Έχω βαρεθεί μετά από κάθε πορεία να γράφω εδώ τι ωραία που ήταν, και πόσος κόσμος μαζεύτηκε, και πόσο ελπιδοφόρο είναι να ξυπνάει ο κόσμος, και πόσο κακοί είναι οι μπάτσοι που μας ψεκάζουν, και πόσο κοντεύει να σπάσει το κεφάλι μου από τα γαμημένα τα χημικά. Βαρέθηκα. Όσοι κατέβηκαν χθες στο Σύνταγμα, όλοι ανεξαιρέτως, ξέρουν. Όσοι δεν ξέρουν, μπορούν να αναζητήσουν το τι συνέβη σε άλλα, πολύ πιο αξιόπιστα και αντικειμενικά sites και blogs από το δικό μου. Αν και, μεταξύ μας, αν είσαι Αθηναίος, έχων σώας τας φρένας και αρτιμελής, και δεν κατέβηκες χθες στο Σύνταγμα, δε δικαιούσαι να ξέρεις τι έγινε χθες. Δεν ενδιαφέρθηκες αρκετά για να κερδίσεις αυτό το δικαίωμα.

Ξέρεις, η πόλη δεν είναι μία νεκρή μάζα τσιμέντου. Η πόλη είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και αν εμείς οι ίδιοι καθόμαστε στους καναπέδες μας και βλέπουμε την πόλη μας από τις τηλεοράσεις, τότε είναι που αυτή η πόλη πεθαίνει. Η πόλη δε θα πεθάνει με μία φωτιά, ούτε με έναν πόλεμο. Θα πεθάνει όταν πια δε θα ενδιαφέρεται κανείς γι’αυτήν.

Ας δούμε λοιπόν εν συντομία τι συνέβη χθες γενικά:

– (κανείς δεν ξέρει πόσες) Χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα και άλλες πόλεις της χώρας για να εναντιωθούν σε ένα εξοντωτικό νομοσχέδιο.

– Οι πολίτες αυτοί δέχτηκαν αναίτιες επιθέσεις από τις δυνάμεις των ΜΑΤ, που τους φλόμωσαν στο δακρυγόνο ενώ διαδήλωναν ειρηνικά.

– Παράλληλα με τη διαδήλωση, ομάδες κουκουλοφόρων έβαλαν φωτιά σε κάποια κτίρια, προκαλώντας υλικές ζημιές, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές.

– 199 από τους 300 βουλευτές ψήφισαν το εξοντωτικό νομοσχέδιο στο οποίο η πλειοψηφία των πολιτών εναντιώθηκε.

– Μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου, 45 βουλευτές που ξέφυγαν από την κομματική τους γραμμή διαγράφηκαν σε χρόνο dt, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε δημοκρατία.

– Πέθανε η Γουίτνι Χιούστον.

Μπορεί κανείς να πει ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα αποτελούν πολύ ενδιαφέρουσες ειδήσεις, που θα άξιζαν να αναφερθούν σε ένα δελτίο ειδήσεων. Ακόμα και σε ένα τόσο διεφθαρμένο και προπαγανδιστικό δελτίο ειδήσεων όσο αυτά που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Όποιος όμως άντεξε σήμερα να δει δελτία ειδήσεων (και τα συγχαρητήριά μου σε όσους τα κατάφεραν χωρίς ηρεμιστικά), ξέρει ήδη ότι κάποια από αυτά δεν αναφέρθηκαν καν, ενώ κάποια άλλα υπεραναλύθηκαν, μέχρι που έγιναν νιανιά.

Αν, λοιπόν, αγαπητέ και αγαπητή μου, δεν είχες κατέβει χθες στο Σύνταγμα, σήμερα ενημερώθηκες μόνο για τα κτίρια που κάηκαν, τους ταραξίες που έκαψαν την Αθήνα, τους βουλευτές που διεγράφησαν από τα κόμματά τους και την αιτία του θανάτου της Γουίτνι Χιούστον. Με το μικροσκόπιο ίσως ανακαλύψεις κάπου κάποια αναφορά στο πλήθος και το πείσμα των ειρηνικών διαδηλωτών και στις συνέπειες από την ψήφιση του νέου μνημονίου στους πολίτες (ενώ αντίθετα οι «καταστροφικές» συνέπειες της χρεοκοπίας απέσπασαν δεκάλεπτα ρεπορτάζ σε πολλά κανάλια τις προηγούμενες μέρες), ενώ ούτε με μικροσκόπιο δε θα βρεις αναφορές στην αστυνομική βία.

Είναι αλήθεια πιο σημαντικός ο θάνατος της Γουίτνι Χιούστον από την ασφάλεια και το μέλλον των Ελλήνων; Έτσι φαίνεται.

Εσύ, λοιπόν, Αθηναίε που δεν κατέβηκες χθες στο Σύνταγμα, μπορείς να πεις ό,τι θες. Μπορείς να επιχειρηματολογήσεις για τους κακούς κουκουλοφόρους που καίνε την πόλη σου (ωστόσο σκέψου λίγο το ενδεχόμενο κάτω από τις κουκούλες να μην είναι αυτοί που διαρρηγνύεις τα ιμάτιά σου ότι είναι), να χαρακτηρίσεις συλλήβδην ταραξίες όλους όσοι κατέβηκαν στο Σύνταγμα, να κοιμηθείς με ήσυχη τη συνείδησή σου ότι εσύ έπραξες το σωστό. Μπορείς να πεις ό,τι θες. Δημοκρατία έχουμε, άλλωστε. Όμως εμείς που βρεθήκαμε εκεί, κινδυνεύσαμε (όχι από κουκουλοφόρους, αλλά από κρανοφόρους αστυνομικούς), τρέξαμε, φωνάξαμε, κλάψαμε, μας κόπηκε η ανάσα, πέσαμε κάτω, ξαναγυρίσαμε, ξανακλάψαμε, ξανατρέξαμε, ξαναφωνάξαμε… Εμείς ξέρουμε. Ζήσαμε. Ήμασταν εκεί. Εσύ παπαγαλίζεις ό,τι άκουσες. Γι’αυτό, φάε δύο κρακεράκια, άκου κι ένα τραγούδι της μακαρίτισσας της Γουίτνι Χιούστον και άντε για ύπνο. Δεν έχουμε ανάγκη τις νουθεσίες σου εκ του μακρώθεν. Να ήσουν εκεί να μας τις πεις από κοντά.

Γιατί έξω απ’τον χορό πολλά τραγούδια λέει κανείς. Αλλά τα λέει φάλτσα.

Advertisements

Η στρατιωτική μου θητεία ήταν (όπως και για τους περισσότερους, άλλωστε) μία τραυματική εμπειρία. Και πριν σπεύσετε να πείτε τη δική σας ιστορία, να σας ενημερώσω πως εγώ έφτασα μία ανάσα από το Στρατοδικείο και ακόμα δεν έχω καταλάβει ακριβώς πώς τη γλίτωσα. Τέλος πάντων, άλλο θέλω να πω. Ένας από τους παράγοντες που έκαναν ακόμα πιο δύσκολη τη θητεία μου ήταν και οι σπουδές μου. Βλέπεις, μέχρι τότε δεν είχα καταλάβει ότι η λέξη «δημοσιογράφος» στους περισσότερους δεν προκαλεί δέος, σεβασμό ή έστω ένα συγκαταβατικό κούνημα του κεφαλιού, αλλά μία γκριμάτσα αηδίας που συνοδεύεται από την φράση-καρμπόν «αλήτης-ρουφιάνος-δημοσιογράφος». Έτσι, όταν γνώριζα κάποιον φαντάρο και με ρωτούσε τι έχω σπουδάσει, απαντούσα αθώα (και ίσως με κάποια αφελή υπερηφάνεια) «δημοσιογραφία». Και φυσικά τύγχανα σχεδόν κάθε φορά της αντιμετώπισης που προανέφερα.

Κάποια στιγμή μάλιστα με ενόχλησε τόσο πολύ αυτή η ιστορία, που από ένα σημείο και μετά δεν έλεγα «δημοσιογραφία», αλλά «επικοινωνία», που ήταν και πιο ακριβές με βάση το όνομα της σχολής μου. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ντροπή επειδή ήθελα να γίνω δημοσιογράφος.

Φυσικά, αυτή η αντίδραση, που στις μέρες μας είναι πιο συχνή από ποτέ, είναι άδικη. Κι αυτό γιατί δεν μπορείς να εξισώνεις μια χούφτα μεγαλοδημοσιογράφους που βγάζουν εκατομμύρια διαστρεβλώνοντας τις ειδήσεις με τη συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιογράφων, οι οποίοι μετά βίας βγάζουν τα προς το ζην (αν τα βγάζουν) και στην πράξη δεν έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν όχι την κοινή γνώμη, αλλά ούτε τον ψιλικατζή της γειτονιάς.

Οι μεγαλοδημοσιογράφοι, όπως και οι πολιτικοί, είναι σε μεγάλο βαθμό αποκομμένοι από την κοινωνία. Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να το καταλάβει κανείς αυτό από την παρουσία τους στα social media – όσους τολμούν να έχουν παρουσία, δηλαδή.

Είχαμε ένα επικοινωνιακό τσίρκο χθες στα Εξάρχεια, με την υπόθεση κάποιων άστεγων και αλληλέγγυων σε αυτούς που μπήκαν στην καφετέρια του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων. Αν θελήσει κανείς να διαβάσει τι συνέβη εκεί χθες, η πιο κατατοπιστική περιγραφή είναι αυτή εδώ, από τον @risinggalaxy, καθώς και τα σχόλια από κάτω. Όχι το δελτίο του Mega, όχι κάποια μεγάλη εφημερίδα, όχι ένα ενημερωτικό portal, αλλά το blog κάποιου που βρέθηκε εκεί και ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Κι αν μπορεί κανείς να το θεωρήσει μη δημοσιογραφικό ή «στρατευμένο», ας σκεφτεί πρώτα ποια στάση τήρησαν οι παραδοσιακοί δημοσιογράφοι, που στο κάτω-κάτω της γραφής πληρώνονται για να είναι δημοσιογράφοι, και άρα θα περίμενε κανείς μία αξιοπιστία και μία σοβαρότητα από αυτούς.

Όποιος ήταν online στο Twitter το απόγευμα της Τετάρτης και ακολουθεί τους σωστούς ανθρώπους ξέρει ήδη ότι η στάση των δηλωμένων δημοσιογράφων (και όχι αυτών που εκπροσωπούν τη λεγόμενη «δημοσιογραφία των πολιτών») ήταν στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορη, και στη χειρότερη απροκάλυπτα αρνητική, σε σημείο σοβαρής παρεξήγησης και ενάντια σε κάθε λογική δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

Αυτό που παρατηρώ είναι ότι αυξάνονται όλο και περισσότερο οι περιπτώσεις ανθρώπων που μπαίνουν «ατσαλάκωτοι» στο Twitter και το Facebook, και βγαίνουν με κατεβασμένα σώβρακα. Άνθρωποι που νομίζουν ότι θα κάνουν «καριέρα» στα social media με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το πέτυχαν στην τηλεόραση και τις εφημερίδες: Προπαγανδίζοντας, επηρεάζοντας την κοινή γνώμη, προωθώντας τις προσωπικές τους ατζέντες. Μόνο που στα social media υπάρχει κάτι που στα παραδοσιακά μέσα δεν υπήρχε, ή υπήρχε, αλλά ήταν ασήμαντο: Υπάρχει ανάδραση. Ό,τι γράφει κανείς μπορεί σε πραγματικό χρόνο να σχολιαστεί, να συζητηθεί, να αποθεωθεί ή να λοιδωρηθεί, να κάνει το γύρο του Διαδικτύου σε 80 δευτερόλεπτα και να γυρίσει πίσω στον γράφοντα, με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό.

Μην έχοντας συνηθίσει την ανάδραση, οι παλαιού τύπου δημοσιογράφοι θεωρούν τα αρνητικά σχόλια «bullying», ειδικά όταν αυτά έρχονται ανά δεκάδες. Βέβαια, πρακτικά «bullying» είναι να χρησιμοποιείς την «αυθεντία» σου για να επιβάλλεις την άποψή σου και να καταπνίξεις κάθε αντίθετη γνώμη ως υποδεέστερη, μία πρακτική που τα παραδοσιακά ΜΜΕ και οι εκπρόσωποί τους ακολουθούν με ιδιαίτερη σπουδή εδώ και πολλά χρόνια. Bullying στον μπούλη; Δε νομίζω.

Φυσικά δε θα πω ότι όλοι όσοι υποστήριξαν τους άστεγους και τους αλληλέγγυους είναι (είμαστε, για την ακρίβεια) άγιοι, γιατί χοντράδες και ανακρίβειες ειπώθηκαν από όλες τις πλευρές. Το θέμα είναι ότι από ανθρώπους που δεν πληρώνονται για να μεταδίδουν γεγονότα είναι αναμενόμενο να υπάρξουν τέτοια προβλήματα. Οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι, όμως; Τι δικαιολογία έχουν για τη διασπορά ψευδών ειδήσεων και την απαξιωτική στάση απέναντι σε ένα θέμα για το οποίο πιθανότατα δεν είχαν ιδέα; Μήπως θα έπρεπε να λογοδοτήσουν;

Μ’αυτά και με τ’άλλα, έχω καταντήσει κι εγώ να είμαι ο άνθρωπος που σιχαινόμουν πριν από μερικά χρόνια. Αυτός που βλέπει με καχυποψία κάθε δημοσιογράφο εκ των προτέρων. Αυτός που βλέπει στο Τwitter κάποιον να δηλώνει στο bio του «δημοσιογράφος», και ξινίζει αυτόματα τα μούτρα του. Κι ας ξέρω ότι δεν είναι σωστό. Κι ας ξέρω ότι είναι άλλοι οι αλήτες, άλλοι οι ρουφιάνοι και άλλοι οι δημοσιογράφοι. Και είναι μόνο κάποιοι λίγοι που είναι και τα τρία μαζί.

UPDATE: Ο Γαλαξιάρχης τα λέει καλύτερα από μένα.


Αγαπητό ημερολόγιο,

πολλές φορές, οι άνθρωποι δυσκολεύονται να βρουν σε τι είναι καλοί, ώστε να ασχοληθούν με αυτό κάποτε επαγγελματικά. Εξάλλου, για να κάνεις μια δουλειά, πρέπει οπωσδήποτε να σου προσφέρει και κάποια ευχαρίστηση. Μπορεί να είσαι εκ γενετής το μεγαλύτερο ταλέντο του κόσμου στα μαθηματικά, αλλά αν δεν το καλλιεργήσεις και αφοσιωθείς στα αγαπημένα σου αρχαία και στα λατινικά, θα καταλήξεις φιλόλογος – ίσως όχι ιδιαίτερα ταλαντούχος φιλόλογος, αλλά τουλάχιστον ευτυχισμένος (με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι θα βρεις δουλειά, κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα εύκολο). Ποιος ξέρει πόσοι άνθρωποι ταλαιπωρούνται μαθαίνοντας να κάνουν δουλειές που δεν τους ταιριάζουν, ενώ έχουν μία έμφυτη κλίση προς κάποια εντελώς διαφορετική επαγγελματική κατεύθυνση, και ούτε καν το ξέρουν;

Όπως συμβαίνει στους περισσότερους, έτσι και για μένα, ο επαγγελματικός προσανατολισμός δεν ήταν ποτέ εύκολη υπόθεση. Όταν ήμουν 5 χρονών, αποφάσισα ότι ήθελα να γίνω σκουπιδιάρης, γιατί με εντυπωσίαζε ο τρόπος που πέταγαν οι σκουπιδιάρηδες τις σακούλες με τα σκουπίδια στον τεράστιο κάδο του απορριμματοφόρου, σαν να έπαιζαν μπάσκετ. Στην πορεία, συνέβησαν δύο πράγματα. Πρώτον, τα απορριμματοφόρα αυτοματοποιήθηκαν και εδώ και πολλά χρόνια σηκώνουν τους κάδους μόνα τους, στερώντας από τους σκουπιδιάρηδες τη χαρά του παιχνιδιού. Και δεύτερον, όλοι με κοίταζαν με μισό μάτι κάθε φορά που το έλεγα, οπότε κατάλαβα ότι έπρεπε να αλλάξω κατεύθυνση.

Κατά καιρούς αποφάσισα να γίνω ποδοσφαιριστής (όταν είδα τον Μαραντόνα να κάνει «κολπάκια» με την μπάλα για πρώτη φορά, στο Μουντιάλ του 1990), ζωγράφος (αγνοώντας, δυστυχώς, το γεγονός ότι μια μαϊμού με πάρκινσον μπορεί να σχεδιάσει καλύτερα από μένα) και τραγουδιστής (είχα σαν είδωλο τον Πασχάλη – ευτυχώς, αυτό το στάδιο δεν κράτησε για πολύ). Μόνο αστροναύτης δεν ήθελα να γίνω ποτέ από τις κλασικές «αγορίστικες» dreamjobs, γιατί φοβόμουν την έλλειψη βαρύτητας. Α, και γιατρός, επειδή όταν ήμουν 4 χρονών είχα ξεφυλλίσει μια ιατρική εγκυκλοπαίδεια, και οι φριχτές εικόνες που αντίκρυσα τότε με στοιχειώνουν ακόμα και σήμερα.

Κάποια στιγμή, κάπου στο Γυμνάσιο, αποφάσισα ότι θα γινόμουν δικηγόρος. Θυμάμαι ότι έβλεπα φανατικά μια (άκυρη) εκπομπή στο New Channel, με δικαστικές υποθέσεις, στην οποία πρωταγωνιστούσε σε κάθε επεισόδιο ο ίδιος δικαστής («The Judge» νομίζω ότι τη λέγανε). Επίσης, σε όποιο σίριαλ ή ταινία έβλεπα σκηνή σε δικαστήριο, κόλλαγα σαν βεντούζα στην οθόνη της τηλεόρασης. Ναι, φαινόταν ότι είχα βρει τον προορισμό μου. Βέβαια, λογάριαζα χωρίς τα γονίδιά μου, που με έχουν προικίσει με λιγότερη πειθώ κι από τον Πινόκιο όταν διηγείται ιστορίες από το ψάρεμα. Και κάπως έτσι απομακρύνθηκε η πιθανότητα να υπηρετήσω τον δεύτερο πιο αντιπαθητικό επαγγελματικό κλάδο στον κόσμο.

Με την αφελή ικανοποίηση της μαρίδας που μόλις έχει γλιτώσει από το στόμα της τσιπούρας και κατευθύνεται προς την κατεύθυνση του καρχαρία, αποφάσισα να γίνω δημοσιογράφος, δηλαδή να ακολουθήσω τον ΠΙΟ αντιπαθητικό επαγγελματικό κλάδο στον κόσμο. Βέβαια, τότε δεν το ήξερα αυτό. Ήμουν σε ένα όμορφο ροζ συννεφάκι, και από εκεί πάνω η δημοσιογραφία φαινόταν σαν ένα σημαντικότατο λειτούργημα, σαν τον απαραίτητο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον καθένα από εμάς και τα όσα συμβαίνουν γύρω μας, στην κοινωνία μας και στον κόσμο. Έτσι, μπήκα στη σχολή, αποφοίτησα, και μόνο όταν βγήκα στην αγορά εργασίας έπεσα απότομα από το συννεφάκι μου και προσγειώθηκα ανώμαλα στον ασπρόμαυρο κόσμο της ανεργίας.

Κάποια στιγμή είχε περάσει από το μυαλό μου το να ασχοληθώ με τη διαφήμιση, αλλά αυτό το σενάριο το απέρριψα αμέσως, γιατί πάντα ήθελα το επάγγελμά μου να προσφέρει κάτι στην κοινωνία. Γι’αυτό ήθελα να γίνω δικηγόρος, για να βοηθάω τον κόσμο να υπερασπιστεί το δίκιο του – αλλά μετά κατάλαβα ότι η δικηγορία δεν είναι η επιστήμη της δικαιοσύνης, αλλά η τέχνη του να πείσεις τον δικαστή ότι εσύ έχεις δίκιο, ακόμα κι αν ξέρεις ότι δεν έχεις. Γι’αυτό ήθελα να γίνω δημοσιογράφος, για να ενημερώνω τον κόσμο για όλα όσα τον ενδιαφέρουν και πρέπει να μάθει – αλλά μετά κατάλαβα ότι η δημοσιογραφία δεν είναι η επιστήμη της ενημέρωσης, αλλά η τέχνη της διαστρέβλωσης και της πλύσης εγκεφάλου. Και γι’αυτό δεν ήθελα να γίνω διαφημιστής, γιατί αυτό το επάγγελμα δεν έχει κανένα ανθρωπιστικό προκάλυμμα: Ο διαφημιστής θέλει απλά να σε πείσει ότι το προϊόν του είναι το καλύτερο. Ωστόσο, αυτό που δεν είχα εκτιμήσει τότε, ήταν το γεγονός ότι τουλάχιστον ο διαφημιστής είναι ειλικρινής: Δεν προσποιείται ότι υπηρετεί κάποιον ευγενέστερο σκοπό, πέρα από το να σε πείσει για το προϊόν που διαφημίζει και να βγάλει το μεροκάματό του.

Όλο αυτό που έχω γράψει μέχρι τώρα υποτίθεται ότι θα ήταν ο πρόλογος, αλλά μου βγήκε λίγο μεγάλος για καταχώριση ημερολογίου (τώρα που το σκέφτομαι, αυτός ο πρόλογος θα ήταν υπερβολικά μεγάλος ακόμα κι αν έγραφα το «Πόλεμος και Ειρήνη»). Που λες, όλα αυτά στα γράφω γιατί σήμερα είχα συνέντευξη σε διαφημιστική εταιρεία.

(ναι, πάλι. Και δε σου είπα τίποτα, πάλι για γούρι. Μου φαίνεται ότι αρχίζω και γίνομαι προληπτικός.)

Πήγα, λοιπόν, σε αυτό το interview, και μίλησα με έναν άνθρωπο που με έβαλε σε πολλές σκέψεις. Διαφημιστής και ο ίδιος, και επιτυχημένος μάλιστα, με «έμπασε» στον κόσμο της διαφήμισης, κάνοντάς με να σκεφτώ σοβαρά να αλλάξω ξανά επαγγελματική κατεύθυνση, στα 26 μου. Έχοντας δει κάποια δείγματα γραφής μου, κυρίως στο Twitter, μου είπε πως θα μπορούσα να κάνω αυτήν τη δουλειά, μπαίνοντας σε έναν κλάδο που μπορεί να έχει χτυπηθεί σοβαρά από την οικονομική ύφεση (και ειδικά από την αυξημένη φορολογία), όμως είναι σε σαφώς καλύτερη κατάσταση από τη δημοσιογραφία, που νοσηλεύεται εδώ και χρόνια σε κώμα, περιμένοντας κάποιον να τη βγάλει επιτέλους από την πρίζα και το μαρτύριό της. Ηθικές αναστολές για τον κοινωνικό ρόλο της διαφήμισης δεν έχω πια (αφού είδα τα χειρότερα), οπότε ποιο είναι το πρόβλημα; Κανένα πρόβλημα.

Αν, λοιπόν, υπάρξει κάποια θέση στην εταιρεία για κειμενογράφο, θα πάω εκεί να δουλέψω. Έστω και σαν trainee, με αντάλλαγμα κάτι συμβολικό, «ένα σακί πατάτες», όπως μου είπε ο ίδιος αστειευόμενος (ή τουλάχιστον ελπίζω να αστειευόταν). Βέβαια, υπάρχει πάντα και το ενδεχόμενο να με πάρουν και από εκείνο το site, όπου είχα πάει για interview τις προάλλες. Και υπάρχει και εκείνο το γυναικείο site, για το οποίο είμαι ακόμα σε standby mode. Υπάρχει, δηλαδή, και το ενδεχόμενο να πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε δύο πιθανές δουλειές. Διάολε, πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω τόσο περιζήτητος.

Νιώθεις κι εσύ αυτήν την αλλαγή; Μία change of fortunes; Λες και, εκεί που έτρεχα με το αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα, ξαφνικά κάνω μια επιδέξια μανούβρα και επιστρέφω απροσδόκητα στο κανονικό ρεύμα κυκλοφορίας; Εγώ το νιώθω. Θα διαβάσω το ωροσκόπιό μου για αυτήν την εβδομάδα, να δω αν το είχε προβλέψει κανείς.

Λοιπόν, λέω να πέσω για ύπνο. Αλλά πριν πέσω για ύπνο, θα τσιμπηθώ, για να σιγουρευτώ ότι δεν βλέπω όνειρο και όντως τα ζω όλα αυτά. Θα σε καληνυχτίσω, με μια φωτογραφία που εκφράζει την εργασιακή μου συμπεριφορά, όπου κι αν δουλέψω τελικά:


Είναι 3:20 τα ξημερώματα όταν ξεκινάω να γράφω αυτό το κείμενο. Θα έπρεπε να κοιμάμαι από ώρα. Όχι πως έχω κάποιον λόγο να πέσω νωρίς για ύπνο – άνεργος είμαι, και αυτό σημαίνει ότι μπορώ να ξυπνάω και να κοιμάμαι όποτε γουστάρω. Επίσης, σημαίνει ότι δεν μπορώ να ζήσω τον εαυτό μου και πρέπει να εξαρτώμαι από άλλους για την επιβίωσή μου. Αλλά για την ώρα ας το προσπεράσουμε αυτό.

Λίγες ώρες νωρίτερα, μια απίστευτη τραγωδία εκτυλίχθηκε στα Πατήσια. Ναι, στα Πατήσια, στην Αθήνα, στη γειτονιά μας. Όχι στο Ιράκ ή στο Νταρφούρ. Εδώ, στα μέρη μας. Ένα 15χρονο αγόρι από το Αφγανιστάν σκοτώθηκε, ενώ η 10χρονη αδελφή του και η μητέρα του τραυματίστηκαν από έκρηξη βόμβας. Σύμφωνα με το επικρατέστερο (αυτή την ώρα) σενάριο, η οικογένεια αναζητούσε τροφή στους κάδους σκουπιδιών της περιοχής, όπως έκανε συχνά τα βράδια, και ανακάλυψε τυχαία μια βαλίτσα, η οποία περιείχε έναν εκρηκτικό μηχανισμό. Ποιος έβαλέ τη βόμβα, πού την έβαλε, ποια ήταν τα κίνητρά του, πώς έσκασε η βόμβα, είναι ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν ακόμα.

Υπάρχουν, όμως, και κάποια άλλα ερωτήματα που πρέπει να θέσουμε. Ερωτήματα που είναι πιο επίκαιρα από ποτέ, και αναζητούν μάταια απαντήσεις.

Το πρώτο είναι: Πότε γίναμε τόσο απάνθρωποι; Άκουσα έναν κάτοικο της περιοχής, ο οποίος ερωτήθηκε αν ήξερε τη συγκεκριμένη οικογένεια και τις συχνές επισκέψεις της στους κάδους της γειτονιάς. Η απάντησή του ήταν τόσο ειλικρινής, που προκαλεί ρίγος: «Εδώ αποφεύγουμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλον, είναι επικίνδυνα τα πράγματα…». Αποφεύγουμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλο. Αποφεύγουμε όχι απλά να ανοίξουμε κουβέντα μαζί του, να τον ρωτήσουμε πώς τα περνάει, τι τον απασχολεί, ποια είναι τα προβλήματά του. Ή έστω να του πούμε μια καλημέρα. Αποφεύγουμε ακόμα και να τον κοιτάξουμε. Βυθισμένοι στον ασήμαντο μικρόκοσμό μας, αδιαφορούμε για τον «άλλο». Από φόβο, λέει. Και ποιος τον δημιουργεί τον φόβο, αν όχι εμείς οι ίδιοι; Και ποιος προσπαθεί (και με ποιον τρόπο) να νικήσει τον φόβο του; Και ποιος είναι τελικά αυτός ο «άλλος»; Και πόσοι «άλλοι» υπάρχουν, και πόσοι διαφορετικοί τρόποι αντιμετώπισης των «άλλων»;

Φυσικά, αυτά τα πράγματα δεν είναι καινούργια. Κι εγώ μεγάλωσα μαθαίνοντας ότι η ζωή στην πόλη ήταν απρόσωπη, ότι κάποιοι από εμάς δεν ξέρουν καν ποιος είναι ο γείτονάς τους, ότι τελικά σε μια μεγαλούπολη ο καθένας κοιτάζει την πάρτη του και δεν ασχολείται με το περιβάλλον το οποίο διαμορφώνει, αλλά και διαμορφώνεται από αυτό. Όμως τι πρέπει να γίνει για να καταλάβουμε πόσο απάνθρωπο είναι αυτό; Να φοβόμαστε ο ένας τον άλλο, είτε επειδή ο «άλλος» έχει διαφορετικό χρώμα, είτε επειδή μιλάει άλλη γλώσσα, είτε επειδή βγάζει περισσότερα ή λιγότερα λεφτά από μας, είτε για οποιονδήποτε ηλίθιο λόγο επινοήσουμε; Τι είναι αυτό που μας ώθησε τόσο μακριά από την ανθρώπινη φύση μας, που μας μετέτρεψε από κοινωνικά όντα σε μοντέρνους ερημίτες, που το μόνο που θέλουν είναι να απομονωθούν από αυτούς που τους περιτριγυρίζουν;

Πάμε σε μία άλλη κατηγορία ερωτήσεων, που όμως ίσως έχει κάποιες κοινές απαντήσεις με την προηγούμενη: Γιατί τέτοια αδιαφορία από τα ΜΜΕ; Σε μια στιγμή που εκτυλισσόταν ένα πρωτοφανές δράμα, κανένα από τα ελληνικά κανάλια δεν άλλαξε τη ροή του προγράμματος του, δεν έδωσε σε αυτήν την είδηση κάτι παραπάνω από ένα σύντομο έκτακτο δελτίο, πριν επιστρέψουν στα κλασικά σκουπίδια που μας ταΐζουν με το κιλό εδώ και χρόνια. Εξαίρεση ο ΣΚΑΪ, και μπράβο του. Αν δεν υπήρχε ο ΣΚΑΪ, μπορεί ακόμα και τώρα να μην είχα μάθει τιποτα για τον θάνατο του 15χρονου.

Εϊναι, άραγε, το Dancing with the stars πιο σημαντικό από το θάνατο ενός 15χρονου παιδιού; Είναι, μήπως, οι εξελίξεις στην «Παταγονία» πιο ενδιαφέρον θέμα από την έκρηξη μιας βόμβας με νεκρό και τραυματίες στο κέντρο της Αθήνας; Ή να έχει η στρατευμένη «ενημέρωση» της ξεπεσμένης Αθλητικής Κυριακής προτεραιότητα απέναντι στην άμεση ενημέρωση για ένα γεγονός που συνέβαινε εκείνη ακριβώς την ώρα;

Προσωπικά, έμαθα για την έκρηξη μέσω του Twitter. Το πρώτο έκτακτο δελτίο ήρθε 10 λεπτά αργότερα. Και κράτησε ένα λεπτό, ίσα-ίσα για να δείξει το κανάλι ότι την έβγαλε την υποχρέωση, ας επιστρέψουμε τώρα στα πιο σημαντικά. Αυτό είναι «ενημέρωση»; Είναι «κοινωνική στάση»; Είναι «προτεραιότητα»;

Και, για να κάνουμε και τη σύνδεση με τα πρώτα ερωτήματα, μήπως ο φόβος που έχουμε για τον «άλλο» καλλιεργείται αποκλειστικά και μόνο από τα ΜΜΕ; Μήπως τα ΜΜΕ έχουν «ξεχάσει» ότι σκοπός τους είναι η απεικόνιση της πραγματικότητας, και όχι η δημιουργία μιας άλλης, φανταστικής πραγματικότητας στα κεφάλια του κοινού τους; Μήπως δείχνοντας ένα συγκεκριμένο κομμάτι της πραγματικότητας, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα κομμάτια που αποκλείουν απλά δεν υπάρχουν;

Και αν θεωρήσουμε ΜΜΕ με την ευρύτερη έννοια και τα blogs, τότε τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα: Γνωστό και μη εξαιρετέο blog (δε γράφω ποιο, αλλά είτε θα το έχετε ακούσει, είτε θα το μαντέψετε εύκολα) δημοσίευσε, λίγες ώρες μετά το θάνατο του 15χρονου, φωτογραφία του πτώματος (!), δήθεν «για να δουν οι δολοφόνοι τι έκαναν». Φυσικά, οι δολοφόνοι άλλη δουλειά δεν είχανε. παρά να ψάχνουν στα blogs να δουν τι κάνανε. Πρέπει να είναι κανείς πάρα πολύ αφελής για να πιστέψει μια τέτοια δικαιολογία. Μιλάμε για τη δημοσίευση μιας φρικτής φωτογραφίας, μια εντελώς ανήθικη πράξη, η οποία δείχνει το σκοτεινό πρόσωπο της blogόσφαιρας, το κομμάτι εκείνο των bloggers που θέλουν να γίνουν χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη. Τι είναι, λοιπόν, αυτό; Είναι «δημοσιογραφία»; Είναι «ηθική»; Είναι «ρεπορτάζ»;

Θα δείτε και θα ακούσετε πολλά τις επόμενες μέρες. Προσέξτε ποιους πιστεύετε και ποιους όχι. Η πληροφορία στις μέρες μας είναι πιο δυνατή από οτιδήποτε άλλο. Και μια (επίτηδες) λανθασμένη πληροφορία μπορεί να πετύχει πράγματα που δεν τα φανταζόμαστε καν.

Άνθρωποι που ψάχνουν στα σκουπίδια για να φάνε…
Τηλεθεατές που ψάχνουν στα κανάλια σκουπίδια για να καταναλώσουν…
Σκουπίδια που ψάχνουν κορόιδα να τα αγοράσουν…

Ως πότε τα σκουπίδια θα είναι η βασική τροφή μας;


Οι αγιογραφίες, αν το σκεφτεί κανείς λογικά, είναι μάλλον άχρηστες. Αν ένας χριστιανός πιστεύει στον Χριστό, ή στην Παναγία, ή στον Άγιο Δημήτριο, ή στον Άγιο Βασίλη, ή στον Άγιο Τοπίνο τον Σοκολατούχο, ή σε όποιον άλλο θέλει να πιστεύει τέλος πάντων, δεν έχει ανάγκη να τον βλέπει σε εικόνα. Αν πιστεύει σε έναν αόρατο Θεό για τον οποίο διάβασε σε ένα παραμύθι, τότε προφανώς η φαντασία του είναι υπερ-αρκετή για να μπορεί να «βλέπει» αυτούς στους οποίους πιστεύει με τα μάτια της ψυχής του (τι έγραψα ο πούστης!). Μου φαίνεται ότι ο μόνος λόγος που υπάρχουν οι αγιογραφίες είναι για να μη δείχνουν τελείως άδειες οι εκκλησίες – αλήθεια, σκεφτείτε το: Αν δεν είχαν αγιογραφίες οι εκκλησίες, τι θα είχαν; Ένα μικρόφωνο για να μουρμουρίζει ο παπάς, ένα ακόμα για τον ψάλτη και καρέκλες για το κοινό. Σαν κουλτουριάρικη μουσική σκηνή τρίτης κατηγορίας θα ήταν.

Αλλά έστω, οι εκκλησίες έχουν ένα ελαφρυντικό για τις αγιογραφίες τους. Τι γίνεται, όμως, όταν οι «αγιογραφίες» βγαίνουν από τις εκκλησίες και χρησιμοποιούνται σε άλλους χώρους, με τους οποίους δεν έχουν καμία σχέση; Όπως, για παράδειγμα, στα ΜΜΕ;

Κάθε μέρα πεθαίνουν δεκάδες συνάνθρωποί μας. Αλλά κοίτα να δεις που έτυχε οι τρεις από αυτούς που πέθαναν τις τελευταίες δύο εβδομάδες να προέρχονται από τον δημοσιογραφικό χώρο. Πρώτος-πρώτος μας άφησε ο Χρήστος Λαμπράκης, ακολούθησε πριν λίγες μέρες ο Νίκος Κακαουνάκης και χθες απεβίωσε και ο βετεράνος Γιάννης Βούλτεψης. Πάμε να δούμε πώς αντιμετώπισαν τα ΜΜΕ τις τρεις περιπτώσεις.

Ο θάνατος του Λαμπράκη δεν ήταν ξαφνικός (αφού ήταν στο νοσοκομείο σχεδόν επί ένα μήνα), και επίσης δεν είχε τίποτα το τραγικό (με εξαίρεση το ότι συνέβη λίγο πριν τα Χριστούγεννα): Ούτε ατύχημα ήταν, ούτε 20 χρονών ήταν, ούτε τον σκότωσε κανένας. Ήταν απλώς ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που πέθανε. Φυσικά, ένας θάνατος δεν είναι ποτέ κάτι ευχάριστο (ή έστω σχεδόν ποτέ). Αλλά, εξίσου φυσικά, ένας θάνατος πολύ σπάνια αξίζει να γίνει μεγάλο θέμα στα ΜΜΕ. Ο θάνατος ενός μεγάλου πολιτικού; Οπωσδήποτε. Ο άδικος θάνατος ενός 16χρονου από έναν αστυνομικό; Βεβαίως. Ο θάνατος 10 παιδιών σε τροχαίο ατύχημα; Ασφαλώς. Ο θάνατος ενός μεγαλοεκδότη από φυσικά αίτια; Όχι.

Δεν λέω ότι δεν ήταν σημαντική προσωπικότητα ο Λαμπράκης, το κάθε άλλο. Ως μεγαλομέτοχος της πιο επιτυχημένης εφημερίδας και του πιο δημοφιλούς τηλεοπτικού σταθμού και ως ιδρυτής του Μεγάρου Μουσικής, επηρέασε σημαντικά την ελληνική κοινωνία. Αλλά ως εκεί. Ούτε εθνοσωτήρας ήταν, ούτε άγιος, βέβαια. Προφανώς, δεν έφτασε τόσο ψηλά με στοργή και προδέρμ. Όλοι έχουμε τη σκοτεινή μας πλευρά, και πολύ περισσότερο αυτοί που έχουν κάποιου είδους εξουσία. Και η εξουσία του Λαμπράκη ήταν από τις πλέον ισχυρές.

«Εντάξει, λοιπόν, πέθανε ο άνθρωπος. Θεός σ’χωρέσ’ τον. Να του κάνουμε κι ένα μίνι αφιέρωμα στο δελτίο ειδήσεων, γιατί όχι; Και να γράψουμε κι ένα άρθρο στην εφημερίδα, για να μάθει ο κόσμος τι είχε κάνει αυτός ο άνθρωπος στη ζωή του, οπωσδήποτε.» Αυτή θα ήταν μια φυσιολογική σκέψη. Αλλά ποιος σκέφτεται φυσιολογικά στα σύγχρονα media; Κανένας. Το αποτέλεσμα; Τα δελτία ειδήσεων δεν ασχολήθηκαν με άλλο θέμα εκείνη τη μέρα (με αποκορύφωμα το δελτίο του Mega, όπου το κλάμα έπεσε κορόμηλο – μάλλον θα άφησε εκτός διαθήκης τον Πρετεντέρη ο συχωρεμένος), οι εφημερίδες φόρεσαν τα μαύρα λες και είχε πεθάνει ο Μεσσίας, και τα αφιερώματα για τη ζωή του Λαμπράκη έπεφταν βροχή. Η τρέλα, μάλιστα, συνεχίστηκε για αρκετές μέρες ακόμα στα Μέσα του αποθανόντος. Αυτή η αντίδραση των media δεν είναι απλώς παράλογη, είναι ενοχλητική. Όλες αυτές οι «αγιογραφίες» του Λαμπράκη ήταν το ίδιο άχρηστες με τις αγιογραφίες της εκκλησίας: Όσοι είχαν καλή γνώμη για τον Λαμπράκη δεν τις χρειαζόντουσαν, και όσοι είχαν αρνητική γνώμη, απλώς δεν επηρεάστηκαν – χώρια που τους έσπασαν τα νεύρα επειδή έψαχναν να βρουν καμιά είδηση της προκοπής και πέφτανε συνεχώς πάνω στις δεκάδες «αγιογραφίες».

Αλλά ας δεχτούμε ότι ο Λαμπράκης, παρά τα κακά του, προσέφερε κάτι στην ελληνική κοινωνία. Ο Κακαουνάκης τι ακριβώς προσέφερε, το οποίο να δικαιολογεί τα αφιερώματα και τους θρήνους των τηλεοπτικών δελτίων και των εφημερίδων; Η γνώμη μου είναι πως ο Κακαουνάκης έκανε πολλά για την ελληνική δημοσιογραφία. Μόνο που κανένα από αυτά δεν ήταν καλό: Λαϊκισμός, υποκειμενικότητα, «εκλεκτικές» φιλίες, «κωλοτούμπες», σκανδαλολογίες, (φημολογούμενοι) εκβιασμοί…Αυτή ήταν η προσφορά του Κακαουνάκη: Μία ακόμα φτυαριά χώμα πάνω από το φέρετρο της καλής δημοσιογραφίας. Νόμιζα πως τα αφιερώματα και οι «αγιογραφίες» γίνονται για ανθρώπους σημαντικούς, αλλά τελικά δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα το ιδιαίτερο για να σου φιλοτεχνήσουν μια «αγιογραφία». Αρκεί να είσαι ιδιοκτήτης καναλιού, ή συχνός θαμώνας τους.

(φαίνεται πολύ αναίσθητο αυτό, ε; Εντάξει, ας το απαλύνω λίγο: Κρίμα που χάθηκε, συλλυπητήρια στην οικογένειά του, η δημοσιογραφική οικογένεια είναι πλέον πιο φτωχή σε λαϊκισμό…Ζωή σε λόγου μας)

Και αυτό ήταν ακριβώς το «λάθος» του Γιάννη Βούλτεψη. Ούτε στις τηλεοράσεις έβγαινε, ούτε ήταν μεγαλομέτοχος σε κάποιο ΜΜΕ. Κι έτσι, ο θάνατός του πέρασε σχεδόν απαρατήρητος από τα παραδοσιακά ΜΜΕ. Μια μικρή αναφορά εκεί, μια φωτογραφία αρχείου που ξεθάψαμε με το ζόρι αλλού, βγήκε η υποχρέωση. Αυτά για έναν άνθρωπο που αγωνίστηκε στο πλευρό του ΕΑΜ, φυλακίστηκε, βασανίστηκε, εξορίστηκε και, κυρίως, πρωτοστάτησε στην εξιχνίαση και δημοσιοποίηση της «υπόθεσης Λαμπράκη». Εντάξει, μετά πήγε κι έγινε διευθυντής Τύπου στην Νέα Δημοκρατία – είπαμε, όλοι έχουμε τη σκοτεινή μας πλευρά.

Δηλαδή ο Κακαουνάκης είναι πιο σημαντικός από τον Βούλτεψη; Ε, όχι!

Δυστυχώς, τα παραδοσιακά ΜΜΕ λειτουργούν όλο και πιο συχνά ως μηχανές του κιμά, παίρνοντας το «φιλέτο» τους, πολτοποιώντας το σε μια άμορφη μάζα κιμά, και κατόπιν πετώντας τον στα σκουπίδια όταν βρεθεί το επόμενο «φιλέτο». Και το χειρότερο είναι ότι προσπαθούν να επεκταθούν και στα «εναλλακτικά» ΜΜΕ – το ειδησεογραφικό site του Ευαγγελάτου με τη φωτογραφία του Κακαουνάκη στο φέρετρο πρέπει να νομίζει ότι πέτυχε κάτι πολύ σημαντικό. Στην πραγματικότητα, πέτυχε κάτι πολύ αηδιαστικό. Μάλλον πρέπει να πανηγυρίζει ο ΑΝΤ1 που τον ξεφορτώθηκε.

Κάποτε το πρόβλημα ήταν ότι δεν υπήρχαν αρκετές πηγές για να ενημερωθείς. Τώρα, το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν υπερβολικά πολλές πηγές και δεν ξέρεις ποια να πιστέψεις. Από την άλλη, το δίλημμα δε φαίνεται και τόσο δύσκολο: Τα παραδοσιακά ΜΜΕ εκφράζουν μία άποψη όλα μαζί, ενώ τα «εναλλακτικά» ΜΜΕ παρουσιάζουν μία ή περισσότερες διαφορετικές απόψεις. Ποιον θα πιστέψεις; Αυτόν που πίστευες επί 30 χρόνια και αποδείχθηκε διαπλεκόμενος και αναξιόπιστος, ή τον καινούργιο που έρχεται σε σύγκρουση μαζί του; Αυτόν που σε φλόμωσε στις «αγιογραφίες» των φίλων του και σε έπρηξε με τα σκάνδαλα των εχθρών του, ή αυτόν που δεν έχει φίλους κι εχθρούς;

Όχι άλλες αγιογραφίες, παρακαλώ. Όχι για μένα, τουλάχιστον. Από σήμερα, στρέφομαι αποκλειστικά στα εναλλακτικά ΜΜΕ. Γυρίζω την πλάτη μου στα διεφθαρμένα κανάλια και τις «οπαδικές» εφημερίδες. Όχι πως το Internet είναι ο παράδεισος της αντικειμενικής ενημέρωσης, αλλά σίγουρα είναι καλύτερο. Έχω ήδη από καιρό σταμπάρει τα site και τα blogs που εμπιστεύομαι, και σε αυτά θα τριγυρνάω από δω και πέρα.

Η TV έχει και off. Σήμερα το πατάω κι εγώ.


Τι λέτε να συνέβαινε αν οι εφημερίδες σήμερα αντιμετώπιζαν το αποτέλεσμα της εκλογής προέδρου της Νέας Δημοκρατίας όπως αντιμετωπίζουν οι αθλητικές εφημερίδες το αποτέλεσμα ενός ντέρμπι Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού; Μάλλον κάτι τέτοιο:

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ

ΕΤΣΙ… «ΓΛΕΝΤΑΕΙ» Ο ΣΑΜΑΡΑΣ!

Εκπληκτική εμφάνιση και θρίαμβος σε βάρος της τραγικής Ντόρας

– «Αντώνη γ.. την Ντόρα την π…άνα» φώναζαν οι εκστασιασμένοι οπαδοί μετά το ματς

– Δηλώσεις Σαμαρά: «Τώρα όλα θα μας πάνε δεξιά»

– Σαν βρεγμένη γάτα η Ντόρα, παραδέχτηκε τη συντριβή της.

ΤΟ ΜΗΤΣΟΤΑΚΙΚΟ ΒΗΜΑ

ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ

Βαριά ήττα για την Ντόρα, κόντρα στον ψυχωμένο Σαμαρά

– «Μίλησε» η εμπειρία του Σαμαρά από τη θητεία του στην ΠΟΛ.ΑΝ.

– Παλικαρίσια αποδέχτηκε το αποτέλεσμα η περήφανη Ντόρα

– Προετοιμάζεται ήδη ο Κυριάκος για την επόμενη αναμέτρηση

Ο ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ ΤΗΣ ΝΔ

ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ ΠΕΛΑΤΕΣ!

«Πάτησε» ξανά το Μητσοτακέικο ο Σαμαράς, με ολική επαναφορά στο δεύτερο ημίχρονο της προεκλογικής περιόδου!

– Πώς ο Αντώνης Σαμαράς μεταμορφώθηκε από «προδότη» σε…Σαμαρίνιο

– Η τακτική της νίκης: Πώς εξουδετερώθηκαν οι κατάρες του Επίτιμου

– Το πάρτυ που στήθηκε έξω από το Στάδιο Ρηγίλλης και (Βασιλίσσης) Σοφίας

Η ΝΔ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ ΤΟΥ ΖΟΡΟ!

Μεγάλη εμφάνιση από τον Παναγιώτη Ψωμιάδη, που θα μπορούσε να βγει και δεύτερος, αν δεν υπήρχε το κατεστημένο της Αθήνας.

– Στο νοσοκομείο ο χαλύβδινος Ψωμιάδης, χτυπημένος από ίωση.

– ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ-ΣΟΚ: Ο Μητσοτάκης πίσω από την ασθένεια του Ψωμιάδη! Ο Επίτιμος αστόχησε και οι κατάρες του χτύπησαν λάθος παίκτη!

– ΑΙΣΧΟΣ! «Φιμώνουν» τον Πανίκα! Μιλημένοι γιατροί τον αναγκάζουν σε αφωνία!

ΝΤΟΡΑ, Η ΓΑΤΑ

ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ…

Αφού δυναμίτισαν το κλίμα με προκλητικές δηλώσεις και προεκλογικά «πυροτεχνήματα» και κροτίδες, τα λαμόγια του Σαμαρά νίκησαν με το ζόρι την ηρωική Ντόρα.

– Απίστευτοι κάφροι: Σημάδευαν τη Ντόρα με αεροβόλα και έβριζαν τον πατέρα της!

– Αλητεία του διαιτητή, που δεν απέβαλε με απευθείας κόκκινη κάρτα τον Αβραμόπουλο, για δολοφονικό φάουλ!

– Το δάκρυ του Άρη Σπηλιωτόπουλου μετά το τέλος του ματς

Η ΠΡΑΣΙΝΗ

ΜΠΑΧΑΛΟ ΣΤΗ ΡΗΓΙΛΛΗΣ!

«Βγήκαν τα μαχαίρια» στη ΝΔ από την πρώτη μέρα!

– Αντώνη, Αντώνη, Αντώνη, πάλι ο Γιώργος θα κουνήσει το σεντόνι!

– «Τρίβουν τα χέρια τους» στην Ιπποκράτους με το αποτέλεσμα του χθεσινού αγώνα, σίγουροι για τη νίκη στο επόμενο παιχνίδι με τη Νέα Δημοκρατία

– Απόλυτοι κυρίαρχοι οι «πράσινοι», παίζουν χωρίς αντίπαλο!

ESPRESSO ΣΤΗ ΡΗΓΙΛΛΗΣ

ΣΕΞ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΛΠΗ!

Ποια γνωστή πρώην υπουργός της ΝΔ πραγματοποίησε τη φαντασίωσή της με ανυποψίαστο ψηφοφόρο της βάσης;

– Οικογενειακή τραγωδία στην Καλαμαριά: Πατέρας σκότωσε το γιο του επειδή ψήφισε Ντόρα αντί για Ψωμιάδη

– Σεξουαλικό όργιο σε εκλογικό κέντρο στα Πατήσια, με πρωταγωνίστρια γνωστή βουλευτίνα

– Ποιο πρωτοκλασάτο στέλεχος της ΝΔ αποφάσισε να κλειστεί σε μοναστήρι στο Άγιον Όρος μετά το χθεσινό αποτέλεσμα;


Πολλοί λένε ότι το αρχαιότερο επάγγελμα όλων των εποχών είναι η πορνεία. Κάνουν λάθος. Το αρχαιότερο επάγγελμα στην ανθρώπινη ιστορία είναι η δημοσιογραφία. Βέβαια, εν τη ευρεία εννοία, και η δημοσιογραφία ένα είδος πορνείας είναι. Επομένως, ίσως και να έχουν ένα δίκιο κι οι άλλοι.

Ο πρώτος δημοσιογράφος ήταν ένας νεαρός άνθρωπος των σπηλαίων, ο οποίος ζούσε με τους γονείς του σε ένα ευρύχωρο σπήλαιο, κάπου στην Αλταμίρα. Η καθημερινότητά του ήταν βαρετή: Κάθε πρωί ξυπνούσε, έτρωγε το πρωινό του (σάντουιτς με σαύρα, συνήθως) και μετά δεν είχε τι να κάνει, καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχε σχολείο (αλλά και να υπήρχε, τι θα μάθαιναν τα παιδιά; Γλώσσα δεν υπήρχε, ιστορία δεν υπήρχε, μαθηματικά δεν υπήρχαν…όλο γυμναστική και διάλειμμα θα κάνανε!). Ακόμα χειρότερα, κάποιες φορές η μητέρα του τον ανάγκαζε να τη βοηθήσει στις αγγαρείες του σπιτιού: Σιδέρωμα προβιάς, ξαράχνιασμα και ξενυχτερίδιασμα, πότισμα των θάμνων και τέτοια.

Λογικό ήταν ο ήρωάς μας να προσπαθεί να λείπει από το σπίτι, ώστε να γλιτώνει τις αγγαρείες. Σε μια από αυτές τις βόλτες του, που κρατούσαν ώρες ολόκληρες, είδε κάτι που του άλλαξε τη ζωή: ένας γείτονάς του, που έμενε στη διπλανή σπηλιά, την ώρα που μάζευε λουλούδια για τη γυναίκα του (την οποία μόλις το προηγούμενο βράδυ είχε απατήσει με μια χαριτωμένη πιθηκίνα – οι άντρες δεν έχουν αλλάξει από τότε) δεν πρόσεξε το τριαξονικό μαμούθ που διέσχιζε με μεγάλη ταχύτητα το λιβάδι, με αποτέλεσμα το μαμούθ να τον πολτοποιήσει, μαζί με τα λουλούδια, και να τον παράτησε εκεί αβοήθητο να αφήσει την τελευταία του πνοή. Ήταν το πρώτο καταγεγραμμένο τροχαίο ατύχημα της ιστορίας (κι ας μην είχε τροχούς).

Μετά το αρχικό σάστισμα, ο ήρωάς μας αποφάσισε να επιστρέψει στο χωριό, ώστε να διηγηθεί στους συγχωριανούς του όλα όσα συνέβησαν. Έφτασε στην κεντρική πλατεία, όπου ήταν μαζεμένοι όλοι οι αργόσχολοι άνθρωποι των σπηλαίων και έπαιζαν μια προϊστορική μορφή ταβλιού, αλλά και οι κυνηγοί που είχαν επιστρέψει από το κυνήγι και χαλάρωναν με ένα παγωμένο κοκτέιλ Βlοοdy Mammοth.

Η διήγηση του ήρωά μας ήταν συγκλονιστική. Με άναρθρες κραυγές και έντονες χειρονομίες αποκάλυψε όλες τις λεπτομέρειες του τροχαίου στους εμβρόντητους συγχωριανούς του, που δεν είχαν ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Μετά το τέλος της συγκλονιστικής διήγησής του, όλοι τον επευφήμησαν με ενθουσιώδεις κραυγές και χειροκροτήματα. Ο πρώτος δημοσιογράφος της ανθρώπινης ιστορίας είχε μόλις ολοκληρώσει το πρώτο του ρεπορτάζ.

Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο αναπάντεχη: ο ήρωάς μας έκανε το ταλέντο του επάγγελμα. Τριγυρνούσε όλη τη μέρα σε δάση, βουνά και χωριά, και μόλις βράδιαζε καλούσε τους συγχωριανούς του σε μια μικρή σπηλιά, την οποία είχε επιλέξει επειδή είχε καλή ακουστική και δεν έκαναν αντίλαλο οι κραυγές του. Εκεί οι ‘πελάτες’ του πλήρωναν ένα αντίτιμο (συνήθως ένα μπούτι από μαμούθ ή ένα διακοσμητικό απολίθωμα τριλοβίτη), και ο ήρωάς μας τους διηγείτο όσα είχαν δει τα μάτια του, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και συναρπαστικές περιγραφές. Οι αντιδράσεις του κοινού ήταν πάντα ενθουσιώδεις, και οι θεατές κάθε βράδυ ήταν και περισσότεροι. Δεν ήταν απλά το πρώτο δελτίο ειδήσεων όλων των εποχών, αλλά και το μοναδικό που κατάφερε να πιάσει θεαματικότητα 100%, κάτι που πετύχαινε κάθε μέρα, εκτός κι αν τύχαινε να έχει ματς προϊστορικού Champiοns League, οπότε έχανε αρκετούς θεατές. Είπαμε, δεν ήταν και ο Λαζόπουλος.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο ήρωάς μας έκανε κάποια πολύ σημαντικά ρεπορτάζ, όπως εκείνο για τα σάπια κρέατα μαμούθ που σερβίριζε το πρώτο εστιατόριο της ιστορίας, ή τη συνέντευξη με τον εφευρέτη του τροχού. Ωστόσο, όταν είδε πως το κοινό άρχισε να βαριέται με τις ειδήσεις του, αποφάσισε να τις κάνει λίγο πιο ενδιαφέρουσες, δημοσιοποιώντας κουτσομπολιά για διάφορους συγχωριανούς του, τα οποία έκαναν θραύση κυρίως στον γυναικείο πληθυσμό – μάλιστα, δημιούργησε και ένα μεσημεριανό δελτίο, στο οποίο έλεγε αποκλειστικά τέτοια κουτσομπολιά, το λεγόμενο και ‘μεσημεριανάδικο’.

Δυστυχώς, το τέλος του ήταν τραγικό: Ενώ διερευνούσε μια υπόθεση πολιτικής διαφθοράς, για κάτι μίζες που έπαιρνε ένας πολιτικός της εποχής, εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Κανείς δεν τον ξαναείδε έκτοτε. Το πιο πιθανό είναι ότι τον δολοφόνησαν επειδή ήξερε πολλά, ενώ μια φήμη της εποχής έλεγε πως τον είχε πολτοποιήσει κι αυτόν ένα μαμούθ, την ώρα που έπαιρνε συνέντευξη από την ερωμένη ενός επιφανούς συγχωριανού του. Όπως και να’χει, ο πρώτος δημοσιογράφος πέθανε πάνω στο καθήκον.

Τη βαριά κληρονομιά που άφησε πίσω του την εκμεταλλεύτηκε ένας αδίστακτος επιχειρηματίας της εποχής, ο οποίος ανέλαβε τη διαχείριση του δελτίου ειδήσεων, δίνοντας περισσότερη έμφαση στο κουτσομπολιό και δημιουργώντας ψεύτικες ειδήσεις όταν έβλεπε τη θεαματικότητα να πέφτει. Επίσης, αυτός ήταν που διέκοψε για πρώτη φορά δελτίο ειδήσεων για να διαφημίσει ένα προϊόν της εποχής (μία αλοιφή για το δάγκωμα της νυχτερίδας), αλλά και ο πρώτος που έκανε έκτακτο δελτίο ειδήσεων, όταν ένας ισχυρός σεισμός έπληξε την περιοχή (αν και τελικά αποδείχθηκε πως ήταν απλά ένας βροντόσαυρος που είχε ξεμείνει από την Ιουρασική περίοδο).

Ε, τα υπόλοιπα τα ξέρετε…