Συνήθως φωτογραφίζω πράγματα που μου αρέσουν. Κυρίως συνθήματα σε τοίχους – λατρεύω τα αναρχικά συνθήματα. Στην πλειοψηφία τους είναι έξυπνα, χιουμοριστικά και πραγματικά, τόσο πραγματικά που ταυτίζομαι απόλυτα μαζί τους. Στους τοίχους των Εξαρχείων μπορείς να βρεις δεκάδες τέτοια συνθήματα, όρεξη να’χεις να περπατάς και μπαταρία να φωτογραφίζεις. Πριν από λίγα χρόνια, μία βόλτα στα Εξάρχεια (στη Νεάπολη, συγκεκριμένα) με έβγαλε σε αυτό το stencil, που ήταν πατημένο σε 4-5 διαφορετικά σημεία. «Εθνική Ελλάδος άντε γαμήσου», έγραφε, πάνω από τις μορφές της ενδεκάδας της Εθνικής ποδοσφαίρου που κατέκτησε το Euro 2004. Αν και δε συμφωνούσα καθόλου, και είχα πανηγυρίσει έξαλλα αυτήν την κατάκτηση, το φωτογράφισα.

Το 2004 ήταν μία πολύ ενδιαφέρουσα χρονιά για την Ελλάδα. Ολυμπιακοί Αγώνες, Ευρωπαΐκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου – αλήθεια, θυμόμαστε τίποτα άλλο από εκείνη τη χρονιά; Ή μήπως στο προτασιακό δίκτυο του εγκεφάλου μας η έννοια «2004» ταυτίζεται απόλυτα με τις έννοιες «Χαριστέας», «Πειρατικό», «Κεντέρης-Θάνου», «Ολυμπιακοί» και δεν αφήνει περιθώριο για τίποτα άλλο;

Κι όμως, συνέβησαν πολλά. Σκάνδαλα, πολιτικές ανακατατάξεις, εργατικά ατυχήματα,αμέτρητα σημαντικά γεγονότα. Αλλά δε θυμόμαστε τίποτα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση η «αμνησία» μας δεν οφείλεται μόνο στη συλλογική μνήμη χρυσόψαρου που φαίνεται ότι διαθέτουμε συνήθως σε πολιτικά θέματα (αλλά σε θέματα ιστορίας «θυμόμαστε» μέχρι και την κάθοδο των Δωριέων), αλλά στη γενική αίσθηση ευφορίας και «εθνικής ανάτασης» που κυριαρχούσε τότε στη χώρα.

Πραγματικά, αν το 2004 δεν ήσουν «εθνικά υπερήφανος», σε θεωρούσαν περιθωριακό. Δηλαδή τι άλλο ήθελες; Η Ελλάδα είχε μπει στο μάτι όλων. Είχε αναδειχθεί κορυφαία ποδοσφαιρική δύναμη της Ευρώπης, είχε διοργανώσει με επιτυχία τη σημαντικότερη αθλητική διοργάνωση του κόσμου και σύντομα θα κατακτούσε μία ακόμα αθλητική διοργάνωση, το Eurobasket 2005, αλλά και την Eurovision, αποδεικνύοντας και τον «πολιτισμό» της. Στον αθλητισμό και τον «πολιτισμό», ήμασταν πρώτοι. Βέβαια, στην παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη, την εγκληματικότητα και σε ένα σωρό άλλες κατηγορίες, η Ελλάδα ήταν πολύ πιο πίσω – αλλά ποιος τα χρειάζεται αυτά; Μπορείς να είσαι εθνικά υπερήφανος επειδή έχεις το καλύτερο υγειονομικό σύστημα του κόσμου; Όχι; Ε, τότε ας ρίξουμε κι άλλα λεφτά στην Eurovision.

Ωστόσο, η Εθνική Ελλάδος δε φταίει σε τίποτα, και σε αυτό είναι που διαφωνώ κυρίως με το stencil. Η Εθνική ποδοσφαίρου και η αντίστοιχη του μπάσκετ αποτελούνται από ανθρώπους επαγγελματίες, που απλά κάνουν τη δουλειά τους. Αν την κάνουν καλά, κερδίζοντας διεθνείς διοργανώσεις, καλό γι’αυτούς: Θα πάρουν ένα γερό μπόνους, μία καλή αύξηση, μία μεγάλη μεταγραφή, και φυσικά θα θεωρούνται Θεοί από τους συμπατριώτες τους – τουλάχιστον μέχρι την επόμενη αποτυχία, οπότε και θα ξεχαστούν όλα και θα περάσουμε στη συνηθισμένη μας κατάσταση μίρλας και απαξίωσης.

Γιατί, όμως, μία αθλητική επιτυχία πρέπει να θεωρείται λόγος εθνικής υπερηφάνειας; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αξίζει λεπτομερή ανάλυση σε τόμο κοινωνιολογίας και/ή ψυχολογίας. Γιατί φυσικά δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο: Όταν το 1950 η Βραζιλία έχασε στο Μαρακανά το Παγκόσμιο Κύπελλο από την Ουρουγουάη, υπήρχε κόσμος που αυτοκτόνησε ή πέθανε από καρδιακή προσβολή. Οι παίκτες που αγωνίστηκαν στον τελικό μπήκαν σε «μαύρη λίστα», και ειδικά ο τερματοφύλακας της ομάδας στιγματίστηκε για ολόκληρη τη ζωή του. Η ήττα της ποδοσφαιρικής ομάδας της Βραζιλίας ισοδυναμούσε με εθνική καταστροφή. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε πόσα καθεστώτα, κυρίως δικτατορικά, χρησιμοποίησαν το ποδόσφαιρο κυρίως, αλλά και όποιο άθλημα μπόρεσαν να βρουν πρόχειρο, για να εμπνεύσουν «εθνική υπερηφάνεια» στους πολίτες (και άρα να αποτρέψουν τυχόν κινήσεις ενάντια στο «πατριωτικό» καθεστώς).

Όσο κι αν δεν αρέσει καθόλου σε εμάς τους ποδοσφαιρόφιλους, οφείλουμε να το παραδεχτούμε: Το ποδόσφαιρο είναι το σύγχρονο όπιο των λαών, όταν η θρησκεία δεν πιάνει. Μάλιστα, το ποδόσφαιρο είναι πιο αποδοτικό από τη θιρησκεία, επειδή είναι εξ ορισμού «εθνικό». Ένας Έλληνας μπορεί να μην είναι Χριστιανός Ορθόδοξος (ευτυχώς έχει ξεπεραστεί κάπως αυτή η αγκύλωση πια), αλλά δεν μπορεί να μην είναι Εθνική Ελλάδος. Το κακό του, από την άλλη, είναι πως δεν είναι και τόσο εύκολο να το ελέγξεις. Στο Χριστιανό θα πεις ότι όταν πεθάνει θα πάει στον Παράδεισο και θα την περνάει ζωή και κότα, και δε θα ζήσει ποτέ για να έρθει να σου αποδείξει πως έλεγες ψέματα. Στον ποδοσφαιρόφιλο τι θα πεις; Ότι κάποτε η Ελλάδα θα κατακτήσει το Μουντιάλ;

Και όταν το ποδόσφαιρο δεν πηγαίνει καλά; Ε, θα βρούμε κάτι άλλο. Το μπάσκετ, ας πούμε. Και – γιατί όχι; – ο στίβος. Ο στίβος, βέβαια, αχρηστεύτηκε μετά το σκάνδαλο Κεντέρη-Θάνου, αλλά πού ξέρεις, μπορεί να ξεπεταχτεί κάποια στιγμή ένα νέο παιδί που θα κάνει τα 100 μέτρα σε 8 δευτερόλεπτα και ξαφνικά θα ξεχάσουμε και ντόπες, και ατυχήματα, και Τζέκους, και τα πάντα.

Δε λέω ότι δεν έχεις λόγο να χαρείς με την επιτυχία ενός συμπατριώτη σου. Ασφαλώς και θα χαρείς περισσότερο αν το Μουντιάλ το πάρουν ο Γκέκας, ο Καραγκούνης και ο Τοροσίδης, παρά αν το πάρουν ο Γκόμες, ο Μίλερ και ο Κεντίρα, αλλά μέχρι εκεί. Ούτε βλακείες για το «ελληνικό DNA του νικητή», ούτε αλαζονεία και μεγαλοστομίες. Και, αλήθεια, αν κατεβαίνουμε μαζικά στην Ομόνοια να πανηγυρίσουμε για τη νίκη ενός αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος σε ένα παιχνίδι (γιατί ας μην ξεχνάμε ότι και το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ παιχνίδια είναι, τουλάχιστον για εμάς που τα παρακολουθούμε από τους καναπέδες μας), τότε τι θα έπρεπε να κάνουμε όταν μία νεαρή Ελληνίδα βιολόγος βραβεύεται ως η καλύτερη νέα ερευνήτρια στον κόσμο για το 2011; Δηλαδή μόνο η μπάλα και η Eurovision μας προκαλούν μαζική υστερία; Ή μήπως είχαμε έξαλλους πανηγυρισμούς όταν κέρδισε το Νόμπελ ο Ελύτης; (δε ζούσα και δεν ξέρω, αλλά υποψιάζομαι πως όχι)

Εθνική Ελλάδος, μην πας να γαμηθείς. Συνέχισε να κάνεις αυτό που κάνεις. Αυτοί που όντως πρέπει να πάνε να γαμηθούν είναι αυτοί που ανάγουν τις επιτυχίες και τις αποτυχίες σου σε εθνικά θέματα (ποιος ξεχνάει την αντίδραση του Γιακουμάτου όταν χάσαμε στο ποδόσφαιρο 1-4 από την Τουρκία;) για να επωφεληθούν οι ίδιοι, λες και ήταν αυτοί που ίδρωσαν σε ένα γήπεδο για να πάρουν τη νίκη. Και οι πρώτοι που πρέπει να τους γαμήσουν είστε εσείς οι ίδιοι.


Αν μπορούσε κανείς με κάποιον τρόπο να τοποθετήσει όλες τις λέξεις σε ένα καρτεσιανό σύστημα συντεταγμένων και να μετρήσει τις αποστάσεις μεταξύ τους, οι λέξεις που θα είχαν τη μεγαλύτερη απόστασή ανάμεσά τους θα ήταν η «θεωρία» και η «πράξη». Γιατί το «άσπρο» μπορεί κάλλιστα με ένα μαρκαδοράκι να γίνει «μαύρο» και το «αριστερό» μπορεί με μία απλή αλλαγή προοπτικής να γίνει «δεξί», αλλά η θεωρία θέλει κάτι πολύ παραπάνω για να γίνει πράξη. Γι’αυτό και συνήθως παραμένει θεωρία.

Η θεωρία λέει ότι στις δημοκρατικές χώρες ο λαός επιλέγει ποιος θα τον κυβερνά. Στην πράξη, είναι οι ίδιοι οι μελλοντικοί κυβερνήτες που υπαγορεύουν στο λαό ποιον θα ψηφίσει.

Η θεωρία λέει ότι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης υπάρχουν για να ενημερώνουν τον κόσμο για όσα συμβαίνουν, αμερόληπτα, ανεξάρτητα και αντικειμενικά. Στην πράξη, τα ΜΜΕ εξυπηρετούν δικά τους συμφέροντα, εξαρτώνται από πολιτικές δυνάμεις και προβάλλουν μόνο τις ειδήσεις που ταιριάζουν με την ατζέντα του αφεντικού τους.

Η θεωρία, επίσης, λέει ότι η αστυνομία οφείλει να υπηρετεί τον ελληνικό λαό (έτσι λέει το Σύνταγμα, δηλαδή). Στην πράξη, η αστυνομία υπηρετεί την εκάστοτε κυβέρνηση και τίθεται αντιμέτωπη με τον ελληνικό λαό όποτε κρίνεται σκόπιμο. Όπως επίσης η θεωρία λέει ότι είναι αναφαίρετα δικαιώματα των πολιτών η διαδήλωση και η απεργία όταν νιώθουν πως θίγονται τα δικαιώματά τους, όμως στην πράξη κάθε φορά που αυτά συμβαίνουν, πάντα βρίσκεται κάποιος εισαγγελέας να κηρύξει την απεργία παράνομη και καταχρηστική και κάποιος Υπουργός Προ.Πο. να δώσει εντολή στα ΜΑΤ να διαλύσουν τη διαδήλωση.

Και φυσικά, για να μη λέμε μόνο αυτά που μας συμφέρουν, στη θεωρία η πλειοψηφία του ελληνικού λαού θέλει να φύγει από την εξουσία αυτή η αποτυχημένη κυβέρνηση, όμως στην πράξη λίγοι (σχετικά) είναι αυτοί που κατεβαίνουν στις πορείες και συμμετέχουν σε ομάδες και δράσεις που υπάρχουν γι’αυτόν τον σκοπό.

Ο φόβος είναι η κλειδαριά που μας κρατάει φυλακισμένους στα σπίτια μας, ανήμπορους να αντιδράσουμε. Ο φόβος ότι η χώρα θα χρεωκοπήσει και δεν θα έχουμε ούτε καν αυτόν τον πενιχρό μισθό που έχουμε τώρα. Ο φόβος ότι θα χάσουμε τη δουλειά μας. Ο φόβος ότι θα μας βρουν τα ξημερώματα σφαγμένους από κάποιον μαχαιροβγάλτη. Ο φόβος ότι αν κατέβουμε σε μία πορεία στο κέντρο θα μας σαπίσουν στο ξύλο. Ο φόβος ότι από τις δικές μας προσωπικές αποφάσεις εξαρτάται το μέλλον της χώρας.

Όμως ο φόβος είναι ένα συναίσθημα διόλου εποικοδομητικό. Κανείς ποτέ δεν πέτυχε τίποτα με τον φόβο, εκτός από το να περάσει μία ζωή μέσα στην ανασφάλεια και τη μιζέρια. Ο φοβισμένος άνθρωπος δεν διεκδικεί τίποτα, γιατί φοβάται τις συνέπειες – και άρα δεν κατακτά και τίποτα, γιατί αν δεν διεκδικήσεις, κανείς δε θα σου χαρίσει από την καλή του την καρδιά. Μία κυβέρνηση λατρεύει τους τρομοκρατημένους πολίτες, γιατί ξέρει ότι μπορεί να τους κάνει ό,τι θέλει χωρίς να ανησυχεί. Εντάξει, μπορεί οι τρομοκρατημένοι πολίτες να την καταψηφίσουν μετά από τέσσερα χρόνια – ε, και; Τέσσερα χρόνια είναι υπεραρκετά για να δημιουργηθούν αμύθητες περιουσίες στις πλάτες ενός τρομοκρατημένου λαού. Κι αν δε φτάσουν, σε 8 χρόνια θα είναι πάλι στην κυβέρνηση για να κάνουν ακόμα περισσότερα.

Όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, συμβαίνουν επειδή εμείς επιτρέψαμε να συμβούν. Αρχικά τα επιτρέψαμε με την συγκατάβασή μας, περιμένοντας κι εμείς να επωφεληθούμε από αυτά. Μετά επιδείξαμε ανοχή, δεχόμενοι μία σειρά από δύσκολα μέτρα που υποτίθεται ότι μακροπρόθεσμα θα έκαναν τη ζωή μας καλύτερη. Τώρα πια το μόνο που μας έμεινε είναι ο φόβος ότι αυτό το σάπιο οικοδόμημα θα καταρρεύσει και θα θαφτούμε κάτω από τα ερείπιά του. Έχουμε παραλύσει από τον φόβο και θα κάνουμε ό,τι μας πουν προκειμένου να «σωθεί» αυτή η χώρα. Το πρόβλημα είναι ότι και να σωθεί η χώρα, θα έχει στο μεταξύ καταστραφεί ο λαός της. Ο λαός είναι που πρέπει να σωθεί, όχι η χώρα. Η χώρα ας πάει στα τσακίδια. Χωρίς λαό, είναι απλά χώμα και νερό.

Κι εγώ φοβάμαι. Όλοι φοβόμαστε, δεν είναι ντροπή. Φοβάμαι γι’αυτό που θα ζήσω αύριο στην πορεία. Φοβάμαι, γιατί έχω δει (και εν μέρει έχω ζήσει) τα κυνηγητά στα στενά της Μητροπόλεως, τα δακρυγόνα στους σταθμούς του μετρό, το ξύλο σε απλούς, ακίνδυνους διαδηλωτές, τα γεμάτα σακίδια που φορτώνονται σε αθώους, ξυλοφορτωμένους διαδηλωτές, την ασφυξία, το κάψιμο στα μάτια, τους προβοκάτορες με τις κουκούλες. Ξέρω ότι πιθανόν να κινδυνεύσω να λιποθυμήσω, να ποδοπατηθώ, να πάθω ασφυξία, να χτυπηθώ με γκλομπ στο κεφάλι, δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Αλλά νιώθω πως πρέπει να το κάνω. Χρέος προς τον εαυτό μου. Γιατί είναι και κάτι άλλο που φοβάμαι: Φοβάμαι ότι κάποτε το παιδί μου θα γυρίσει και θα με ρωτήσει τι έκανα εγώ όσο συνέβαιναν όλα αυτά στη χώρα μου. Και δεν θα ήθελα η απάντησή μου να είναι «καθόμουν στο κρεβάτι μου και έπαιζα Championship Manager», ούτε και «α, εγώ δεν έχω ιδέα απ’όλα αυτά, ήμουν στο εξωτερικό» (ψέμα, αλλά πιστευτό). Θέλω η απάντησή μου να είναι «πάλεψα, διαμαρτυρήθηκα, αντιστάθηκα». Κι αν η συνέχεια είναι «…αλλά δεν τα κατάφερα», ελπίζω πως θα με κοιτάξει συγκαταβατικά, θα με χτυπήσει στον ώμο και θα μου πει «τουλάχιστον προσπάθησες…».

Ας κατεβούμε όσοι μπορούμε στις πορείες. Ξέρω πως δεν είναι εύκολο για τον καθένα, ειδικά για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους – ούτε κι εγώ θα μπορούσα να συμμετέχω αν δεν είχε συμβεί αυτό που συνέβη χθες. Όμως οι υπόλοιποι πρέπει να είμαστε εκεί. Άνεργοι, συνταξιούχοι, δημόσιοι υπάλληλοι, φοιτητές, όλοι. Ας αφήσουμε τον φόβο μας στο σπίτι, αντί να καθόμαστε να του κάνουμε παρέα. Ας τους δείξουμε πως δεν μπορούν να μας κάνουν ό,τι θέλουν, στηριζόμενοι στον φόβο μας. Ξέρω ότι είναι δύσκολο και ίσως μάταιο να ζητάω κάτι τέτοιο από έναν άνθρωπο που τον πνίγουν τα χρέη και βλέπει την οικογένειά του να μαραζώνει, και είναι εξίσου μάταιο να το ζητάω από έναν άνθρωπο που αποτέλεσε μέρος αυτού του συστήματος για χρόνια, βοηθώντας στην εδραίωσή του και βοηθούμενος και ο ίδιος από αυτό, και τώρα δεν ξέρει τι να κάνει ή τι να νιώσει. Και σίγουρα είναι δύσκολο να το ζητάω από κάποιον που του έχουν μάθει πως πρέπει να μισεί τον συμπολίτη του για να αποκομίζει ο ίδιος μεγαλύτερο κέρδος. Όμως πρέπει. Για όλους μας.

Θυμάσαι το «V for Vendetta»; «Δεν πρέπει να φοβούνται οι πολίτες την κυβέρνησή τους, αλλά η κυβέρνηση τους πολίτες». Μήπως είναι καιρός έστω να το προσπαθήσουμε;


Έχεις ένα λευκό notepad μπροστά σου. Οι επιλογές σου είναι απεριόριστες. Μπορείς να γράψεις το ημερολόγιό σου, πώς πέρασες τη μέρα σου, τι έφαγες το μεσημέρι, πράγματα που δεν ενδιαφέρουν κανέναν απολύτως, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο θεωρείς ότι όλοι πρέπει να γνωρίζουν γι’αυτά. Μπορείς να γράψεις ένα μυθιστόρημα τύπου Χάρι Πότερ, ελπίζοντας ότι κάποτε θα χεστείς κι εσύ στο τάλιρο από τα δικαιώματα. Μπορείς να γράψεις μία μόνο λέξη, και αυτή η λέξη να βγάζει τόσα συναισθήματα, τόσες σκέψεις και τόσους συνειρμούς όσους δεν μπορεί να προκαλέσει ένα ολόκληρο βιβλίο. Μπορείς να αρχίσεις να πληκτρολογείς τυχαία γράμματα στο πληκτρολόγιο, ελπίζοντας πως μέσα στα αλαμπουρνέζικα που θα γράφεις θα σου φανερωθεί η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις του κόσμου (αν, φυσικά, δεν γνωρίζεις ακόμα ότι η απάντηση αυτή είναι «42»).

Αλλά ξέρεις κάτι; Στην πραγματικότητα, αυτές τις μέρες έχεις μόνο δύο επιλογές: Ή θα γράψεις κάτι σχετικά με την επικαιρότητα, δηλαδή τα σενάρια πτώχευσης, τα CDS, το ΠΑΣΟΚ, και όλα αυτά τα στενάχωρα, ή θα αφήσεις το notepad κενό και θα πέσεις για ύπνο, ελπίζοντας είτε να ξυπνήσεις και να έχουν αλλάξει όλα στον κόσμο, είτε έστω να δεις ένα λίγο χαρούμενο όνειρο, μήπως και μπορέσεις να γράψεις κάτι διαφορετικό αύριο το πρωί.

Δεν είναι ότι δε μου αρέσει να γκρινιάζω – το λατρεύω. Πάντα έλεγα ότι η γκρίνια είναι υγεία γι’αυτόν που γκρινιάζει και αρρώστια για όλους τους άλλους – αλλά ποιος τους χέζει τους άλλους, ε; Εμείς να ξεθυμάνουμε, να πούμε τον πόνο μας, να βγάλουμε τα βάσανά μας και τον χειρότερο εαυτό μας να πάρουν αέρα, κι οι άλλοι να πάνε να γαμηθούν. Το θέμα είναι ότι και οι «άλλοι» κάποια στιγμή βαριούνται την γκρίνια σου. Γιατί και ο άλλος έχει τα δικά του προβλήματα, και όταν εσύ γκρινιάζεις για το σπασμένο σου τακούνι σε κάποιον που κινδυνεύει τον άλλο μήνα να μην έχει να ταΐσει το παιδί του μπορεί να μην το καταλαβαίνεις, αλλά γίνεσαι λίγο μαλάκας. Και, ας μην κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου, ας μην κοιτάζω το δέντρο και χάνω το δάσος, ας μην πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό, ας μη φυτρώνω εκεί που δε με σπέρνουν (άκυρο αυτό το τελευταίο, αλλά ήθελα να συμπληρώσω το κουαρτέτο των κλισέ φράσεων): Υπάρχουν άνθρωποι σε πολύ χειρότερη κατάσταση από μένα. Και όταν το σκέφτομαι αυτό, ξαφνικά καταπίνω τη γλώσσα μου και συνειδητοποιώ πόσο απαίσια γεύση έχει (το δηλητήριο θα φταίει).

Βέβαια, θα μου πεις ότι πάντα θα υπάρχουν χειρότερα – αν πάντα βάζαμε στη ζυγαριά τα δικά μας προβλήματα και τα προβλήματα κάποιων άλλων, η πλάστιγγα συνήθως θα έγερνε προς το μέρος τους, και είναι κι αυτός ένας από τους λόγους που οι περισσότεροι απεχθανόμαστε τις ζυγαριές, πέρα από το ότι όταν ανεβαίνεις πάνω τους λένε πάντα ψέματα για να σου τσακίσουν την ψυχολογία. Θα σκεφτόμασταν το στερεότυπο παιδάκι της Σομαλίας με την κοιλιά τούμπανο και τις μύγες να κόβουν βόλτες γύρω-γύρω και θα κάναμε τουμπεκί ψιλοκομμένο.

Αλλά είναι αυτή η γαμημένη η ανθρώπινη φύση, που μας κάνει τόσο εγωιστές που με το που περνάμε μπροστά από καθρέφτη, βλέπουμε μόνο το είδωλό μας και ξεχνάμε ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα εκεί έξω. Κοιταζόμαστε τον πρώτο τυχόντα καθρέφτη αυτοκινήτου, αυτοθαυμαζόμαστε και δεν βλέπουμε ότι μέσα στο αυτοκίνητο είναι δεμένοι και φιμωμένοι τρεις άνθρωποι και δίπλα τους είναι τοποθετημένη μία βόμβα που σύντομα θα σκάσει. Λίγο πιο δεξιά να κοιτάζαμε, θα το βλέπαμε. Και θα τους γλιτώναμε. Και θα γλιτώναμε κι εμείς, γιατί όταν σκάσει η βόμβα δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος ότι βρίσκεσαι σε ασφαλή απόσταση. Αυτό που δε βλέπεις (καλύτερα: αυτό που αρνείσαι να δεις) είναι κανό να σε σκοτώσει, μην αμφιβάλλεις.

Στην πραγματικότητα, στο μόνο που είμαστε όλοι οι άνθρωποι ενωμένοι είναι στην γκρίνια – αλλά μόνο αν γκρινιάζουμε για το ίδιο πράγμα. Πάρε παράδειγμα το μετρό: Πάντα θα βρεθεί μία γιαγιά που θα γκρινιάξει για τον κλιματισμό. Είτε επειδή υπάρχει, είτε επειδή δεν υπάρχει, αναλόγως την εποχή. Όμως θα γκρινιάξει. Και θα βρει υποστηρικτές στην γκρίνια της, θα έρθει κι ένας παππούς και θα πει «μα είναι πράγματα αυτά, να μας έχουν χωρίς κλιματισμό;», και μετά θα μπει στην κουβέντα και μια μεσόκοπη κυρία και θα πει «δεν υπάρχει κράτος, μόνο τις καρέκλες τους σκέφτονται», και μετά κάποιος κακομοιριασμένος κύριος θα προσθέσει «φταίνει αυτοί που τους ψηφίζουν, τους άχρηστους, τα λαμόγια», και το βαγόνι θα φτάσει ένα σημείο πριν τη λαϊκή εξέγερση, την οποία όμως θα αποτρέψει η άφιξη του μετρό στο Σύνταγμα, οπότε όλοι θα πρέπει να κατέβουν και δεν έχουν χρόνο για επαναστάσεις και άλλες τέτοιες αηδίες. Όταν γκρινιάζεις με παρέα, η γκρίνια είναι πραγματική απόλαυση. Δεν πετυχαίνεις τίποτα, αλλά νιώθεις καλύτερα με τον εαυτό σου.

Αν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στην γκρίνια και στο «κάτι παραπάνω», το ένστικτό μας θα μας οδηγήσει αυτομάτως στην γκρίνια, γιατί είναι πολύ πιο απλή, χωρίς γραφειοκρατικές διαδικασίες, μπορείς να την κάνεις και μόνος σου, χωρίς την ανάγκη των άλλων, και γενικά είναι το φαστφουντάδικο των αντιδράσεων: Γρήγορη, εύκολη και φτηνή. Το «κάτι παραπάνω», από την άλλη, είναι το γκουρμέ εστιατόριο των αντιδράσεων: Περιμένεις πολλή ώρα μέχρι να σερβιριστείς (γιατί το καλό πράγμα αργεί να γίνει), πρέπει να κλείσεις τραπέζι μήνες νωρίτερα, γιατί όταν σου καπνίσει εσένα να πας να φας μπορεί να είναι όλα ρεζερβέ, και φυσικά δεν είναι καθόλου φτηνό. Είναι τόσο ακριβό, που μπορεί να χρειαστεί να πουλήσεις μέχρι και τα σώβρακά σου για να μπεις μέσα. Όμως όταν βγαίνεις έξω, δε νιώθεις αυτό το αίσθημα του ανικανοποίητου που αναπόφευκτα αφήνει η γκρίνια. Γιατί εντάξει, γκρινιάζεις, ξεσπάς. Αλλά δε σου φτάνει. Σαν τα χάμπουργκερ των Goody’s: Τρως ένα, αλλά δε σου αρκεί. Θες και κάτι παραπάνω. Αλλά αν επιμένεις να βολεύεσαι με τα χάμπουργκερ, ε τότε θα πεινάς για μια ζωή. Και θα είναι δική σου επιλογή.

Και τώρα που γκρίνιαξα για όλα αυτά, πάω να φάω ένα χάμπουργκερ. Αλλά λέω να ρίξω μια ματιά στα διαθέσιμα γκουρμέ εστιατόρια, να δω πότε έχουν ελεύθερα τραπέζια για μία επίσκεψη. Βαρέθηκα τα χάμπουργκερ.


Αγαπητό ημερολόγιο,

υπάρχουν κάποιες παροιμίες και λαϊκές εκφράσεις οι οποίες είναι πραγματικά σοφές, βγαλμένες από τη ζωή και αληθινές πέρα ως πέρα. Ωστόσο, αυτές οι σοφές εκφράσεις είναι ελάχιστες συγκριτικά με εκείνες που μοιάζουν να κατασκευάστηκαν περίτεχνα, μόνο και μόνο για να περάσουν υποσυνείδητα σε όλους μας κάποια σατανική ατζέντα. Και στην κορυφή αυτών των εκφράσεων βρίσκεται, με σχετική άνεση, η φράση «εσύ θα’πρεπε να πιάνεις την πέτρα και να την στύβεις».

Να σου εξηγήσω, αγαπητό μου ημερολόγιο, τι σημαίνει αυτή η έκφραση με απλά λόγια; Σημαίνει «ό,τι κι αν σου συμβαίνει, όσο στραβά κι αν σου πηγαίνουν τα πράγματα, όσα εμπόδια κι αν σου βάζει ο κόσμος, είσαι νέος άνθρωπος και δεν πρέπει να σε επηρεάζει τίποτα από όλα αυτά. Εμείς είμαστε πια μεγάλοι άνθρωποι και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για το χάος που σου κληροδοτήσαμε, αλλά εσύ έχεις νιάτα, έχεις αντοχή και έχεις όλη την απαιτούμενη ψυχική δύναμη για να τα φέρεις όλα τούμπα! So long, sucker!».

Όμως, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Και, αν κάτι πρέπει να κάνουμε με τις πέτρες, είναι να τις πετάξουμε σε αυτούς που λένε τέτοιες παπαριές – ακέραιες, όχι στυμμένες. Γιατί ναι, μπορεί ως νέοι να διαθέτουμε μεγαλύτερες αντοχές, καλύτερα μυαλά και γενικά να είμαστε μια βελτιωμένη βερσιόν των μπαμπάδων και των μαμάδων μας, όμως τι να την κάνεις την αντοχή και το μυαλό αν σου λείπει η ελπίδα; Και ναι, θα παλέψω για ένα καλύτερο μέλλον, κι εγώ και η γενιά μου, ακριβώς επειδή δεν έχουμε καμία άλλη επιλογή – αλλά είναι θράσος, ρε φίλε, να με κατηγορείς ότι θα έπρεπε να κάνω περισσότερα πράγματα για να διορθώσω τα χάλια που εσύ και η δική σου γενιά μου κληροδοτήσατε. Θράσος. Πάρε εσύ την πέτρα και βάλ’την εκεί που ξέρεις.

Από την άλλη, υπάρχουν κι αυτές οι ιστορίες που σε εμψυχώνουν και σε κάνουν να σκέφτεσαι ότι όλα γίνονται σε αυτήν τη ζωή, αρκεί να υπάρχει θέληση. Φυσικά, τις περισσότερες από αυτές τις έχουν γράψει ο Αίσωπος και ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και δύσκολα τις παίρνεις στα σοβαρά, όμως τουλάχιστον μία από αυτές τις ιστορίες την έζησα ο ίδιος, και θα ήθελα να τη μοιραστώ μαζί σου.

Ήταν πριν από πέντε χρόνια, αν θυμάμαι καλά. Χειμώνας, και μάλιστα σχετικά βαρύς, όχι σαν τον φετινό που σε εμπνέει ακόμα να τρως κάθε μέρα παγωτά. Στην πιλοτή της πολυκατοικίας είχε εγκατασταθεί, άγνωστο πώς, μία συμπαθέστατη (αν και ασχημούλα) αδέσποτη γάτα. Τριβόταν στα πόδια όλων των ενοίκων (εκτός από αυτούς που την κλωτσούσαν – παντού υπάρχει ένα στραβόξυλο) και πάντα κάποιος βρισκόταν να την ταΐσει. Κάποια στιγμή, λοιπόν, αυτή η γάτα («Κόφι» την είχαμε βγάλει, γιατί το τρίχωμά της είχε διάφορες καφετί αποχρώσεις), έμεινε έγκυος. Για τους επόμενους μήνες, την προσέχαμε και την ταΐζαμε περισσότερο. Ωστόσο, ήταν φανερό πως δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα με το όλο και πιο τσουχτερό κρύο. Όποτε έβρισκε ευκαιρία τρύπωνε μέσα στην πολυκατοικία και καθόταν κάτω από το καλοριφέρ του ισογείου, όπου είχε ζέστη.

Μια μέρα δεν την είδαμε καθόλου. Την χάσαμε. Σκεφτήκαμε ότι μάλλον θα είχε πάει κάπου να γεννήσει, όπως συνηθίζουν οι γάτες. Έτσι, δεν ανησυχήσαμε καθόλου, ενώ δε δώσαμε καμία σημασία στη γάτα του σπιτιού, η οποία έδειχνε αδικαιολόγητα νευρική και ταραγμένη. Και το βράδυ, όπως κάθε Δευτέρα, στηθήκαμε με την Δ. στον καναπέ του σαλονιού για να δούμε το «Παρά Πέντε». Κάπου προς το τέλος του επεισοδίου, ακούστηκαν δυνατά νιαουρίσματα. Φανταστήκαμε ότι κάπου γεννούσε η Κόφι. Ωστόσο, δεν μπορούσαμε με τίποτα να φανταστούμε ΠΟΥ γεννούσε: Κάτω από τον καναπέ, τον ίδιο καναπέ στον οποίο καθόμασταν για ώρες εκείνη τη μέρα και δεν είχαμε καταλάβει τίποτα! Έτσι, από το πουθενά βρεθήκαμε με τρία νεογέννητα γατάκια και μία εξαντλημένη μαμά κάτω από τον καναπέ!

Φαίνεται πως η Κόφι είχε από το μεσημέρι σκαρφαλώσει από τον τοίχο, είχε τρυπώσει στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και είχε κρυφτεί κάτω από τον καναπέ, αναζητώντας ένα ασφαλές μέρος για να γεννήσει. Και η μόνη που το είχε καταλάβει ήταν η γάτα μας, η οποία όμως δεν της επιτέθηκε, όπως είχε κάνει παλιότερα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Αυτή, λοιπόν, είναι μία πραγματική ιστορία για το πώς όταν έχεις απόλυτη ανάγκη από κάτι, θα κάνεις τα πάντα για να το πετύχεις. Μήπως, λοιπόν, τελικά η ζωή δεν είναι και τόσο δύσκολη όσο νομίζουμε, αλλά απλά δεν παλεύουμε όσο θα’πρεπε για να πετύχουμε αυτά που αναζητάμε; Μπορεί. Μπορεί να είμαι ένας κοινός γκρινιάρης, ανεπρόκοπος, τεμπέλης, χαραμοφάης νεαρός άνεργος. Αλλά, ακόμα κι έτσι να είναι, τον επόμενο που θα μου πει ότι «θα’πρεπε να πιάνω την πέτρα και να την στύβω», θα τον πάρω με τις πέτρες. Γιατί κανένας δεν μπορεί να σε κρίνει εκ του ασφαλούς, όταν δεν έχει βρεθεί ποτέ στη θέση σου. Πόσο μάλλον όταν, εν μέρει, ευθύνεται κι αυτός για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί.

Και σε αυτό το σημείο θέλω να δώσω έναν ιερό όρκο: Αν ποτέ στη ζωή μου ξεστομίσω τη φράση «εσύ θα’πρεπε να πιάνεις την πέτρα και να την στύβεις», θέλω να με συλλάβουν, να με σαπίσουν στο ξύλο, να με αλυσοδέσουν γυμνό στο σιντριβάνι της πλατείας Συντάγματος και να με λιθοβολήσουν μέχρι θανάτου. Και μετά να αφήσουν το πτώμα μου να το φάνε τα αδέσποτα σκυλιά της πλατείας – ας κάνει και κάτι χρήσιμο αυτό το σώμα, επιτέλους.

Και μετά από αυτόν τον μακάβριο ιερό όρκο, θα σε αποχαιρετήσω θέτοντάς σου μία εύλογη απορία: Άραγε, στους χώρους «μη καπνιστών» στις καφετέριες, επιτρέπεται να παραγγείλει κανείς σάντουιτς με καπνιστή γαλοπούλα ή θα τον μπουζουριάσουν;


Αγαπητό ημερολόγιο,

κάποτε οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη πίστευαν ότι οι κεραυνοί είναι σημάδι οργής των θεών, ότι η γη είναι επίπεδη και άμα φτάσεις στην άκρη της θα πέσεις στο κενό, ότι οι μαύρες γάτες είναι μεταμφιεσμένες μάγισσες και άλλα τέτοια. Σήμερα, χάρη στη συμβολή της επιστήμης, μπορούμε να ξέρουμε ότι όλα αυτά ήταν μπούρδες. Και γενικά, χάρη στη συμβολή της επιστήμης, για λίγα πράγματα μπορεί να αμφιβάλλει κανείς πια. Όλα φαίνονται υπολογισμένα, υπάρχει μία επιστήμη αφιερωμένη σε καθετί, η οποία μας εγγυάται ότι μπορεί να δώσει μία σίγουρη απάντηση σε κάθε ερώτηση. Με άλλα λόγια, οι επιστημονικές ανακαλύψεις οδηγούν στον θάνατο της αμφιβολίας.

Κι όμως, μερικές φορές η επιστήμη πέφτει έξω. Και αυτές οι περιπτώσεις είναι τα μικρά «θαύματα» της εποχής μας, οι μικρές ή μεγάλες επαναστάσεις του κόσμου ενάντια στη βεβαιότητά μας απέναντί του. Προχθές, γίναμε όλοι μάρτυρες δύο τέτοιων περιστατικών, δύο «θαυμάτων» που ελάχιστοι είχαν προβλέψει και ελάχιστοι εξ αυτών τολμούσαν να το πουν παραέξω. Και αναφέρομαι στις απρόσμενες εκλογικές νίκες του Γιώργου Καμίνη και του Γιάννη Μπουτάρη σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αντίστοιχα.

Εγώ πολιτικός αναλυτής δεν είμαι, χάρτινε φίλε μου, και με τα χάλια που έχει η πολιτική στην Ελλάδα μη σώσω και γίνω ποτέ, όμως κάτι πρέπει να σημαίνει το γεγονός ότι δύο άνθρωποι ανεξάρτητοι, άφθαρτοι και εξωκοινοβουλευτικοί νίκησαν στους πολυπληθέστερους δήμους της Ελλάδας δύο ανθρώπους κομματικοποιημένους, φθαρμένους και επαγγελματίες πολιτικούς. Κάτι σαν αλλαγή πορείας. Λες και ξαφνικά άνοιξαν τα μάτια τους πολλοί άνθρωποι μαζί και ανακάλυψαν την αλήθεια. Και όσο κι αν το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να καρπωθεί για τον εαυτό του τις νίκες του Μπουτάρη και του Καμίνη, όλοι ξέρουν κατά βάθος ότι ούτε οι μισοί από αυτούς που ψήφισαν αυτούς τους δύο υποψήφιους δεν είναι πασόκοι. Και προφανώς ελάχιστοι ήταν αυτοί που «επιδοκίμασαν την κυβερνητική πολιτική», κι αυτοί ήταν τα γνωστά κομματόσκυλα.

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να αναλύσει κάποιος σε βάθος το εκλογικό αποτέλεσμα και να μάθουμε σε τι βαθμό επηρεάστηκε αυτό από το Internet. Ξέρεις, από την Κυριακή του πρώτου γύρου μέχρι την Κυριακή του δεύτερου γύρου, υπήρξε ένα άνευ προηγουμένου αντικακλαμανικό μπαράζ στο Twitter, στο οποίο συμμετείχα κι εγώ, και αν αυτό το μπαράζ βοήθησε στην επικράτηση του Καμίνη, νομίζω ότι μπορούμε να είμαστε όλοι περήφανοι γι’αυτό που πετύχαμε. Αν και μάλλον θα πρέπει να ευχαριστήσω κι εκείνο το αδέσποτο αστέρι που άκουσε την ευχή μου το Σάββατο και την έκανε πραγματικότητα. Και μετά σου λένε να μην πιστεύεις σε αυτά.

Τέλος πάντων, δεν ξέρω τι μ’έπιασε και γράφω σαν τον Πρετεντέρη μετά τον πέμπτο μπάφο, μάλλον είναι ο ενθουσιασμός. Και, μεταξύ μας, άμα είναι με 60% αποχή να βγαίνουν τέτοια εκλογικά αποτελέσματα, τότε μακάρι στις επόμενες εκλογές να έχουμε αποχή 98%!

Και με όλη αυτήν τη θετική διάθεση, έκατσα σήμερα το πρωί και έψαξα κάθε πιθανό και απίθανο site, μήπως και βρω καμιά αγγελία για δουλειά. Βρήκα μία, για κειμενογράφος, και έστειλα βιογραφικό. Κατά τ’άλλα, όμως, η κατάσταση είναι τραγική. Ειδικά στη δημοσιογραφία, που μπορεί να σκέφτομαι σοβαρά να την παρατήσω για πάντα, αλλά από την άλλη έχω πάντα αυτό το βίτσιο, το σαράκι της δημοσιογραφίας, κι έτσι έριξα μια ματιά και για δουλειές σε αυτόν τον κλάδο. Απογοήτευση. Λίγες αγγελίες, κι απ’αυτές οι μισές ζητούν φοιτητές για πρακτική. Οι άλλες μισές προσφέρουν ελάχιστο ή και μηδενικό μισθό. Καθώς τις διάβαζα, μου ήρθαν στο μυαλό οι προηγούμενες εμπειρίες μου από τη δημοσιογραφία:

– Το αθλητικό site στο οποίο έκανα την τρίμηνη πρακτική μου, όπου έμεινα τέσσερις μήνες επιπλέον, απλήρωτος, μόνο και μόνο επειδή μου άρεσε η δουλειά, μέχρι που το πήρα απόφαση ότι δεν θα πληρωνόμουν στον αιώνα τον άπαντα και παραιτήθηκα.

– Το μηνιαίο περιοδικό στο οποίο δούλεψα για έξι μήνες σαν εξωτερικός συνεργάτης, με πληρωμή 10 ευρώ τη σελίδα. Σημειωτέον, είχα μία μονοσέλιδη στήλη. Κοινώς, έβγαζα 10 ευρώ το μήνα. Και το καλύτερο δε σου το είπα: ΜΕ ΜΠΛΟΚΑΚΙ. Φυσικά, μπλοκάκι δεν έβγαλα ποτέ, τα 60 ευρώ που δικαιούμαι δεν τα αναζήτησα όταν τσακώθηκα με την αρχισυντάκτρια και κάθε μήνα εύχομαι να κλείσει το κωλοπεριοδικό, αλλά αντέχει το γαμημένο.

– Ένα site στο οποίο είχα στείλει βιογραφικό, και μου απάντησε με ένα mail ότι ήθελαν να γράφω ένα κείμενο 300 λέξεων κάθε μέρα, χωρίς να πληρώνομαι για έξι μήνες και μετά βλέπουμε. Δεν υπέκυψα στον πειρασμό να απαντήσω στο mail, γιατί θα έγραφα πολύ χοντρά μπινελίκια.

– Το site στο οποίο δούλεψα για μία εβδομάδα, όπου θα μου έδιναν 360 ευρώ μικτά το μήνα, με μπλοκάκι πάλι. Και τελικά με έδιωξαν επειδή έγραψα στο blog μου πόσο χάλια ήταν η δουλειά. Φυσικά, αν μου έδιναν κανονικά λεφτά δεν θα γκρίνιαζα ακόμα κι αν με βάζανε να καθαρίσω τον βόθρο της εταιρείας.

Και καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, άκουσα μια πνιχτή κραυγή από μέσα μου. Νομίζω πως ήταν το σαράκι της δημοσιογραφίας, που αυτοκτόνησε. Αλλά μπορεί και να ήταν ιδέα μου.

Και τώρα που ήρθα στα ίσα μου, με την απαραίτητη δόση μιζέριας και απαισιοδοξίας για να ισοσταθμίσει τις ασυνήθιστα υψηλές συγκεντρώσεις ελπίδας και αισιοδοξίας που προκάλεσαν οι εκλογές της Κυριακης, μπορώ να πέσω ήσυχος για ύπνο, ξέροντας πως η Αθήνα είναι σε καλά χέρια, αλλά το μέλλον μου παραμένει μετέωρο και αβέβαιο.

Καληνύχτα και να θυμάσαι (και να μου το θυμίζεις κι εμένα):

Try
Harder
Everyday.

Stay
True,
Resist
Arrogance,
Never
Give up
Escaping
Reality.


Αγαπητό ημερολόγιο,

άργησα λίγο να σου γράψω, το ξέρω. Ελπίζω να μην ανησύχησες μήπως αυτοκτόνησα από τη στενοχώρια μου, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αστείο – ξέρεις αυτό που λένε, ότι το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν να χάνεις κάποιον από την οικογένειά σου; Ε, στην περίπτωσή μου ήταν περισσότερο σαν να χάνεις το καπάκι της οδοντόκρεμας. Τόσο τραγικό. Και στοιχηματίζω ότι και ο/η άτυχος/η που κλήθηκε να πάρει τη θέση μου δεν θα αντέξει για πολύ. Αν, δηλαδή, δεν τα έχει ήδη παρατήσει.

(εδώ που τα λέμε, φτηνά τη γλίτωσα με αυτά που έγραψα στο blog μου, με μια ψωροαπόλυση. Την τελευταία φορά που συνέβη κάτι αντίστοιχο ήμουν φαντάρος, και λίγο έλειψε να καταλήξω στο Στρατοδικείο. Αλλά αυτή είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία, που κάποτε θα τη διηγούμαι και θα γελάω, αντί να τρέμω σαν το ψάρι.)

Ο λόγος που δε σου έγραφα τόσες μέρες δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς ποιος ήταν, αλλά πρέπει να έχει να κάνει με την προσπάθεια ανάνηψης των αδικοχαμένων μου εγκεφαλικών κυττάρων, στην οποία έχω αφοσιωθεί τον τελευταίο καιρό, προκειμένου να καθυστερήσω όσο γίνεται το Αντενάουερ. Όχι κάτσε…το Λιρντάμερ, εννοούσα…Όχι, περίμενε…ααααα, το θυμήθηκα: Το Αλτσχάιμερ.

Αυτό που συνειδητοποίησα, πάντως, αυτές τις μέρες, είναι το πόσο σημαντικό είναι το feedback που λαμβάνει κανείς από τους αναγνώστες του. Και ειδικά το feedback που προέρχεται από ανθρώπους που δε μασάνε τα λόγια τους, που δε σου χρωστάνε καλές κουβέντες και που δε διστάζουν να σου πουν αυτό που σκέφτονται κατάμουτρα. Από αυτούς που δε φοβούνται μήπως σε προσβάλουν και παρεξηγηθείς και μιλάνε αυθόρμητα και ειλικρινά. Ξέρεις, πάντα προτιμούσα τα αρνητικά σχόλια από τα θετικά. Τα θετικά σχόλια σίγουρα σου προκαλούν μία ικανοποίηση, όμως αυτή είναι προσωρινή. Αντίθετα, τα αρνητικά σχόλια, όταν δεν κρύβουν εμπάθεια, είναι πολύ πιο χρήσιμα, γιατί σου επισημαίνουν αυτά που κάνεις λάθος. Λαμβάνοντας υπ’όψιν τα αρνητικά σχόλια, σε βάθος χρόνου μπορείς να τα βελτιώσεις και να γίνεις καλύτερος. Και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από μία πρόσκαιρη ικανοποίηση.

Ας αλλάξουμε, όμως, θέμα και κλίμα: Τις προάλλες συνέβη κάτι συγκλονιστικό. Είδα ένα καταπληκτικό όνειρο, από τα καλύτερα που έχω δει σε όλη μου τη ζωή – δε χρειάζεται να μπω σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, αρκεί να σου πω ότι πρωταγωνιστούσα εγώ και δύο γυναίκες. Πέρα από το προφανώς εξωφρενικό του περιεχόμενο, το όνειρο ήταν απίστευτα ρεαλιστικό αφού εκτυλισσόταν στο δωμάτιο όπου κοιμόμουν, ενώ τη μία από τις γυναίκες την ξέρω, κι έτσι πίστεψα ότι όλα αυτά συνέβαιναν στ’αλήθεια. Κάποια στιγμή, ωστόσο, συνειδητοποίησα ότι όλο αυτό ήταν πολύ σουρεαλιστικό για να είναι πραγματικό, κι έτσι τσιμπήθηκα στο μπράτσο για να σιγουρευτώ ότι δεν κοιμόμουν. Πράγματι, δεν ξύπνησα με το τσίμπημα, κι έτσι συνέχισα κανονικά να κάνω ό,τι έκανα. Και, όπως καταλαβαίνεις, λίγο αργότερα ξύπνησα. Συμπέρασμα: Ένας ακόμα μύθος καταρρίπτεται. Επόμενος στόχος: Να αποδείξω ότι είναι εφικτό να φταρνιστώ χωρίς να κλείσω τα μάτια μου. Εδώ και 15 χρόνια το προσπαθώ, χωρίς επιτυχία, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

Στο μεταξύ, σήμερα είναι 26 Οκτωβρίου, του Αγίου Δημητρίου. Είναι μία από τις ελάχιστες ονομαστικές γιορτές που θυμάμαι κάθε χρόνο, κι αυτό γιατί στο σχολείο μου η γιορτή του Αγίου Δημητρίου ήταν αργία, επειδή ο συγκεκριμένος άγιος ήταν πολιούχος. Έτσι, σε συνδυασμό με τις αργίες της 27ης και 28ης Οκτωβρίου, είχαμε ένα υπέροχο τριήμερο, που ενίοτε γινόταν και τετραήμερο ή και πενθήμερο, όταν έπεφτε και το Σαββατοκύριακο κολλητά. Γι’αυτόν τον λόγο, ο Άγιος Δημήτριος βρίσκεται στο top-3 των αγαπημένων μου αγίων, μαζί με τον Άγιο Βασίλη και τον Άγιο Πο*τσο, μεγάλη η χάρη του.

Α, δε σου είπα και το άλλο: Χθες το βράδυ, κάθισα και είδα ολόκληρη την διακαρναβαλική συνέντευξη του πρωθυπουργού. Ναι, αλήθεια. Δε σου λέω ότι ήταν εύκολο, αλλά όταν έχεις δει για οκτώ ολόκληρες ώρες σερί Μελέτη, Μενεγάκη και Λαμπίρη, δύο ώρες με τον Γιωργάκη σου φαίνονται παιχνιδάκι. Περίμενα να πει κανένα φοβερό νέο, όπως π.χ. ότι αδυνάτισε ο Πάγκαλος ή ότι βρήκε στο δρόμο 500.000 θέσεις εργασίας και δεν έχει πού να τις δώσει, αλλά φευ. Όλο κάτι ακαταλαβίστικα έλεγε, για το πώς το ΠΑΣΟΚ έσωσε τη χώρα καταστρέφοντάς την. Αλλά το κορυφαίο που είπε, και πραγματικά με άγγιξε (και μάλιστα με άγγιξε τόσο πολύ, που στοιχειοθετεί άνετα και μήνυση για σεξουαλική παρενόχληση), ήταν η φράση «[χάρη στο δικό μας ασφαλιστικό] ξέρουν τα νέα παιδιά ότι θα πάρουν σύνταξη». Δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς για γέλια ή για κλάματα. Δεν ξέρω τι να κάνω. Να γελάσω με την παιδική αφέλεια του ανθρώπου που κυβερνάει περιχαρής ένα καράβι που έχει ήδη αρχίσει να βουλιάζει; Ή να κλάψω με την προφανή ασχετοσύνη του ανθρώπου που διδάσκει εδώ και έναν χρόνο σε μία τάξη Δημοτικού και δεν έχει μάθει ακόμα τα μικρά ονόματα των μαθητών του; Δεν ξέρω, ειλικρινά. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εγώ δεν θα πάρω ποτέ σύνταξη. Θα πεθάνω δουλεύοντας, με το κεφάλι μου να πέφτει με δύναμη πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, εστιάζοντας, όχι τυχαία, στο πλήκτρο «Escape».

Θα σε αφήσω στην ησυχία σου τώρα, καληνυχτίζοντάς σε με μία σοφή συμβουλή: Ό,τι δε σε σκοτώνει, θα επιστρέψει κάποια στιγμή για να ολοκληρώσει αυτό που άφησε στη μέση. Και θα επιστρέψει πιο δυνατό.


Αγαπητό ημερολόγιο,

θα έχεις καταλάβει, μετά από τόσο καιρό που σου γράφω, ότι λατρεύω την γκρίνια. Ανήκω σε αυτήν την εκλεκτή κατηγορία ανθρώπων που πιστεύουν ότι η γκρίνια είναι ένας υπέροχος τρόπος για να ξεσπάσεις σε αυτούς που δε σου φταίνε σε τίποτα, για ό,τι στραβό σου συμβαίνει (μια κατηγορία ανθρώπων που συχνά θα ακούσεις να αποκαλούν «Έλληνες»). Φυσικά, για να είμαι δίκαιος, πάντα παρέχω κι εγώ ευήκοα ώτα σε όσους θέλουν να κλάψουν τη μοίρα τους (γιατί πώς περιμένεις να ακούσουν οι άλλοι τον πόνο σου, αν δεν είσαι διατεθειμένος κι εσύ να ακούσεις τον δικό τους;). Το πρόβλημα είναι ότι σήμερα δεν έχω τίποτα να γκρινιάξω. Με έναν μαγικό τρόπο, η ζωή μου φαίνεται να μπαίνει σε μια σειρά, ξαφνικά στο δύσβατο μονοπάτι που περπατάω και νόμιζα ότι είναι ατελείωτο, βλέπω μια πινακίδα που γράφει «Better life -> 5 km» και ξέρω ότι με λίγο περπάτημα ακόμα θα φτάσω στον προορισμό μου. Γι’αυτό και δεν θέλω να σχολιάσω τίποτα άλλο επ’αυτού, πέρα από το ότι μου τη δίνει που δεν έχω κάτι μίζερο και γκρινιάρικο να πω.

Στο μεταξύ, χθες έσκασε σαν βόμβα μια είδηση που με συγκλόνισε: Η ξαδέρφη μου η Κ., που είναι μόλις εννιά μήνες μεγαλύτερη από μένα, είναι έγκυος! Και μάλιστα θα το κρατήσει, κι ας είναι ανύπαντρη! Μου φαίνεται πως αυτό είναι το καμπανάκι που ακούμε όλοι κάποια στιγμή στην τρυφερή ηλικία των 25 περίπου, όταν αρχίζουμε και μαθαίνουμε για συμμαθητές μας, συμφοιτητές μας και ξαδέρφια μας στην ίδια ηλικία με μας, που παντρεύονται ή κάνουν παιδιά. Είναι αυτό το καμπανάκι που μοιάζει να σου λέει με απειλητική φωνή «έεεεεεεερχεται και η ώωωωωωωωωωρα σουυυυυυυυυυυυ», καθώς ο άνεμος σφυρίζει τρομακτικά περνώντας από τις χαραμάδες του παραθύρου του στοιχειωμένου σπιτιού στο οποίο, για τις ανάγκες αυτής της μεταφοράς, διαμένεις. Ναι, η ξαδέρφη μου, που μαζί παίζαμε σε επιτραπέζιο «Τροχό της Τύχης», που μου έμαθε να παίζω μπιρίμπα (κι ας την έχω ξεχάσει από τότε), που μαζί πλέναμε τη σκυλίτσα της και μας έκανε μούσκεμα κάθε φορά που τιναζόταν, είναι έγκυος. Κι εγώ είμαι ακόμα στο «περίπου», στο «ίσως», στο «κάπου ενδιάμεσα», ίσως και στο «τίποτα». Και ξαφνικά, αυτό το «τίποτα» μοιάζει πιο ευχάριστο από οτιδήποτε άλλο. Μπορεί να μεγάλωσα (όπως μου είπαν και στο τελευταίο μου interview), αλλά προφανώς δεν ωρίμασα.

Και αν χρειαζόταν κανείς και άλλες αποδείξεις για το ότι δεν έχω ακόμα ωριμάσει, καταθέτω στο δικαστήριο το πειστήριο Β: Χθες το βράδυ έκατσα και είδα ολόκληρη (ναι, ολόκληρη) την πρεμιέρα του Big Brother. Guilty as charged. Αλλά ξέρεις κάτι; Δεν ντρέπομαι. Θα ντρεπόμουν αν το έβλεπα κάθε μέρα και καιγόμουν να μάθω τι έκανε η Βαλεντίνα με τον Γιώργο και αν η Νικολέττα θα γδυθεί πριν ή μετά την Ελίνα. Αντίθετα, εγώ το είδα μόνο και μόνο για την πλάκα. Για τον χαβαλέ. Για να σχολιάσω live όλη τη βραδιά στο Twitter, ανταλλάσσοντας «βιτριολικά» σχόλια με τους άλλους χρήστες. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου – αντίθετα, είχα καιρό να γελάσω τόσο. Οι παίκτες του ριάλιτι είναι διαλεγμένοι προσεκτικά ένας προς έναν, με μοναδικό κριτήριο το ποιος θα φέρει θεαματικότητες στο κανάλι. Και πράγματι, πιστεύω πως πολλοί (και πολλές) θα κολλήσουν μπροστά στην οθόνη, περιμένοντας να δουν έναν κώλο, ένα ζευγάρι βυζιά ή κάτι άλλο εξίσου ουσιώδες.

(εντάξει, το επίπεδο αγγίζει το πάτωμα – ε, και; Πότε ακριβώς η τηλεόραση είχε επίπεδο; Ή μήπως περιμένει κανείς ότι η επανάσταση θα ξεκινήσει από τα κανάλια; Η τηλεόραση δείχνει αυτό που θέλουμε να δούμε: Συνανθρώπους μας να ξεφτιλίζονται με τη θέλησή τους. Τσίρκο Μεντράνο με ανθρώπους αντί για ζώα. Ποιος φταίει, αυτός που τα προσφέρει ή αυτός που τα καταναλώνει;)

Και μέσα σ’όλα αυτά, πλησιάζουν και οι δημοτικές εκλογές. Όχι πως με νοιάζει ιδιαίτερα, αφού δεν θα ψηφίσω (τα χαρτιά μου είναι ακόμα στο χωριό μου, κι έτσι ασκώ το εκλογικό μου δικαίωμα μόνο όταν πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου). Όμως σε κάθε προεκλογική περίοδο έχω ένα παράξενο χόμπι: Συλλέγω προεκλογικά φυλλάδια υποψηφίων πολιτευτών. Μη με ρωτήσεις τι τα κάνω, απλά τα συλλέγω. Κι έτσι, χθες ξεκίνησα τη συλλογή μου με το φυλλάδιο μίας υποψήφιας δημοτικής συμβούλου στην περιοχή που μένω (αλλά δεν ψηφίζω), το οποίο βρήκα στο πεζοδρόμιο. Προχωρώντας λίγο παρακάτω, τι νομίζεις ότι βρήκα; Πολύ θα ήθελα να σου πω «ένα χαρτονόμισμα των 500 ευρώ», αλλά θα ήταν ψέμα. Γιατί αυτό που ανακάλυψα έχει ανεκτίμητη αξία: Ένα μικρό βιβλιαράκι με βίους αγίων (συγκεκριμένα, του Μελετίου του Ομολογητή και του Βησσαρίωνα του Θαυματουργού, με υπότιτλο «δύο Όσιοι, που οι προσευχές τους εισακούσθηκαν από τον Κύριο και «εστάθμευσε» τον ήλιο προς εξυπηρέτησή τους» – το καλό με το να είσαι Θεός είναι ότι μπορείς να σταθμεύσεις όπου γουστάρεις, και κανείς δε σου ρίχνει κλήση). Στο έχω πει, νομίζω, ότι είμαι άθεος, οπότε θεωρητικά ένα τέτοιο βιβλιαράκι θα με άφηνε ασυγκίνητο. Πώς να μείνεις ασυγκίνητος, όμως, μπροστά σε μια εικόνα σαν αυτήν που ακολουθεί;

Ναι, ρε, το Άγιο Φως («που πιάνεται χωρίς να καίη») κυκλοφορεί και σε βιντεοκασέτα! Μη σου πω ότι τώρα μπορεί να κυκλοφορεί και σε DVD, και μπορείς να το βρεις και σε torrent, σε επιλεγμένα πειρατικά sites.

Λοιπόν, αρκετά έκαψα τον εγκέφαλό μου και σήμερα. Να δεις που κάποια μέρα θα μετανιώσω για όλα αυτά τα αδικοχαμένα εγκεφαλικά κύτταρα που έχω εκτελέσει εν ψυχρώ. Θα ξεμείνω σαν λοβοτομημένος, να βλέπω το Big Brother 23 ώρες το 24ωρο και να χαζοχαίρομαι κάθε φορά που δύο παίκτες κλείνονται στην τουαλέτα και δε δίνουν σημεία ζωής για κάνα μισάωρο. Πωπώωωωωωω, τώρα τρόμαξα.

Καληνύχτα και να θυμάσαι ότι, όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, το βουνό του κάνει μούτρα και τον κάνει delete από φίλο στο Facebook.


Αγαπητό ημερολόγιο,

έχουν περάσει 74 μέρες από τότε που ξεκίνησα να σου γράφω. 74 μέρες. Είναι ένα σεβαστό χρονικό διάστημα, στο οποίο πολλά μπορούν να συμβούν. Σε 74 μέρες, π.χ., μπορεί να αποφασίσουν οι εξωγήινοι να επιτεθούν στη Γη, από ζήλια επειδή ο δικός τους πλανήτης δεν έχει ούτε καυσαέρια, ούτε μόλυνση, ούτε τρύπα του όζοντος, ούτε καν λίγο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Μπορεί να ξεκινήσει ένας πόλεμος, ή να τελειώσει ένας πόλεμος. Μπορεί να καταστραφεί μια ολόκληρη χώρα, ή/και να δημιουργηθεί μια καινούργια. Το μόνο που σίγουρα δεν μπορεί να γίνει, είναι να βελτιωθεί το επίπεδο της ελληνικής τηλεόρασης, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Τι άλλαξε στη ζωή μου, λοιπόν, τις τελευταίες 74 μέρες; Τ ί π ο τ α. Τίποτα απολύτως. Αν ξύπναγα αύριο το πρωί και ήμουν ξανά στον περασμένο Ιούλιο, δε θα καταλάβαινα τη διαφορά. Ακόμα και την ίδια γαμημένη ζέστη κάνει. Λεφτά δεν έχω, δουλειά δεν έχω, νεύρα έχω, όλα είναι όπως τα άφησε ο Ιούνιος, που του τα άφησε ο Μάιος, που τα βρήκε από τον Απρίλιο, που τα κληρονόμησε από τον Μάρτιο, και ούτε που θυμάμαι μέχρι πού φτάνει αυτή η αλυσίδα. Και ούτε που ξέρω πόσους κρίκους αντέχει ακόμα.

Ειλικρινά, η ζωή μου είναι τόσο τέλεια μίζερη, που το μόνο που μπορώ να κάνω για να επιβιώσω, είναι να αυτοσαρκάζομαι. Ξέρεις, είναι αυτό το συναίσθημα που έχεις όταν ξυπνάς αξημέρωτα, έξω βρέχει, στο ραδιόφωνο παίζει μελαγχολικά τραγούδια, και όλα μαζί μοιάζουν σαν να συμπληρώνουν ένα τέλειο παζλ μαυρίλας, τόσο τέλειο, που δεν μπορείς να μη χαμογελάσεις, θαυμάζοντας τη μαεστρία με την οποία έχει σχηματιστεί γύρω σου το σκηνικό της απόλυτης μελαγχολίας, περιμένοντας εσένα να ανέβεις στη σκηνή και να παίξεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Σκεφτόμουν αυτά τα συντρίμμια που είναι η ζωή μου σε αυτή τη φάση. Τι μου ανήκει σε αυτή τη ζωή; Μου ανήκει ένα αυτοκίνητο, στραπατσαρισμένο από ένα τρακάρισμα πριν δύο χρόνια, στο οποίο οποιοσδήποτε αξιοπρεπής άνθρωπος θα ντρεπόταν να μπει, ακόμα και νεκρός. Μου ανήκει ένα λιλιπούτειο netbook, το πρώτο πράγμα που αγόρασα όταν πήρα στα χέρια μου τον πρώτο μου μισθό από το βιβλιοπωλείο, πέρσι. Μου ανήκει ένα δωμάτιο πανικού – έτσι λέω το δωμάτιό μου, γιατί πάντα εκεί μέσα γίνεται ένας πανικός από πεταμένα ρούχα, κόμικς, βιβλία, DVD, κουτάκια αναψυκτικών, καλώδια και οτιδήποτε άλλο βαριέμαι να τοποθετήσω στη θέση του αφού το χρησιμοποιήσω. Μου ανήκει ένα κινητό, χωρίς touch screen και άλλες πολυτέλειες, κι αυτό με κάρτα, σαν τα 12χρονα. Ναι, αυτά είναι όλα. Αν πούλαγα όλα μου τα υπάρχοντα αυτή τη στιγμή, με τα έσοδά μου δεν θα μπορούσα να αγοράσω ούτε το νέο Pro. Βέβαια, θα μπορούσα και να πουλήσω το ένα νεφρό μου (ο έχων τα δύο νεφρά του να δίνει το ένα δεν έλεγε ο Χριστός;), αλλά λέω να το κρατήσω για την ώρα. Μπορεί στο μέλλον να πιάσω καλύτερες τιμές.

Ξέρεις, καμιά φορά αναρωτιέμαι αν με αυτά που τραβάω πληρώνω κάποιες αμαρτίες από το παρελθόν μου. Και ναι, η αλήθεια είναι πως ήμουν κωλόπαιδο μικρός, αλλά τόσο πολύ; Εντάξει, μου άρεσε να βασανίζω τα μυρμήγκια στον κήπο, κλείνοντάς τα αεροστεγώς μέσα σε διάφανα πλαστικά ποτήρια, για να τα παρακολουθώ να αργοπεθαίνουν από ασφυξία. Το έχω μετανιώσει, ήμουν μικρός και (όχι ιδιαίτερα) αθώος, όλοι λίγο-πολύ έχουμε κάνει κάτι παρόμοιο, δε δικαιολογεί τέτοια εκδίκηση. Και ναι, εκείνη τη φορά που ένα ζευγάρι περιστέρια είχε φτιάξει τη φωλιά του σε μια γλάστρα στο μπαλκόνι μας, και το θηλυκό είχε κάνει δύο αυγά, παραδέχομαι ότι εγώ ήμουν αυτός που έσπασε τα αυγά – αλλά δεν το έκανα από κακία. Απλά πίστευα ότι μέσα από το αυγό θα έβγαινε ένα τοσοδούλικο περιστεράκι (και όχι ένας κρόκος), και δεν μπορούσα να περιμένω μέχρι να εκκολαφθεί από το αυγό για να δω πώς θα έμοιαζε. Ήμουν αφελής, ήμουν φονιάς, αλλά ούτε αυτό δικαιολογεί τέτοια εκδίκηση (αν και οπωσδήποτε εξηγεί γιατί τα περιστέρια με κουτσουλάνε κάθε τόσο – προφανώς, αυτή η ιστορία μεταδίδεται από γενιά σε γενιά και είμαι κάτι σαν Λεξ Λούθορ των περιστεριών). Τότε τι αμαρτίες πληρώνω;

Άσε που αρχίζω να ανησυχώ και για την ψυχική μου υγεία. Φοβάμαι ότι θα καταλήξω μισότρελος, να τριγυρίζω άσκοπα στους δρόμους σαν κάτι περίεργους που κυκλοφορούν εδώ και χρόνια στην περιοχή που μένω. Για παράδειγμα, είναι ένας παππούς που κάθε απόγευμα περπατάει την ίδια διαδρομή, καπνίζοντας ασταμάτητα, περπατώντας με ταχύτητα ανάπηρου σαλιγκαριού, κοιτώντας μονίμως κάτω και φωνάζοντας πού και πού ακατάληπτες βρισιές. Και είναι και η άλλη, μια μεγάλη γυναίκα που περπατάει όλη μέρα στους δρόμους, τρώγοντας φυστίκια, χαμογελώντας συνέχεια και βγάζοντας κάθε τόσο ακατάληπτες κραυγές. (μάλιστα, τις προάλλες που την πέτυχα σε ένα ψιλικατζίδικο, με άγγιξε σφιχτά στον ώμο, σαν να με ήξερε. Της χαμογέλασα, μην ξέροντας πώς αλλιώς να αντιδράσω σε μια τέτοια περίπτωση, πλήρωσα και έφυγα. Μου φάνηκε ανορθόδοξα υπέροχο.) Και προχθές μου έλεγε ο φίλος μου ο Δ. ότι εδώ γύρω υπάρχει και ένας άλλος περίεργος τύπος, ο οποίος τα καλοκαίρια πηγαίνει στο συντριβάνι της πλατείας, βγάζει τα ρούχα του, μένει με το μαγιό και κολυμπάει κανονικά μέσα στο συντριβάνι. Όπως καταλαβαίνεις, η τρέλα δεν είναι είδος υπό εξαφάνιση στη γειτονιά μου, και φοβάμαι ότι το κλίμα την ευνοεί. Να δεις που κάποια στιγμή, όπως λέει το τραγούδι, θα σιχαθώ αυτόν τον κόσμο και θα φτιάξω τον δικό μου. Όχι πως αυτό ακούγεται και τόσο άσχημο σαν ιδέα, δηλαδή.

Και τώρα θα σε αφήσω και θα πέσω να ξαπλώσω, μπας και θυμηθώ κανένα άλλο έγκλημα που έκανα μικρός και το πληρώνω τώρα. Καληνύχτα, και να θυμάσαι: Στη χώρα των τυφλών βασιλεύει ο μονόφθαλμος, και στη χώρα των τυφλοποντίκων βασιλεύει το χάμστερ.


Αγαπητό ημερολόγιο,

όταν ξεκίνησα να σου γράφω τις σκέψεις μου, ήμουν απλώς ένας νέος, άνεργος, ελαφρώς απελπισμένος άνθρωπος. Σήμερα, 69 μόλις μέρες αργότερα, μπορώ να πω ότι έχω μεταμορφωθεί σε έναν νέο, άνεργο, εντελώς απελπισμένο άνθρωπο. Δεν λέω ότι φταις εσύ γι’αυτό, αλλά το timing είναι ύποπτο. Ή εσύ φταις, ή η οικονομική κρίση.

Με έχει πιάσει μια μελαγχολία, από αυτές τις μελαγχολίες που συνοδεύονται από λυρικές εξάρσεις, πολύωρη ταβανοσκόπηση, επαναπροσδιορισμό του ποιος είμαι και τι κάνω σε αυτήν τη ζωή και αμέτρητα υπαρξιακά ερωτήματα, του τύπου «άραγε στον Παράδεισο έχουν PlayStation ή τη βγάζουν όλη μέρα παίζοντας άρπα και ψέλνοντας ύμνους;». Αυτές τις μέρες, το soundtrack της ζωής μου αποτελείται από την «Σιωπή» των Ξύλινων Σπαθιών σε λούπα, επί 24ώρου βάσεως. Όχι πως αυτό είναι απαραιτήτως κακό, βέβαια, αλλά δεν είναι και πολύ ευεργετικό για την κοινωνική μου ζωή. Γιατί ποιος θέλει να κάνει παρέα με κάποιον που μοιάζει με ακούρευτο emo; Εγώ, πάντως, δε θα’θελα.

Απλά, ξέρεις, είναι αυτές οι σκέψεις που περνάνε από το μυαλό μου. Αν σκεφτείς πόσους Χριστούς έχει σταυρώσει αυτός ο κόσμος, πόσους Βαραββάδες έχουμε αφήσει να κυκλοφορούν ελεύθεροι ανάμεσά μας, πόσοι Ιούδες μας έχουν προδώσει για μια χούφτα λεφτά, πόσοι Πόντιοι Πιλάτοι «σφυρίζουν αδιάφορα» μπροστά στην αδικία, πόσοι διπρόσωποι Πέτροι μας έχουν ξεγελάσει, λέγοντας άλλα μπροστά μας και άλλα πίσω από την πλάτη μας, ξαφνικά η Βίβλος αρχίζει να μοιάζει με βιβλίο ιστορίας. Έτσι είναι οι κοινωνίες μας, γεμάτες από τέτοιες περιπτώσεις. Βέβαια, αν υπολογίσεις τα θαύματα, τις αναστάσεις, τις μεταμορφώσεις, τις επιφοιτήσεις, τις καιόμενες βάτους και όλα αυτά τα στοιχεία που θα βρεις και σε οποιοδήποτε βιβλίο του Χάρι Πότερ, επιστρέφεις στην αρχική εκτίμηση ότι η Βίβλος είναι ένα παραμύθι που διαβάζεται ευχάριστα από μικρούς και μεγάλους, και περιέχει τόσες αλήθειες όσες και η Κοκκινοσκουφίτσα. Και καθησυχάζεις τον εαυτό σου, αφού ούτε σήμερα σε έπεισε ο Άνθιμος ότι η γη είναι επίπεδη και τα άστρα στον ουρανό είναι οι αντανακλάσεις από τα φωτοστέφανα των αγγέλων.

Πάλι καλά που, μέσα σε αυτό το σκηνικό της μιζέριας, θα υπάρχουν πάντα πρίγκηπες πρόθυμοι να καβαλήσουν το άσπρο τους άλογο και να βγάλουν από μέσα σου τον καλό σου εαυτό, που περιμένει υπομονετικά κλειδωμένος σε ένα σκοτεινό και ανήλιαγο μπουντρούμι του μυαλού σου, μετά από το πραξικόπημα του κακού σου εαυτού, τη στιγμή που ο πρίγκηπας θα του κάνει ξελευθερία για να επιστρέψει δριμύτερος στον θρόνο του. Σήμερα, αυτόν τον ρόλο ανέλαβε ο φίλος μου ο Σ., με τον οποίο βγήκαμε για καφέ μετά από κι εγώ δεν ξέρω πόσο καιρό. Α, θυμήθηκα: Την τελευταία φορά που είχαμε βγει μαζί, είχαμε πάει σε μια καφετέρια (που έχει κλείσει εδώ και μήνες) για να δούμε τη Eurovision του 2009. Μη νομίζεις, εγώ τον είχα σύρει με το ζόρι, αυτός ακούει heavy metal.

Όπως είναι λογικό, ο Σ. είχε πολλά νέα να μου πει. Ένα από αυτά είναι ότι την άλλη βδομάδα φεύγει. Όχι, δεν πάει στα καράβια. Πάει στην Αγγλία. Ναι, κι αυτός. Έτσι όπως το κόβω, σε λίγους μήνες θα έχω περισσότερους γνωστούς στην Αγγλία, παρά στην Ελλάδα. Φεύγει από την Ελλάδα και πάει για Master σε μια αγγλική πόλη την οποία δε θυμάμαι τώρα πώς μου την είπε, αλλά είμαι σίγουρος ότι η τοπική ποδοσφαιρική ομάδα αγωνίζεται στην τρίτη ή στην τέταρτη κατηγορία της Αγγλίας. Και αναρωτιέμαι: Εγώ τι κάνω ακόμα εδώ πέρα; Μήπως το σύμπαν μού στέλνει ένα μήνυμα κι εγώ έχω το κινητό μου στο αθόρυβο και δεν το ακούω; Ή μήπως πρέπει να μείνω στην Ελλάδα, να την στηρίξω σε αυτές τις δύσκολες στιγμές που περνάει, να τη βοηθήσω να ορθοποδήσει, αυτή τη χώρα που τόσα μου έχει προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια;

(πιστεύω ότι καταλαβαίνεις πως το ερώτημα είναι ρητορικό και η ειρωνεία ξεχειλίζει κι από τ’αυτιά μου)

Και μέσα σ’όλα αυτά, έχω και τον Vam, που μου δίνει «πάσα» ένα blogοπαίχνιδο και μου ζητάει να απαριθμήσω τα 10 αγαπημένα μου «οτιδήποτε». Θα του έλεγα «όχι ρε, έχω πιο σοβαρά πράγματα να κάνω από το να ασχολούμαι με blogoπαίχνιδα», αλλά υπάρχουν δύο προβλήματα: Πρώτον, ΔΕΝ έχω πιο σοβαρά πράγματα να κάνω. Και δεύτερον, ο Vam είναι γαμώ τα παιδιά και δεν του χαλάω χατίρι. Έτσι, θα του αποκαλύψω τις 10 αγαπημένες μου φωτογραφίες που έχω τραβήξει στους δρόμους της Αθήνας. Το πρόβλημα είναι ότι όλες οι φωτογραφίες μου είναι σαν παιδιά μου, και είμαι και σούπερ-πολύτεκνος (γύρω στις 350 είναι, ζωή να’χουν). Πώς να διαλέξεις μόνο δέκα, χωρίς να παρεξηγηθούν όλες οι άλλες; Θα το κάνω, όμως. Να, αυτές τις δέκα θα του βάλω:

10.

(αυτό το βρήκα στην Αγία Παρασκευή. Και είναι τόσο, μα τόσο, αληθινό. Πάντως, για την ώρα δεν πιστεύω το ίδιο και για το Twitter.)

9.

(αυτή είναι από το Γκάζι, πριν από αρκετά χρόνια – εξ ου και η πολύ χαμηλή ανάλυση, την είχα βγάλει με ένα παλιό κινητό. Κάθε Αύγουστο την κοιτάω και χαμογελάω σαρδόνια.)

8.

(άλλη μια αγαπημένη φωτογραφία από το κέντρο της Αθήνας, στην Αιόλου. Γιατί ακόμα και ένας μετρητής της ΔΕΗ μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο καλλιτεχνικής αξίας.)

7.

(αυτό το βρήκα στου Γκύζη. Ανέβηκα μια τεράστια ανηφόρα για να το φωτογραφίσω, αλλά χαλάλι του. Εδώ και έναν χρόνο αποτελεί το background στην αρχική οθόνη του κινητού μου.)

6.

(λόφος του Στρέφη, λίγο πριν μου επιτεθεί ένα μαλακισμένο σκυλί στο πάρκο. Τουλάχιστον, βγήκε κάτι καλό εκείνη τη μέρα.)

5.

(Πετράλωνα, κοντά στις γραμμές του τρένου. Μια μορφή τρομοκρατίας που καμία κυβέρνηση δεν θα καταφέρει ποτέ να διαλύσει.)

4.

(αν και έχω μια μανία με τη σωστή ορθογραφία, αυτό το γκραφίτι στα Εξάρχεια είναι από τα πολύ αγαπημένα μου, γιατί βγάζει γέλιο. Δεν είναι απλά αστείο: Βγάζει γέλιο.)

3.

(το καλύτερο stencil που έχω φωτογραφίσει, σε ένα πάρκο στο Παγκράτι. Απίστευτα εύστοχο πολιτικό σχόλιο, και ίσως το πιο επιτυχημένο λογοπαίγνιο όλων των εποχών.)

2.

(The next top communist model. Τραβηγμένο στο Χαλάνδρι, μέσα από το αυτοκίνητό μου. Επικό και ανεπανάληπτο.)

1.

(νομίζω πως όσες φωτογραφίες κι αν τραβήξω, αυτή θα είναι πάντα η αγαπημένη μου. Από τις πρώτες που έβγαλα, όταν ήμουν φοιτητής. Το βρήκα γύρω στα Χριστούγεννα, στην Καπνικαρέα, ακριβώς απέναντι από τη σχολή μου. Γιατί τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο χαρά. Είναι και προσποιητή χαρά, που κρύβει από πίσω μια βαθιά θλίψη. Αλλά αυτά θα τα πούμε σε μερικούς μήνες.)

Ναι, αυτές είναι οι δέκα αγαπημένες μου φωτογραφίες. Και τώρα θα πρέπει να συνεχίσω το παιχνίδι, «πασάροντάς» το σε κάποιον άλλο. Χμμμμμ…Ας το κάνει όποιος θέλει. Σιγά μη στείλω και ονομαστικές προσκλήσεις.

Over and out, αγαπητό μου ημερολόγιο. Over capacity and out of power. Καληνύχτα και εις το επανιδρύειν (το κράτος).


Αγαπητό ημερολόγιο,

αυτή η χώρα δεν θα πάει ποτέ μπροστά. Αν η Ελλάδα ήταν ένα αυτοκίνητο, θα ήταν ένα Yugo (ή, ακόμα καλύτερα, ένα Simca) σε μια ανηφόρα. Όσο γκάζι κι αν προσπαθούσε να πατήσει ο οδηγός, το αμάξι δε θα πήγαινε ποτέ μπροστά. Στην καλύτερη περίπτωση, θα έμενε στο ίδιο σημείο της ανηφόρας. Στη χειρότερη, θα κατρακυλούσε προς τα πίσω. Και φυσικά, πίσω από το Yugo θα ακολουθούσαν δεκάδες εξαγριωμένοι οδηγοί, με πολυτελέστερα αυτοκίνητα, οι οποίοι θα κόρναραν δαιμονισμένα, σιχτιρίζοντας τον άσχετο που τους καθυστερεί από τον προορισμό τους. Η μόνη λύση, προφανώς, θα ήταν να αφήσει ο οδηγός το Yugo να τσουλήσει προς τα πίσω, στην αρχή της ανηφόρας, να πάρει λίγη φόρα και να ξεκινήσει από την αρχή την προσπάθεια. Ή, πιο απλά, να πάρει άλλο δρόμο, που να μην έχει ανηφόρες. Σε αυτήν τη διαδικασία είμαστε τώρα.

Και ξέρεις ποιο είναι το πιο απίστευτο; Ότι ένας από τους λόγους που αυτή η χώρα δεν θα πάει ποτέ μπροστά είναι ότι φαγωνόμαστε μονίμως μεταξύ μας και δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε τίποτα – και όταν βρούμε επιτέλους κάτι στο οποίο να συμφωνούμε όλοι και να θέλουμε να το κάνουμε για να πάμε μπροστά, έρχεται κάποιος από πάνω και μας απαγορεύει να το εφαρμόσουμε. Με το «έτσι θέλω».

Θα το κάνω πιο σαφές. Όταν αποφασίστηκε, πριν από μερικά χρόνια, η θέσπιση του ενιαίου εισιτηρίου στις αστικές συγκοινωνίες, αντί για τα ξεχωριστά εισιτήρια σε λεωφορεία και μετρό, κάποιοι τύποι σκέφτηκαν: «Ωραία. Αφού το εισιτήριό μου ισχύει για μιάμιση ώρα, κι εγώ το χτύπησα μόνο για να πάω από τα Σεπόλια στο Σύνταγμα, θα το δώσω σε κάποιον άλλο. Γιατί να πετάξω το εισιτήριό μου, όταν μπορεί να φανεί πολύ χρήσιμο σε έναν συνάνθρωπό μου, που έχει μια εξίσου μικρή διαδρομή να διανύσει;». Μία πολύ ευγενική σκέψη, αν θες τη γνώμη μου, και μία πολύ σπάνια (για τα ελληνικά δεδομένα) μορφή αλληλεγγύης. Σιγά-σιγά, αυτή η σκέψη έγινε ολόκληρο κίνημα, και έτσι το να αφήνεις το εισιτήριό σου πάνω στο ακυρωτικό μηχάνημα του μετρό έγινε «της μόδας».

Και τότε, κάποιος αποφάσισε ότι η μεταβίβαση του εισιτηρίου σε οποιονδήποτε άλλο είναι ποινικά κολάσιμη πράξη. Με το «έτσι θέλω». Και αυτό πλέον αναγράφεται στην πίσω πλευρά των εισιτηρίων, για να μην τολμήσει κανένας απείθαρχος επιβάτης να λοξοδρομήσει. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι: Γιατί είναι παράνομο να δώσω το εισιτήριό ΜΟΥ σε κάποιον άλλο; Εγώ δεν το αγόρασα; Εγώ δεν έχω το δικαίωμα να το κάνω ό,τι θέλω; Να το κορνιζάρω και να το κρεμάσω στον τοίχο, να το κάνω κομφετί για μπαλ μασκέ, να το ταΐσω στον σκύλο μου, να το δώσω σε κάποιον άλλο; Ποιος μπορεί να μου το απαγορεύσει αυτό;

Ευτυχώς, το κίνημα αυτό επιβιώνει ακόμα. Στην παρανομία, βέβαια, αλλά επιβιώνει. Πλέον, δεν αφήνεις το εισιτήριό σου πάνω στο μηχάνημα, αλλά βγαίνεις από τον σταθμό του μετρό και το προσφέρεις σε κάποιον. Ή το αφήνεις πάνω στην σκάλα του μετρό. Αντάρτικο της πόλης.

Αν σκεφτείς ξανά τη μεταφορά του Yugo, αυτό το κίνημα μοιάζει με περαστικούς που προσπαθούν να σπρώξουν το Yugo στην ανηφόρα για να βοηθήσουν τον οδηγό να φορτσάρει, αλλά ο οδηγός τους διώχνει, επειδή φοβάται ότι θα γεμίσουν δαχτυλιές το (σαραβαλιασμένο) αυτοκίνητό του. Και φυσικά μένει στο ίδιο σημείο.

Στο μεταξύ, σήμερα το μεσημέρι κατά τις 2 έπεσα να κοιμηθώ – ξέρεις, ποτέ στη ζωή μου δε μου άρεσε ο μεσημεριανός ύπνος, γιατί πάντα είχα την αίσθηση ότι ξυπνούσα πιο κουρασμένος απ’ό,τι ήμουν όταν έπεφτα. Αλλά όταν είσαι άνεργος, το μεσημέρι είναι νεκρή ώρα. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Ακόμα και η τηλεόραση, με τα μεσημεριανά της προγράμματα, σου φωνάζει «ΚΛΕΙΣΕ ΜΕ ΤΩΡΑ ΑΜΕΣΩΣ!», και δεν έχεις κανέναν καλό λόγο να μην υπακούσεις. Οπότε, είπα κι εγώ να πέσω να κοιμηθώ.

Ξαφνικά, κατά τις 14:15, άκουσα τον διαπεραστικό ήχο ενός κομπρεσέρ να τρυπάει τα αυτιά μου, να μπαίνει απρόσκλητος στον εγκέφαλό μου και να μου ροκανίζει με λύσσα τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Σηκώθηκα απότομα, χωρίς να είμαι σίγουρος αν όλα αυτά τα ζούσα όντως ή τα έβλεπα στον ύπνο μου. Βγήκα στο μπαλκόνι και είδα τον λοβοτομημένο γείτονα να βαράει με το κομπρεσέρ κάτι που δεν μπορούσα να προσδιορίσω από τόσο μακριά.

Μέσα στη σύγχυση, μου δημιουργήθηκαν τρεις απορίες:

1. ΤΩΡΑ θυμήθηκε να κάνει αυτή τη δουλειά ο μαλάκας;
2. Γιατί όλοι οι μαλάκες γείτονες τυχαίνουν σε μένα;
3. Τι είδους μαλάκας έχει στο σπίτι του κομπρεσέρ, χωρίς να δουλεύει εργάτης σε οικοδομή;

Παρά την αγανάκτησή μου, αποφάσισα να πέσω ξανά για ύπνο, ελπίζοντας πως, με κάποιον μαγικό τρόπο, ο γείτονας θα καταλάβει ότι τα μεσημέρια ο κόσμος κάνει πιο διασκεδαστικά (και οπωσδήποτε λιγότερο θορυβώδη) πράγματα από το να βαράει κομπρεσέρ. Φυσικά, 10 λεπτά αργότερα η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος δεν είχε έρθει ακόμα, και ούτε την έβλεπα να έρχεται. Έτσι, αποφάσισα να πάω εγώ να του φέρω την επιφοίτηση με το ζόρι. Ωστόσο, τελικά δεν χρειάστηκε, γιατί βρέθηκε μια άλλη γειτόνισσα, η οποία (μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις) κατάφερε να τον πείσει να σταματήσει για την ώρα. Ωστόσο, η τελευταία και ιδιαίτερα απειλητική κουβέντα του μαλάκα γείτονα ήταν η εξής: «Ναι, αλλά από τις 5 το απόγευμα μέχρι τις 11 το βράδυ μπορώ να βαράω όσο θέλω».

Δεν ξέρω αν επιτρέπεται κάτι τέτοιο, δεν ξέρω καν αν επιτρέπεται να έχεις κομπρεσέρ στο σπίτι σου χωρίς άδεια οπλοφορίας. Αλλά ξέρω ότι έφυγα από το σπίτι με το που ξύπνησα, στις 5 παρά, και δεν ξαναγύρισα πριν τις 9.30. Προς στιγμήν πανικοβλήθηκα, γιατί ο γείτονας βάραγε ακόμα το κομπρεσέρ. Αλλά ευτυχώς, δέκα λεπτά αργότερα έθαψε το κομπρεσέρ του πολέμου και η καρδιά μου, που είχε πεταχτεί έξω να δει τι γινόταν, επέστρεψε στη θέση της.

Επιστρέφοντας στη μεταφορά του Yugo, νομίζω πως ο μαλάκας γείτονας θα ήταν ο κάγκουρας πίσω από το Yugo, με τον Καρρά στη διαπασών και το «φτιαγμένο» Peugeot, που θα αναβόσβηνε τα φώτα στον βλάκα τον μπροστινό και θα αδιαφορούσε εντελώς για τις διαμαρτυρίες των άλλων οδηγών και των περαστικών για τη δυνατή μουσική και το μουγκρητό της «φτιαγμένης» μηχανής, που τελικά είναι πιο ενοχλητικά και από την ανικανότητα του μπροστινού οδηγού να ξεκινήσει στην ανηφόρα.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι όλα αυτά δεν βοηθούν καθόλου το Yugo μας να πάει μπροστά. Και μου φαίνεται ότι η μόνη λύση είναι να βγούμε από το Yugo και να πάρουμε ταξί, αν θέλουμε κάποτε να φτάσουμε στον προορισμό μας. Και να αφήσουμε το Yugo να αγκομαχάει στην ανηφόρα, μέχρι να πάει τελικά για απόσυρση.

Ουφ, πολλές μεταφορές σήμερα. Κουράστηκα. Θα πέσω για ύπνο. Και σήμερα αντί για συμβουλή ή απορία, θα σου αποκαλύψω κάτι: Το «Χαβάη 5-0» έρχεται πλέον δεύτερο. Την πρώτη θέση κατέχει η Παναγίτσα. Δες τη φωτογραφία και θα καταλάβεις: