Αγαπητό ημερολόγιο,

ναι, το ξέρω, σε έχω παραμελήσει τελείως. Είμαι ένα απαίσιο αφεντικό, το ξέρω. Αράχνες έχεις πιάσει εδώ πέρα. Από την άλλη, ίσως να σε παρηγορήσει το γεγονός ότι μαζί με σένα έχω παραμελήσει και οτιδήποτε άλλο δεν σχετίζεται με τη δουλειά. Η προσωπική μου ζωή συνοψίζεται στις λέξεις «μαμ, κακά και νάνι». Όχι πως παλιά ήταν και πολύ διαφορετικά τα πράγματα, όμως τουλάχιστον τότε είχα άφθονο χρόνο για πολύ μαμ, πολλά κακά και (κυρίως) πολύ νάνι. Και καμιά καταχώρηση στο ημερολόγιό μου, πού και πού. Τώρα, το μόνο που προλαβαίνω να κάνω είναι να ξαπλώνω το βράδυ στο κρεβάτι μου πριν με πάρει ο ύπνος με το έτσι θέλω, και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι να ξυπνάω το επόμενο πρωί πιο κουρασμένος απ’ό,τι ήμουν όταν κοιμήθηκα. Άραγε αξίζουν όλα αυτά για έναν μισθό;

Είναι λίγο αστείο, αν το σκεφτείς: Δουλεύουμε για να μπορούμε να ζήσουμε αξιοπρεπώς. Και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, «αξιοπρεπώς» σημαίνει να σκοτωνόμαστε στη δουλειά όλη μέρα και όταν δεν δουλεύουμε να τσιγαρίζουμε εγκεφαλικά κύτταρα μπροστά στην τηλεόραση ή να μας παίρνει ο ύπνος πριν προλάβουμε να κάνουμε τίποτα μου μας ευχαριστεί. Και το Σαββατοκύριακο περνάει τόσο γρήγορα, που πριν το καταλάβεις η Παρασκευή έχει γίνει Δευτέρα και είσαι πάλι στη δουλειά. Ναι, είναι κάπως παράξενη η ιδέα που έχει ο κόσμος για την «αξιοπρεπή» ζωή.

Το μυστικό για να μη σιχαίνεσαι τον εαυτό σου μέσα σε αυτό το μονότονο μοτίβο «δουλειά-σπίτι-δουλειά» είναι να μπορείς να του προσφέρεις μικρές απολαύσεις. Να του πάρεις μία σοκολάτα μετά τη δουλειά, έτσι, σαν επιβράβευση για τον κόπο του. Να πάρεις μια μέρα, αντί για έναν ταπεινό φραπέ, ένα ωραίο ρόφημα με σιρόπια και σαντιγί, έτσι, για να του δώσεις κουράγιο για τη δύσκολη μέρα που ξεκινάει. Και, το σημαντικότερο, να του διεγείρεις την εγκεφαλική λειτουργία, η οποία συνήθως επηρεάζεται αρνητικά από τη ρουτίνα, με έσχατο αποτέλεσμα την αποχαύνωση μπροστά στην τηλεόραση. Αυτό είναι και το πιο δύσκολο.

Για να καλύψω αυτήν την ανάγκη, πριν από μερικές εβδομάδες γράφτηκα σε μία σειρά από σεμινάρια δημιουργικής γραφής (με την ανεκτίμητη βοήθεια της φίλης μου της Λ., να τα λέμε αυτά). Στο πλαίσιο αυτών των σεμιναρίων, κάθε εβδομάδα μαθαίνω καινούργια πράγματα και γράφω και ένα διήγημα, «αναγκάζοντας» έτσι τον εγκέφαλό μου να βρίσκεται σε εγρήγορση (και φυσικά, ξυπνώντας από τον λήθαργο την ανάγκη μου να γράφω). Θα σου τα δείχνω κι εσένα, να, πάρε εδώ τα δύο πρώτα. Θα ακολουθήσουν κι άλλα.

Και βέβαια, όταν μιλάμε για μικρές απολαύσεις, υπάρχει πάντα και η φωτογραφία. Ξέρεις, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του να δουλεύεις στα Εξάρχεια είναι ότι πάντα (μα ΠΑΝΤΑ) θα βρεις κάτι να φωτογραφίσεις. Ειδικά άμα έχεις και όρεξη να ψάξεις λίγο παραπάνω, μπορείς να βρεις πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Όπως αυτά:

Η Χιονάτη πήρε τ'όπλο της. Και δεν αστειεύεται. Να θυμίσω ότι στην φράξια της Χιονάτης ανήκει και η Στρουμφίτα.

Οι τοίχοι της Ιουδαίας γέμισαν με αυτό το σύνθημα, μετά την σταύρωση του Χριστού (και πριν την ανάστασή του)

Χμμμμμμ... "Έβαλα τα κλάματα";

Αυτό είναι προσβολή. Καλά να τους λες "μπάτσους", καλά να τους λες "γουρούνια", καλά να τους λες και "δολοφόνους". Αλλά "διαφημίσεις"; Όχι, αυτό πάει πολύ.

Ναι, καλά. Πιο εύκολο είναι να γίνει εδώ και τώρα η επανάσταση, παρά η δίαιτα.

Κατά τ’άλλα, μπορώ να πω ότι αυτό το Πάσχα πέρασε αναίμακτα – αν εξαιρέσεις, φυσικά, τον Χριστό (πριν την Ανάσταση), τρεις νεκρούς από βεγγαλικά, καμιά δεκαριά από τροχαία, ένα εκατομμύριο αρνιά και δέκα εκατομμύρια κοτόπουλα. Ξέρεις, ποτέ δε συμπάθησα ιδιαίτερα το Πάσχα, και ειδικά την ψυχαναγκαστική Μεγάλη Εβδομάδα, όμως στην παρούσα φάση θα εκτιμούσα οποιαδήποτε γιορτή φέρνει μαζί της ένα τετραήμερο ξεκούρασης, ακόμα κι αν ήταν η Παγκόσμια Μέρα Οδοντιάτρων και έπρεπε όλοι να πηγαίνουμε για απονευρώσεις και εξαγωγές δοντιών. Θυμάμαι ότι στον Στρατό δεν έδωσα αίμα όταν μου δόθηκε η ευκαιρία, παρά το κίνητρο της διήμερης τιμητικής άδειας – πάντα είχα ένα προβληματάκι με τις βελόνες, αλλά όχι μεγαλύτερο από αυτό που έχουν οι βελόνες εναντίον μου. Αν μου το πρότειναν τώρα, θα έδινα αδιαμαρτύρητα αίμα, σπέρμα, μυελό των οστών κι ένα νεφρό δώρο.

Θα σε αφήσω τώρα. Έχω ένα διήγημα να γράψω για την Παρασκευή και πάω να συγκεντρώσω φαιά ουσία όσο είναι καιρός, πριν αρχίσει η εβδομάδα και τη μαζεύω με το σταγονόμετρο. Ελπίζω την επόμενη φορά που θα τα πούμε να μην έχεις πιάσει αράχνες. Αλλά δεν υπόσχομαι τίποτα.

Advertisements

Αγαπητό ημερολόγιο,

(πριν ξεκινήσω, θέλω να σου ζητήσω συγνώμη για αυτήν την καταχώρηση, η οποία μοιάζει να βγήκε από βιβλίο αυτοβοήθειας, από αυτά που βρίσκεις με ένα ευρώ στα καλάθια, τύπου «Ο ιδανικός άντρας και πώς να τον αποκτήσετε», «Πώς να κάνετε το σύμπαν να σας φέρει κατακέφαλα όλα αυτά που επιθυμείτε», «Όλα πάνε στραβά αλλά δεν πρέπει να σε απασχολεί εσένα αυτό, γιατί είσαι πολύ γαμάτος και δε σε πιάνει τίποτα» κλπ. Αυτήν την παρένθεση την γράφω αφού έχω ξαναδιαβάσει όσα έγραψα παρακάτω, και νιώθω την ανάγκη να σου πω ότι είναι κάπως άθλια. Και τώρα μπορείς να συνεχίσεις.)

ο άνθρωπος έχει επινοήσει ένα σωρό επιστήμες, με σκοπό να μπορέσει να γνωρίσει τον κόσμο στον οποίο ζει, να τον διαχειριστεί καλύτερα και γενικά να ικανοποιήσει το αστείρευτο ερευνητικό του πνεύμα. Ή, σύμφωνα με μία άλλη θεωρία, τις έχει επινοήσει για να καταστρέψει τον πλανήτη, να απομονωθεί από το περιβάλλον του και γενικά να ικανοποιήσει το αστείρευτο καταστροφικό του ένστικτο. Και οι δύο θεωρίες μου φαίνονται εξίσου σωστές. Ίσως η πιο παράξενη επιστήμη απ’όλες, αυτή που δεν είσαι σίγουρος για το πού πρέπει να καταταγεί, ή ακόμα κι αν είναι «επιστήμη» ή όχι, είναι η ψυχολογία. Μία «επιστήμη» της οποία το αντικείμενο είναι η «ψυχή». Πιασ’ τ’ αυγό και κούρευ’ το, δηλαδή. Από αυτήν την άποψη, του εντελώς ασαφούς και αμφιλεγόμενου αντικειμένου, η ψυχολογία είναι τόσο «επιστήμη», όσο και η θεολογία, ή η αστρολογία. Αλλά ίσως λίγο πιο χρήσιμη.

Όπως καταλαβαίνεις, δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στην ψυχολογία. Γι’αυτό και, όσα προβλήματα κι αν είχα στη ζωή μου μέχρι τώρα, ποτέ δεν απευθύνθηκα σε ψυχολόγο. Προτίμησα να χτίσω τις δικές μου άμυνες, παρά να ζητήσω τη βοήθεια κάποιου άλλου για να τις χτίσουμε μαζί. Ναι, είμαι εγωιστής και το ξέρω. Πιστεύω ότι αν δεν μπορείς να λύσεις μόνος σου τα προβλήματα που αντιμετωπίζεις με τον ίδιο σου τον εαυτό, τότε δεν μπορεί να σε βοηθήσει κανένας. Και οι ψυχολόγοι, άλλωστε, δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να βάζουν εσένα να λύσεις τα δικά σου προβλήματα. Δεν μπορούν να τα λύσουν αυτοί για σένα, προφανώς (τότε θα ήταν όντως φοβερά χρήσιμοι, και μάλλον θα πήγαινα κι εγώ να μου τα λύσουν όλα). Το θέμα είναι: Πώς μπορούν να σε βοηθήσουν; Ενώ η κάθε επιστήμη έχει τους κανόνες της, τα αξιώματά της, τις σταθερές μεθόδους της και τις αποδείξεις της, η ψυχολογία έχει μόνο θεωρίες. Θεωρίες που μπορεί να ισχύουν, μπορεί και όχι. Πώς μπορείς, αλήθεια, να εμπιστευθείς μία επιστήμη που βασίζεται μόνο σε θεωρίες που ακόμα δοκιμάζονται;

Ο εσωτερικός μας κόσμος είναι κάτι το ανεξερεύνητο. Νομίζω ότι, ακόμα κι όταν ο άνθρωπος θα έχει εξερευνήσει ολόκληρο το διάστημα και θα γνωρίζει τα πάντα για τον κόσμο (αν δεν τον έχει καταστρέψει πρώτα, that is), η ψυχολογία θα βασίζεται και πάλι σε θεωρίες.

Προσωπικά, διανύω μία από τις καλύτερες περιόδους της ζωής μου σε ό,τι αφορά την ψυχολογία μου. Κι όμως, αν το δεις αντικειμενικά, δεν θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό: Δουλεύω κάθε μέρα 9 και 10 ώρες μπροστά από έναν υπολογιστή, σε μία δουλειά που δεν είναι αυτό που ονειρευόμουν όταν περνούσα σε εκείνη τη σχολή, έχω ελάχιστο ελεύθερο χρόνο, το οποίο δεν προλαβαίνω να εκμεταλλευτώ όπως θα ήθελα, ενώ σε ό,τι αφορά τα αισθηματικά, το it’s complicated του Facebook δεν αρκεί για να περιγράψει το relationship status μου. Και δεν είναι ούτε τα λεφτά η πηγή της ευφορίας μου: Ίσα-ίσα μου φτάνουν για να καλύπτω τις ανάγκες μου. Κύριε Φρόιντ, τι λένε οι θεωρίες σας γι’αυτό; Μάλλον θα έχει κάτι να κάνει με τα παιδικά μου χρόνια, τότε που γούσταρα τη μάνα μου, υποθέτω, ε;

Η δική μου θεωρία είναι ότι ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που τα έχει καλά με τον εαυτό του. Σιγά την πρωτότυπη θεωρία, θα μου πεις. Κι όμως, είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο απ’όσο ακούγεται. Ο άνθρωπος θέλει πάντα περισσότερα απ’όσα έχει, και ο εαυτός του τού ζητάει πάντα περισσότερα και περισσότερα. Πώς μπορεί, λοιπόν, ένας άνθρωπος να συμβιβαστεί με τον εαυτό του και να τον πείσει ότι αυτά που έχει είναι μια χαρά και δεν πρέπει να ζητάει κάτι παραπάνω; Έλα ντε.

Καμιά φορά πιάνω τον εαυτό μου στο μετρό να κάνει περίεργα πράγματα. Κοιτάζομαι στο τζάμι της πόρτας, καθώς στέκομαι στη γωνία μου, αγουροξυπνημένος και εμφανώς απρόθυμος να κάνω αυτό που πρέπει να κάνω, και ξαφνικά πετάω ένα ασυναίσθητο χαμόγελο και σκέφτομαι πόσο γαμάτος είμαι, πόσο κούκλος, πόσο επιτυχημένος και πόσο πανέξυπνος. Τίποτα απ’όλα αυτά δεν ισχύει. Κι όμως, ξαφνικά αυτός ο αγουροξυπνημένος και καθ’όλα απωθητικός τύπος στο τζάμι γίνεται ένας γοητευτικός, επιτυχημένος επαγγελματίας που αξίζει αυτοδικαίως τον θαυμασμό των άλλων γιατί είναι εμφανώς γαμάτος. Και μετά κοιτάζω γύρω μου, βλέπω τις πιο όμορφες παρουσίες στο βαγόνι και πείθω τον εαυτό μου ότι του ρίχνουν κλεφτές ματιές κάθε τόσο, παγιδευμένες στην ακαταμάχητη γοητεία του. Και μπορεί να μην τα πιστεύω όλα αυτά (και καλά κάνω), αλλά ο εαυτός μου τα πιστεύει. Και παύει να μου ζητάει περισσότερα. Δε χρειάζεται να πηδάς κάθε μέρα και διαφορετική γκόμενα για να νιώθεις γαμάτος. Αρκεί να μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι, αν θέλεις, μπορείς να το κάνεις. Ούτε χρειάζεται να βγάζεις τρελά λεφτά για να νιώθεις επιτυχημένος. Αρκεί να μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι στον σωστό δρόμο, ο οποίος αναπόφευκτα οδηγεί στα τρελά λεφτά που ονειρεύεται. Κι ας μη φτάσεις ποτέ εκεί.

Πάντα πίστευα ότι η αυτοεκτίμηση είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Δεν είναι. Το σημαντικότερο πράγμα είναι να μπορείς να ξεγελάσεις τον ίδιο σου τον εαυτό ώστε να νομίζει ότι έχεις αυτοεκτίμηση. Γιατί όσα και να πετύχεις στη ζωή σου, ο εαυτός σου δε θα είναι ποτέ ικανοποιημένος – πάντα θα θέλει περισσότερα. Αν τον ξεγελάσεις όμως, και τον πείσεις ότι έχει ήδη αυτά τα περισσότερα που θέλει, τότε μπορείς να είσαι πραγματικά ευτυχισμένος. Και φυσικά μπορείς να εστιάσεις σε όλα αυτά που θέλεις να κάνεις χωρίς να έχεις έναν μαλάκα μέσα στο κεφάλι σου να γκρινιάζει ότι δεν τα κάνεις καλά. Αλλά φυσικά όλα αυτά είναι θεωρίες, έτσι; Τα’παμε αυτά.

Και τώρα θα σε αφήσω – πρέπει να πάω στον καθρέφτη του μπάνιου να πω στον εαυτό μου πόσο γαμάτος είμαι. Τι να πω, άλλοι τη βρίσκουν με ενέσεις μπότοξ, κι εγώ τη βρίσκω με ενέσεις ηθικού. Ο καθένας με τα όπλα του. Εις το επαναγράφειν, και να θυμάσαι:

Ο χρόνος είναι ο μόνος τρομοκράτης...


Αγαπητό ημερολόγιο,

άλλη μία εβδομάδα πέρασε, άλλες επτά μέρες προστέθηκαν στη συλλογή μου, η οποία πολύ σύντομα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, θα φτάσει τα 9.500 χιλιάδες κομμάτια, απέχοντας πάντως σημαντικά από τα 15.001 που είχε συγκεντρώσει ο Τζίμης Πανούσης στο «Κάγκελα Παντού» και στα οποία φιλοδοξώ κάποτε να φτάσω, πριν βαρεθώ και σταματήσω να μαζεύω. Βλέπεις, και οι μέρες είναι σαν τα αυτοκόλλητα της Panini: Και τα δύο κατά βάθος δε σταματάς ποτέ να θέλεις να τα μαζεύεις και να τα κολλάς στο άλμπουμ, αλλά από κάποιο σημείο και μετά συνειδητοποιείς ότι είσαι πια πολύ μεγάλος για να συνεχίσεις να ασχολείσαι με τέτοιες συλλογές.

Κάτι τέτοια υπαρξιακά διλήμματα περνάνε από το μυαλό μου όταν είμαι στο μετρό μέρες σαν την περασμένη Πέμπτη, που το κινητό μου είχε ξεμείνει από μπαταρία, το PSP βρισκόταν ξεχασμένο σε κάποιο συρτάρι και το μόνο που είχα πάνω μου και μπορούσα να διαβάσω ήταν το χτυπημένο εισιτήριό μου, που δεν αντέχει σε παραπάνω από 20 αναγνώσεις, όπως διαπίστωσα, με αποτέλεσμα να μην έχω απολύτως τίποτα να κάνω στο μετρό, πέρα από το να μετράω τα φώτα στη διαδρομή (που είναι εκνευριστικό, γιατί κάθε τόσο υπάρχει μια καμένη λάμπα και σε μπερδεύει, και αναπόφευκτα χάνεις το μέτρημα και πεισμώνεις και ψάχνεις να βρεις κάτι άλλο να κάνεις, μέχρι που ξαναρχίζεις από την αρχή να μετράς τα φώτα, και ούτω καθεξής) και να σκαρώνω υπαρξιακά διλήμματα που θα έκαναν πραγματικά υπερήφανο τον Σαρτρ που προνόησε να αφήσει αυτόν τον μάταιο κόσμο αρκετά νωρίς ώστε να μην τα ακούσει ποτέ.

Ξέρεις κάτι; Είσαι πια ένα τυχερό ημερολόγιο. Όταν ήμουν άνεργος, όλες αυτές οι υπαρξιακές ανησυχίες, οι αμπελοφιλοσοφίες και εν γένει οι παπαριές που περνάνε από το κεφάλι μου καθημερινά (και ων ουκ έστιν αριθμός) κατέληγαν σε σένα. Τώρα που δουλεύω, δεν προλαβαίνω να σου τις πω και δεν είμαι αρκετά οργανωτικός για να τις καταγράψω, με αποτέλεσμα αυτές να διοχετεύονται στα βαγόνια του μετρό και πιθανώς να μεταδίδονται σε ανύποπτους συνεπιβάτες μου, ταλαιπωρώντας αυτούς αντί για σένα. Ναι, μπορείς να πεις ότι πλέον έχω αναβαθμιστεί από απλός βασανιστής ενός ημερολογίου σε αόρατη μάστιγα του μετρό. (ακολουθεί σατανικό γέλιο) BWAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHA! (είμαι τόσο σατανικός, που ξεσήκωσα το σατανικά σατανικό γέλιο του Bowser/Koopa, του «κακού» στο Super Mario. Τόσο σατανικός, ναι. Κανένα έλεος.)

Στο μεταξύ, κάποια στιγμή που εγώ δούλευα πυρετωδώς και δεν το πήρα χαμπάρι, ήρθε η Άνοιξη. Περίμενα ότι θα μου χτυπούσε την πόρτα, σαν κυρία που είναι, και θα περίμενε υπομονετικά να της ανοίξω («να ανοίξω στην Άνοιξη»; Χμμμμ…), αλλά αυτή μπήκε αθόρυβα με το έτσι θέλω, μου έριξε μια γερή δόση φτερνιζόσκονης όπως κάθε χρόνο (είναι η αγαπημένη της φάρσα, αν και έχει αρχίσει να με κουράζει λίγο) και μου κατσικώθηκε για τρεις μήνες στον σβέρκο. Βέβαια, δεν μπορώ να της κρατήσω κακία, γιατί μπορεί να με ταλαιπωρεί έτσι κάθε χρόνο, αλλά τουλάχιστον φέρνει μαζί της τα γενέθλιά μου, ένα Πάσχα και δυο-τρία άλλα δωράκια που με κάνουν να ξεχάσω τα καπρίτσια της. Πρέπει να της το αναγνωρίσω: Η Άνοιξη δεν έρχεται ποτέ με άδεια χέρια (αντίθετα με εκείνο το αγενέστατο, στραβομούτσουνο Φθινόπωρο, που μόνο μια-δυο αργίες φέρνει, κι αυτές αν τι θυμηθεί και με μισή καρδιά).

Πάντως, κάτι μου συμβαίνει τις τελευταίες μέρες. Πρώτα απ’όλα, έχω πλέον συμπληρώσει ένα μήνα δουλειάς και ούτε μία φορά δεν παρακοιμήθηκα το πρωί. Αντίθετα, ξυπνάω πριν κι από το ξυπνητήρι, το οποίο μάλιστα μου εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για το εργασιακό του μέλλον, δεδομένης και της οικονομικής κρίσης, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Επίσης, σιγά-σιγά μειώνεται ο χρόνος που αφιερώνω στα βιντεοπαιχνίδια, και αντίθετα αυξάνεται ο χρόνος που ξοδεύω για να διαβάσω βιβλία ή να αναζητήσω νέες μουσικές. Τέλος, νομίζω ότι έχει μειωθεί αισθητά η όρεξή μου για φαγητό, με άμεσο φόβο στο εγγύς μέλλον να μειωθεί και το βάρος μου. Με άλλα λόγια, έχω αλλοτριωθεί σαν άνθρωπος. Ή, για να το πω με έναν πιο κοινωνικά αποδεκτό τρόπο, ωριμάζω. Και, για να είμαι ειλικρινής, δε μου αρέσει καθόλου.

(μεταξύ μας, και στην εφηβεία καθόλου δε μου άρεσε όταν άρχισα να βγάζω τρίχες, αλλά τελικά όχι μόνο το αποδέχθηκα, αλλά φροντίζω να δείχνω αρκετές από αυτές, αποφεύγοντας με τακτικούς ελιγμούς το ξύρισμα εδώ και έναν ολόκληρο μήνα. Φάση είναι, θα περάσει.)

Προχθές, όμως, ήμουν και πάλι ο παλιός, κακός εαυτός μου. Στο πάρτυ που πήγα με τον φίλο μου τον Κ., περάσαμε εξαιρετικά, κυρίως επειδή βρήκαμε καλή παρέα εκεί (και επειδή μπορούσαμε να έχουμε 2-3 δωρεάν ποτά, έστω κι αν τα δικά μου ήταν Kiwi Sprite, που έχουν τόσο αλκοόλ όσο μία πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό). Βέβαια, όταν ήρθε η ώρα του χορού, απέδειξα στον εαυτό μου ότι όσα βιβλία και να διαβάσω, όσο ψαγμένη μουσική κι αν ακούσω και όσες μέρες κι αν προσθέσω στη συλλογή μου, θα είμαι πάντα ο άγαρμπος, ατσούμπαλος, ανίδεος από χορό Stranger που ήμουν και στα 15 μου, και στα 20 μου, και στα 25 μου, και πάντα. Γιατί όταν η Χ. με έπιασε από το χέρι για να χορέψω μαζί της, έπαθα κοκομπλόκο (για να το θέσω επιστημονικά). Λες και δεν υπήρχε μουσική, δεν υπήρχε ρυθμός και βρισκόμουν στο απόλυτο κενό του διαστήματος, αιωρούμενος στο πουθενά. Φυσικά, δεν πτοήθηκα καθόλου, αφού ούτε η πρώτη φορά που μου συνέβη ήταν, και πιθανότατα ούτε και η τελευταία. Τι να κάνουμε, δεν είμαστε όλοι προορισμένοι για το Dancing With The Stars. Βέβαια, ούτε και ο Λάτσιος ήταν, αλλά είδες πού έφτασε. Τέλος πάντων.

Και τώρα θα σε καληνυχτίσω γλυκά και θα σε αφήσω, φορτώνοντάς σου όμως έναν ακόμα βαθύ υπαρξιακό προβληματισμό – είπαμε, ανέβηκα επίπεδο, αλλά μου αρέσει ακόμα να σε ταλαιπωρώ με κάτι τέτοια. Κάνε, λοιπόν, τα φύλλα σου κομφετί, ψάχνοντας την απάντηση στο αμείλικτο ερώτημα:


Αγαπητό ημερολόγιο,

κρίνοντας από τις πρώτες μου μέρες στη δουλειά, και συγκρίνοντάς τις με τον τρόπο που ζούσα σαν άνεργος, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν είχε καμία πρόθεση να μας βάλει να δουλεύουμε όταν μας δημιούργησε. Βλέπεις, μας δημιούργησε σε έναν Παράδεισο, με την προοπτική να καθόμαστε όλη μέρα, να παίζουμε με τα ζώα και να τρώμε φρούτα και ψάρια, κι όχι να ταλαιπωρούμαστε όλη μέρα μπροστά από έναν υπολογιστή, ή ένα αυτοκίνητο, ή μία οικοδομή, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Η μαλακία είναι ότι πήγαμε κόντρα στον κατασκευαστή μας, τρώγοντας το γαμημένο το μήλο, και άρα κόντρα στη φύση μας, και γι’αυτό είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε πράγματα που δε μας είναι φυσικά για να επιβιώσουμε. Ή τουλάχιστον αυτή είναι μία αιρετική, αστήριχτη, χριστιανικής εμπνεύσεως θεωρία που μόλις επινόησα, και εδώ που τα λέμε δεν είναι λιγότερο σοβαρή από κάτι θεότρελες «επιστημονικές» απόψεις που ακούς πού και πού.

Η θεωρία μου, λοιπόν, είναι ότι ο άνθρωπος δεν είναι προορισμένος να δουλεύει. Η δουλειά, τα λεφτά, η κοινωνική καταξίωση και όλες αυτές τις μαλακίες είναι απλά κοινωνικά κατασκευάσματα, που κάποιο καταχθόνιο, σαδιστικό ανθρώπινο μυαλό επινόησε για να κάνει δύσκολες τις ζωές όλων των ανθρώπων που θα ζήσουν στον πλανήτη μέχρι τον πυρηνικό πόλεμο που θα μας εξοντώσει όλους. Και όχι απλά τα επινόησε, αλλά τα επέβαλε κιόλας – καλοί μαλάκες ήταν κι αυτοί που τα δέχτηκαν με ενθουσιασμό, νομίζοντας ότι θα έκαναν τη ζωή τους καλύτερη. Πού να ήξεραν τι τους (και μας) περίμενε.

Ξέρω τι θα μου πεις: Ότι αν τα σκέφτομαι αυτά από την δεύτερη εβδομάδα στη δουλειά, τι να πει και ο Χ μεροκαματιάρης, που δουλεύει 35 χρόνια σερί, και βλέπει τον εαυτό του σε δέκα χρόνια συνταξιούχο, με μία σύνταξη της πείνας και τον φρικτό θάνατο να φαίνεται ευχάριστη αλλαγή από την εφιαλτική ζωή του. Σύμφωνοι, είμαι μικρός ακόμα, και νιούφης στη δουλειά. Αλλά αυτός δεν είναι λόγος να μην γκρινιάζω. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει κανένας καλός λόγος για να μην γκρινιάζεις για οτιδήποτε. Η γκρίνια είναι ζωή, και η ζωή δίνει τόσες λαβές για γκρίνια, που είναι σαν να σε ενθαρρύνει να γκρινιάξεις. Γιατί να της χαλάσω το χατίρι;

Μιλώντας συγκεκριμένα για τη δουλειά μου, δεν μπορώ να έχω παράπονο. Οι συνάδελφοί μου είναι ευχάριστοι, οι αρμοδιότητές μου είναι τόσες πολλές που δε βαριέμαι ποτέ, το ωράριο είναι σχετικά φυσιολογικό – το Internet είναι το μόνο που με κάνει να θέλω να γκρινιάξω, γιατί σέρνεται σαν τετραπληγικός βραδύποδας με αρθριτικά, αλλά υποθέτω ότι δεν μπορείς να τα έχεις όλα. Φαντάζομαι ότι σε λίγες εβδομάδες θα έχω απηυδήσει από την κατάσταση και θα βρίζω τον πάροχο νυχθημερόν, εκτονώνοντας τη δεδομένη ανάγκη μου για ανελέητη γκρίνια. Για την ώρα, προτιμώ να γκρινιάζω για τον θεσμό της εργασίας γενικότερα, παρά για τη δική μου δουλειά.

Επίσης, αν θέλω να γκρινιάξω (που θέλω, προφανώς) θα κάνω μία αναφορά και στις απεργίες των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς. Ξέρεις, γενικά είμαι υπέρ των απεργιών. Ναι, σε αδικούν, σου πίνουν το αίμα, οπότε κάνεις κι εσύ το μόνο που μπορείς: Δεν πηγαίνεις στη δουλειά σου, στερώντας τις (όχι πάντα) πολύτιμες υπηρεσίες σου από το κράτος και τους πολίτες. Λογικό. Κι ας ταλαιπωρηθούμε και εμείς οι υπόλοιποι λίγο, δεν πειράζει, σκέφτεσαι «τουλάχιστον υπάρχουν ακόμα αυτοί που διεκδικούν τα δικαιώματά τους», αρκεί να είναι δίκαια τα αιτήματά τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, βέβαια, τα αιτήματα δεν είναι καθόλου δίκαια, και γι’αυτό οι αλητεσλερεσεργατοπατέρες δεν έχουν την παραμικρή στήριξη από τον κόσμο. Όχι μόνο επειδή τον ταλαιπωρούν, αλλά επειδή δεν συμφωνεί κανένας με τις διεκδικήσεις τους. Δηλαδή εγώ του ιδιωτικού τομέα είμαι μαλάκας που δεν παίρνω «επίδομα εκκίνησης υπολογιστή» ή «επίδομα κολατσιού πάνω στο πληκτρολόγιο με τα ψίχουλα να χώνονται κάτω από το Ctrl και να μην πατιέται μετά»; Να πας να γαμηθείς απ’όλες τις τρύπες που σου έδωσε ο θεός, βλάκα συνδικαλιστή. Κι από τον αφαλό.

Αυτά περίπου σκεφτόμουν την περασμένη Τρίτη, που είχαν όλα τα ΜΜΜ απεργία και ταλαιπωρήθηκα αφάνταστα για να πάω στη δουλειά μου και να γυρίσω μετά σπίτι (άσε που πλήρωσα 9 ευρώ ταξί, όσο θα κόστιζαν τα εισιτήριά μου για να μετακινηθώ από και προς τη δουλειά μου για τρεις μέρες – ποιος θα μου τα πληρώσει αυτά; Θα φταίω εγώ μετά να πω ότι για τρεις μέρες «δεν πληρώνω-δεν πληρώνω» εισιτήριο;). Αλλά, παραδόξως, ισχύει εδώ το «ουδέν κακόν αμιγές καλού», αφού στα πλαίσια της ταλαιπωρίας μου είπα τουλάχιστον να κάνω και μια βόλτα και να βγάλω καμιά φωτογραφία, να μην πάει χαμένος ο κόπος. Και το έκανα στα αγαπημένα μου Εξάρχεια, που όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα σου, θα δεις κάποιο σύνθημα γραμμένο. Και με αυτές τις φωτογραφίες θα σε αφήσω για σήμερα – ελπίζω να βρω το κουράγιο να σου ξαναγράψω σύντομα. Αλλά δεν υπόσχομαι τίποτα.

Κλασικό, θα μου πεις, αλλά δεν το είχα στη συλλογή μου. Το είχα βγάλει παλιότερα στου Ζωγράφου, αλλά κάπου το έχασα μετά. Push the button.

Νομίζω ότι η εκδοχή "ζήτω το sex" μου αρέσει περισσότερο.

Μπα, δεν αξίζει. Δεν είχα τίποτα αξίας, ούτως ή άλλως.

Για να πω την αλήθεια, εγώ είμαι 8 ώρες στη δουλειά για μια ώρα ξάπλα στο κρεβάτι να παίζω PSP για να χαλαρώσω. Δεν το λες και γκλαμουριά.

Πόσο πολύ με εκφράζει αυτό. "Βόλτες στους δρόμους". Έτσι απλά.

Ρώτα την Πέγκυ Ζήνα, έχει τις ίδιες ανησυχίες.

Εγώ δεν είμαι ευτυχισμένος. Είμαι υπηρέτης.

Προσοχή στις λεπτομέρειες: Το Λ είναι υψωμένο στο τετράγωνο. Είναι σαλονικιώτικο "λλ".

Αυτό που ξεκίνησε σαν "αίμα και σπέρμα", κατέληξε ένα αηδιαστικό συνονθύλευμα.

Επίσης, αυτό που ξεκίνησε σαν "αίμα και σπέρμα" κατέληξε χιτ του Σάκη Ρουβά. Ακόμα πιο αηδιαστικό.

Ή εγώ είμαι βλάκας, ή αυτός που το έγραψε ήταν μαστουρωμένος, γιατί δεν καταλαβαίνω Χριστό.

Μην κάνεις σήμερα αυτό που θα μπορούσες να είχες κάνει χθες.

Atenistas, μπορείτε να σταματήσετε τις δράσεις σας. Οι πολίτες δεν θεωρούν πια την πόλη άσχημη.

Και πάνω στον γύψο, κάποιος υπέγραψε ως "ΔΝΤ".

Αυτό δεν κατάλαβα αν είναι συγκεκαλυμμένη οπαδική προπαγάνδα από Ολυμπιακούς ή αντι-οικολογικό μήνυμα.

Άσε, μια φορά πήγα σε παγοδρόμιο και έφαγα τα μούτρα μου. Δεν είναι για μένα αυτά.

Κατάλαβες, Νταίζη; "Κατάλαβα", να λες.

Ορίστε, οι ίδιες οι συνθήκες δηλώνουν απερίφραστα ότι έχουν ωριμάσει. Η Μπάγερν Μονάχου δεν ξέρω πού κολλάει.

Χεστήκαμε, τώρα βλέπουμε την Lady GaGa, που είναι ξανθιά.

Κουφάλες πλαστικοί χειρούργοι, μισές δουλειές κάνατε.

Οι άνδρες δεν κλαίνε. Μονάχα πονάνε. Τάδε έφη Μαζωνάκης.

Ένα παράξενο πράγμα, αλλά νιώθω μια φοβερή ταύτιση με αυτό εδώ.

Θα συμφωνούσε; Ή θα στριφογύριζε στον τάφο;


Αγαπητό ημερολόγιο,

ίσως να παρατήρησες μια μικρή αλλαγή στον τίτλο, σε σχέση με τις προηγούμενες καταχωρίσεις μου. Και ίσως να κατάλαβες και για ποιον λόγο έγινε αυτή η (μικρή, αλλά) σημαντική αλλαγή. Ίσως, πάλι, να έχεις πάρει από τον μπαμπά σου και να είσαι χαζό, οπότε θα πρέπει να σου εξηγήσω ότι το σερί που λέγαμε την προηγούμενη φορά, αυτό των 200 ημερών της ανεργίας, επιτέλους έσπασε και ως εκ τούτου ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΙΑ ΑΝΕΡΓΟΣ! Ναι, σωστά διάβασες! Περνάμε σε άλλα επίπεδα πλέον!

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Σου είχα πει ότι την περασμένη Παρασκευή, πριν μία εβδομάδα δηλαδή, είχα βγει σε ένα μπαρ στο κέντρο για ένα Twitter meeting, όπου γνώρισα πολλούς (και ενδιαφέροντες) συνtweeters μου. Αυτό που δε σου είχα πει, είναι ότι εκείνο το βράδυ, όσο ήμουν ακόμα στο μπαρ, έσκασε ένα μήνυμα-βόμβα στο inbox μου, από αυτά που αν δεν προλάβεις να τα διαβάσεις εγκαίρως, έρχεται η αντιτρομοκρατική και σε αρχίζει στις ανακρίσεις. Το μήνυμα αφορούσε μία ευκαιρία για δουλειά. Την επόμενη κιόλας μέρα (καίτοι Σάββατο – φαίνεται ότι τελικά είναι πολύ περισσότεροι απ’ό,τι νόμιζα αυτοί που ΔΕΝ θεωρούν το Σάββατο μέρα αναψυχής, αλλά μέρα εργασίας) πήρα τηλέφωνο. Και τη Δευτέρα το πρωί, δέχτηκα τηλέφωνο. Με ήθελαν για συνέντευξη. Κι έτσι, την Τρίτη πήγα για συνέντευξη. Βέβαια, πήγα σε κακά χάλια: Άρρωστος, αξύριστος (ακριβώς επειδή κρύωνα και δεν μπορούσα να ξυριστώ), ιδρωμένος (επειδή αναγκάστηκα να πάω με το λεωφορείο, λόγω απεργίας του μετρό), ακούρευτος (επειδή βαριέμαι θανατηφόρα τα κομμωτήρια), γενικά χάλια. Απ’ό,τι φαίνεται, όμως, τους ενδιέφερε περισσότερο ο πλούσιος εσωτερικός μου κόσμος, κι έτσι με προσέλαβαν. Επιτόπου. Μην ακούς τις συμβουλές που λένε ότι στις συνεντεύξεις πρέπει να πηγαίνεις ξυρισμένος, γυαλισμένος, υπέρλαμπρος και λοιπά. Δεν πιάνουν. Μία φορά έκανα το αντίθετο, και βρήκα δουλειά.

Δε θα σου πω τι δουλειά είναι αυτή, γιατί έχω υποσχεθεί εχεμύθεια, και η υπόσχεση αυτή καλύπτει και το προσωπικό μου ημερολόγιο – εξάλλου, έπαθα κι έμαθα. Θα σου πω, όμως, ότι δεν έχει σχέση με τη δημοσιογραφία, αλλά ανήκει σε έναν διαφορετικό κλάδο, και είναι κάτι που δεν έχω δοκιμάσει ξανά. Είναι μια ευχάριστη αλλαγή στη ζωή μου και στην καριέρα μου, και ελπίζω να αποδειχθώ πολύ γαμάτος σε αυτό και να παραμείνω στον κλάδο.

Α, και το καλύτερο δε σου το είπα ακόμα: Όχι απλά βρήκα δουλειά, αλλά βρήκα και δουλειά με μισθό! Ξέρεις, στις μέρες μας πρέπει να πανηγυρίζεις ακόμα και για τα αυτονόητα, γιατί αυτό που για σένα είναι αυτονόητη ανάγκη, για το μελλοντικό σου αφεντικό μπορεί να είναι περιττή πολυτέλεια.

Έχω αρχίσει, που λες, από την Τετάρτη σε αυτήν τη δουλειά. Δε θα σου πω ότι είναι εύκολη, γιατί δεν είναι καθόλου εύκολη. Είναι πολύ απαιτητική και χρειάζεται να είμαι συνέχεια συγκεντρωμένος σε αυτήν όσο δουλεύω. Βέβαια, δε θα σου πω και ότι είναι κουραστική, γιατί τότε θα ήμουν προσβλητικός απέναντι στους οικοδόμους, τους οδοκαθαριστές και όλους τους χειρώνακτες εν γένει, που λιώνουν το κορμί τους για να κάνουν τη δουλειά τους, την ίδια στιγμή που εγώ λιώνω σε μία καρέκλα, μπροστά από μία οθόνη υπολογιστή. Ε, δεν είναι και το ίδιο.

Πάντως είναι ακόμα οι πρώτες μέρες, αλλά με προβληματίζει λίγο η ρουτίνα. Το πρωινό ξύπνημα που με σκοτώνει, η ταλαιπωρία με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς για να πάω μέχρι εκεί (όταν δεν απεργούν, φυσικά), οι 8 και βάλε ώρες μπροστά σε έναν υπολογιστή, μετά πάλι ταλαιπωρία με τα μέσα, ακόμα πιο ανυπόφορη αυτή τη φορά (γιατί έχεις και 8 ώρες δουλειάς από πίσω), η στιγμή που γυρίζεις στο σπίτι και συνειδητοποιείς ότι νυστάζεις περισσότερο απ’όσο πεινάς (και πεινάς ΠΑΡΑ πολύ), ο ύπνος με συνοπτικές διαδικασίες πριν από τις 12, το πρωινό ξύπνημα της επόμενης μέρας που σε σκοτώνει, και φτου κι απ’την αρχή. Βέβαια, δουλειά χωρίς ρουτίνα δεν είναι δουλειά, είναι χόμπι επί πληρωμή. Αλλά δεν είναι κι εύκολο για κάποιον που έχει 200τόσες μέρες να μπει σε μια ρουτίνα, να το κάνει μέσα σε δυο-τρεις μέρες. Υποθέτω πως σύντομα θα το συνηθίσω – λες και μπορώ να κάνω αλλιώς, δηλαδή.

Όπως καταλαβαίνεις, η θεματολογία των καταχωρίσεών μου μεταβάλλεται θεαματικά, τουλάχιστον μέχρι να καταφέρω να απολυθώ και πάλι: Αντί να σου γράφω πόσο βαριέμαι που δεν έχω δουλειά, θα σου λέω πόσο βαριέμαι στη δουλειά. Και αντί να σου γκρινιάζω που δεν έχω λεφτά επειδή είμαι άνεργος, θα σου γκρινιάζω που δεν έχω λεφτά επειδή τα χαλάω όλα σε εισιτήρια και τυρόπιτες. Ναι, το ημερολόγιο αυτό γυρίζει επιτέλους σελίδα – το πρόβλημα είναι ότι οι προηγούμενη είναι γραμμένη με τόσο έντονα γράμματα, που έχει αφήσει το στίγμα της και στις επόμενες.

Θα προσπαθήσω να καταπολεμήσω την κούραση και να σε ενημερώνω τακτικά για τα τεκταινόμενα στη ζωή μου, εντός και εκτός δουλειάς, αλλά δεν εγγυώμαι τίποτα. Μόνο τα Σαββατοκύριακα είναι σίγουρο πως θα προλαβαίνω να σου γράψω, που είναι πιο χαλαρά τα πράγματα. Και να που επιτέλους οι Παρασκευές θα αποκτήσουν ένα νόημα – αλλά, δυστυχώς, ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τις Δευτέρες…

Καληνύχτα, και να θυμάσαι: Η ομορφιά είναι παντού, αρκεί να είσαι παρατηρητικός.


Αγαπητό ημερολόγιο,

ως γνωστόν, όλα τα καλά πράγματα κρατάνε λίγο. Αυτή είναι μια αντικειμενική συμπαντική αλήθεια, ένα αξίωμα που μπορεί να μην αποδεικνύεται από κάποιον μαθηματικό τύπο, αλλά αποδεικνύεται κάθε μέρα στη ζωή μας. Το θέμα είναι με τα κακά πράγματα: Άραγε αυτά κρατάνε πολύ, ακολουθώντας τον απαράβατο «Νόμο του Μέρφι», ή μήπως αυτός ο νόμος έχει, όπως και όλοι οι νόμοι που σέβονται τον εαυτό τους, τα παραθυράκια του; Να μία ερώτηση που θα πρέπει να απασχολήσει τους φιλοσόφους του 21ου αιώνα.

Θυμάσαι που σου έλεγα για εκείνη τη δουλειά στο site, όπου θα έβλεπα κάθε μέρα τα κουτσομπολίστικα προγράμματα και θα έγραφα για τις «ειδήσεις» που προέκυπταν από αυτά; Και για εκείνο το ταξιδιωτικό site που ανήκε στον ίδιο όμιλο και στο οποίο θα συμμετείχα; Ε, ξέχνα τα. Απολύθηκα πριν καν ξεκινήσω! Πρέπει να είναι κάποιου είδους ρεκόρ Γκίνες, πρέπει να το ψάξω.

Το ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας είναι το γιατί απολύθηκα. Κι αυτό γιατί η αιτία της απόλυσης ήταν…το blog μου! Ένα post το οποίο έγραψα και δημοσίευσα την ίδια μέρα που συμφώνησα να κάνω τον μαλ…ε, τον δημοσιογράφο εννοώ (δηλαδή προχθές), στάθηκε η αφορμή για να διακοπεί άδοξα και απότομα η συνεργασία μου με τον συγκεκριμένο όμιλο. Και ενώ οπωσδήποτε δεν είμαι ο πρώτος που χάνει τη δουλειά του εξαιτίας κάποιων σχολίων του σε προσωπική ιστοσελίδα ή στο Facebook, νομίζω ότι είμαι αυτός που την έχασε πιο γρήγορα απ’όλους τους άλλους. Κι αυτό είναι, αν μη τι άλλο, ένα κατόρθωμα.

Τώρα εσύ μάλλον θα περιμένεις να διαβάσεις ένα πύρινο λογύδριο, στο οποίο θα βρίζω θεούς και δαίμονες, θα καταριέμαι τα σχεδόν αφεντικά μου και θα κλαίω τη μοίρα μου με μαύρο δάκρυ. Και, μεταξύ μας, αν αυτό το κείμενο το έγραφα την ίδια μέρα που πληροφορήθηκα την διακοπή της συνεργασίας, μπορεί και να έμοιαζε κάπως έτσι. Αλλά σήμερα, που είμαι σαφώς πιο ήρεμος και κατασταλαγμένος, θα κάνω την έκπληξη, ξεκινώντας να κάνω την αυτοκριτική μου. Γιατί αν δεν μπορείς να κοιτάξεις τον εαυτό σου κατάματα στον καθρέφτη και να του πεις «έκανες μαλακία ρε τούβλο», τότε δεν έχεις δικαίωμα να πεις το ίδιο σε κανέναν άλλο. Ό,τι κι αν σου έχει κάνει.

Ας αρχίσουμε από τα βασικά: Δεν δαγκώνεις το χέρι που σε ταΐζει. Ακόμα κι αν σε ταΐζει ψίχουλα. Και ειδικά όταν ξέρεις ότι πίσω από το χέρι κρύβεται ένα τεράστιο ψυγείο, από το οποίο είναι πιθανό στο μέλλον το χέρι να αρχίσει να βγάζει μεζέδες και να σε ταΐζει πολύ καλύτερα. Εγώ παρέβην αυτήν την πολύ θεμελιώδη αρχή, και το αποτέλεσμα είναι γνωστό.

Επιπλέον, υπήρξα αφελής. Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι «από πάνω» μου θα διαβάσουν το συγκεκριμένο κείμενο, αγνόησα τον κίνδυνο και αποφάσισα να το γράψω, κι ας ήξερα ότι δεν θα τους άρεσε ιδιαίτερα. Για κάποιον δικό μου, απροσδιόριστο λόγο πίστευα ότι δεν θα τους ενοχλούσε τόσο, ώστε να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Φυσικά, έκανα λάθος.

Τέλος, θα πρέπει να παραδεχτώ ότι κάποιες από τις εκφράσεις που χρησιμοποίησα ήταν υπέρ το δέον σκληρές, μέχρι και υπερβολικές, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν αλγεινές εντυπώσεις για πρόσωπα και πράγματα που δεν ήθελα να θίξω. Ας πούμε ότι ήμουν κάπως «ατσούμπαλος» σε αυτά που έγραφα, προφανώς λόγω εκνευρισμού, και αυτό προκάλεσε κάποιες παρεξηγήσεις.

Κάπου εδώ ο κατήγορος κάθεται στη θέση του, και τον λόγο παίρνει ο συνήγορος υπεράσπισης.

Πρώτα απ’όλα, το blog είναι ένας χώρος προσωπικής έκφρασης. Μπορεί αυτός ο χώρος να εκτίθεται και σε άλλους, σε αντίθεση με ένα πραγματικό προσωπικό ημερολόγιο, όμως δεν παύει να αποτελεί κάτι το προσωπικό. Αυτό που έκανα εγώ ήταν να εξωτερικεύσω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με τη δημοσιογραφία γενικότερα, αλλά και την συγκεκριμένη δουλειά που μου ανατέθηκε. Μάλιστα, μπορεί να ήμουν κάπως υπερβολικός ή/και σκληρός, όμως πιστεύω ότι ήταν προφανές ότι δεν ήθελα να θίξω ούτε τους «από πάνω» μου, ούτε τον συγκεκριμένο όμιλο – εξάλλου, αν ήταν αυτός ο στόχος μου, θα μιλούσα με ονόματα και διευθύνσεις, και όχι με ανώνυμες αοριστολογίες. Το πρόβλημά μου δεν ήταν το γεγονός ότι το ποσό που θα με πλήρωναν ήταν εξευτελιστικό, κι αυτό γιατί ξέρω καλά ότι έτσι είναι τα πράγματα παντού στον δημοσιογραφικό κλάδο. Το πρόβλημά μου είναι καθαρά αυτοί που επέτρεψαν να καταντήσει το επάγγελμα σε τόσο τραγική κατάσταση, ώστε να θεωρείται όχι απλά θεμιτό και νόμιμο, αλλά και απαραίτητο, να υπάρχουν τέτοιοι μισθοί. Δε φταίει αυτός που εκμεταλλεύεται μια κατάσταση, αλλά αυτός που τη δημιουργεί. Επομένως, σε αυτό το κομμάτι μιλάμε μάλλον για μια λυπηρή παρεξήγηση.

Αυτό που μου είπε ο διευθυντής στο τηλέφωνο, κατά λέξη, ήταν «δε θέλουμε να κρατάμε κανέναν με το ζόρι». Καλά κάνουν, βέβαια. Ωστόσο, πόσο ευτυχισμένος μπορεί να είναι κανείς όταν πληρώνεται περίπου 300 ευρώ το μήνα για να δουλεύει οκτώ ώρες τη μέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα; Πρέπει να ζορίζεται λίγο. Επιπλέον, αν αυτή η έλλειψη ενθουσιασμού από τη μεριά μου δεν ήταν εμφανής στα κείμενά μου, και άρα ήμουν καλός στη δουλειά μου (όπως μου είπαν ότι ήμουν), τότε έχει πραγματικά τόσο μεγάλη σημασία το τι νιώθω μέσα μου; Δεν είναι πιο σημαντικό να γίνεται σωστά η δουλειά; Εξάλλου, αν πραγματικά ήμουν τόσο ζορισμένος που δεν άντεχα, δε θα τα παρατούσα και θα έφευγα μόνος μου;

Μια παρατήρηση ακόμα πάνω σε αυτό το θέμα: Όταν ένας άνθρωπος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία και σκοπεύει κάποτε να κάνει καριέρα σε αυτόν τον κλάδο, έχει κάποια όνειρα. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τα όνειρα αυτά δεν περιλαμβάνουν καθημερινή οκτάωρη εγκεφαλική εξόντωση με πρωινές και μεσημεριανές εκπομπές. Αυτόν τον άνθρωπο, λοιπόν, όταν τον βάλεις να κάνει μια τέτοια δουλειά, ασφαλώς και δεν θα την κάνει με ενθουσιασμό. Ασφαλώς και θα την κάνει σαν αγγαρεία. Θα την κάνει μόνο και μόνο επειδή την βλέπει σαν «πάτημα» για να ανέβει κάπου πιο ψηλά. Θα την κάνει καλά, ακόμα κι αν δεν του αρέσει, με την προοπτική της επαγγελματικής ανέλιξης. Θα είναι το «αγροτικό» του. Πού ακριβώς είναι το κακό σ’αυτό;

Και κάτι τελευταίο: Αν έστω και ένας νέος άνθρωπος διάβασε εκείνο το post και εξαιτίας αυτού αποφάσισε να μην σπουδάσει δημοσιογραφία, τότε χαλάλι και η δουλειά που έχασα, και οι δουλειές που θα χάσω στο μέλλον για τον ίδιο λόγο. Δυστυχώς, δεν νομίζω ότι υπάρχει πια χειρότερος επαγγελματικός κλάδος, και είναι καιρός να το μάθουν όλοι αυτό.

Όλη μέρα χθες αναρωτιόμουν αν έκανα λάθος που έγραψα εκείνο το κείμενο. Αν έπρεπε να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, να συγκρατήσω τα νεύρα μου, να παραμείνω το «καλό παιδί» που ήμουν πάντα. Ήμουν πολύ μπερδεμένος. Αλλά με την υποστήριξη και των δικών μου ανθρώπων (που είναι πολύτιμη σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν εσύ δεν μπορείς να δεις καθαρά), συνειδητοποίησα ότι δεν έχασα και τίποτα. Εντάξει, ήταν μια ευκαιρία, αν έκανα λίγη υπομονή θα μπορούσα να βγω κερδισμένος – αλλά πού θα οδηγούσε αυτό; Θα έκανα την αυτολύπηση καριέρα. Ποιος το θέλει πραγματικά αυτό; Κανένας.

Και τώρα; Τώρα, πάλι άνεργος. Με την καρτούλα μου, με το χιλιοτυπωμένο βιογραφικό μου, με το ημερολόγιό μου και με τα όλα μου. Αλλά όλα αυτά, με μία διαφορά: Αλλαγή προσανατολισμού. Η πόρτα που έκλεισε πίσω μου, πιθανότατα θα κάνει ρεύμα και θα κλείσουν μαζί της κι άλλες πόρτες – τα νέα διαδίδονται ταχύτατα. Η δημοσιογραφία μοιάζει πια καμμένο χαρτί. Πρέπει να στραφώ σε άλλους κλάδους, με πρώτη τη διαφήμιση. Όχι πως εκεί είναι τέλεια τα πράγματα, όμως μπορώ να ελπίζω σε κάτι παραπάνω. Από Δευτέρα θα αρχίσω να στέλνω βιογραφικά με το τσουβάλι. Ποτέ δεν ξέρεις.

Κλείνοντας αυτήν την καταχώρηση, θα ήθελα να σου γνωρίσω έναν σοφό άνθρωπο, που πραγματικά νιώθω ότι με καταλαβαίνει. Dilbert, έχεις τον λόγο.


Αγαπητό ημερολόγιο,

από την τελευταία φορά που σου έγραψα, έχουν γίνει πολλά. Για την ακρίβεια, δε θυμάμαι καν πότε σου έγραψα για τελευταία φορά. Κάτσε να κάνω ένα ξεφύλλισμα…Αααα, θυμήθηκα. Πριν από οκτώ μέρες ήταν. Ξέρεις, όταν κωλοβαράς όλη μέρα, οκτώ μέρες δεν είναι μεγάλο διάστημα. Μπορείς πολύ εύκολα να θυμηθείς τι έκανες πριν οκτώ μέρες, οκτώ εβδομάδες ή και οκτώ μήνες. Και αυτό επειδή πάνω-κάτω κάθε μέρα κάνεις το ίδιο: Κωλοβαράς. Όταν, όμως, έχεις κάτι να κάνεις, οτιδήποτε, ακόμα και την πιο αστεία και ηλίθια δουλειά του κόσμου, ξαφνικά η ζωή αποκτά νόημα. Ή ίσως όχι τόσο νόημα, όσο μία ελπίδα ότι κάποτε θα αποκτήσει νόημα.

Θυμάσαι που σου έλεγα για εκείνο το ταξιδιωτικό site; Ε, μου ανέθεσαν να παρουσιάσω και δεύτερο προορισμό. Ήτοι, ακόμα 250 ευρώ στην τσέπη μου (που φυσικά δεν θα τα πάρω αμέσως, αλλά σε δυο-τρεις μήνες, αλλά αυτή είναι μια άλλη, πονεμένη ιστορία).

Επιπροσθέτως, εδώ και πέντε μέρες συνεργάζομαι με ένα site «ποικίλης ύλης», όπως συνηθίζουμε να λέμε ευγενικά τα κουτσομπολίστικα sites και περιοδικά. Πρώτα τα καλά νέα: Δουλεύω από το σπίτι, οκτώ ώρες τη μέρα, και η δουλειά μου είναι να βλέπω τηλεόραση και να γράφω σχετικά με αυτά που βλέπω. Με άλλα λόγια, μπορώ να δουλεύω φορώντας τις πυτζάμες μου, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με έναν φραπέ σε ακτίνα χειρός ανά πάσα στιγμή. Δεν ακούγεται πολύ ωραίο για να είναι αληθινό;

Και τώρα τα κακά νέα: Πρώτον, πρέπει να ξυπνάω κάθε μέρα στις 7 το πρωί. Θα μου πεις, αυτό συμβαίνει πάνω-κάτω σε όλες τις δουλειές. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Γιατί δεν θα μπορώ να βλέπω όποιο πρόγραμμα θέλω. Πρέπει να βλέπω όλες τις πρωινές εκπομπές, καθώς και μία από τις μεσημεριανές κουτσομπολίστικες. Οκτώ ώρες γεμάτες ξανθιές, σελέμπριτις, ψευτοσελέμπριτις και ό,τι άλλο πιάσει το δίχτυ της δημοσιότητας. Οκτώ ώρες εγκεφαλικής νέκρωσης. Οκτώ δύσκολες ώρες. Κάθε μέρα. ΚΑΙ τα Σαββατοκύριακα. Εξακολουθεί να σου φαίνεται πολύ ωραίο για να είναι αληθινό; Μάλλον όχι, ε;

Και πού να σου πω το καλύτερο, που είναι το οικονομικό κομμάτι…Λοιπόν, δώσε βάση: Θα αμείβομαι μηνιαίως με 360 ευρώ μικτά (επαναλαμβάνω: 360 ευρώ ΜΙΚΤΑ), τα οποία θα αυξάνονται στο ιλιγγιώδες ποσό των 480 ευρώ μικτά (επαναλαμβάνω: 480 ευρώ ΜΙΚΤΑ) στην περίπτωση που γράφω πάνω από 100 κείμενα το μήνα, κάτι που εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα συμβαίνει. Δε σου φαίνονται πολλά, ε; Και πού να ακούσεις και τη συνέχεια: Για να πάρω αυτά τα χρήματα (όχι αμέσως, αλλά μετά από δυο-τρεις μήνες) θα πρέπει να βγάλω μπλοκάκι του ΤΕΒΕ, ώστε να είμαι ασφαλισμένος. Το μπλοκάκι του ΤΕΒΕ κοστίζει γύρω στα 350 ευρώ το δίμηνο, επομένως ανακεφαλαιώνουμε: Η μηνιαία μου αμοιβή θα είναι 480 ευρώ μικτά (επαναλαμβάνω: 480 ευρώ ΜΙΚΤΑ), άρα κάθε δίμηνο οι απολαβές μου θα αγγίζουν το αστρονομικό ποσό των 960 ευρώ μικτά (επαναλαμβάνω: 960 ευρώ ΜΙΚΤΑ). Από αυτά, θα αφαιρούνται περίπου 350 ευρώ κάθε δίμηνο, κι έτσι καταλήγουμε στο τελικό ποσό των 600 ευρώ το δίμηνο. Το δίμηνο, έτσι; Δηλαδή, 300 ευρώ το μήνα. 300 ευρώ ρε μαλάκα. Ποια γενιά των 592 ευρώ μου λες; Εγώ θα πρέπει να ζω με 300 ευρώ το μήνα. Επαναλάμβάνω: 300 ευρώ. Όχι μικτά. Φρικτά.

Βέβαια, για να μην γκρινιάζω ασύστολα, ας τονίσω σε αυτό το σημείο ότι ο όμιλος στον οποίο θα δουλεύω διαθέτει διάφορα μέσα (μεταξύ των οποίων και το ταξιδιωτικό site που λέγαμε), στα οποία πιθανότατα θα γράφω σποραδικά, συμπληρώνοντας κάποια έσοδα και (ελπίζω) συγκεντρώνοντας έναν αξιοπρεπή μισθό. Αρκεί να δείξω πόσο γαμάτος είμαι, πόσο καλύτερος είμαι από όλους τους άλλους και πόσο αξίζω να με πληρώνουν κάτι παραπάνω. Αν ισχύουν όλα αυτά, ασφαλώς.

Εννοείται ότι τα ποσά είναι ελεεινά, αν πρέπει να τους δώσω έναν χαρακτηρισμό. Το παραδέχτηκε και ο ίδιος ο αρχισυντάκτης: «Η αξία του κειμένου έχει πια ευτελιστεί». Και φυσικά δεν φταίει ούτε αυτός, ούτε και ο δημοσιογραφικός όμιλος. Φταίνε όλοι αυτοί που επέτρεψαν σε έναν ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο να φτάσει σε τόσο τραγικό σημείο, ώστε όποιος θέλει να μπει σε αυτόν να πρέπει να φτύσει αίμα για να βγάλει έναν μισθό που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητος. Δεν ξέρω ποιοι φταίνε, δεν τους γνωρίζω προσωπικά. Αλλά ξέρω ότι μιλάμε για μια απίστευτη, σχεδόν σουρεαλιστική κατάντια. Μιλάμε για ένα κανονικό σκλαβοπάζαρο. Με φαντάζομαι αντικείμενο πλειστηριασμού, βρώμικο και ταλαιπωρημένο, σε μία αίθουσα με κοστουμαρισμένους τύπους που φοράνε μαύρα γυαλιά και καπνίζουν πούρα…

«Περνάμε στο αντικείμενο υπ’αριθμόν 484. Είναι ένας υγιής άνθρωπος, από καλή οικογένεια, έχει σπουδάσει στο καλύτερο σχολείο της Αθήνας, έχει σπουδάσει Δημοσιογραφία και περιμένει με αγωνία το επόμενο αφεντικό του. Τιμή εκκίνησης: Ένα κομμάτι ψωμί. Ακούω προσφορές…Α, ο κύριος με το μαύρο κοστούμι προσφέρει Ένα κομμάτι ψωμί ΚΑΙ δωρεάν καφέ! Άλλη προσφορά;…Α, πολύ ωραία, ο κύριος στα δεξιά προσφέρει ΔΥΟ κομμάτια ψωμί! Κάποιος άλλος;…ΩΩΩΩΩΩΩ, μεγάλη προσφορά από τον κύριο με το παπιγιόν, προσφέρει 20 ολόκληρα ευρώ τον μήνα! Κάποια καλύτερη προσφορά;…ΩΩΩΩΩΩΩ, 30 ευρώ από τον κύριο με το μαύρο κοστούμι! Ποιος το περίμενε! Έχουμε καλύτερη προσφορά; Όχι; 1…2…3! Κατοχυρώθηκε στον κύριο με το μαύρο κοστούμι! Καλορίζικος!»

Και κάπως έτσι, ξεκινάει η ταραχώδης καριέρα μου στη δημοσιογραφία. Μη με ρωτάς πού το ξέρω ότι θα είναι ταραχώδης, αποκλείεται να είναι ομαλή. Και θα το λέω σε όλους, όπου βρεθώ κι όπου σταθώ: «Μακριά από τη δημοσιογραφία. Τόσες δουλειές υπάρχουν στον κόσμο, διαλέξτε μία άλλη, δε χάθηκε κι ο κόσμος. Κι αν θέλετε ντε και καλά να γράφετε κάπου, ξεκινήστε ένα blog, για να γράφετε τις εμπειρίες σας από τη βαρετή δημοσιοϋπαλληλική δουλειά σας. Μακριά από τη δημοσιογραφία». Και φυσικά μην περιμένεις να σταματήσω να σου γράφω – επειδή τώρα έχω μια αγγαρεία να κάνω κάθε πρωί, δε σημαίνει απαραιτήτως ότι έχω και δουλειά. Ακόμα άνεργος είμαι. Την άλλη βδομάδα θα ανανεώσω και την κάρτα μου.

Λοιπόν, αγαπητό μου ημερολόγιο, αρκετά κλαψούρισα για σήμερα. Και πρέπει να κοιμηθώ κιόλας, γιατί αύριο πρέπει να δω τη Μελέτη (τι την βάλανε κι αυτήν την κακομοίρα τέτοια βάρβαρη ώρα; 7:30 το πρωί;;;), μη χάσω καμιά είδηση. Καληνύχτα, και μην ξεχνάς: Όταν βλέπεις στο βάθος του σκοτεινού τούνελ ένα φως να λάμπει, μη χαίρεσαι: Μπορεί να είναι το τρένο που έρχεται καταπάνω σου.