Συνήθως φωτογραφίζω πράγματα που μου αρέσουν. Κυρίως συνθήματα σε τοίχους – λατρεύω τα αναρχικά συνθήματα. Στην πλειοψηφία τους είναι έξυπνα, χιουμοριστικά και πραγματικά, τόσο πραγματικά που ταυτίζομαι απόλυτα μαζί τους. Στους τοίχους των Εξαρχείων μπορείς να βρεις δεκάδες τέτοια συνθήματα, όρεξη να’χεις να περπατάς και μπαταρία να φωτογραφίζεις. Πριν από λίγα χρόνια, μία βόλτα στα Εξάρχεια (στη Νεάπολη, συγκεκριμένα) με έβγαλε σε αυτό το stencil, που ήταν πατημένο σε 4-5 διαφορετικά σημεία. «Εθνική Ελλάδος άντε γαμήσου», έγραφε, πάνω από τις μορφές της ενδεκάδας της Εθνικής ποδοσφαίρου που κατέκτησε το Euro 2004. Αν και δε συμφωνούσα καθόλου, και είχα πανηγυρίσει έξαλλα αυτήν την κατάκτηση, το φωτογράφισα.

Το 2004 ήταν μία πολύ ενδιαφέρουσα χρονιά για την Ελλάδα. Ολυμπιακοί Αγώνες, Ευρωπαΐκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου – αλήθεια, θυμόμαστε τίποτα άλλο από εκείνη τη χρονιά; Ή μήπως στο προτασιακό δίκτυο του εγκεφάλου μας η έννοια «2004» ταυτίζεται απόλυτα με τις έννοιες «Χαριστέας», «Πειρατικό», «Κεντέρης-Θάνου», «Ολυμπιακοί» και δεν αφήνει περιθώριο για τίποτα άλλο;

Κι όμως, συνέβησαν πολλά. Σκάνδαλα, πολιτικές ανακατατάξεις, εργατικά ατυχήματα,αμέτρητα σημαντικά γεγονότα. Αλλά δε θυμόμαστε τίποτα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση η «αμνησία» μας δεν οφείλεται μόνο στη συλλογική μνήμη χρυσόψαρου που φαίνεται ότι διαθέτουμε συνήθως σε πολιτικά θέματα (αλλά σε θέματα ιστορίας «θυμόμαστε» μέχρι και την κάθοδο των Δωριέων), αλλά στη γενική αίσθηση ευφορίας και «εθνικής ανάτασης» που κυριαρχούσε τότε στη χώρα.

Πραγματικά, αν το 2004 δεν ήσουν «εθνικά υπερήφανος», σε θεωρούσαν περιθωριακό. Δηλαδή τι άλλο ήθελες; Η Ελλάδα είχε μπει στο μάτι όλων. Είχε αναδειχθεί κορυφαία ποδοσφαιρική δύναμη της Ευρώπης, είχε διοργανώσει με επιτυχία τη σημαντικότερη αθλητική διοργάνωση του κόσμου και σύντομα θα κατακτούσε μία ακόμα αθλητική διοργάνωση, το Eurobasket 2005, αλλά και την Eurovision, αποδεικνύοντας και τον «πολιτισμό» της. Στον αθλητισμό και τον «πολιτισμό», ήμασταν πρώτοι. Βέβαια, στην παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη, την εγκληματικότητα και σε ένα σωρό άλλες κατηγορίες, η Ελλάδα ήταν πολύ πιο πίσω – αλλά ποιος τα χρειάζεται αυτά; Μπορείς να είσαι εθνικά υπερήφανος επειδή έχεις το καλύτερο υγειονομικό σύστημα του κόσμου; Όχι; Ε, τότε ας ρίξουμε κι άλλα λεφτά στην Eurovision.

Ωστόσο, η Εθνική Ελλάδος δε φταίει σε τίποτα, και σε αυτό είναι που διαφωνώ κυρίως με το stencil. Η Εθνική ποδοσφαίρου και η αντίστοιχη του μπάσκετ αποτελούνται από ανθρώπους επαγγελματίες, που απλά κάνουν τη δουλειά τους. Αν την κάνουν καλά, κερδίζοντας διεθνείς διοργανώσεις, καλό γι’αυτούς: Θα πάρουν ένα γερό μπόνους, μία καλή αύξηση, μία μεγάλη μεταγραφή, και φυσικά θα θεωρούνται Θεοί από τους συμπατριώτες τους – τουλάχιστον μέχρι την επόμενη αποτυχία, οπότε και θα ξεχαστούν όλα και θα περάσουμε στη συνηθισμένη μας κατάσταση μίρλας και απαξίωσης.

Γιατί, όμως, μία αθλητική επιτυχία πρέπει να θεωρείται λόγος εθνικής υπερηφάνειας; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αξίζει λεπτομερή ανάλυση σε τόμο κοινωνιολογίας και/ή ψυχολογίας. Γιατί φυσικά δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο: Όταν το 1950 η Βραζιλία έχασε στο Μαρακανά το Παγκόσμιο Κύπελλο από την Ουρουγουάη, υπήρχε κόσμος που αυτοκτόνησε ή πέθανε από καρδιακή προσβολή. Οι παίκτες που αγωνίστηκαν στον τελικό μπήκαν σε «μαύρη λίστα», και ειδικά ο τερματοφύλακας της ομάδας στιγματίστηκε για ολόκληρη τη ζωή του. Η ήττα της ποδοσφαιρικής ομάδας της Βραζιλίας ισοδυναμούσε με εθνική καταστροφή. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε πόσα καθεστώτα, κυρίως δικτατορικά, χρησιμοποίησαν το ποδόσφαιρο κυρίως, αλλά και όποιο άθλημα μπόρεσαν να βρουν πρόχειρο, για να εμπνεύσουν «εθνική υπερηφάνεια» στους πολίτες (και άρα να αποτρέψουν τυχόν κινήσεις ενάντια στο «πατριωτικό» καθεστώς).

Όσο κι αν δεν αρέσει καθόλου σε εμάς τους ποδοσφαιρόφιλους, οφείλουμε να το παραδεχτούμε: Το ποδόσφαιρο είναι το σύγχρονο όπιο των λαών, όταν η θρησκεία δεν πιάνει. Μάλιστα, το ποδόσφαιρο είναι πιο αποδοτικό από τη θιρησκεία, επειδή είναι εξ ορισμού «εθνικό». Ένας Έλληνας μπορεί να μην είναι Χριστιανός Ορθόδοξος (ευτυχώς έχει ξεπεραστεί κάπως αυτή η αγκύλωση πια), αλλά δεν μπορεί να μην είναι Εθνική Ελλάδος. Το κακό του, από την άλλη, είναι πως δεν είναι και τόσο εύκολο να το ελέγξεις. Στο Χριστιανό θα πεις ότι όταν πεθάνει θα πάει στον Παράδεισο και θα την περνάει ζωή και κότα, και δε θα ζήσει ποτέ για να έρθει να σου αποδείξει πως έλεγες ψέματα. Στον ποδοσφαιρόφιλο τι θα πεις; Ότι κάποτε η Ελλάδα θα κατακτήσει το Μουντιάλ;

Και όταν το ποδόσφαιρο δεν πηγαίνει καλά; Ε, θα βρούμε κάτι άλλο. Το μπάσκετ, ας πούμε. Και – γιατί όχι; – ο στίβος. Ο στίβος, βέβαια, αχρηστεύτηκε μετά το σκάνδαλο Κεντέρη-Θάνου, αλλά πού ξέρεις, μπορεί να ξεπεταχτεί κάποια στιγμή ένα νέο παιδί που θα κάνει τα 100 μέτρα σε 8 δευτερόλεπτα και ξαφνικά θα ξεχάσουμε και ντόπες, και ατυχήματα, και Τζέκους, και τα πάντα.

Δε λέω ότι δεν έχεις λόγο να χαρείς με την επιτυχία ενός συμπατριώτη σου. Ασφαλώς και θα χαρείς περισσότερο αν το Μουντιάλ το πάρουν ο Γκέκας, ο Καραγκούνης και ο Τοροσίδης, παρά αν το πάρουν ο Γκόμες, ο Μίλερ και ο Κεντίρα, αλλά μέχρι εκεί. Ούτε βλακείες για το «ελληνικό DNA του νικητή», ούτε αλαζονεία και μεγαλοστομίες. Και, αλήθεια, αν κατεβαίνουμε μαζικά στην Ομόνοια να πανηγυρίσουμε για τη νίκη ενός αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος σε ένα παιχνίδι (γιατί ας μην ξεχνάμε ότι και το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ παιχνίδια είναι, τουλάχιστον για εμάς που τα παρακολουθούμε από τους καναπέδες μας), τότε τι θα έπρεπε να κάνουμε όταν μία νεαρή Ελληνίδα βιολόγος βραβεύεται ως η καλύτερη νέα ερευνήτρια στον κόσμο για το 2011; Δηλαδή μόνο η μπάλα και η Eurovision μας προκαλούν μαζική υστερία; Ή μήπως είχαμε έξαλλους πανηγυρισμούς όταν κέρδισε το Νόμπελ ο Ελύτης; (δε ζούσα και δεν ξέρω, αλλά υποψιάζομαι πως όχι)

Εθνική Ελλάδος, μην πας να γαμηθείς. Συνέχισε να κάνεις αυτό που κάνεις. Αυτοί που όντως πρέπει να πάνε να γαμηθούν είναι αυτοί που ανάγουν τις επιτυχίες και τις αποτυχίες σου σε εθνικά θέματα (ποιος ξεχνάει την αντίδραση του Γιακουμάτου όταν χάσαμε στο ποδόσφαιρο 1-4 από την Τουρκία;) για να επωφεληθούν οι ίδιοι, λες και ήταν αυτοί που ίδρωσαν σε ένα γήπεδο για να πάρουν τη νίκη. Και οι πρώτοι που πρέπει να τους γαμήσουν είστε εσείς οι ίδιοι.

Advertisements

Αγαπητό ημερολόγιο,

είναι απίστευτο το πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός. Να, σαν χθες μου φαίνεται που έλεγα «χέστηκα που έρχονται σε έναν χρόνο οι U2 στην Ελλάδα». Και να που μπήκε πάλι ο Σεπτέμβριος, οι U2 (παραδόξως) δεν ακύρωσαν τη συναυλία τους και εγώ νιώθω σαν τον παππού με Αλτσχάιμερ, που βρίσκει ξαφνικά τον εαυτό του στη μέση ενός δωματίου, να κρατάει μία εφημερίδα και να μη θυμάται πώς μπήκε στο δωμάτιο, πού σκόπευε να πάει και σε τι χρησιμεύει η εφημερίδα.

Ναι, αγαπητό μου ημερολόγιο, το καλοκαίρι πέρασε. Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος, τρεις μήνες πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου σαν ταινία, και τώρα βλέπω τους τίτλους τέλους και αναρωτιέμαι ποιος μαλάκας μου πρότεινε να δω αυτήν την ταινία, που ήταν πιο βαρετή και από ταινία του Αγγελόπουλου. Μεταγλωττισμένη στα σουαχίλι. Σε slow motion. Θα ήθελα, λοιπόν, αφ’ενός να καλωσορίσω τον Σεπτέμβριο και να του ευχηθώ (για το καλό του) να μου φέρει μια δουλειά, και αφ’ετέρου να αποχαιρετήσω εγκάρδια τον Αύγουστο: ΣΤΑ ΤΣΑΚΙΔΙΑ, ΜΑΛΑΚΑ.

(Ελπίζω τώρα να τρομάξει και να μην τολμήσει να έρθει του χρόνου)

Πήγα σήμερα μια βόλτα στο εμπορικό κέντρο κοντά στο σπίτι μου, μήπως και βρω καμία δουλειά. Ξέρεις, υποτίθεται ότι τον Σεπτέμβριο όλοι ψάχνουν για υπαλλήλους, γιατί όλοι έχουν γυρίσει από τις διακοπές τους και ξεχύνονται στα μαγαζιά για να κάνουν τα ψώνια της ερχόμενης χρονιάς. Και πράγματι, σε αυτό το εμπορικό κέντρο τις προηγούμενες χρονιές βαριόσουν να βλέπεις ταμπελίτσες «ζητείται υπάλληλος». Μόνο που τότε, βλέπεις, ο κύριος Stranger ήταν ψηλομύτης. Σου λέει «εγώ, που σπούδασα δημοσιογραφία, που έβγαλα το σχολείο με 17 μέσο όρο, που έχω Proficiency, που είμαι γαμώ τα παιδιά και έχω ολόκληρο τον κόσμο στα πόδια μου, θα καταδεχτώ να πάω να δουλέψω σαν υπάλληλος σε μαγαζί με ρούχα, ή σε βιβλιοπωλείο, ή σε παιχνιδάδικο;». Ναι, έτσι έλεγα, και τότε μου φαινόταν απόλυτα λογικό. Ακόμα μου φαίνεται λογικό, δηλαδή. Παράλογα είναι όλα όσα έχουν συμβεί από τότε στον κόσμο και σε μένα, όχι η επιθυμία μου να βρω μια δουλειά που ξέρω πώς να κάνω.

Δυστυχώς, η εποχή των παχιών αγελάδων έχει παρέλθει. Ακόμα χειρότερα, και η εποχή των ισχνών αγελάδων έχει παρέλθει. Πλέον οι αγελάδες ψόφησαν κι εμείς καθόμαστε και τρώμε χόρτα, ελπίζοντας ότι κάποια μέρα θα κατεβάσουμε γάλα. Κοινώς, ούτε ένα από τα μαγαζιά του εμπορικού δεν ζητούσε υπάλληλο – και αναφέρομαι σε όσα από τα μαγαζιά είναι ακόμα ανοιχτά, γιατί το εμπορικό κέντρο έμοιαζε σε πολλά σημεία σαν πόλη-φάντασμα του Φαρ Ουεστ, από αυτές που έχει απομείνει μόνο ένα αραχνιασμένο σαλούν και ένα σωρό μισογκρεμισμένα σπίτια. Δε μου φαίνεται παράξενο που τα μαγαζιά δεν πάνε καλά. Να σκεφτείς ότι εγώ έχω τόσο καιρό να αγοράσω ρούχα, που νομίζω ότι το τελευταίο ρούχο που είχα αγοράσει τότε ήταν μια χλαμύδα, σετάκι με τα σανδάλια.

Καταλαβαίνεις, λοιπόν, ότι έφυγα από το εμπορικό κέντρο άπρακτος, βλαστημώντας τη γκαντεμιά μου, την κρίση, την κυβέρνηση, την Αμερική, την ανεργία και την πουτάνα τη ζωή που μου φορτώσανε. Δεν ξέρω αν το παρατήρησες, αλλά όλα όσα έβριζα ήταν γένους θηλυκού. Just saying.

Το βράδυ μου ήταν σαφώς πιο εποικοδομητικό: Βγήκαμε στο Θησείο με τον Σ., τον μοναδικό μου συμμαθητή με τον οποίο έχω κρατήσει μια, υποτυπώδη έστω, επαφή. Ο Σ. (που το πρώτο γράμμα του ονόματός του δεν είναι καν «Σ», αλλά αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία) σπούδασε οικονομικά στην Αθήνα, και μετά έφυγε στην Αγγλία για μεταπτυχιακό. Όταν τελείωσε το μεταπτυχιακό, βρήκε δουλειά στο Λονδίνο. Δουλεύει εκεί τον τελευταίο έναν χρόνο, και ήρθε πριν λίγες μέρες στην Αθήνα για «διακοπές». Είχα να τον δω ακριβώς έναν χρόνο (θα’παιρνα όρκο ότι ήταν δύο χρόνια, αλλά επέμενε ότι ήταν μόνο ένας χρόνος, και τείνω να εμπιστεύομαι περισσότερο τη μνήμη των άλλων από τη δική μου) και είχαμε πολλά να πούμε.

Η πρώτη αποκάλυψη που μου έκανε ήταν ότι, όσο ήταν ακόμα στην Ελλάδα, είχε ξεκινήσει δοκιμαστικά σαν πλασιέ στην εταιρεία στην οποία δούλεψα κι εγώ τον προηγούμενο μήνα, και τα παράτησε από την πρώτη μέρα. Εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι εγώ άντεξα τρεις ολόκληρες εβδομάδες πριν τα βροντήξω. Του εξήγησα ότι δεν το έκανα επειδή είμαι θαρραλέος, ή επειδή από μικρό παιδάκι είχα σαν χόμπι να χτυπάω τα κουδούνια του κόσμου μεσημεριάτικα και να πουλάω άχρηστα πράγματα, αλλά από καθαρή, αγνή, αμόλυντη απελπισία. Φάνηκε να το κατανοεί, με το ύφος του σκυλιού που γέρνει το κεφάλι στο πλάι, αντιδρώντας σε μια άγνωστη εντολή.

Και μετά μου είπε για τη ζωή στην Αγγλία. Οχι πως δεν τα είχα διαβάσει ή δεν τα είχα «ακούσει», γενικώς και αορίστως, αλλά είναι άλλο πράγμα να τα ακούς live από κάποιον που τα έχει ζήσει. Εντελώς άλλο πράγμα. Μου περιέγραψε, λοιπόν, την Αγγλία σαν μια χώρα στην οποία δεν υπάρχουν «μέσα» και «βύσματα», παρά μόνο άνθρωποι οι οποίοι ίσως να πουν μια καλή κουβέντα για σένα, αν είσαι πραγματικά καλός στη δουλειά σου, και όχι χαριστικά, επειδή είσαι παιδί του κουμπάρου τους. Μια χώρα όπου αμοίβεσαι για τη δουλειά που κάνεις και μόνο, χωρίς να χρειάζεται να φτιάχνεις καφέδες στο αφεντικό, και αμοίβεσαι σχετικά καλά, γιατί ο εργοδότης σε σέβεται, και όχι με ψίχουλα, επειδή ο εργοδότης σε βλέπει σαν προσωρινή λύση μέχρι να βρει κάποιον πιο φτηνό. Μια χώρα όπου το «γλύψιμο», με την παραδοσιακή ελληνική έννοια, θεωρείται κακόγουστο και κατακριτέο, και όχι απαραίτητη προϋπόθεση για να πάρεις προαγωγή. Με άλλα λόγια, μου περιέγραψε μια χώρα που δεν έχει καμία απολύτωε σχέση με την Ελλάδα.

Καθώς μου τα έλεγε, δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ: «Τι στο διάολο κάθομαι και κάνω σε αυτό το χεζολίβαδο, την Ελλάδα, όταν μπορώ να πάω στην Αγγλία και να μπορώ να βγάλω λεφτά χωρίς να είμαι παράνομος, γλείφτης ή/και γιος πολιτικού;». Φυσικά, ξέρω ότι και εκεί δεν είναι ο εργασιακός παράδεισος – δεν υπάρχει κάτι τέτοιο πουθενά στον κόσμο, εκτός κι αν η δουλειά σου είναι να είσαι ο προσωπικός μασέρ της Μόνικα Μπελούτσι, οπότε ναι, είσαι στον Παράδεισο. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, πάντα κάτι δε θα πηγαίνει καλά. Αλλά και πάλι, τουλάχιστον δε θα πηγαίνουν ΟΛΑ στραβά, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα.

Με λίγα λόγια: Για να βρω αξιοπρεπή δουλειά, πρέπει να πάω στο εξωτερικό. Για να πάω στο εξωτερικό, προφανώς χρειάζομαι λεφτά. Ωστόσο, για να βρω λεφτά, πρέπει να βρω μια αξιοπρεπή δουλειά. Και, όπως είπαμε, για να βρω αξιοπρεπή δουλειά πρέπει να μεταναστεύσω. Και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται επ’άπειρον.

Μου άφησε μια πικρή γεύση αυτή η συνάντηση. Μπορεί και να ήταν η Smirnoff, αλλά μάλλον ήταν αυτή η αίσθηση ότι όλοι οι άλλοι έχουν πάρει το ασανσέρ για την ταράτσα του Empire State Building, και εγώ είμαι αναγκασμένος να ανέβω με τις σκάλες. Ναι, μάλλον αυτό ήταν.

Και τώρα θα σε απαλλάξω από την κλάψα μου, να πάω να πρήξω κάποιον άλλο. Δεν ξέρω ποιον, κάποιον θα βρω. Πάντα βασιζόμουν στην καλωσύνη των άλλων – μέχρι που κατάλαβα ότι το μόνο στο οποίο μπορείς πάντα (μα ΠΑΝΤΑ) να βασίζεσαι είναι η βλακεία των άλλων. Οπότε, θα πάω να βρω έναν βλάκα να του τα πω. Καληνύχτες.


…για να χτιστεί η Ακρόπολη, θα έπρεπε ο Περικλής να περάσει νομοσχέδιο που να αποχαρακτηρίζει το λόφο από δασική περιοχή.

…έτσι, η Ακρόπολη ίσως και να μην είχε χτιστεί ποτέ για γραφειοκρατικούς λόγους – αλλά και να είχε χτιστεί, θα καθυστερούσε απίστευτα και θα κόστιζε τα διπλάσια απ’όσα όριζε ο προϋπολογισμός.

…ο Σωκράτης θα είχε «λαδώσει» τους φρουρούς του και θα είχε γλιτώσει το θάνατο, πολύ πριν επιχειρήσουν να τον σώσουν οι μαθητές του.

…αλλά, αν τελικά πέθαινε, οι Αθηναίοι θα ξεσηκώνονταν και θα βγαίνανε στους δρόμους, φωνάζοντας «Σωκράτη, ζεις, εσύ μας οδηγείς».

…ο Μέγας Αλέξανδρος θα κατηγορείτο από τους πολιτικούς του αντιπάλους για τις υπέρογκες δαπάνες του για εξοπλισμούς, ενώ η παιδεία και η υγεία φυτοζωούσαν.

…ο Αριστοφάνης θα έκανε παραστάσεις κάθε βδομάδα και θα έριχνε ανελέητο κράξιμο στους εκάστοτε κυβερνώντες.

…ο Ξέρξης θα εισέβαλε κάθε τόσο στα χωρικά ύδατα της Αθήνας, και οι Αθηναίοι θα απαντούσαν με αυστηρό διάβημα στο Δωδεκάθεο.

…ο Θουκυδίδης, ο Ηρόδοτος και οι άλλοι αρχαίοι ιστορικοί δεν θα ήταν τίποτα παραπάνω από διαπλεκόμενοι, αλήτες, ρουφιάνοι δημοσιογράφοι, που θα περιέγραφαν τα γεγονότα όπως τους βόλευε.

…οι Ολυμπιονίκες δεν θα τύγχαναν και τόσο μεγάλης εκτίμησης, και μάλιστα θα αντιμετωπίζονταν με περιφρόνηση, γιατί λίγο-πολύ όλος ο κόσμος θα ήξερε ότι όλοι τους ήταν ντοπαρισμένοι.

…Μετά τους θεατρικούς διαγωνισμούς στα Παναθήναια, θα ακολουθούσε ξεκατίνιασμα από τους χαμένους, που θα διαμαρτύρονταν για τα διαπλεκόμενα συμφέροντα που έβγαλαν νικητή τον Αισχύλο ή τον Σοφοκλή.

…ο εξοστρακισμός θα ήταν κάτι σαν το Big Brother: Οι δέκα Αθηναίοι με τις περισσότερες ψήφους θα κλείνονταν σε ένα σπίτι και κάθε εβδομάδα ένας από αυτούς θα απελευθερωνόταν. Αυτός που θα έμενε τελευταίος θα εξοριζόταν.

…ο όρκος του Ιπποκράτη θα περιείχε σαφείς αναφορές στα φακελάκια.

…οι κοσμικές Αθηναίες θα τραβούσαν την προσοχή με τις σέξι μίνι χλαμύδες τους, και τα σανδάλια τους με γόβα στιλέτο.

…αηδιασμένοι από την επεκτατική πολιτική της κυβέρνησής τους, οι νεαροί Αθηναίοι θα γέμιζαν τους τοίχους με το σύνθημα «το Αιγαίον ανήκει εις τους ιχθύες του».

…η λατρεία των Αθηναίων στο πρόσωπο του Περικλή θα αποτυπωνόταν στο σύνθημα «Εμπρός λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι, η μόνη λύση είναι ο Περικλής και πάλι».

…το Μαντείο των Δελφών θα είχε κλείσει, μετά από ανώνυμη καταγγελία στο Σώμα Δίωξης Ναρκωτικών.


Τα περισσότερα βιβλία (ειδικά όταν δεν είναι μυθιστορήματα) γράφονται σε μία Α εποχή, αναφέρονται σε αυτήν και μετά από 30-40 χρόνια είτε δεν τα θυμάται κανένας, είτε τα θυμάται σαν απομεινάρια μιας άλλης εποχής, που έχει περάσει ανεπιστρεπτί και δεν έχει καμία σχέση με το παρόν. Πολύ λίγα είναι τα βιβλία που μπορούν να πετύχουν την πολυπόθητη διαχρονικότητα, γιατί για να συμβεί αυτό θα πρέπει ο συγγραφέας τους να είναι κάποιου είδους προφήτης, να ξέρει ότι και μετά από 30 χρόνια θα συμβαίνουν τα ίδια ή κάποια άλλα πράγματα. τα οποία έχει προβλέψει.

Μια τέτοια περίπτωση είναι «Η Δυστυχία του να Είσαι Έλληνας», του Νίκου Δήμου. Ένα βιβλίο που πρωτοεκδόθηκε το 1975, κι όμως παραμένει επίκαιρο ακόμα και σήμερα, 34 χρόνια μετά. Το βρήκα καταχωνιασμένο σε μια βιβλιοθήκη και έπιασα να το διαβάζω για δύο λόγους: Πρώτον, επειδή με τράβηξε ο τίτλος. Και δεύτερον, επειδή είναι πολύ μικρό – και απεχθάνομαι τα φλύαρα βιβλία.

Διαβάζοντάς το έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Σχεδόν όλα όσα γράφει ο Δήμου ισχύουν και για τη σημερινή εποχή. Φαίνεται πως ο Νεοέλληνας δεν έχει εξελιχθεί καθόλου από τότε. Ίσως γι’αυτό να έχει φτάσει το βιβλίο στην 23η έκδοση (εγώ έχω την 6η!). Απ’ό,τι διαβάζω, φαίνεται πως είχε μεγάλη αποδοχή στην εποχή του, ίσως επειδή είχε μόλις πέσει η χούντα και ο «ελληνοχριστιανισμός» ήταν στο ναδίρ του. Αλλά και επειδή είναι τόσο οξυδερκής και κυνική η σκέψη του συγγραφέα, που απλά δεν μπορείς να διαφωνήσεις μαζί του.

Ξεχώρισα κάποια κομμάτια που πιστεύω ότι είναι χαρακτηριστικά της διαχρονικότητας και της οξυδέρκειας του κειμένου, και θέλω να τα μοιραστώ μαζί σας:

«Δυστυχία μπορούμε να ονομάσουμε την απόσταση ανάμεσα επιθυμία και πραγματικότητα. Όσο μεγαλύτερη η απόσταση, τόσο πιο δυστυχισμένοι είμαστε.»

«Συνήθως, αυτοί που έχουν έντονες και πολλές επιθυμίες, ικανοποιούν περισσότερες, απ’όσους έχουν λίγες και ταπεινές. Μόνο που η αχόρταγη φύση των πρώτων σπάνια τους επιτρέπει να αισθανθούν την κατάσταση της ισορροπίας, που ονομάζουμε ευτυχία.»

«Αντίθετα με τα ζώα, ο άνθρωπος έχει επιθυμίες «θέσει και φύσει» μη-εκπληρώσιμες. Λαχταράει την αθανασία. Ενώ το μόνο σίγουρο που ξέρει για το μέλλον είναι πως κάποτε θα πεθάνει. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε τον άνθρωπο ως το ζώο που επιθυμεί πάντα περισσότερα από όσα φτάνει. Το απροσάρμοστο ζώο. Θα μπορούσαμε με άλλα λόγια να ορίσουμε τον άνθρωπο, σαν το ον που φέρνει τη δυστυχία – εγγενή – μέσα του.»

«Αν ο άνθρωπος, σαν άνθρωπος, φέρνει μέσα του τη δυστυχία, ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων έχουν μεγαλύτερη προδιάθεση σ’αυτήν. Ακόμα και ορισμένες εθνότητες. Ανάμεσα σ’αυτές, σίγουρα, οι Έλληνες. Οι νεο-έλληνες.»

«Ο έλληνας, όταν βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη, αντικρίζει είτε τον Μεγαλέξαντρο, είτε τον Κολοκοτρώνη, είτε (τουλάχιστο) τον Ωνάση. Ποτέ τον Καραγκιόζη…Κι όμως, στην πραγματικότητα ε ί ν α ι  ο Καραγκιόζης που ονειρεύεται τον εαυτό του σαν Μεγαλέξαντρο.»

«Ο έλληνας προσπαθεί, σε κάθε τομέα, να είναι εκτός πραγματικότητας. Και μετά είναι δυστυχής, διότι είναι εκτός πραγματικότητας. (Και μετά είναι ευτυχής…διότι είναι δυστυχής).»

«Ο νεο-έλληνας μοιάζει ευτυχισμένος όταν είναι δυστυχισμένος. Όταν όλα πάνε καλά, αισθάνεται ανήσυχος και απροσάρμοστος. Αν δεν έχει αίτια δυστυχίας, θα ψάξει να βρει. Η ευτυχία της δυστυχίας του νεο-έλληνα εκφράζεται τέλεια στην «ελληνική γκρίνια».»

«Σε κανένα λαό η κλασική φράση «τι κάνεις;» δεν οδηγεί σε πλήρη ανάλυση του ιατρικού ιστορικού, της οικογενειακής κατάστασης, των οικονομικών δυσχερειών και των σεξουαλικών προβλημάτων του (τυπικά) ερωτηθέντος.»

«Ο ελληνικός «νόμος του Πάρκινσον»: Δύο έλληνες κάνουν σε δύο ώρες (λόγω διαφωνίας) ό,τι ένας έλληνας κάνει σε μιαν ώρα.»

«Όποιος λαός και αν καταγόταν από τους αρχαίους έλληνες, θα ήταν αυτόματα δυστυχισμένος. Εκτός αν μπορούσε να τους ξεχάσει, ή να τους ξεπεράσει.»

«Η σχέση μας με τους αρχαίους είναι η μία πηγή του εθνικού πλέγματος κατωτερότητας. Η άλλη, είναι η σύγκριση στο χώρο κι όχι στο χρόνο. Με τους σύγχρονους «ανεπτυγμένους». Με την «Ευρώπη». Όποτε ένας έλληνας μιλάει «για την Ευρώπη», αποκλείει αυτόματα την Ελλάδα. Όταν ένας ξένος μιλάει για την Ευρώπη, δεν διανοούμαστε ότι μπορεί να μ η περιλαμβάνει και την Ελλάδα.»

«Είμαστε διαφορετικοί. Κι όμως προσπαθούμε, με απόγνωση, να ενταχθούμε κάπου. Γιατί άραγε αισθανόμαστε τη μοναδικότητά μας σαν ελάττωμα; Γιατί ντρεπόμαστε γι’αυτή; Άραγε επειδή δεν είμαστε αρκετά μεγάλοι ή δυνατοί, ώστε να κάνουμε την ιδιομορφία μας παντιέρα; Ή μήπως επειδή δεν είμαστε αρκετά σίγουροι για τον εαυτό μας;»

«Είμαστε ένας λαός χωρίς πρόσωπο. Χωρίς ταυτότητα. Όχι επειδή δεν έχουμε πρόσωπο. Αλλά επειδή δεν τολμάμε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Επειδή μας έκαναν να ντρεπόμαστε για το πραγματικό μας πρόσωπο. Τόσο που να φοβόμαστε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Έτσι μάθαμε να παίζουμε διάφορους ρόλους: Τον «αρχαίο», τον «ευρωπαίο»…»

«Ο έλληνας θα ξεπεράσει τα εθνικά πλέγματα μόνο όταν βρει τον εαυτό του. Όταν αποκτήσει ταυτότητα και πρόσωπο. Όταν πάψει να μισεί τον εαυτό του γι’αυτό που δ ε ν είναι και τον δεχθεί γι’αυτό που είναι. Αν δεν βρούμε σύντομα το δικό μας πρόσωπο, κάποια μέρα θα ξυπνήσουμε με μια «γενική» φάτσα-δημιούργημα των ρόλων που παίζουμε, της μόδας, των μέσων επικοινωνίας. Τότε θα μας μείνει ένα προσωπείο για πρόσωπο.»

«Ελεύθερος δεν είναι αυτός που «κάνει ό,τι θέλει», αλλά αυτός που ξέρει τι θέλει. Όσο δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε, όσο δεν ξέρουμε τι θέλουμε, όσο δεν έχουμε ξεκαθαρισμένη σκέψη και αίσθημα ευθύνης, θα περνούμε από τη μιαν εξάρτηση στην άλλη. Δεν θέλει μόνο «αρετήν και τόλμην» η ελευθερία. Θέλει, κυρίως, γνώση. Και κρίση.»

«Πλάθουμε μύθους για τον εαυτό μας. Και μετά είμαστε δυστυχισμένοι, γιατί φαινόμαστε κατώτεροι από τους μύθους (που εμείς πλάσαμε…)»

«Ποιος υποψήφιος πιστεύει πως δίκαια απέτυχε στις εξετάσεις; Ποιος υπάλληλος αναγνωρίζει πως δίκαια πήρε προαγωγή ο συνάδελφός του; Οι άλλοι, έχουν πάντα τα «μέσα». Ο μύθος των «μέσων» είναι ένα όπιο που αποκοιμίζει την αίσθηση της ευθύνης στις ψυχές των ελλήνων.»

«Οι Έλληνες εξακολουθούν πάντα να αντιμετωπίζουν το κράτος τους, σαν να ήταν το τουρκικό βιλαέτι. Έχουν δίκιο.»

«Ας μη φωνάζουμε για το Μεγάλο Κεφάλαιο στην Ελλάδα – γιατί δεν υπάρχει. Το Μεγάλο Κεφάλαιο βλέπει ευτυχώς ακόμα τη χώρα μας σαν Μικρή Υποσημείωση.»

«Εκμεταλλευτές του ελληνικού μόχθου δεν είναι τόσο οι καπιταλιστές μας, όσο οι συνεχιστές της ένδοξης ελληνικής παράδοσης των αεριτζήδων. Μεσάζοντες, παράγοντες, κομπιναδόροι (ελληνοαμερικανοί και μη).»

«Η ελληνική παιδεία: Μηχανισμός μαζικής βεβιασμένης τροφοδότησης γνώσεων, που τον κινούν αμόρφωτοι, άμουσοι και υπαμειβόμενοι εκπαιδευτικοί.»

«Η αρχή, στην οποία στηρίχτηκε η ελληνική παιδεία, ήταν κάτι χειρότερο από το μηδέν. Ήταν μια «αντίφασις εν εαυτή»: ο ε λ λ η ν ο χ ρ ι σ τ ι α ν ι κ ό ς πολιτισμός. Δύο αλληλογρονθοκοπούμενες έννοιες, σε ένα επίθετο. Πόσο χαρακτηριστικό για την εσωτερική μας αντίφαση!»

«Άλλοι λαοί έχουν θρησκεία. Εμείς, έχουμε παπάδες.»

«Τον αιώνα που πέρασε, η ελληνική εκκλησία υπηρέτησε – πιστά και αφοσιωμένα – πολλούς κυρίους. Εκτός από τον Ένα.»

«Στατιστικές παράμετροι του μέσου Έλληνα (1975): ζει στην ακριβότερη χώρα της Ευρώπης – σε σχέση με τις αμοιβές του – έχει την χειρότερη κοινωνική ασφάλιση, τα περισσότερα τροχαία ατυχήματα, το φτωχότερο εκπαιδευτικό σύστημα και τις μικρότερες κυκλοφορίες βιβλίων. (Ελπίζω να βρεθεί καμιά Πορτογαλία, να με διαψεύσει σε κάτι απ’όλα αυτά).»

«Όπως ο άνθρωπος κουβαλά το προπατορικό αμάρτημα – ο έλληνας κουβαλάει το σόι του. Οι άλλοι λαοί έχουν συγγενείς. Ο έλληνας έχει συνεταίρους στη ζωή (και στο θάνατο).»

«Η εκμετάλλευση της γυναίκας από τον άντρα έχει σαν φυσική συνέπεια την εξαπάτηση του άντρα από τη γυναίκα. Την τελευταία λέξη όμως την έχει η γυναίκα-μητέρα. Εκεί, με το πιο ανεπαίσθητο όπλο (την εξουθενωτική «αγάπη») παίρνει την εκδίκησή της. Δημιουργώντας παιδιά-δούλους ή επαναστάτες.»

«Κλείσε μέσα στην καρδιά σου την Ελλάδα και θα πάθεις έμφραγμα.»

«Διανοούμενος είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί (συνήθως μάταια) να κάνει τις ιδέες του πράξη. Έλληνας διανοούμενος είναι αυτός που προσπαθεί να βρει ιδέες, για να δικαιολογήσει τις πράξεις του.»

«Αν οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες είναι οι πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι (γιατί σ’αυτούς το άνοιγμα ανάμεσα επιθυμία και πραγματικότητα παίρνει διαστάσεις τραγικές)…Και αν οι έλληνες είναι ο πιο δυστυχισμένος ανάμεσα στους λαούς…Τότε τι χειρότερο από έ λ λ η ν α  διανοούμενο;»

«Όσοι αγάπησαν πολύ αυτόν τον τόπο, πέθαναν νέοι, αυτόχειρες ή τρελοί. Η Ελλάδα είναι μια απάνθρωπη ερωμένη.»


Γεια σας. Είμαι ο Μέσος Έλληνας. Μη σας φαίνεται παράξενο, έτσι με βάφτισαν. Βρίσκομαι εδώ γιατί θα ήθελα να σας ομολογήσω κάποια πράγματα για τον εαυτό μου.

Δεν ασχολούμαι με την πολιτική, αλλά στις εκλογές πηγαίνω και ψηφίζω. Πιστεύω πως ο Καραμανλής είναι καταλληλότερος για πρωθυπουργός, ενώ το ΠΑΣΟΚ θα είναι καλύτερο σαν κυβέρνηση. Αλλά επίσης πιστεύω ότι όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι, οπότε ψηφίζω αυτόν από τον οποίο θα έχω περισσότερες πιθανότητες να μου κάνει τα ‘χατίρια’ μου, κοινώς κανά ρουσφέτι. Βέβαια, και να μην τον ψήφιζα, η ψήφος είναι μυστική, οπότε δεν θα το μάθαινε ποτέ. Αλλά έχω μια εσωτερική ηθική, που μου απαγορεύει να το κάνω αυτό (αλλά δε μου απαγορεύει να ζητήσω ρουσφέτι από έναν πολιτικό).

Με ενοχλεί που έχουν γίνει τόσοι πολλοί οι ξένοι στην Ελλάδα. Ειδικά με ενοχλούν οι Αλβανοί, γιατί όχι μόνο μας παίρνουν τις δουλειές (όχι πως εγώ θα δεχόμουν ποτέ να δουλέψω ως οικοδόμος, μπογιατζής ή οδοκαθαριστής), αλλά μας κλέβουν κιόλας. Άτιμη φάρα. Πριν έρθουν αυτοί όλα ήταν καλύτερα. Αλλά και οι άλλοι, κάτι Πακιστανοί στα φανάρια, κάτι μαύροι με πειρατικά cd, κι αυτοί με ενοχλούν, γιατί δεν είναι Έλληνες. Κι έχουν μαζευτεί όλοι εκεί γύρω στην Ομόνοια και δεν τολμάς πια να περάσεις από εκεί. Γκέτο το έχουν κάνει. Γιατί δεν πάνε όλοι πίσω στη χώρα τους; Οι Έλληνες, όταν μετανάστευαν στη Γερμανία και την Αμερική, δεν προκάλεσαν κανένα πρόβλημα. Αλλά τους κυνήγησαν επειδή ήταν Έλληνες, και οι Έλληνες είμαστε έθνος ανάδελφο.

Πιστεύω στον Θεό, κι ας μη μου έχει δώσει έστω και ένα σημάδι ότι υπάρχει. Ο πατέρας μου ήταν Χριστιανός, η μάνα μου Χριστιανή, οι γονείς και οι παππούδες τους Χριστιανοί. Ελλάδα και Χριστιανισμός πάνε μαζί εδώ και αιώνες. Αλλά στην εκκλησία πηγαίνω μόνο το βράδυ της Ανάστασης, γιατί τις άλλες μέρες ή δουλεύω ή βαριέμαι. Αλλά τη Μεγάλη Παρασκευή νηστεύω, μετράει;

Όταν πήρε η Εθνική το Eurο χάρηκα απίστευτα. Δείξαμε τι πάει να πει Έλληνας. Μαγκιά, πείσμα, πάθος. Και κωλοφαρδία, ‘ντάξει, αλλά άμα δεν είχαμε τόσο πάθος τι να την κάνεις την κωλοφαρδία; Αλλά περισσότερο ξέρεις γιατί χάρηκα; Για τους κωλοτουρκαλάδες, που πήγαν μια φορά στους 4 του Μουντιάλ και νόμιζαν ότι κάτι είχαν κάνει. Αλλά στο Εurο, τον πούλο! Ποια ελληνοτουρκική φιλία, τώρα…Εμείς πάντα εχθροί ήμασταν και θα είμαστε, δεν αλλάζει αυτό…

Στην τηλεόραση μου αρέσει να βλέπω ποδόσφαιρο, αν και πιστεύω πως στο πρωτάθλημα όλα είναι στημένα για να το πάρει ο Ολυμπιακός. Επίσης, βλέπω Λαζόπουλο, γιατί τα λέει έξω απ’ τα δόντια. Ειδήσεις δε βλέπω, όλο τα ίδια λένε για τα σκάνδαλα. Και τι με νοιάζει εμένα για τα σκάνδαλα; Δικά μου λεφτά πήραν οι πολιτικοί;

Μου αρέσει και η Εurοvisiοn, είναι ένα ωραίο, χαρούμενο πανηγύρι. Δε με νοιάζει πόσα ξοδεύει η κρατική τηλεόραση γι’αυτό το πανηγύρι. Τι, για τα 8 ευρώ που την πληρώνω από το λογαριασμό της ΔΕΗ; ‘ντάξει, μωρέ, πάνε για καλό σκοπό τα λεφτά. Ντοκιμαντέρ, ποδοσφαιρικά δικαιώματα, τα φορέματα της Μαγγίρα…

Τα επεισόδια στα Εξάρχεια τον περασμένο Δεκέμβρη; Μαλακίες μωρέ, πού βρέθηκαν τόσοι αναρχικοί ξαφνικά; Προβοκάτσια ήταν, οι μισοί ήταν μπάτσοι. Και σιγά μην ξαναγίνει τέτοιο πράγμα. Η νεολαία σήμερα είναι κοιμισμένη, με τις τηλεοράσεις, τα κομπιούτερ και τα πλεϊστέισον. Σιγά μη σηκωθούν τα ρεμάλια να κάνουν και επανάσταση. Επαναστάσεις πια δε γίνονται στην εποχή μας. Έτσι είναι το σύστημα, έτσι θα μείνει. Ποτέ δε θα αλλάξει.

Έχω οικολογική συνείδηση, αμέ. Στην Earth hοur έσβησα τα φώτα κι εγώ, για να το δείξω. Ανακύκλωση; Μωρέ θα ανακύκλωνα, αλλά ο μπλε κάδος είναι εκατό μέτρα από το σπίτι μου, πού να τρέχω…Σκουπίδια είναι όλα. Το αυτοκίνητο; Το παίρνω όπου κι αν πάω. Και στο περίπτερο ακόμα. ‘ντάξει, μωρέ, πόσο καυσαέριο βγάζει για 5 λεπτά που το παίρνω; Και τι να κάνω, να πάρω υβριδικό, που κάνει το 0-100 σε μισή ώρα; Αλλά έχω οικολογική συνείδηση, λέμε…

Είμαι αντιαμερικανός, το δηλώνω. Αυτοί φταίνε για όλα τα κακά του κόσμου, αυτοί και οι Εβραίοι. Νομίζουν ότι είναι οι καλύτεροι στον κόσμο, αλλά τίποτα δεν είναι. Ούτε καμία ιστορία έχουν να επιδείξουν, ούτε τίποτα. Η Cοca-cοla; Ναι, μου αρέσει, πίνω κάθε μέρα. Και από ταινίες μου αρέσουν οι χολιγουντιανές, που έχουν δράση και φοβερά εφέ. Ειδικά οι πολεμικές.

Την οικογένειά μου τη βάζω πάνω απ’όλα. Μπορεί να δουλεύω 12 ώρες τη μέρα και να κοιμάμαι άλλες 8, αλλά οι υπόλοιπες 4 ώρες της μέρας είναι οικογενειακές. Δηλαδή βλέπω τηλεόραση στο σαλόνι, την ώρα που η γυναίκα μου βλέπει τηλεόραση στην κρεβατοκάμαρα, ενώ τα παιδιά είναι στα δωμάτιά τους και παίζουν βιντεοπαιχνίδια και σερφάρουν στο Ίντερνετ. Ευτυχώς που υπάρχει και η οικογένειά μου, για να χαλαρώνω από το άγχος της δουλειάς.

Ναι, το έμαθα ότι προχτές έκλεισε αιφνιδιαστικά η Βουλή. Ε, και λοιπόν; Πραξικόπημα; Έλα μωρέ, μαλακίες είναι αυτά. Κουκούλωμα σκανδάλων, διαφθορά, αρχομανία…Πάντα έτσι ήταν και έτσι θα’ναι. Τι να κάνουμε τώρα; Να βγούμε στους δρόμους;

Ωχ, αδερφέ…


10. Γιατί, ένας Έλληνας πιλότος μπορεί νε δεχόταν με τα χίλια ζόρια να φορέσει ζώνη, αλλά ΚΑΙ ζώνη ΚΑΙ κράνος; Με τίποτα.

9. Γιατί, κι αν υπήρχε Έλληνας πιλότος, δε θα έβγαινε καν στην πίστα του Μόντε Κάρλο, γιατί δε θα ξεκόλλαγε από το καζίνο.

8. Γιατί, και να υπήρχε Έλληνας πιλότος, θα βαριόταν να κάνει την ίδια διαδρομή 60 και 70 φορές και θα έβγαινε να οδηγήσει εκτός πίστας.

7. Γιατί η Subaru δε συμμετέχει στη Formula 1 – και τι νόημα έχει να τρέχεις με 250 αν δεν το κάνεις με ένα κωλοφτιαγμένο Subaru Impreza;

6. Γιατί, και να υπήρχε, θα του αφαιρούσαν τον τίτλο για χρήση αναβολικών.

5. Γιατί, αν υπήρχε, θα τραβολογιόταν συνέχεια στα δικαστήρια με κατηγορίες σεξουαλικής παρενόχλησης των pit girls – και η Formula 1 δε θα εκτιμούσε αυτό το είδος δημοσιότητας.

4. Γιατί κανένας Έλληνας δε θα δεχόταν ποτέ να μπει σε όχημα που δε διαθέτει ραδιόφωνο με CD player.

3. Γιατί, και πρώτος να έβγαινε σε μια πίστα, θα του αφαιρούσαν βαθμούς λόγω της οδηγικής του συμπεριφοράς (επικίνδυνες προσπεράσεις, ρίψη απορριμάτων στον δρόμο, μπινελίκια στους άλλους οδηγούς κλπ).

2. Γιατί, κι αν υπήρχε Έλληνας πιλότος, θα ακυρωνόταν συνέχεια, γιατί θα ξεκινούσε πριν ανάψουν τα φώτα εκκίνησης (όπως στους ελληνικούς δρόμους ξεκινάει πριν ανάψει το πράσινο).

1. Γιατί, και να υπήρχε Έλληνας πιλότος, θα καθυστερούσε πολύ περισσότερο από τους άλλους στα pits, γιατί θα έκανε και στάση για καφέ και τσιγάρο.