτα με τους μετανάστες.

Η λογική πολλών από αυτούς που σκέφτονται να ψηφίσουν Χρυσή Αυγή είναι «έλα μωρέ, σαν το ΛΑΟΣ είναι, ένα ακροδεξιό κόμμα, και επειδή οι μετανάστες μας τρώνε το ψωμί και μας σκοτώνουν τα παιδιά και το ΛΑΟΣ έκανε κωλοτούμπα και μπήκε σε μνημονιακή κυβέρνηση, θα ψηφίσω Χρυσή Αυγή». Δεν είναι σκληροπυρηνικοί ακροδεξιοί, αλλά άνθρωποι που θέλουν να την ψηφίσουν επειδή πιστεύουν ότι θα πιέσει για το θέμα της μετανάστευσης, επειδή ουσιαστικά αυτό έχουν ακούσει ότι κάνει αυτή η οργάνωση. Πόσοι από αυτούς, όμως, ξέρουν τι άλλο πρεσβεύει η Χρυσή Αυγή σαν οργάνωση;

Το τι εστί Χρυσή Αυγή δε χρειάζεται να σου το πω εγώ. Τα παιδιά του Jungle Report το έχουν ήδη κάνει με εξαιρετικό τρόπο σε αυτό το must-read άρθρο. Αλλά επειδή υποψιάζομαι ότι βαριέσαι να το διαβάσεις (είναι και μεγάλο, εμένα μου πήρε 50 λεπτά να το διαβάσω, αλλά αξίζει τον κόπο), ας το συνοψίσω σε λίγα λόγια: Η Χρυσή Αυγή είναι μία οργάνωση φιλοναζιστική, εμφορούμενη από τα ιδανικά του Χίτλερ και της παρέας του, τυχοδιωκτική, που υποστηρίζει όποια θρησκεία είναι trendy αυτήν την περίοδο, βίαια, που ευθύνεται για ένας θεός ξέρει πόσους τραυματισμούς και θανάτους μεταναστών, και, με μία λέξη, ε π ι κ ί ν δ υ ν η.

Πόσοι από αυτούς που θα ψηφίσουν Χρυσή Αυγή επειδή έχουν πρόβλημα με τους μετανάστες το ξέρουν αυτό; Και πόσοι πραγματικά το ενστερνίζονται; Ειλικρινά, αν το 3% των Ελλήνων είναι νεοναζί, τότε ας τη διαλύσουμε τη χώρα να τελειώνουμε, δεν υπάρχει ελπίδα. Μιλάμε για την Ελλάδα, μία χώρα που υπέφερε τα πάνδεινα από το ναζιστικό καθεστώς, μιλάμε για μία χώρα όπου οι περισσότερες οικογένειες έχουν έναν νεκρό παππού ή προπάππου από τους ναζί. Και θα βάλουμε στη Βουλή ένα τέτοιο κόμμα; Μου φαίνεται εξωφρενικό.

Τα ΜΜΕ δεν προωθούν καθόλου αυτό το κομμάτι της Χρυσής Αυγής. Την παρουσιάζουν σαν «ακόμα ένα ακροδεξιό κόμμα», που έχει τις γνωστές ακροδεξιές απόψεις που έφερε στη Βουλή το ΛΑΟΣ. Λάθος: Εδώ μιλάμε για κήρυκες της βίας, της μισαλλοδοξίας και του ναζισμού, μιλάμε ουσιαστικά για το εκτελεστικό κομμάτι του ΛΑΟΣ, αν θες. Έχω την αίσθηση ότι πολλοί από αυτούς που σκέφτονται να τους ψηφίσουν θα άλλαζαν γνώμη αν μάθαιναν για τα «κατορθώματά» τους κατά καιρούς.

Θα μου πεις, «και για το ΛΑΟΣ τα ίδια λέγατε, και τελικά ήταν εντελώς ακίνδυνο». Ναι, σε κάποια από αυτά που λέγαμε για το ΛΑΟΣ πέσαμε έξω, σε άλλα όμως πέσαμε διάνα. Η είσοδος του ΛΑΟΣ στη Βουλή έφερε στην επιφάνεια μία ακροδεξιά ατζέντα, που πλέον επηρεάζει ακόμα και τα δύο μεγάλα κόμματα (σε αυτό βέβαια δε φταίει ο ΛΑΟΣ, αλλά όσοι υποκύπτουν στις πιέσεις του). Σκέψου μόνο αυτό: Ένας παρανοϊκός τηλεβιβλιοπώλης με εμμονή στην προγονολατρεία και ένας τύπος που στα νιάτα του κυνηγούσε με αυτοσχέδιο τσεκούρι τους αριστερούς σήμερα βρίσκονται στο δυναμικό ενός «κεντρώου» κόμματος, παίρνοντας τη μεγάλη μεταγραφή που ονειρευόντουσαν. Η Ακροδεξιά δεν είναι πια δυο-τρεις γραφικοί που κάθονται στο περιθώριο και κηρύσσουν το μίσος, αλλά μία ιδεολογία βαθιά χωμένη στο κατεστημένο.

Για να προλάβω αντιδράσεις: Ξέρω ότι το πρόβλημα της μετανάστευσης ωθεί πολλούς προς την ακροδεξιά. Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει κανείς ότι πρέπει να γίνει για να λυθεί αυτό το πρόβλημα, η μετακίνηση προς την ακροδεξιά είναι μία αντίδραση φυσιολογική, που δεν παρατηρείται μόνο στην Ελλάδα. Και ξέρω ότι δε ζω στο κέντρο της Αθήνας και δεν μπορώ να ξέρω τι περνάνε όσοι ζουν εκεί. Φαντάζομαι ότι δε θα είναι και πολύ ευχάριστο. Και σέβομαι όσους πιστεύουν ότι η απέλαση/φυλάκιση/δενξερωκιεγωτί των μεταναστών θα σώσει τη χώρα. Κι ας διαφωνώ. Όμως αυτός δεν είναι σε καμία περίπτωση λόγος να πεσει κανείς στην αγκαλιά ενός νεοναζιστικού κόμματος που παρουσιάζεται σαν σωτήρας του έθνους, κρύβοντας κάτω από τον μανδύα του εθνικισμού τα τσεκούρια και τα καδρόνια. Δεν ξέρω, ψηφίστε κάτι άλλο ρε παιδιά. Ψηφιστε Κόμμα Κυνηγών, ξέρω’γω; Μην ψηφίσετε τίποτα – πάντως η Χρυσή Αυγή δεν είναι λύση.

Αυτό που θέλω να πω, σε τελική ανάλυση, είναι ότι ο καθένας έχει δικαίωμα να ψηφίζει ό,τι θέλει. Όμως θα πρέπει να ξέρει και τι είναι αυτό το πράγμα που ψηφίζει. Θα πρέπει να ξέρει αυτός που θα ψηφίσει Χρυσή Αυγή ότι δεν ψηφίζει απλά ένα ακροδεξιό κόμμα, αλλά ένα κόμμα νεοναζί. Όπως αυτός που ψηφίζει ΚΚΕ ξέρει ότι ψηφίζει ένα κόμμα που ασπάζεται τον κομμουνισμό και θεοποιεί ακόμα τον Στάλιν, και δε θα τον ενοχλήσει αν τον πει κανείς «κομμουνιστή». Αν όμως εσύ ψηφίσεις Χρυσή Αυγή, είσαι σίγουρος ότι θα σου αρέσει να σε λένε «ναζιστή»;


25η Μαρτίου. Μεγάλη μέρα, που κάθε χρόνο την περιμένουμε όλοι με ανυπομονησία. Εντάξει, φέτος όχι και με ΤΟΣΗ ανυπομονησία, γιατί πέφτει Κυριακή και χάνεται η αργία. Από την άλλη, είναι τόσοι λίγοι πια αυτοί που δουλεύουν, που σε λίγο μόνο δυο-τρεις τυχεροί θα θυμούνται ότι «ρε, μαλάκα, 25 Μαρτίου δεν είναι αύριο; Αργία δεν είναι αυτό;». Όταν είσαι άνεργος, όλες οι μέρες ίδιες είναι.

Την απογοήτευση για την απώλεια της αργίας ισοσταθμίζει κάπως η αναμονή για το τι θα δούμε φέτος να συμβαίνει αυτήν τη μέρα. Μετά τα ντροπιαστικά γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου, όταν οι μαζικές λαϊκές διαδηλώσεις αμαυρώθηκαν από μεμονωμένες, σποραδικές παρελάσεις, η 25η Μαρτίου ήταν η επόμενη μέρα που κύκλωσαν στο ημερολόγιό τους στη Γ.Α.Δ.Α. (Γαμάμε Αβέρτα, Δέρνουμε Αβέρτα) με τη σημείωση «πω ρε πούστη, πάλι της πουτάνας θα γίνει, ούτε μια αργία δεν μπορούμε να χαρούμε γαμωτοκερατάκι».

Να ξεκαθαρίσω κάτι: Δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα με τις παρελάσεις. Απλά μου τη δίνουν στα νεύρα, θεωρώ ότι είναι ηλίθιες, εθνικιστικές και οπισθοδρομικές, ότι απευθύνονται σε δεκα φασίστες και τρεις παππούδες που έζησαν τα αυθεντικά γεγονότα (αυτό ισχύει για την 28η Οκτωβρίου, αλλά πού ξέρεις, μπορεί και για την 25η Μαρτίου), ότι είναι ανιστόρητες (όταν μου βάζεις τους παπάδες να ευλογούν την επέτειο μίας επανάστασης που οι τότε προκάτοχοί τους αποκήρυξαν, εγώ τι να πω;), ότι είναι προσβλητικές για τα παιδιά που (συχνά χωρίς να το θέλουν και να το νιώθουν) περπατούν σαν στρατιωτάκια σε γραμμές με βήμα, σαν άβουλα όντα που τα θέλουν και ότι υπάρχουν και πολύ καλύτεροι τρόποι για να τιμήσεις μία εθνική επέτειο από το να σέρνεις στο δρόμο τανκς και στρατιώτες σε καιρό ειρήνης και δημοκρατίας (εντάξει, πλάκα κάνω, σβήστο το τελευταίο). Αλλά κατά τ’άλλα, κανένα απολύτως πρόβλημα. Με τις παρελάσεις έχω περίπου την ίδια σχέση που έχω με τον Βεζούβιο: Δεν τον ενοχλώ, δε με ενοχλεί και είμαστε και οι δύο χαρούμενοι και δε βγάζουμε καπνούς από τ’αυτιά μας.

Γι’αυτό και προσωπικά δε με ενδιαφέρει σαν γεγονός η στρατιωτική παρέλαση. Βέβαια, μεταξύ μας φέτος η παρέλαση καθαυτή δεν ενδιαφέρει καν τους παππούδες που πηγαίνουν με θρησκευτική ευλάβεια κάθε χρόνο μπας και πάρει ο αέρας καμιά φουστίτσα και θυμηθούν πώς μοιάζουν οι γυναίκες εκεί κάτω, και νομίζω ότι ακόμα κι αυτοί την Κυριακή θα πάρουν την Εστία και θα πάνε σε κάποια καφετέρια να πιουν έναν τούρκικο καφέ να γιορτάσουν την ημέρα. Ακόμα και οι ανάπηροι πολέμου φέτος δε θα παρελάσουν, και το not attending τους στο event κάνει πάταγο.

Θα μου πεις, «καλά ρε γκιόζη, αφού δε σε ενδιαφέρει η στρατιωτική παρέλαση γιατί γράφεις γι’αυτήν;». Πολύ καλή ερώτηση. Προβοκατόρικη, αλλά καλή. Η απάντηση είναι απλή: Εγώ δε θα πάω στην παρέλαση, και δεν έχω πάει ποτέ από τα 5 μου χρόνια, που με τράβηξε η γιαγιά μου με το ζόρι και ανάθεμα αν θυμάμαι τίποτα άλλο εκτός από μένα με μία πλαστική σημαιούλα στο χέρι να κοιτάζω γύρω μου με απορία. Κάποιοι άλλοι όμως θέλουν να πάνε. Και δεν εννοώ μόνο ευτούς που θέλουν να πάνε για να δουν τους ΟΥΚάδες να φωνάζουν ρατσιστικά συνθήματα, αλλά και αυτούς που θέλουν να πάνε για να δείξουν με τον τρόπο τους την αποδοκιμασία τους προς την κυβέρνηση. Και νομίζω ότι θα έπρεπε να έχουν αυτό το δικαίωμα.

Νομίζω ότι είναι εντελώς ανούσιο να προσπαθείς να διαχωρίσεις την επέτειο μίας εθνικής εορτής από την επικαιρότητα. Γιατί ναι, πρέπει να τιμήσουμε τη μνήμη των ανθρώπων που έδωσαν και τη ζωή τους για να μπορούμε εμείς σήμερα να έχουμε iPad και iPhone με ελληνικό μενού και όχι τούρκικο, αλλά μήπως αυτά που συμβαίνουν γύρω μας (και πάνω μας) δεν έχουν καμία αντιστοιχία με όσα συνέβαιναν πριν από 200 χρόνια; Ξέρω, άλλες εποχές, μη συγκρίσιμες. Και γι’αυτό είναι τυχεροί οι πολιτικοί μας: Γιατί αν αυτά που συμβαίνουν σήμερα συνέβαιναν πριν από 200 χρόνια ο Κολοκοτρώνης και ο Καραϊσκάκης δε θα τους έπαιρναν με τα γιαούρτια και τα νεράντζια, αλλά με τα καρυοφύλλια και τα γιαταγάνια.

Βρίσκω εντελώς γελοία τα μέτρα που λαμβάνονται εν όψει των εορτασμών για την 25η Μαρτίου. Κλείνουν σταθμοί του μετρό, μαζεύονται τα νεράντζια από τα δέντρα, απαγορεύεται η κυκλοφορία σε δρόμους γύρω από το Σύνταγμα, η παρέλαση γίνεται πριβέ, και εμείς γιορτάζουμε την ελευθερία μας. Το’πιασες; «Ελευθερία».

Και ξέρεις κάτι; Όταν υπάρχει μία σατανική δύναμη (μία τρομοκρατική οργάνωση, ένας αντίπαλος στρατός ή ο Βόλντεμορτ π.χ.) που επιβουλεύεται το κράτος και τους πολίτες, θέλοντας να τους τρομοκρατήσει, να τους κατατροπώσει, να τους ταπεινώσει, τότε μπορεί και να το καταλάβω. Ναι, θα κλείσεις τους δρόμους και θα περιορίσεις λίγο τις ελευθερίες των πολιτών για το καλό τους, για την προστασία τους. Τι γίνεται όμως όταν αυτή η «σατανική δύναμη» είναι… οι ίδιοι οι πολίτες; Πώς αποκρούεις τον ίδιο σου τον λαό όταν στρέφεται εναντίον σου; Και γιατί πρέπει να προστατευτείς από τους ίδιους ανθρώπους που σου έδωσαν την ψήφο τους πριν από τρία χρόνια;

Πάντως όσοι κατεβείτε στις παρελάσεις καλό θα είναι να προσέχετε. Η ΕΜΥ έχει εκδώσει δελτίο έκτακτων καιρικών φαινομένων, προβλέποντας έντονες γιαουρτοπτώσεις και νεραντζοπτώσεις σε όλη τη χώρα, με κατά τόπους καταστολή.


Όταν έχεις μεγαλώσει και ζεις σε μία χώρα σαν την Ελλάδα, δεν μπορείς παρά να είσαι καχύποπτος με τους πάντες και τα πάντα. Πίσω από καθετί που λέει, κάνει ή υπονοεί οποιοσδήποτε «πρέπει» να υπάρχει ένα βαθύτερο προσωπικό κίνητρο, μία συνωμοσία, ένα σκοτεινό κέντρο, κάτι τέλος πάντων διαφορετικό από αυτό που φαίνεται. Και το χειρότερο είναι ότι συνήθως αυτή η καχυποψία είναι απολύτως βάσιμη. Γιατί έχουμε μάθει να μην εμπιστευόμαστε ούτε τη σκιά μας, αφού την έχουμε πατήσει τόσες φορές – ή ακόμα χειρότερα, έχουμε εξαπατήσει οι ίδιοι τους άλλους τόσες φορές. Και αυτός είναι ο λόγος που οι κινήσεις αλληλεγγύης στη χώρα μας είναι τόσο δύσκολο πράγμα, όσο αξιόλογες προσπάθειες κι αν γίνονται. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα.

Αν λοιπόν βλέπεις με καχυποψία τον γείτονά σου, τον συνάδελφό σου ή τον μπακάλη της γειτονιάς, φαντάσου με πόση καχυποψία πρέπει να αντιμετωπίζεις τους πολιτικούς και τα ΜΜΕ, που ακόμα και σε χώρες πολύ πιο υγιείς από την Ελλάδα αντιμετωπίζονται στην καλύτερη περίπτωση με επιφύλαξη. Γιατί αν ο μπακάλης της γειτονιάς σου πλασάρει άτσαλα ένα πιο ακριβό προϊόν από αυτό που παίρνεις συνήθως, με σκοπό να βγάλει περισσότερα χρήματα, ο τρόπος που τα ΜΜΕ και οι πολιτικοί «πλασάρουν» τους εαυτούς τους και ο ένας τον άλλο για να επωφεληθούν αμφότεροι είναι πολύ πιο περίτεχνος. Και σαφώς το διακύβευμά του είναι πολύ πιο σοβαρό από το αν θα αγοράσεις τις ντόπιες σαρδέλες ή τις εισαγόμενες.

Όταν βέβαια μπεις σε αυτήν τη διαδικασία να υποψιάζεσαι τους πάντες και τα πάντα, πέφτεις στην παγίδα της συνωμοσιολογίας, μετά γράφεις καμιά εικοσαριά βιβλία με τίτλους όπως «ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΓΚΟΡΓΚΟΝ-14 ΠΟΥ ΕΧΤΙΣΑΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΤΑΝ ΤΑΞΙΔΕΨΑΝ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΤΟ 1860 Π.Χ.» (πάντα με κεφαλαία) και χέζεσαι στο τάλιρο. Μαλακία, δεν έχω τέτοιο επιχειρηματικό πνεύμα, οπότε αναγκαστικά θα πρέπει να φιλτράρω κάποιες από τις πιο ακραίες θεωρίες μου (όπως αυτή στην οποία υποστηρίζω ότι οι πλαστικές κούκλες στα καταστήματα είναι στην πραγματικότητα πραγματικοί άνθρωποι, ζωντανοί, που κακές μάγισσες τους έχουν κάνει βουντού για να φαίνονται έτσι και να βασανίζονται στον αιώνα τον άπαντα, αλλά δεν μπορώ να το αποδείξω ακόμα, γαμώτο, οι μάγισσες είναι καλά κρυμμένες, τις προστατεύουν οι πράσινοι φτερωτοί δράκοι).

Μία αρκετά πιο μετριοπαθής (και μάλλον αυταπόδεικτη) θεωρία μου είναι ότι στην Ελλάδα κατά την προεκλογική περίοδο γίνεται της πουτάνας το κάγκελο. Η προπαγάνδα φτάνει στο peak της (από όλες τις πλευρές), η τρομολαγνεία κάνει πάρτυ, οι κατηγορίες εκτοξεύονται εκατέρωθεν σε ρυθμούς που θυμίζουν Ανάσταση στο Βροντάδο, οι υποσχέσεις πάνε κι έρχονται, τα ψέματα είναι περισσότερα κι από τα άτομα υδρογόνου στον Ατλαντικό Ωκεανό, και τέλος πάντων γιου γκετ δε πίκτσερ. Και επειδή η προεκλογική περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει ανεπίσημα, το εν λόγω κάγκελο έχει ήδη την τιμητική του.

Τον τελευταίο καιρό οι φίλοι του Μνημονίου (οι λεγόμενοι και «ΠΟΠΠ: Πιστεύουμε Ό,τι Παπαριά Πουν») θυμήθηκαν το περίφημο «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου. Μία δήλωση που εμπεριέχει μία αλήθεια (ότι δηλαδή σε μία διεφθαρμένη κοινωνία δε φταίει αποκλειστικά ο διαφθορέας, αλλά και αυτός που δέχεται να διαφθαρεί) και ένα ψέμα (ότι ευθύνεται ΕΞΙΣΟΥ ο διαφθορέας με αυτόν που δέχεται να διαφθαρεί). Φυσικά δε θα περίμενε κανείς να ακούσει κάτι καλύτερο από έναν πολιτικό που εύλογα νιώθει την ανάγκη να μοιραστεί με όσο το δυνατόν περισσότερους τη βαρυστομαχιά από το μεγάλο φαγοπότι του «μαζί τα φάγαμε», έστω κι αν οι υπόλοιποι τσίμπησαν απλά λίγο ψωμί.

Βέβαια, οι ΠΟΠΠ έχουν κάποια νέα όπλα στη φαρέτρα τους: Ένα κύκλωμα στο ΙΚΑ που έδινε επιδόματα στα δέντρα και τους θάμνους, κάτι τυφλούς στη Ζάκυνθο που αποδείχθηκαν αετομάτηδες (και αετονύχηδες), ένα σωρό «αναπήρους» στην Κάλυμνο, λες και εκεί η αναπηρία είναι μεταδοτική ασθένεια και την παθαίνουν όλοι, τέτοια πράγματα. Γερά «όπλα», που επιβεβαιώνουν αυτό που όλοι θέλουν να πιστέψουμε: Ότι είμαστε όλοι λαμόγια, που βρήκαμε τους κακομοίρηδες τους πολιτικούς σε μεγάλη ανάγκη για ψήφους, τους εκμεταλλευτήκαμε για να πλουτίσουμε, και τώρα υφιστάμεθα όλοι μαζί τις δίκαιες συνέπειες των εγκλημάτων μας.

Δε λέω ότι δεν υπήρξαν όντως τέτοια λαμόγια. Το αντίθετο: Υπήρξαν και υπάρχουν ακόμα. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πώς στο διάολο έτυχε να αποκαλυφθούν όλα αυτά τα κυκλώματα έτσι ξαφνικά, τώρα που μπαίνουμε σε σκληρή προεκλογική περίοδο. Έχω αυτήν την εντύπωση ότι «κάποιοι» προσπαθούν να επαναφέρουν στην επικαιρότητα τη λογική του «μαζί τα φάγαμε» (και με μεγάή επιτυχία, αν κρίνω από πολλά που διαβάζω τελευταία), ώστε να αποτινάξουν τις ευθύνες από τους πολιτικούς και να τις μεταφέρουν σε όσους αποδιοπομπαίους τράγους βρουν πρόχειρους – ει δυνατόν και σε όλους τους υπόλοιπους. Να βλέπεις τα αποτρόπαια κυκλώματα που λυμαίνονται τον δημόσιο τομέα και να σκεφτείς «μωρέ δε φταίνε κι αυτοί οι κακόμοιροι οι πολιτικοί, να, εμείς οι ίδιοι ήμασταν λαμόγια, γι’αυτό πήγε κατά διαόλου η χώρα, αλλά όχι, δε θα πέσω πάλι στην παγίδα, να, θα ψηφίσω ΠΑΣΟΚ/ΝΔ επειδή είμαι υπεύθυνος πολίτης, όχι σαν τους αριστερούς που θέλουν το κακό της χώρας γιατί το έχουν παίξει διπλό στο Στοίχημα». Α, και πού’σαι, λεφτά υπάρχουν. Θα το ακούσεις κι αυτό σύντομα.

Φυσικά, αυτή είναι απλά μία θεωρία μου, και μπορεί κάποτε να αποδειχθεί ότι είναι μία παπαριά και μισή. Και δυστυχώς ή ευτυχώς εμένα δε με καλούν στα τοκ σόου, οπότε τις θεωρίες μου τις διαβάζουν τρεις-τέσσερις τρελοί σαν εμένα, και δεν παρουσιάζονται ως θέσφατα σε έναν ολόκληρο λαό. Εξάλλου, όπως βλέπεις με καχυποψία ένα τηλεοπτικό δελτίο γιατί δεν ξέρεις τι συμφέροντα κρύβονται από πίσω, έτσι λογικά θα βλέπεις και με καχυποψία έναν ανθυπομπλόγκερ που γράφει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι. Μπορεί, ξέρω’γω, να κατέβω υποψήφιος στις επόμενες εκλογές με τον ΣΥΡΙΖΑ, ή με τον Καμμένο, ή με τον ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή με τη Λούκα Κατσέλη (θα πνιγώ από τα γέλια), ή μπορεί να είμαι κανένας από αυτούς τους αντιμνημονιακούς του ΠΑΣΟΚ, που αφού ψήφισαν πρόθυμα για δύο χρόνια ό,τι τους είπε το αφεντικό τους και κούναγαν χαρούμενα την ουρά τους όταν τους χάιδευε το κεφαλάκι, θυμήθηκαν ξαφνικά ότι είχαν ξεχάσει να πάρουν τσιγάρα, βγήκαν να πάνε μέχρι το περίπτερο και δεν ξαναγύρισαν ποτέ, βρίσκοντας νέα φωλιά στου Κουβέλη το κονάκι.

Πάντως, μία άλλη θεωρία που έχω λέει ότι ανεξαρτήτως από το πόσο έφαγε ο καθένας, όλοι μαζί θα τον πιούμε. Γιατί όταν συμφωνείς να βγεις για φαγητό με γύφτουλες όπως οι βουλευτές μας, ξέρεις από πριν ότι ακόμα κι αν αυτοί φάνε τον αγλέορα κι εσύ δεν αγγίξεις το πιρούνι σου, αυτοί θα επιμένουν να πληρώσετε μισά-μισά. Αν, βέβαια, κουβαλάνε λεφτά πάνω τους και δε σου ζητήσουν να τα πληρώσεις όλα εσύ, επειδή πέρασε ένα ρακούν και τους πήρε το πορτοφόλι, βούτηξε τα λεφτά και τα κατέθεσε σε έναν λογαριασμό στην Ελβετία.


Έχω βαρεθεί μετά από κάθε πορεία να γράφω εδώ τι ωραία που ήταν, και πόσος κόσμος μαζεύτηκε, και πόσο ελπιδοφόρο είναι να ξυπνάει ο κόσμος, και πόσο κακοί είναι οι μπάτσοι που μας ψεκάζουν, και πόσο κοντεύει να σπάσει το κεφάλι μου από τα γαμημένα τα χημικά. Βαρέθηκα. Όσοι κατέβηκαν χθες στο Σύνταγμα, όλοι ανεξαιρέτως, ξέρουν. Όσοι δεν ξέρουν, μπορούν να αναζητήσουν το τι συνέβη σε άλλα, πολύ πιο αξιόπιστα και αντικειμενικά sites και blogs από το δικό μου. Αν και, μεταξύ μας, αν είσαι Αθηναίος, έχων σώας τας φρένας και αρτιμελής, και δεν κατέβηκες χθες στο Σύνταγμα, δε δικαιούσαι να ξέρεις τι έγινε χθες. Δεν ενδιαφέρθηκες αρκετά για να κερδίσεις αυτό το δικαίωμα.

Ξέρεις, η πόλη δεν είναι μία νεκρή μάζα τσιμέντου. Η πόλη είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και αν εμείς οι ίδιοι καθόμαστε στους καναπέδες μας και βλέπουμε την πόλη μας από τις τηλεοράσεις, τότε είναι που αυτή η πόλη πεθαίνει. Η πόλη δε θα πεθάνει με μία φωτιά, ούτε με έναν πόλεμο. Θα πεθάνει όταν πια δε θα ενδιαφέρεται κανείς γι’αυτήν.

Ας δούμε λοιπόν εν συντομία τι συνέβη χθες γενικά:

– (κανείς δεν ξέρει πόσες) Χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα και άλλες πόλεις της χώρας για να εναντιωθούν σε ένα εξοντωτικό νομοσχέδιο.

– Οι πολίτες αυτοί δέχτηκαν αναίτιες επιθέσεις από τις δυνάμεις των ΜΑΤ, που τους φλόμωσαν στο δακρυγόνο ενώ διαδήλωναν ειρηνικά.

– Παράλληλα με τη διαδήλωση, ομάδες κουκουλοφόρων έβαλαν φωτιά σε κάποια κτίρια, προκαλώντας υλικές ζημιές, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές.

– 199 από τους 300 βουλευτές ψήφισαν το εξοντωτικό νομοσχέδιο στο οποίο η πλειοψηφία των πολιτών εναντιώθηκε.

– Μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου, 45 βουλευτές που ξέφυγαν από την κομματική τους γραμμή διαγράφηκαν σε χρόνο dt, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε δημοκρατία.

– Πέθανε η Γουίτνι Χιούστον.

Μπορεί κανείς να πει ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα αποτελούν πολύ ενδιαφέρουσες ειδήσεις, που θα άξιζαν να αναφερθούν σε ένα δελτίο ειδήσεων. Ακόμα και σε ένα τόσο διεφθαρμένο και προπαγανδιστικό δελτίο ειδήσεων όσο αυτά που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Όποιος όμως άντεξε σήμερα να δει δελτία ειδήσεων (και τα συγχαρητήριά μου σε όσους τα κατάφεραν χωρίς ηρεμιστικά), ξέρει ήδη ότι κάποια από αυτά δεν αναφέρθηκαν καν, ενώ κάποια άλλα υπεραναλύθηκαν, μέχρι που έγιναν νιανιά.

Αν, λοιπόν, αγαπητέ και αγαπητή μου, δεν είχες κατέβει χθες στο Σύνταγμα, σήμερα ενημερώθηκες μόνο για τα κτίρια που κάηκαν, τους ταραξίες που έκαψαν την Αθήνα, τους βουλευτές που διεγράφησαν από τα κόμματά τους και την αιτία του θανάτου της Γουίτνι Χιούστον. Με το μικροσκόπιο ίσως ανακαλύψεις κάπου κάποια αναφορά στο πλήθος και το πείσμα των ειρηνικών διαδηλωτών και στις συνέπειες από την ψήφιση του νέου μνημονίου στους πολίτες (ενώ αντίθετα οι «καταστροφικές» συνέπειες της χρεοκοπίας απέσπασαν δεκάλεπτα ρεπορτάζ σε πολλά κανάλια τις προηγούμενες μέρες), ενώ ούτε με μικροσκόπιο δε θα βρεις αναφορές στην αστυνομική βία.

Είναι αλήθεια πιο σημαντικός ο θάνατος της Γουίτνι Χιούστον από την ασφάλεια και το μέλλον των Ελλήνων; Έτσι φαίνεται.

Εσύ, λοιπόν, Αθηναίε που δεν κατέβηκες χθες στο Σύνταγμα, μπορείς να πεις ό,τι θες. Μπορείς να επιχειρηματολογήσεις για τους κακούς κουκουλοφόρους που καίνε την πόλη σου (ωστόσο σκέψου λίγο το ενδεχόμενο κάτω από τις κουκούλες να μην είναι αυτοί που διαρρηγνύεις τα ιμάτιά σου ότι είναι), να χαρακτηρίσεις συλλήβδην ταραξίες όλους όσοι κατέβηκαν στο Σύνταγμα, να κοιμηθείς με ήσυχη τη συνείδησή σου ότι εσύ έπραξες το σωστό. Μπορείς να πεις ό,τι θες. Δημοκρατία έχουμε, άλλωστε. Όμως εμείς που βρεθήκαμε εκεί, κινδυνεύσαμε (όχι από κουκουλοφόρους, αλλά από κρανοφόρους αστυνομικούς), τρέξαμε, φωνάξαμε, κλάψαμε, μας κόπηκε η ανάσα, πέσαμε κάτω, ξαναγυρίσαμε, ξανακλάψαμε, ξανατρέξαμε, ξαναφωνάξαμε… Εμείς ξέρουμε. Ζήσαμε. Ήμασταν εκεί. Εσύ παπαγαλίζεις ό,τι άκουσες. Γι’αυτό, φάε δύο κρακεράκια, άκου κι ένα τραγούδι της μακαρίτισσας της Γουίτνι Χιούστον και άντε για ύπνο. Δεν έχουμε ανάγκη τις νουθεσίες σου εκ του μακρώθεν. Να ήσουν εκεί να μας τις πεις από κοντά.

Γιατί έξω απ’τον χορό πολλά τραγούδια λέει κανείς. Αλλά τα λέει φάλτσα.


Η στρατιωτική μου θητεία ήταν (όπως και για τους περισσότερους, άλλωστε) μία τραυματική εμπειρία. Και πριν σπεύσετε να πείτε τη δική σας ιστορία, να σας ενημερώσω πως εγώ έφτασα μία ανάσα από το Στρατοδικείο και ακόμα δεν έχω καταλάβει ακριβώς πώς τη γλίτωσα. Τέλος πάντων, άλλο θέλω να πω. Ένας από τους παράγοντες που έκαναν ακόμα πιο δύσκολη τη θητεία μου ήταν και οι σπουδές μου. Βλέπεις, μέχρι τότε δεν είχα καταλάβει ότι η λέξη «δημοσιογράφος» στους περισσότερους δεν προκαλεί δέος, σεβασμό ή έστω ένα συγκαταβατικό κούνημα του κεφαλιού, αλλά μία γκριμάτσα αηδίας που συνοδεύεται από την φράση-καρμπόν «αλήτης-ρουφιάνος-δημοσιογράφος». Έτσι, όταν γνώριζα κάποιον φαντάρο και με ρωτούσε τι έχω σπουδάσει, απαντούσα αθώα (και ίσως με κάποια αφελή υπερηφάνεια) «δημοσιογραφία». Και φυσικά τύγχανα σχεδόν κάθε φορά της αντιμετώπισης που προανέφερα.

Κάποια στιγμή μάλιστα με ενόχλησε τόσο πολύ αυτή η ιστορία, που από ένα σημείο και μετά δεν έλεγα «δημοσιογραφία», αλλά «επικοινωνία», που ήταν και πιο ακριβές με βάση το όνομα της σχολής μου. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ντροπή επειδή ήθελα να γίνω δημοσιογράφος.

Φυσικά, αυτή η αντίδραση, που στις μέρες μας είναι πιο συχνή από ποτέ, είναι άδικη. Κι αυτό γιατί δεν μπορείς να εξισώνεις μια χούφτα μεγαλοδημοσιογράφους που βγάζουν εκατομμύρια διαστρεβλώνοντας τις ειδήσεις με τη συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιογράφων, οι οποίοι μετά βίας βγάζουν τα προς το ζην (αν τα βγάζουν) και στην πράξη δεν έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν όχι την κοινή γνώμη, αλλά ούτε τον ψιλικατζή της γειτονιάς.

Οι μεγαλοδημοσιογράφοι, όπως και οι πολιτικοί, είναι σε μεγάλο βαθμό αποκομμένοι από την κοινωνία. Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να το καταλάβει κανείς αυτό από την παρουσία τους στα social media – όσους τολμούν να έχουν παρουσία, δηλαδή.

Είχαμε ένα επικοινωνιακό τσίρκο χθες στα Εξάρχεια, με την υπόθεση κάποιων άστεγων και αλληλέγγυων σε αυτούς που μπήκαν στην καφετέρια του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων. Αν θελήσει κανείς να διαβάσει τι συνέβη εκεί χθες, η πιο κατατοπιστική περιγραφή είναι αυτή εδώ, από τον @risinggalaxy, καθώς και τα σχόλια από κάτω. Όχι το δελτίο του Mega, όχι κάποια μεγάλη εφημερίδα, όχι ένα ενημερωτικό portal, αλλά το blog κάποιου που βρέθηκε εκεί και ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Κι αν μπορεί κανείς να το θεωρήσει μη δημοσιογραφικό ή «στρατευμένο», ας σκεφτεί πρώτα ποια στάση τήρησαν οι παραδοσιακοί δημοσιογράφοι, που στο κάτω-κάτω της γραφής πληρώνονται για να είναι δημοσιογράφοι, και άρα θα περίμενε κανείς μία αξιοπιστία και μία σοβαρότητα από αυτούς.

Όποιος ήταν online στο Twitter το απόγευμα της Τετάρτης και ακολουθεί τους σωστούς ανθρώπους ξέρει ήδη ότι η στάση των δηλωμένων δημοσιογράφων (και όχι αυτών που εκπροσωπούν τη λεγόμενη «δημοσιογραφία των πολιτών») ήταν στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορη, και στη χειρότερη απροκάλυπτα αρνητική, σε σημείο σοβαρής παρεξήγησης και ενάντια σε κάθε λογική δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

Αυτό που παρατηρώ είναι ότι αυξάνονται όλο και περισσότερο οι περιπτώσεις ανθρώπων που μπαίνουν «ατσαλάκωτοι» στο Twitter και το Facebook, και βγαίνουν με κατεβασμένα σώβρακα. Άνθρωποι που νομίζουν ότι θα κάνουν «καριέρα» στα social media με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το πέτυχαν στην τηλεόραση και τις εφημερίδες: Προπαγανδίζοντας, επηρεάζοντας την κοινή γνώμη, προωθώντας τις προσωπικές τους ατζέντες. Μόνο που στα social media υπάρχει κάτι που στα παραδοσιακά μέσα δεν υπήρχε, ή υπήρχε, αλλά ήταν ασήμαντο: Υπάρχει ανάδραση. Ό,τι γράφει κανείς μπορεί σε πραγματικό χρόνο να σχολιαστεί, να συζητηθεί, να αποθεωθεί ή να λοιδωρηθεί, να κάνει το γύρο του Διαδικτύου σε 80 δευτερόλεπτα και να γυρίσει πίσω στον γράφοντα, με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό.

Μην έχοντας συνηθίσει την ανάδραση, οι παλαιού τύπου δημοσιογράφοι θεωρούν τα αρνητικά σχόλια «bullying», ειδικά όταν αυτά έρχονται ανά δεκάδες. Βέβαια, πρακτικά «bullying» είναι να χρησιμοποιείς την «αυθεντία» σου για να επιβάλλεις την άποψή σου και να καταπνίξεις κάθε αντίθετη γνώμη ως υποδεέστερη, μία πρακτική που τα παραδοσιακά ΜΜΕ και οι εκπρόσωποί τους ακολουθούν με ιδιαίτερη σπουδή εδώ και πολλά χρόνια. Bullying στον μπούλη; Δε νομίζω.

Φυσικά δε θα πω ότι όλοι όσοι υποστήριξαν τους άστεγους και τους αλληλέγγυους είναι (είμαστε, για την ακρίβεια) άγιοι, γιατί χοντράδες και ανακρίβειες ειπώθηκαν από όλες τις πλευρές. Το θέμα είναι ότι από ανθρώπους που δεν πληρώνονται για να μεταδίδουν γεγονότα είναι αναμενόμενο να υπάρξουν τέτοια προβλήματα. Οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι, όμως; Τι δικαιολογία έχουν για τη διασπορά ψευδών ειδήσεων και την απαξιωτική στάση απέναντι σε ένα θέμα για το οποίο πιθανότατα δεν είχαν ιδέα; Μήπως θα έπρεπε να λογοδοτήσουν;

Μ’αυτά και με τ’άλλα, έχω καταντήσει κι εγώ να είμαι ο άνθρωπος που σιχαινόμουν πριν από μερικά χρόνια. Αυτός που βλέπει με καχυποψία κάθε δημοσιογράφο εκ των προτέρων. Αυτός που βλέπει στο Τwitter κάποιον να δηλώνει στο bio του «δημοσιογράφος», και ξινίζει αυτόματα τα μούτρα του. Κι ας ξέρω ότι δεν είναι σωστό. Κι ας ξέρω ότι είναι άλλοι οι αλήτες, άλλοι οι ρουφιάνοι και άλλοι οι δημοσιογράφοι. Και είναι μόνο κάποιοι λίγοι που είναι και τα τρία μαζί.

UPDATE: Ο Γαλαξιάρχης τα λέει καλύτερα από μένα.


Μέρες τώρα έλεγα στον εαυτό μου «πρέπει να γράψεις, πρέπει να γράψεις». Αλλά βλέπεις δε λειτουργεί έτσι πάντα το σύστημα. Κακά τα ψέματα, άμα δεν έχεις τι να γράψεις, καλύτερα να μη γράψεις τίποτα. Είναι κι αυτή η περίοδος των Χριστουγέννων που δε σε βοηθάει και πολύ, ξέρεις, οικογένεια, φωτάκια, κάλαντα, άντε να σκεφτείς σοβαρά. Αλλά σήμερα τελειώνει και επισήμως η περίοδος των Χριστουγέννων, οπότε μπορούμε να επιστρέψουμε στη συνηθισμένη μιζέρια μας, η οποία προβλέπεται να ενισχύεται δραματικά το 2012, τόσο που δεν πρόκειται να την καλύψουν όλα τα «ευτυχισμένο το 2012» του κόσμου. Η μοναδική ευχή που πραγματικά αξίζει τον κόπο να κάνεις μήπως και εισακουστεί από κάποιον είναι να μετασχηματιστεί αυτή η μιζέρια σε κάτι θετικό – θες ελπίδα, θες επανάσταση, θες κοινωνική συνείδηση, κάτι, οτιδήποτε.

Σήμερα οι Χριστιανοί γιόρταζαν τα Θεοφάνεια, και εμείς οι υπόλοιποι απλώς γιορτάζαμε το ότι δεν έχουμε να πάμε στη δουλειά (όσοι από μας έχουμε έστω μία κουτσοδουλειά να κάνουμε, κι ας μην πληρωνόμαστε καν). Και όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος μαζεύτηκε κόσμος και κοσμάκης στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και σε πολλά άλλα μέρη για να δει έναν παπά να πετάει στα παγωμένα νερά έναν σταυρό και δέκα ψυχάκηδες να βουτάνε για να του τον φέρουν πίσω, μην και τον φάνε τα πιράνχας. Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο και κοσμάκη ήταν και κάποιοι πολιτικοί, που προφανώς δεν το έχουν πάρει ακόμα χαμπάρι ότι είναι ανεπιθύμητοι, κι έτσι βολτάρουν ανέμελα περιμένοντας τα πλήθη να τους επευφημήσουν.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, βρέθηκε στη Χαλκίδα. Εκεί, συνέβη το εντελώς αναπάντεχο: Αποδοκιμάστηκε από πολίτες. ΑΝΗΚΟΥΣΤΟ! Ποιος; Ο άνθρωπος που το πλήθος σήκωσε πανηγυρικά στους ώμους του όταν εξελέγη! Ο άνθρωπος που προκάλεσε κύμα ενθουσιασμού όταν εμφανίστηκε στην παρέλαση της Θεσσαλονίκης τον περασμένο Οκτώβριο! Ο άνθρωπος που με τις κατά καιρούς δηλώσεις του έχει στηρίξει με σθένος τον ελληνικό λαό, αποδίδοντας ευθύνες για την κατάσταση της χώρας στους πολιτικούς της! Αυτός ο άγιος άνθρωπος! ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟ!

Αλλά ευτυχώς, αυτά τα καθάρματα που τόλμησαν να αποδοκιμάσουν την ιερή μας αγελάδα συνελήφθησαν, και σχηματίστηκε δικογραφία εναντίον τους. Η κατηγορία; «Προσβολή της τιμής του Προέδρου της Δημοκρατίας». Τι, δεν το ξέρατε ότι υπάρχει τέτοιο αδίκημα; Φυσικά και υπάρχει! Τι, θα αφήνουμε τον κάθε άπλυτο να ασκεί κριτική στον υπέρτατο άρχοντα και (here it comes…) ρυθμιστή του πολιτεύματος; Όχι δα! Ντροπής πράγματα, δηλαδή. Κάτι τέτοιες εικόνες κυκλοφορούν στο εξωτερικό και κάνουν κακό στον τουρισμό της χώρας, γιατί σου λέει «αν κάνουν τέτοια πράγματα στον σουπερντούπερ πρόεδρό τους, φαντάσου τι θα κάνουν σε μας τα ταπεινά χαμομηλάκια».

(ξαναδιαβάζοντας τις τελευταίες παραγράφους, συνειδητοποιώ ότι θα μπορούσε κάλλιστα η σημασία τους να εκληφθεί ως κυριολεκτική και να αποσπάσει εγκωμιαστικά σχόλια από διάφορους πυροβολημένους, γι’αυτό να το ξεκαθαρίσω: Αν όλα αυτά τα εννοούσα κυριολεκτικά, τώρα θα παρουσίαζα το δελτίο ειδήσεων του Mega, δε θα έγραφα ένα παγκοσμίως άγνωστο blog. Γκέγκε;)

Πάμε τώρα να μιλήσουμε λίγο σοβαρά, γιατί καλή η πλάκα, αλλά εδώ έχουμε σοβαρό ζήτημα.

Είναι όντως «ιερή αγελάδα» ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας; Έχει το αλάθητο; Πρέπει να αποδέχομαι ό,τι λέει ως θέσφατο; Και αν τολμήσω να διαδηλώσω ενάντια σε κάτι που (δεν) είπε ή κάτι που (δεν) έκανε, κινδυνεύω να με συλλάβουν επειδή προσέλαβα την τιμή του; Οι συνειρμοί με πρακτικές ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι κάτι παραπάνω από προφανείς, νομίζω.

Να θυμίσω, σε αυτό το σημείο, ότι τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν το εξέλεξα καν εγώ. Θα μπορούσαν κάλλιστα τα δύο μεγάλα κόμματα να συνεννοηθούν και να προτείνουν για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη Μέρκελ, ξέρω’γω, «για να βγει η χώρα μας από την κρίση». Να θυμίσω, ακόμα, ότι ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας αποτελεί απομεινάρι της βασιλευομένης δημοκρατίας, και είναι ένας θεσμός που δεν έχει πρακτικά καμία ισχύ και κανέναν ρόλο, τουλάχιστον με τον τρόπο που ασκούν τα καθήκοντά τους (τα ποια;) οι εκάστοτε Πρόεδροι.

Αλλά μπορώ να τα παραβλέψω όλα αυτά. Αλήθεια. Να, ας πούμε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται από τη Βουλή, που την εκλέγει ο λαός, άρα εμμέσως τον εκλέγει ο λαός, και άρα του οφείλουμε σεβασμό. Το ίδιο όμως δε συμβαίνει και με τον πρωθυπουργό, τους βουλευτές, τους υπουργούς; Δηλαδή μπορώ να κατέβω στο Σύνταγμα και να διαμαρτυρηθώ για μία απόφαση ενός υπουργού, αλλά δεν μπορώ να το κάνω για να διαμαρτυρηθώ για την στάση του Προέδρου της Δημοκρατίας πάνω σε ένα ζήτημα;

Και είναι και κάτι ακόμα, κάτι που ισχύει και για όλους τους πολιτικούς: Το γεγονός ότι είναι εκλεγμένοι δεν τους δίνει το δικαίωμα να συμπεριφέρονται ως απόλυτοι άρχοντες, απαιτώντας το σεβασμό των πολιτών. Το σεβασμό, κύριοι, τον κερδίζετε με τις πράξεις σας, δεν τον απαιτείτε με το έτσι θέλω. Και οι άνθρωποι που δε δείχνουν να καταλαβαίνουν τι περνάει ο λαός τους δεν αξίζει σεβασμός. Και «προδότη» θα σε πω, και «ανίκανο» θα σε πω, και «μαλάκα» θα σε πω, και θα κάτσεις να με ακούσεις. Γιατί αυτά είναι τα «κακά» της δημοκρατίας: Όταν τα κάνεις θάλασσα, αυτός που έβλαψες έχει κάθε δικαίωμα να σε κατηγορήσει γι’αυτό – δεν είσαι δικτάτορας, που όποιον σε κατηγορήσει για κάτι τον «βαφτίζεις» αναρχικό/αντιφρονούντα/επικίνδυνο/τσόγλανο και τον εκτελείς με συνοπτικές διαδικασίες μπροστά στο αλαλάζον κοινό των χειροκροτητών σου. Ή μήπως θα ήθελες να είσαι;

Αυτό που θέλω να πω είναι πιστεύω αρκετά σαφές: Στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν «ιερές αγελάδες». Όλοι κρίνονται γι’αυτά που κάνουν και αυτά που δεν κάνουν, γι’αυτά που λένε κι αυτά που δε λένε. Δεν έχει σημασία τι αξίωμα κατέχουν. Και όταν δέχεσαι κριτική, δύο πράγματα μπορείς να κάνεις: Είτε να πεις «ναι παιδιά, έχετε δίκιο, ήμουν μαλάκας, υπόσχομαι ότι από ‘δω και πέρα θα είμαι καλό παιδί», είτε να υποστηρίξεις με επιχειρήματα γιατί η κριτική που σου ασκούν είναι άδικη. Με επιχειρήματα, όμως. Και το «είμαι Πρόεδρος/Πρωθυπουργός/Υπουργός/Βουλευτής» δεν είναι επιχείρημα. Και ακόμα κι αν κατά τη διάρκεια της θητείας σου καταφέρεις να γλιτώσεις από την κριτική και να παραμείνεις στη θέση σου, κανείς δε σου εγγυάται ότι όταν αυτή τελειώσει δε θα έχεις μείνει στη συνείδηση του κόσμου ως «προδότης», «ανίκανος», «μαλάκας» ή όλα τα παραπάνω, αν είσαι λαρτζ άνθρωπος.

Βέβαια, τα παραπάνω ισχύουν για τις δημοκρατίες. Στο δικό μας, περίεργο πολίτευμα, οι «ανίκανοι» μετά από μερικά χρόνια αγρανάπαυσης γίνονται «ικανοί», οι «μαλάκες» με ένα χαρτζιλίκι στους ψηφοφόρους γίνονται «χαρισματικοί» και οι «προδότες» γίνονται εν μία νυκτί «εθνοπατέρες». Και φυσικά, ιερές αγελάδες ζουν και βασιλεύουν, επειδή κανείς δε σκέφτηκε ποτέ να τις κόψει μπριζόλες και να τις ψήσει στα κάρβουνα.


Άλλες χρονιές τέτοια εποχή θα είχα ξεσκιστεί στα posts. Χριστούγεννα, ρε φίλε. Είτε τα αγαπάς είτε τα μισείς, πάντα κάτι βρίσκεις να γράψεις. Αλλά φέτος δε μου έρχεται τίποτα. Δεν έχω καν καταλάβει ότι είναι Χριστούγεννα. Είναι 21 Δεκεμβρίου και τα περισσότερα σπίτια είναι αστόλιστα. Θα στολίσουν; Δεν έχουν καταλάβει κι αυτοί ότι είναι Χριστούγεννα;  Το έχουν καταλάβει αλλά φοβούνται να ανάψουν τα γιορτινά λαμπιόνια επειδή ξέρουν πόσο θα τους έρθει η ΔΕΗ; Δεν ξέρω.

Είχα γράψει πριν από τέσσερα χρόνια ένα post με τίτλο «Αυτά τα Χριστούγεννα ΔΕΝ θα γιορτάσει κανείς!», στο οποίο μία υποθετική τρομοκρατική οργάνωση καταστρέφει τα Χριστούγεννα, αναγκάζοντας τον κόσμο να μην τα γιορτάσει. Παραδόξως, αυτό το εντελώς φανταστικό κείμενο μου μοιάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Γράφτηκε σε μία περίοδο ευφορίας, όπου θα ήταν αδιανόητο να βλέπεις κατεβασμένα μούτρα στο δρόμο τέτοιες μέρες. Σήμερα, τα κατεβασμένα μούτρα είναι ο κανόνας. Κανείς δεν έχει όρεξη να γιορτάσει.

Στην περίπτωσή μας δεν είναι μία τρομοκρατική οργάνωση που προκάλεσε το κακό. Ή, αν το καλοσκεφτείς, ΕΙΝΑΙ μία τρομοκρατική οργάνωση. Είναι μία εγκληματική οργάνωση ανθρώπων που αποφάσισαν ότι μπορούν να βάλουν πάνω απ’όλα το προσωπικό τους συμφέρον και συνασπίστηκαν για να το εξυπηρετήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, εις βάρος όλων των υπολοίπων φυσικά. Μία εγκληματική οργάνωση που έκλεψε, κατέστρεψε, σκότωσε, λεηλάτησε, εκμεταλλεύτηκε. Μία κρατική τρομο-κρατική οργάνωση, που ουσιαστικά είναι η μόνη κρατική οργάνωση που δουλεύει ρολόι και δεν τη σταματά καμία γραφειοκρατία. Μία παρέα ανθρώπων που σκόρπισε τον τρόμο και παραμένει ασύλληπτη, αν και βρίσκεται σε κατ’οίκον περιορισμό (αφού τα μέλη της δεν τολμούν πια να εμφανιστούν δημοσίως).

Συγνώμη αν φέτος τα βλέπω όλα μίζερα, αλλά είναι. Ρώτα έναν ζαχαροπλάστη πόσα μελομακάρονα πούλησε φέτος. Ρώτα έναν χασάπη πώς πάνε οι γαλοπούλες. Ρώτα έναν οποιονδήποτε μαγαζάτορα να σου πει αν ο κόσμος αγοράζει δώρα.

Βέβαια, θα μπορούσε κανείς να πει ότι και οι ίδιοι με τις συμπεριφορές και τις νοοτροπίες τους τα προηγούμενα χρόνια εκμεταλλεύτηκαν τον υπερκαταναλωτισμό των Χριστουγέννων, αυξάνοντας επίτηδες τις τιμές τους, όμως και έτσι να μην ήταν, φέτος μόνο αν έδιναν τα προϊόντα τους δωρεάν θα έφευγαν. Όχι πως είναι βέβαια εντελώς κακό πράγμα όλο αυτό: Ίσως χρειαζόμασταν ένα σοκ για να συνέλθουμε από το όργιο καταναλωτισμού στο οποίο συμμετείχαμε ενεργά κάθε Χριστούγεννα, να κατανοήσουμε ότι δε χρειάζεται να ξοδέψεις λεφτά για να περάσεις καλά. Και το σοκ ήρθε πολύ απότομα.

Όμως πέρα από αυτήν την πλευρά, υπάρχει και η άλλη, η ανθρώπινη. Γιατί ναι, δε χρειάζεται να ψωνίσεις ρούχα και φωτεινούς αγιοβασίληδες για να νιώσεις Χριστούγεννα, το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένα ζεστό σπίτι, μία οικογένεια γύρω από το γιορτινό τραπέζι και αγάπη (ρε μουνιά). Σκέψου όμως πόσοι θα περάσουν τα Χριστούγεννα χωρίς ένα ζεστό σπίτι, είτε γιατί δεν έχουν να πληρώσουν το πετρέλαιο είτε επειδή δεν έχουν καν σπίτι λόγω της οικονομικής κρίσης, σκέψου πόσες οικογένειες στο γιορτινό τραπέζι θα φάνε κονσέρβες (αν τους μείνουν χρήματα και για κονσέρβες) επειδή οι γονείς είναι άνεργοι και τους έχουν κόψει το ρεύμα, και δε μιλάω καν για την αγάπη.

Θα μου πεις, αυτά συμβαίνουν κάθε χρόνο, δεν είναι μόνο φετινά. Ναι, αλλά φέτος συμβαίνουν περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά. Για σκέψου, πότε θυμάσαι να ήταν τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που ψάχνουν στα σκουπίδια για φαγητό ή στην ανακύκλωση για κάτι που μπορούν να πουλήσουν; Και δε σου λέω μόνο για ανθρώπους ρακένδυτους, ναρκομανείς ή εξαθλιωμένους μετανάστες. Σου λέω και για ανθρώπους που αν τους έβλεπες στο λεωφορείο δεν θα μπορούσες να φανταστείς ότι έχουν ανάγκη να ψάχνουν στα σκουπίδια.

Το μόνο που μπορεί να μας βγάλει από όλη αυτή τη μιζέρια είναι η αλληλεγγύη. Η δική μας αλληλεγγύη, ο ένας με τον άλλο. Γάμα τους πολιτικούς, αυτοί θα κοιτάξουν πρώτα να καλύψουν τον δικό τους κώλο και μετά θα ασχοληθούν μαζί σου, αν δε βαριούνται. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς, σαν μονάδες. Γιατί κάποτε οι μονάδες θα αλλάξουν το σύνολο, και αν οι μονάδες δεν αλλάξουν σήμερα, με αυτά τα δεδομένα, τότε δε θα αλλάξουν ποτέ, ή θα αλλάξουν προς το χειρότερο. Αν δεν το έχεις καταλάβει, είμαστε ένα βήμα πριν την αποκτήνωση, και είναι η ώρα να κάνουμε βήματα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Πέρασα το Σάββατο από τον radiobubble στα Εξάρχεια, όπου συγκεντρώνονταν τρόφιμα για τους Γιατρούς του Κόσμου. Ήταν μία εκστρατεία που δεν ακούστηκε πουθενά, δεν είχε χορηγό τον ΣΚΑΪ, δεν είχε υποστήριξη από εφημερίδες, παρά μόνο διάφορες πηγές στο Διαδίκτυο, απλοί άνθρωποι που διέδιδαν το γεγονός ανιδιοτελώς, ώστε να ευαισθητοποιηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Κι όμως, τελικά το έμαθαν πολλοί. Και συνεισέφεραν πολλοί. Όταν πέρασα από εκεί το απόγευμα, είχαν ήδη μαζευτεί κούτες ολόκληρες γεμάτες μακαρόνια, παιδικές τροφές, όσπρια, γάλατα.

Αυτό λέγεται «αλληλεγγύη»: Να περνάς κι εσύ δύσκολα λόγω της κρίσης, αλλά να εξακολουθείς να βοηθάς αυτούς που περνάνε ακόμα πιο δύσκολα από σένα. Και το Διαδίκτυο δείχνει τον δρόμο: Μακριά από διαφημίσεις και χορηγίες, μακριά από φανταχτερές εκδηλώσεις με υπέρλαμπρους αστέρες, χωρίς προμήθειες, σκιώδεις οργανώσεις και διαμεσολαβητές, απλοί άνθρωποι συνεννοούνται για να προσφέρουν ό,τι μπορούν σε αυτούς που έχουν ανάγκη.

Αν κάτι πρέπει να μας μείνει από αυτά τα ελεεινά Χριστούγεννα, είναι η αλληλεγγύη. Αν ξεμείνουμε από χριστουγεννιάτικα δέντρα, θα επιβιώσουμε. Αν ξεμείνουμε από μελομακάρονα, θα επιβιώσουμε. Αν ξεμείνουμε από λεφτά για ψώνια, θα επιβιώσουμε. Αν ξεμείνουμε από ανθρωπιά, όμως, είμαστε ξεγραμμένοι. Και ό,τι μας συμβεί θα μας αξίζει.