Καθώς έμπαινα στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη για το Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, κοίταζα τους απέναντι τοίχους, τους οποίους κοσμούσαν έργα φοιτητών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών για την παγκόσμια μέρα κατά του AIDS. Ήταν πραγματικά καταπληκτικά. Άλλα ήταν φοβερά έξυπνα, με χιούμορ και καυστικές ατάκες, συνοδευόμενες από τις σχετικές εικόνες. Άλλα ήταν πολύ δυνατά, με έντονο συναίσθημα. Όλα ανεξαιρέτως, όμως, ήταν πραγματικά έργα τέχνης.

Αναρωτήθηκα: Αν έπρεπε να διαλέξω ένα ή δύο από αυτά για να τους δώσω ένα βραβείο, ποια θα διάλεγα; Με ποια κριτήρια θα έκρινα ότι «το Α είναι καλύτερο από το Β, αλλά το Γ είναι καλύτερο κι από τα δύο, ενώ το Δ είναι λίγο καλύτερο από το Β, αλλά όχι καλύτερο από το Α»; Πώς βάζεις την τέχνη στη ζυγαριά και βλέπεις ποιο από τα δύο βαραίνει περισσότερο;

Και μετά, κατ’επέκταση, πώς κρίνεις οτιδήποτε έχει να κάνει με τέχνη; Η τέχνη είναι υποκειμενική. Γιατί ο τάδε ηθοποιός είναι πιο άξιος να πάρει το Όσκαρ από τον δείνα; Και τι κάνει πιο σημαντικό τον Χ που κέρδισε το βραβείο Booker από τον Ψ που έμεινε εκτός της shortlist; Και ποιος μπορεί να πει ότι αυτή η μουσική είναι «καλή» ενώ η άλλη είναι «κακή» ή έστω κατώτερη; Ακόμα και το ποδόσφαιρο είναι μία μορφή τέχνης: Πώς αποφασίζεις ποιος είναι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής ή ο καλύτερος προπονητής;

Θα μου πεις ότι αυτοί που αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο της κριτικής επιτροπής σε τέτοιες περιπτώσεις είναι άνθρωποι έμπειροι, σχετικοί με το αντικείμενο και όσο γίνεται πιο αντικειμενικοί. Εντάξει, αλλά σκέψου το εξής: Αν έδινες σε 100 κριτικούς τέχνης εννέα πίνακες σπουδαστών της Καλών Τεχνών και έναν άγνωστο πίνακα του Πικάσο και τους ζητούσες να δώσουν το βραβείο σε έναν από αυτούς, πόσοι από αυτούς θα έδιναν το βραβείο στον Πικάσο; Και αν δεν το έκαναν, θα σήμαινε ότι ο Πικάσο ήταν κατώτερος από κάποιον τυχαίο φοιτητή; Και αν σε μένα προσωπικά ο Πικάσο δε λέει τίποτα, αλλά το έργο ενός φοιτητή με άγγιξε όσο τίποτα άλλο ποτέ;

Θέλω να πω το προφανές: Η τέχνη δεν είναι μαθηματικά, για να πεις ότι το 5 είναι μεγαλύτερο του 3 και το 7 μεγαλύτερο κι από τα δύο, όμως η ρίζα του 7 είναι μικρότερη κι από τα δύο. Επομένως, κάποιος που κερδίζει σε έναν καλλιτεχνικό διαγωνισμό μπορεί φυσικά να είναι ευτυχισμένος και ικανοποιημένος με τον εαυτό του, και φυσικά δικαιωμένος για τους κοπους του, αλλά αυτός που χάνει δε σημαίνει ότι απέτυχε. Απλώς δεν αναγνωρίστηκε ακόμα. Βέβαια, υπάρχει πάντα και η πιθανότητα να είναι απλά ατάλαντος (ειδικά σε τέχνες όπως η μουσική και η ζωγραφική), αλλά ακόμα και οι ατάλαντοι μπορεί κάποια στιγμή να έχουν έστω μία αναλαμπή μεγαλείου και να φιλοτεχνήσουν κάτι αριστουργηματικό. Στην τέχνη υπάρχει χώρος για όλους όσους νιώθουν πως έχουν κάτι να πουν.

Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα, μπροστά σε όλα αυτά τα έργα για την παγκόσμια ημέρα του AIDS δεν θα μπορούσα να επιλέξω κανένα. Ίσως θα μπορούσα να ξεχωρίσω δέκα ή δώδεκα έργα που προσωπικά μου έκαναν εντύπωση και τα θυμάμαι ακόμα και τώρα, τέσσερις μέρες αργότερα, αλλά να ξεχωρίσω ένα ή δύο; Αδύνατον. Και δεν θα μπορούσα να το κάνω ούτε και σε κάτι που είμαι ειδικός (δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είμαι ειδικός σε τίποτα, οπότε ούτως ή άλλως δεν τίθεται τέτοιο θέμα). Γιατί όταν μιλάμε για τέχνη, πάντα κάποιος θα νιώθει αδικημένος, και ίσως να έχει και καλούς λόγους να νιώθει έτσι.

Θέλω να ξεκαθαρίσω (αν και δεν περιμένω να με πιστέψουν και πολλοί) ότι όλα αυτά τα σκεφτόμουν ήδη πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του λογοτεχνικού διαγωνισμού που διεξήχθη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, και θα έγραφα ακριβώς τα ίδια (αν και σαφώς σε πιο θριαμβευτικό τόνο) αν είχα κερδίσει κάτι. Και ότι η εμπειρία μου από τον διαγωνισμό (και γενικά από το Φεστιβάλ) ήταν πολύ ευχάριστη, ίσως ακόμα πιο ευχάριστη από μια διάκριση.

Το διήγημα με το οποίο συμμετείχα στον διαγωνισμό είναι το αμέσως προηγούμενο post, με τίτλο «Η Άλλη Πλευρά». Γράφτηκε επιτόπου, με θέμα που μας δόθηκε εκείνη τη μέρα, και ήταν: «Η καλύτερη μέρα της ζωής μου». Εντελώς κόντρα θέμα για μένα, που έχω κι ένα βίτσιο να σκοτώνω πάντα κάποιον, κατά προτίμηση τον πρωταγωνιστή μου, αλλά έκανα ό,τι μπορούσα. Και είμαι ικανοποιημένος με αυτό.

Εξάλλου, στην τέχνη τα μόνα έργα που πάνε χαμένα είναι αυτά που δεν αγγίζουν κανέναν.

Advertisements

Συνήθως φωτογραφίζω πράγματα που μου αρέσουν. Κυρίως συνθήματα σε τοίχους – λατρεύω τα αναρχικά συνθήματα. Στην πλειοψηφία τους είναι έξυπνα, χιουμοριστικά και πραγματικά, τόσο πραγματικά που ταυτίζομαι απόλυτα μαζί τους. Στους τοίχους των Εξαρχείων μπορείς να βρεις δεκάδες τέτοια συνθήματα, όρεξη να’χεις να περπατάς και μπαταρία να φωτογραφίζεις. Πριν από λίγα χρόνια, μία βόλτα στα Εξάρχεια (στη Νεάπολη, συγκεκριμένα) με έβγαλε σε αυτό το stencil, που ήταν πατημένο σε 4-5 διαφορετικά σημεία. «Εθνική Ελλάδος άντε γαμήσου», έγραφε, πάνω από τις μορφές της ενδεκάδας της Εθνικής ποδοσφαίρου που κατέκτησε το Euro 2004. Αν και δε συμφωνούσα καθόλου, και είχα πανηγυρίσει έξαλλα αυτήν την κατάκτηση, το φωτογράφισα.

Το 2004 ήταν μία πολύ ενδιαφέρουσα χρονιά για την Ελλάδα. Ολυμπιακοί Αγώνες, Ευρωπαΐκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου – αλήθεια, θυμόμαστε τίποτα άλλο από εκείνη τη χρονιά; Ή μήπως στο προτασιακό δίκτυο του εγκεφάλου μας η έννοια «2004» ταυτίζεται απόλυτα με τις έννοιες «Χαριστέας», «Πειρατικό», «Κεντέρης-Θάνου», «Ολυμπιακοί» και δεν αφήνει περιθώριο για τίποτα άλλο;

Κι όμως, συνέβησαν πολλά. Σκάνδαλα, πολιτικές ανακατατάξεις, εργατικά ατυχήματα,αμέτρητα σημαντικά γεγονότα. Αλλά δε θυμόμαστε τίποτα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση η «αμνησία» μας δεν οφείλεται μόνο στη συλλογική μνήμη χρυσόψαρου που φαίνεται ότι διαθέτουμε συνήθως σε πολιτικά θέματα (αλλά σε θέματα ιστορίας «θυμόμαστε» μέχρι και την κάθοδο των Δωριέων), αλλά στη γενική αίσθηση ευφορίας και «εθνικής ανάτασης» που κυριαρχούσε τότε στη χώρα.

Πραγματικά, αν το 2004 δεν ήσουν «εθνικά υπερήφανος», σε θεωρούσαν περιθωριακό. Δηλαδή τι άλλο ήθελες; Η Ελλάδα είχε μπει στο μάτι όλων. Είχε αναδειχθεί κορυφαία ποδοσφαιρική δύναμη της Ευρώπης, είχε διοργανώσει με επιτυχία τη σημαντικότερη αθλητική διοργάνωση του κόσμου και σύντομα θα κατακτούσε μία ακόμα αθλητική διοργάνωση, το Eurobasket 2005, αλλά και την Eurovision, αποδεικνύοντας και τον «πολιτισμό» της. Στον αθλητισμό και τον «πολιτισμό», ήμασταν πρώτοι. Βέβαια, στην παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη, την εγκληματικότητα και σε ένα σωρό άλλες κατηγορίες, η Ελλάδα ήταν πολύ πιο πίσω – αλλά ποιος τα χρειάζεται αυτά; Μπορείς να είσαι εθνικά υπερήφανος επειδή έχεις το καλύτερο υγειονομικό σύστημα του κόσμου; Όχι; Ε, τότε ας ρίξουμε κι άλλα λεφτά στην Eurovision.

Ωστόσο, η Εθνική Ελλάδος δε φταίει σε τίποτα, και σε αυτό είναι που διαφωνώ κυρίως με το stencil. Η Εθνική ποδοσφαίρου και η αντίστοιχη του μπάσκετ αποτελούνται από ανθρώπους επαγγελματίες, που απλά κάνουν τη δουλειά τους. Αν την κάνουν καλά, κερδίζοντας διεθνείς διοργανώσεις, καλό γι’αυτούς: Θα πάρουν ένα γερό μπόνους, μία καλή αύξηση, μία μεγάλη μεταγραφή, και φυσικά θα θεωρούνται Θεοί από τους συμπατριώτες τους – τουλάχιστον μέχρι την επόμενη αποτυχία, οπότε και θα ξεχαστούν όλα και θα περάσουμε στη συνηθισμένη μας κατάσταση μίρλας και απαξίωσης.

Γιατί, όμως, μία αθλητική επιτυχία πρέπει να θεωρείται λόγος εθνικής υπερηφάνειας; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αξίζει λεπτομερή ανάλυση σε τόμο κοινωνιολογίας και/ή ψυχολογίας. Γιατί φυσικά δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο: Όταν το 1950 η Βραζιλία έχασε στο Μαρακανά το Παγκόσμιο Κύπελλο από την Ουρουγουάη, υπήρχε κόσμος που αυτοκτόνησε ή πέθανε από καρδιακή προσβολή. Οι παίκτες που αγωνίστηκαν στον τελικό μπήκαν σε «μαύρη λίστα», και ειδικά ο τερματοφύλακας της ομάδας στιγματίστηκε για ολόκληρη τη ζωή του. Η ήττα της ποδοσφαιρικής ομάδας της Βραζιλίας ισοδυναμούσε με εθνική καταστροφή. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε πόσα καθεστώτα, κυρίως δικτατορικά, χρησιμοποίησαν το ποδόσφαιρο κυρίως, αλλά και όποιο άθλημα μπόρεσαν να βρουν πρόχειρο, για να εμπνεύσουν «εθνική υπερηφάνεια» στους πολίτες (και άρα να αποτρέψουν τυχόν κινήσεις ενάντια στο «πατριωτικό» καθεστώς).

Όσο κι αν δεν αρέσει καθόλου σε εμάς τους ποδοσφαιρόφιλους, οφείλουμε να το παραδεχτούμε: Το ποδόσφαιρο είναι το σύγχρονο όπιο των λαών, όταν η θρησκεία δεν πιάνει. Μάλιστα, το ποδόσφαιρο είναι πιο αποδοτικό από τη θιρησκεία, επειδή είναι εξ ορισμού «εθνικό». Ένας Έλληνας μπορεί να μην είναι Χριστιανός Ορθόδοξος (ευτυχώς έχει ξεπεραστεί κάπως αυτή η αγκύλωση πια), αλλά δεν μπορεί να μην είναι Εθνική Ελλάδος. Το κακό του, από την άλλη, είναι πως δεν είναι και τόσο εύκολο να το ελέγξεις. Στο Χριστιανό θα πεις ότι όταν πεθάνει θα πάει στον Παράδεισο και θα την περνάει ζωή και κότα, και δε θα ζήσει ποτέ για να έρθει να σου αποδείξει πως έλεγες ψέματα. Στον ποδοσφαιρόφιλο τι θα πεις; Ότι κάποτε η Ελλάδα θα κατακτήσει το Μουντιάλ;

Και όταν το ποδόσφαιρο δεν πηγαίνει καλά; Ε, θα βρούμε κάτι άλλο. Το μπάσκετ, ας πούμε. Και – γιατί όχι; – ο στίβος. Ο στίβος, βέβαια, αχρηστεύτηκε μετά το σκάνδαλο Κεντέρη-Θάνου, αλλά πού ξέρεις, μπορεί να ξεπεταχτεί κάποια στιγμή ένα νέο παιδί που θα κάνει τα 100 μέτρα σε 8 δευτερόλεπτα και ξαφνικά θα ξεχάσουμε και ντόπες, και ατυχήματα, και Τζέκους, και τα πάντα.

Δε λέω ότι δεν έχεις λόγο να χαρείς με την επιτυχία ενός συμπατριώτη σου. Ασφαλώς και θα χαρείς περισσότερο αν το Μουντιάλ το πάρουν ο Γκέκας, ο Καραγκούνης και ο Τοροσίδης, παρά αν το πάρουν ο Γκόμες, ο Μίλερ και ο Κεντίρα, αλλά μέχρι εκεί. Ούτε βλακείες για το «ελληνικό DNA του νικητή», ούτε αλαζονεία και μεγαλοστομίες. Και, αλήθεια, αν κατεβαίνουμε μαζικά στην Ομόνοια να πανηγυρίσουμε για τη νίκη ενός αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος σε ένα παιχνίδι (γιατί ας μην ξεχνάμε ότι και το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ παιχνίδια είναι, τουλάχιστον για εμάς που τα παρακολουθούμε από τους καναπέδες μας), τότε τι θα έπρεπε να κάνουμε όταν μία νεαρή Ελληνίδα βιολόγος βραβεύεται ως η καλύτερη νέα ερευνήτρια στον κόσμο για το 2011; Δηλαδή μόνο η μπάλα και η Eurovision μας προκαλούν μαζική υστερία; Ή μήπως είχαμε έξαλλους πανηγυρισμούς όταν κέρδισε το Νόμπελ ο Ελύτης; (δε ζούσα και δεν ξέρω, αλλά υποψιάζομαι πως όχι)

Εθνική Ελλάδος, μην πας να γαμηθείς. Συνέχισε να κάνεις αυτό που κάνεις. Αυτοί που όντως πρέπει να πάνε να γαμηθούν είναι αυτοί που ανάγουν τις επιτυχίες και τις αποτυχίες σου σε εθνικά θέματα (ποιος ξεχνάει την αντίδραση του Γιακουμάτου όταν χάσαμε στο ποδόσφαιρο 1-4 από την Τουρκία;) για να επωφεληθούν οι ίδιοι, λες και ήταν αυτοί που ίδρωσαν σε ένα γήπεδο για να πάρουν τη νίκη. Και οι πρώτοι που πρέπει να τους γαμήσουν είστε εσείς οι ίδιοι.


Αναρωτιέμαι ποιος θα μπορούσε να γράψει κάτι τέτοιο. Σε ποιον αρέσει να παίζει με τα όρια της αντοχής μας;

Θα μπορούσε να το έχει γράψει οποιοσδήποτε από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ή και από όποια άλλη κυβέρνηση μπορείς να σκεφτείς. Όταν αποκτάς εξουσία, μπορείς να κάνεις ό,τι γουστάρεις. Μπορεί να είσαι και το καλύτερο παιδί του κόσμου, αλλά η εξουσία σε αποκτηνώνει. Μπορείς να παίξεις με τους ανθρώπους, τοποθετώντας τον καθένα όπου εσύ νομίζεις, σαν να είναι τα προσωπικά σου τουβλάκια Lego. Μπορείς να λύνεις οικονομικά προβλήματα δίνοντας απαντήσεις που δεν είναι σωστές, και δεν υπάρχει καμία δασκάλα να σου πει ότι έκανες λάθος. Μπορείς να πουλήσεις τον λαό σου για πειραματόζωα σε εργαστήρια ερευνών. Και το καλύτερο; Μπορείς να στρογγυλοκάθεσαι στον καναπέ σου και να τα βλέπεις όλα αυτά στην τηλεόραση, σαν ένα διεστραμμένο ριάλιτι, τρώγοντας σουβλάκια και πίνοντας μπύρες. Εντελώς ατάραχος, σαν όλα αυτά να είναι απολύτως φυσιολογικά. Και ξέρεις ότι εσύ έχεις συνεισφέρει τα μέγιστα στην παραγωγή αυτού του ριάλιτι, και βλέπεις τους καρπούς της «δουλειάς» σου. Βλέπεις τους ανθρώπους να παλεύουν με τον χρόνο, με το χρήμα, με την καθημερινότητα, και αναρωτιέσαι πόσο θα αντέξουν ακόμα. Και σκέφτεσαι τι άλλο μπορείς να κάνεις για να δοκιμάσεις τις αντοχές τους. Ένας νέος φόρος; Μία περικοπή στις συντάξεις; Ίσως αν αγοράζαμε καμιά εικοσαριά τανκς και υποβρύχια; Ναι, αυτό θα είχε πλάκα, οι άλλοι να πεινάνε κι εμείς να ψωνίζουμε κοψοχρονιά άχρηστες πολεμικές μηχανές.

Αλλά μήπως δεν θα μπορούσαν να το γράψουν και οι Ευρωπαίοι «εταίροι» μας; Αυτοί που για να μας «σώσουν» από την καταστροφή (μία καταστροφή που φυσικά θα ήταν φρικτά καταστροφική και για τους ίδιους) υποβάλλουν μία ολόκληρη χώρα σε απανωτές δοκιμασίες, και μάλιστα δοκιμασίες που ξέρουν από πριν ότι είναι πρακτικά αδύνατον να ξεπεραστούν με επιτυχία; Τους αρέσει να παίζουν με τα όρια της αντοχής μας. Με τα δικά μας όρια αντοχής στη φτώχεια, αλλά και με τα όρια αντοχής της κυβέρνησης στην λαϊκή κατακραυγή. Γιατί αν το να βλέπεις ένα ριάλιτι αντοχής είναι διασκεδαστικό, φαντάσου πόσο διασκεδαστικό είναι να βλέπεις το making of, να βλέπεις τους πανικόβλητους παραγωγούς να τρέχουν αλλόφρονες για να στήσουν τα σκηνικά, να τοποθετήσουν τις κάμερες, να ανακοινώνουν στους «παίκτες» τις απίθανες δοκιμασίες τους.

Βέβαια, θα μπορούσε να το έχει γράψει και ο διευθυντής κάποιου οίκου αξιολόγησης. Γιατί σε έναν κόσμο όπου τα πάντα μετριούνται με το χρήμα, η πραγματική εξουσία δεν είναι η πολιτική, αλλά η οικονομική. Και οι οίκοι αξιολόγησης είναι αυτοί που κάνουν κουμάντο στην παγκόσμια οικονομία. Στην οικονομία, αυτοί οι τύποι είναι ο Θεός προσωποποιημένος: Δημιουργούν και καταστρέφουν οικονομίες εν μία νυκτί, με ένα απλό νεύμα του χεριού τους. Πώς να μην τους τρέμει, λοιπόν, κάθε πολιτικός ηγέτης, όταν ξέρει πως αν δεν πάει με τα νερά τους κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σε ηγέτη ΒΒΒ-; Οι οίκοι αξιολόγησης τρελαίνονται να παίζουν με τα όρια της αντοχής των κυβερνήσεων – για τους λαούς χέστηκαν, δεν τους ενδιαφέρει. Δεν είναι στις αρμοδιότητές τους. Η βασική αρμοδιότητά τους είναι να παρέχουν το κανάλι στο οποίο θα παίζονται τα ριάλιτι όλου του κόσμου και να καθορίζουν το περιεχόμενό τους, δίνοντας εντολές στους παραγωγούς και τους σκηνοθέτες. Και δεν τους ενδιαφέρει καθόλου πώς θα φέρουν εις πέρας αυτές τις εντολές. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να βγουν καλά τα νούμερα, όπως τα θέλουν.

Και ποιος παίζει με τις αντοχές των οίκων αξιολόγησης; Κανένας. Βέβαια, θα ήταν πολύ εύκολο: Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα είναι τόσο σάπιο και ψεύτικο, που θα αρκούσαν πέντε-έξι λογικά επιχειρήματα για να καταρρεύσει οριστικά και να επιστρέψουμε στην εποχή που οι άνθρωποι αντάλλασσαν προβιές με ψάρια και λαξεμένες πέτρες με ξύλα για τη φωτιά. Αλλά φυσικά κανείς ποτέ δε θα πει αυτά τα επιχειρήματα. Ή τουλάχιστον κανείς από αυτούς που θα μπορούσαν να αλλάξουν κάτι στο σύστημα αυτό.

Βέβαια, και στον δικό μας μικρόκοσμο υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που διασκεδάζουν δοκιμάζοντας τα όρια της αντοχής των άλλων. Δες τους αστυνομικούς, που δοκιμάζουν την αντοχή μας στο ξύλο. Τους δημοσιογράφους, που δοκιμάζουν την αντοχή μας στην προπαγάνδα. Τους συνδικαλιστές, που δοκιμάζουν την αντοχή μας σε…εεεεεε…πρακτικά, στα πάντα. Θα δεις και εργοδότες να δοκιμάζουν τις αντοχές των υπαλλήλων τους, επιστήμονες να δοκιμάζουν τις αντοχές των αντικειμένων ερεύνης τους, γονείς να δοκιμάζουν τις αντοχές των παιδιών τους – ουσιαστικά, όπου υπάρχει κάποια σχέση εξουσίας είναι πολύ πιθανό να δεις και ένα stress test.

Θα’λεγε κανείς ότι το να δοκιμάζεις τις αντοχές του άλλου δεν είναι «ανθρώπινο». Θα έλεγε κανείς ότι είναι «απάνθρωπο». Όμως νομίζω ότι αυτοί οι όροι είναι πια ξεπερασμένοι. Οι δυτικές κοινωνίες έχουν καταφέρει να μετατρέψουν τα ελαττώματα σε αρετές και τις αρετές σε ελαττώματα. Σήμερα η εκμετάλλευση, η σκληρότητα, ο κυνισμός, η αδιαφορία, η πλεονεξία είναι «ανθρωπιά», είναι η φυσική κατάσταση του δυτικού ανθρώπου και επιβραβεύεται οικονομικά και ηθικά, ενώ η καλωσύνη, η αλληλεγγύη, ο αλτρουισμός, η ανιδιοτέλεια και η μετριοφροσύνη είναι στοιχεία «απάνθρωπα», ξένα προς την κοινωνία μας, και τιμωρούνται με βαριές ποινές, κυρίως ηθικές.

Ίσως πρέπει να αναθεωρήσουμε τα λεξικά μας. Ή να αναθεωρήσουμε τον άνθρωπο. Το πρώτο είναι εύκολο και ανέξοδο, το δεύτερο είναι δύσκολο και επίπονο. Άρα, ως «άνθρωποι» που είμαστε με τη δυτική έννοια, θα επιλέξουμε χωρίς δεύτερη σκέψη το δεύτερο.

Μπορεί τελικά να αλλάξει αυτός ο κόσμος; Φοβάμαι πως όχι. Το φοβόμουν και στα 15 μου, όμως η θέλησή μου να τον αλλάξω υπερίσχυε. Τώρα, στα 27 μου, νιώθω ότι όση κι αν είναι η θέλησή μου, δεν θα μπορέσει ποτέ να υπερισχύσει. Όσο περισσότερο γνωρίζω τους ανθρώπους, τόσο λιγότερο πιστεύω σε αυτούς. Πιστεύω, όμως, στη γενιά μου. Στους ανθρώπους που σιχάθηκαν όπως εγώ τον «άνθρωπο» έτσι όπως μας τον έμαθαν και θέλουν να διεκδικήσουν έναν καλύτερο «άνθρωπο», έτσι όπως τον φαντάζονται.

Θα καταφέρουν όμως αυτοί οι άνθρωποι να επικρατήσουν; Ή θα λυγίσουν τα όρια της αντοχής τους κάτω από τις πιέσεις των «παλιών» ανθρώπων (γνωστών και ως «παλιανθρώπων»);

Place your bets.


Πώς ελευθερώνεις μία σκέψη; Και γιατί δεν είναι ελεύθερη από τη φύση της; Τι την κρατά παγιδευμένη;

Σκέψεις κάνουμε όλοι, κάθε μέρα, για τα πάντα. Από το τι θα φάμε το μεσημέρι και το τι παίζει η τηλεόραση, μέχρι το αν υπάρχει θεός και το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος. Σκέψεις που τις κρατάμε για τον εαυτό μας, για προσωπική χρήση. Θα μπορούσαν όμως άραγε κάποιες σκέψεις μας να χρησιμεύουν και σε άλλους; Τι θα συνέβαινε αν τις αφήναμε να κυκλοφορούν ελεύθερες;

Οι σκέψεις που μένουν παγιδευμένες στο μυαλό μπορεί να έχουν σημαντική επίδραση στον άνθρωπο που τις κάνει, αλλά μηδαμινή επίδραση στην κοινωνία. Και αν για την πλειοψηφία των σκέψεων αυτό είναι καλό, για κάποιες είναι πολύ κακό. Γιατί αξίζουν κάτι παραπάνω.

Κάποτε ήταν πολύ δύσκολο να εκφράσεις τις σκέψεις σου δημοσίως. Στα ολοκληρωτικά καθεστώτα που κυριαρχούν στην ιστορία της ανθρωπότητας, μπορούσες βέβαια να εκφράσεις ελεύθερα την άποψή σου – αρκεί να μη διαφωνούσες με τον εκάστοτε ηγέτη. Από τότε που άρχισε να διαδίδεται η δημοκρατία, τα πράγματα έμοιαζαν καλύτερα από ποτέ: Πλέον, μπορούσες να εκφράζεις ελεύθερα τις σκέψεις σου. Όμως, σιγά-σιγά διαμορφώθηκε «κάτι» που τις επηρέαζε. «Κάτι» που σκεφτόταν πριν από σένα, για σένα. «Κάτι» που προέβαλλε κάποιες σκέψεις και αγνοούσε κάποιες άλλες. Αυτό το «κάτι» ήταν τα ΜΜΕ.

Εξ ορισμού, όλες οι σκέψεις είναι ίσες μεταξύ τους. Όμως οι σκέψεις που προβάλλονται μέσα από τα ΜΜΕ είναι πρώτες μεταξύ ίσων. Και ακριβώς επειδή τα παραδοσιακά ΜΜΕ δεν είναι αμφίδρομα, και άρα δεν ευνοούν τον διάλογο με τον αναγνώστη/ακροατή/τηλεθεατή, είναι πολύ εύκολο να «φυτέψουν» σκέψεις στο μυαλό του. Κι αν εσύ έχεις κάνει ήδη μία σκέψη που δε συμφωνεί με τη δική τους; Καλά κάνεις και διαφωνείς, και μπορείς να το φωνάξεις όσο δυνατά θέλεις, όμως ποτέ δεν θα καταφέρεις να επισκιάσεις τη δική τους φωνή. Τα καλά και τα κακά της δημοκρατίας, όλα μαζεμένα σε ένα παράδειγμα.

Όμως οι εποχές αλλάζουν. Πλέον, τα παραδοσιακά ΜΜΕ δεν έχουν το μονοπώλιο στη δημιουργία και την προώθηση σκέψεων, αν και έχουν ακόμα το σημαντικότερο μερίδιο αγοράς. Χάρη στο Internet, ο καθένας μπορεί να δημοσιοποιήσει τις σκέψεις του σε μία πληθώρα διαφορετικών χώρων: Στα social media, στα blogs, σε προσωπικές ιστοσελίδες, ακόμα και σε ιστοσελίδες παραδοσιακών μέσων που επιτρέπουν τον σχολιασμό. Ο καθένας έχει πρόσβαση σε όλες τις διαφορετικές σκέψεις, που υπάρχουν κάπου στην απεραντοσύνη του Διαδικτύου. Και αντίθετα με τα παραδοσιακά μέσα, εδώ δεν υπάρχουν σκέψεις «πρώτες μεταξύ ίσων»: Το τι σκέψεις θα διαβάσεις εξαρτάται από το πόσο καλά θα ψάξεις. Όλες είναι εκεί, απλά δεν είναι σερβιρισμένες σε ένα πιάτο με εντυπωσιακή γαρνιτούρα. Πρέπει να τις αναζητήσεις. Όπως άλλωστε και σε μία πραγματική δημοκρατία πρέπει να αναζητήσεις, να σκεφτείς, να συζητήσεις, να κρίνεις, και μετά να αποφασίσεις τι θα ψηφίσεις, σύμφωνα με όλα όσα σκέφτηκες.

Έχω διαβάσει από blogs πράγματα που δε θα διάβαζα ποτέ στις εφημερίδες. Μέσω του Twitter έχω εντοπίσει ειδήσεις που ποτέ δε βρήκαν το δρόμο για την τηλεόραση. Έχω «γνωρίσει» ανθρώπους που ποτέ δε θα τους καλούσαν σε καμία εκπομπή, κι ας είναι οι σκέψεις τους πιο ενδιαφέρουσες από αυτών που συνήθως βλέπεις ή ακούς στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Πλέον, επιλέγω εγώ ποιες σκέψεις επηρεάζουν τις δικές μου. Και εκθέτω κι εγώ τις δικές μου σκέψεις μέσα από ένα blog. Κάποιος μπορεί να μπει τυχαία, να τις δει και να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει, να κάνουμε έναν ωραίο διάλογο, να ανακαλύψουμε πράγματα που στην αρχή δεν είχαμε δει, να ανταλλάξουμε σκέψεις. Αυτός είναι ο προορισμός των σκέψεων: Να κυκλοφορούν ελεύθερα.

Είναι κρίμα μία σκέψη να σαπίζει μέσα στο μυαλό. Κι όμως σκέψου, αν δεν υπήρχε το Internet, πόσες σκέψεις θα έμεναν εκεί. Δεν θα ακούγονταν ποτέ. Δε θα τις διάβαζε ποτέ κανένας. Θα έμεναν μόνο οι σκέψεις των ΜΜΕ να ακούγονται, αποσιωπώντας όλες τις άλλες. Και ακόμα κι αν αποφάσιζες να απελευθερώσεις τη σκέψη σου, σε ποιον θα την έλεγες; Σε δυο-τρεις φίλους σου, οι οποίοι μπορεί να μην ενδιαφέρονταν καν για το τι σκέφτεσαι. Χάρη στο Internet, μπορείς να βρεις πολύ περισσότερους ανθρώπους με τους οποίους έχεις τη δυνατότητα να ανταλλάξεις σκέψεις, και οι οποίοι πιθανότατα θα ενδιαφέρονται πραγματικά για τις σκέψεις σου.

Φυσικά, υπάρχουν και τα στραβά του Internet. Υπάρχουν ψεύτικες ειδήσεις, εντεταλμένοι bloggers, προφίλ-φαντάσματα σε κοινωνικά δίκτυα, ανώνυμη προπαγάνδα. Υπάρχουν σκέψεις που στάζουν δηλητήριο, σκέψεις-παγίδες που εξαπλώνονται σαν ιοί. Δεν είναι όλες οι σκέψεις καλές, και δεν είναι όλες οι σκέψεις ευγενικές. Και φυσικά δεν ταιριάζουν όλες οι σκέψεις σε όλους τους ανθρώπους. Χρειάζεται χρόνος και (κυρίως) καλό φιλτράρισμα για να καταλάβει κανείς πού θα βρει τις πραγματικά ενδιαφέρουσες σκέψεις. Αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι θα τις βρεις. Κι αν δεν τις βρεις, τότε μπορείς να τις δημιουργήσεις κι εσύ. Να τις γράψεις σε ένα blog, να τις βάλεις μέσα σε ένα μπουκάλι και να τις πετάξεις στον ωκεανό του Internet, ελπίζοντας ότι κάποιος θα τις βρει και θα σου απαντήσει. Πού ξέρεις, μπορεί κάποιος εκεί έξω να σκέφτεται τα ίδια με σένα.

Στο Internet, οι σκέψεις βρίσκονται στη φυσική τους κατάσταση. Κυκλοφορούν ελεύθερα. Φυσικά, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα προσπαθούν να χειραγωγήσουν και αυτές τις σκέψεις, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες και επιβάλλοντας περιορισμούς ξένους προς τη φύση του Διαδικτύου. Ίσως δεν έχουν αλλάξει και τόσα πολλά από τον Μεσαίωνα, ε; Σε πολλές χώρες μπορεί να τιμωρηθείς για τις σκέψεις σου, όταν αυτές δεν αρέσουν στο καθεστώς. Και δε μιλάω μόνο για χώρες όπως η Κίνα και το Ιράν, αλλά και για πιο ανεπτυγμένες χώρες. Γιατί ο ολοκληρωτισμός σήμερα μπορεί να φοράει πιο ελκυστικό κοστουμάκι, αλλά υπάρχει ακόμα. Και δε χαρίζει κάστανα.

«Λευτεριά στη σκέψη». Χρειαζόμαστε περισσότερες σκέψεις να κυκλοφορούν ελεύθερες, αντί να ασφυκτιούν μέσα σε κουρασμένα μυαλά. Ας τους κάνουμε τη χάρη.


Στερεότυπα. Η κοινωνία μας είναι χτισμένη πάνω σε στερεότυπα.

Θα’λεγε κανείς ότι, ως λογικά όντα, οι άνθρωποι θα εμπιστευόντουσαν περισσότερο την παραγωγική μέθοδο (από το γενικό να καταλήγεις στο ειδικό), παρά την επαγωγική (από το ειδικό να καταλήγεις στο γενικό). Πράγματι, είναι πολύ πιο ασφαλές να υποθέσεις πως επειδή όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί, τότε και ο κυρ Θανάσης ο περιπτεράς κατά πάσα πιθανότητα είναι κι αυτός θνητός, παρά να υποθέσεις πως, επειδή ο κυρ Θανάσης έχει μούσι, μάλλον όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν μούσι.

Ωστόσο, φαίνεται πως η επαγωγική μέθοδος μας αρέσει. Δεν ξέρω, ίσως μας διευκολύνει να τσουβαλιάζουμε πολλά πράγματα σε μία κατηγορία, να βάζουμε ταμπέλες σε οτιδήποτε. Ακόμα κι αν τα τσουβάλια είναι γεμάτα από ανόμοια πράγματα, ακόμα κι αν οι επιγραφές στις ταμπέλες είναι ανακριβείς. Ίσως είναι ένας απλοϊκός τρόπος να κατηγοριοποιούμε τα πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε να τα κατανοούμε.

Γενικεύσεις θα ακούσεις παντού. «Όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες». Ναι, σίγουρα υπάρχουν τεμπέληδες στο Δημόσιο, και πιθανότατα κατά μέσο όρο υπάρχουν περισσότεροι τεμπέληδες στον δημόσιο τομέα παρά στον ιδιωτικό, αλλά δεν είναι όλοι τεμπέληδες. Επειδή εσύ έχεις κάποιες αρνητικές εμπειρίες με δημοσίους υπαλλήλους (όλοι έχουμε, έτσι δεν είναι;) δε σημαίνει ότι είναι όλοι έτσι. Κοινώς, δεν μπορείς από το ειδικό (τους 4, 5, 10, 50 υπαλλήλους με τους οποίους έχεις συναναστραφεί) να βγάλεις ασφαλή συμπεράσματα για το γενικό (τους 500, 600, 800 χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους που υπάρχουν – ούτε κι αυτοί δεν ξέρουν πόσοι είναι).

Άλλα κλασικά παραδείγματα: «Όλοι οι μετανάστες είναι εγκληματίες». «Όλοι οι δικηγόροι είναι ψεύτες». «Όλες οι ξανθιές είναι χαζές». Δεν χρειάζεται κάτι παραπάνω από λίγη κοινή λογική για να καταλάβεις ότι τίποτα από αυτά τα τρία δεν ισχύει. Στην πραγματικότητα, μπορεί ο οποιοσδήποτε να φτιάξει μία τέτοια θεωρία, βασιζόμενος σε ένα μεμονωμένο περιστατικό, και αυτή να ακουστεί σχεδόν λογική. Να, ας πούμε «Όλοι οι Αιγόκεροι είναι μαλάκες». Δεν ξέρω, εγώ μία κοπέλα ήξερα που ήταν Αιγόκερως στο ζώδιο, και τώρα είμαστε τσακωμένοι. Άρα, όλοι οι Αιγόκεροι τέτοια καθίκια θα είναι. Λογικό; Καθόλου. Πιστευτό; Πιθανόν.

Όπως έλεγα και στο προηγούμενο post μου, οι γενικεύσεις είναι η εμπροσθοφυλακή των δογματικών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι υποστηρικτές ακραίων ιδεολογιών είναι οι πρώτοι που καταφεύγουν σε αυτές, ακριβώς επειδή τα λογικά επιχειρήματα δεν έχουν θέση σε μία ακραία ιδεολογία, αντίθετα με τις άναρθρες κραυγές και τις απανωτές επικλήσεις στο συναίσθημα, που υπερκαλύπτουν αυτήν την έλλειψη λογικής. Γιατί η γενικολογία προβάλλεται ως λογικό επιχείρημα, ακριβώς επειδή είναι αποτέλεσμα ενός μορφικά σωστού συλλογισμού: «Ο Χασάν είναι δολοφόνος/Ο Χασάν είναι Άραβας/Άρα, όλοι οι Άραβες είνα δολοφόνοι». Αλλά τι νόημα έχει η μορφή ενός συλλογισμού όταν το συμπέρασμά του είναι εντελώς λανθασμένο;

Είπαμε ποιο είναι το νόημα: Το τσουβάλιασμα. Έχουμε την τάση να υπεραπλουστεύουμε τα πράγματα. Δεν θέλουμε να μπούμε στη διαδικασία να κρίνουμε έναν-έναν τους μετανάστες (ή τους δημοσίους υπαλλήλους, ή τις ξανθιές, ή τους δικηγόρους, ή τους Αιγόκερους), παρά μόνο τους τσουβαλιάζουμε όλους σε ένα ωραίο στερεότυπο, το δένουμε με μία φανταχτερή κορδέλα και το πουλάμε σε κάθε κορόιδο σαν την απόλυτη και αντικειμενική αλήθεια. Και όσο υπάρχουν κορόιδα, τόσο θα πουλάνε τα στερεότυπα.

Τα στερεότυπα μπορεί να μας φαίνονται αστεία (κι εγώ συχνά τα χρησιμοποιώ για να βγάλω μία καλή ατάκα, προσφέρονται για παντός είδους αστεϊσμούς), αλλά μπορούν να αποδειχθούν μέχρι και επικίνδυνα. Εξαιτίας των στερεοτύπων στοχοποιούνται αδίκως χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι, απλά και μόνο επειδή ταιριάζουν φαινομενικά σε ένα στερεότυπο που άλλοι έχουν επινοήσει γι’αυτούς. Μπορεί στην πραγματικότητα να μην έχουν καμία σχέση με τα χαρακτηριστικά του στερεοτύπου που τους αποδίδουν – ή ακόμα χειρότερα, μπορεί να νιώσουν πιεσμένοι να ανταποκριθούν στο στερεότυπο αυτό, ακόμα και παρά τη θέλησή τους.

Μη γελιέσαι: Τα στερεότυπα κάνουν κουμάντο στον κόσμο. Ίσως οι Γερμανοί πολίτες, για παράδειγμα, να ήταν πολύ πιο ανοιχτοί στο να πληρώσουν ένα μέρος του χρέους της Ελλάδας, αν δεν υπήρχε το κλασικό στερεότυπο του τεμπέλη Έλληνα που κάθεται όλη μέρα σε ένα καφενείο δίπλα στη θάλασσα, πίνοντας ούζο, τρώγοντας ποικιλίες και χορεύοντας συρτάκι. Φυσικά, όλοι εμείς ξέρουμε ότι τέτοιες εικόνες θα βρεις μόνο στον «Ζορμπά», αλλά για δοκίμασε να το εξηγήσεις αυτό στους ξένους. Ή μήπως κι εμείς δεν έχουμε τα δικά μας στερεότυπα για τους άλλους λαούς; Φυσικά και τα έχουμε. Όλοι τα έχουν. Και αυτά είναι που κάνουν κουμάντο στο μυαλό μας, αφού είναι πρακτικά αδύνατο να γνωρίσουμε έναν προς έναν τους κατοίκους μίας ξένης χώρας και να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας.

Στερεότυπα. Η κοινωνία μας είναι χτισμένη πάνω σε στερεότυπα. Εμείς οι ίδιοι τα δημιουργούμε, και μόνοι μας προσαρμοζόμαστε μετά σ’αυτά, φτιάχνοντας μόνοι μας ένα κλουβί στο οποίο κλειδωνόμαστε και πετάμε μακριά το κλειδί. Και είμαστε εντάξει μ’αυτό.


Αμφιβολία. Τι όμορφο πράγμα. «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω», έλεγε ο Καρτέσιος, εννοώντας στην πραγματικότητα «Αμφιβάλλω, άρα υπάρχω». Γιατί η αμφιβολία είναι η κινητήριος δύναμη για να αναζητήσεις, να προχωρήσεις, να αλλάξεις. Τι κρίμα που, σύμφωνα με τον Καρτέσιο, τόσοι άνθρωποι στην εποχή μας δεν υπάρχουν, κι όμως υποστηρίζουν με πάθος το αντίθετο.

Η κατ’εξοχήν εποχή της αμφισβήτησης στον άνθρωπο είναι η εφηβεία. Γιατί ο έφηβος έχει πλέον συλλέξει αρκετές εμπειρικές πληροφορίες για να μπορέσει να αμφισβητήσει αυτά που του έμαθαν τα προηγούμενα χρόνια η οικογένειά του και το σχολείο. Αρχίζει και διαμορφώνει δικές του απόψεις, που συχνά αποκλίνουν από τις κοινά αποδεκτές. Αρχίζει να σκέφτεται «κι αν δεν είναι έτσι όπως τα λένε; Κι αν συμβαίνει κάτι άλλο;», σκέψεις που συχνά οδηγούν σε ηλίθια συμπεράσματα, όπως π.χ. ότι η υπέρτατη αλήθεια βρίσκεται κρυμμένη κάπου ανάμεσα στους στίχους των Ημισκουμπρίων, όμως ακόμα πιο συχνά καταλήγουν σε συμπεράσματα που θα άφηναν με το στόμα ανοιχτό έναν πενηντάρη, αν είχε ταυτόχρονα ανοιχτό και το μυαλό για να επεξεργαστεί αυτά τα συμπεράσματα, αντί να τα αντιμετωπίσει ενστικτωδώς ως «νεανικές μπούρδες».

Θα’λεγα ότι γεννιόμαστε σαν ένα λευκό χαρτί, που όσο μεγαλώνουμε μεγαλώνει κι αυτό και ένα στυλό το γεμίζει συνέχεια με πληροφορίες, όμως κάποια στιγμή τελειώνει το μελάνι του στυλό και το χαρτί μένει με τις πληροφορίες που έχουν γραφτεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Από εκεί κι έπειτα τίποτα νέο δεν μπορεί να γραφτεί, παρά μόνο να σβηστούν κάποια από τα παλιά γραφόμενα.

Για να χρησιμοποιήσω μία άλλη μεταφορά, είναι σαν να έχουμε έναν διακόπτη κάπου στο κεφάλι μας, ο οποίος κάποια στιγμή πέφτει από μόνος του στο Off και δεν μπορείς να τον ανεβάσεις με τίποτα. Και άπαξ και πέσει στο Off, δεν περνάει τίποτα καινούργιο μέσα στο μυαλό, ό,τι καινούργιο βλέπεις το επεξεργάζεσαι με τα ήδη υπάρχοντα δεδομένα.

Γενικά, διανύουμε την εποχή της βεβαιότητας. Οι άνθρωποι όλο και περισσότερο εμφανίζονται απόλυτα βέβαιοι για τις απόψεις τους και όλο και περισσότερο αυξάνουν τις αντιστάσεις τους απέναντι στις αμφιβολίες, θεωρώντας τις απειλητικές. Σε αυτό σίγουρα έχει συνεισφέρει και η επιστήμη. Φαντάσου κάποιος να έλεγε πριν από 100 χρόνια ότι είναι σίγουρος πως δεν υπάρχει Θεός. Θα τον έπαιρναν με τις ντομάτες (στην καλύτερη) ή με τις πέτρες. Σήμερα, στον δυτικό κόσμο όλο και περισσότεροι το πιστεύουν. Και δεν τους λέει κανείς τίποτα, γιατί μπορούν κι αυτοί να αναφέρουν το Big Bang, τις θεωρίες του Χόκινγκ και όλα τα άλλα επιστημονικά κείμενα που τεκμηριώνουν μία τέτοια άποψη, όταν η αντίθετη άποψη βασίζεται σε ένα βιβλίο που μπορεί να περιέχει στις σελίδες του λιγότερη επιστημονική αλήθεια και από τα Τρία Γουρουνάκια. Παλιά, χωρίς τη βοήθεια της επιστήμης μπορούσες να υποστηρίξεις ότι οι κεραυνοί είναι κάτι κίτρινα μακρυνάρια που πετάει ο Δίας όποτε έχει τις μαύρες του, και οι άλλοι να κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι. Αν το πεις σήμερα, θα κουνάνε και πάλι συγκαταβατικά το κεφάλι τους, και μετά από πέντε λεπτά θα έπαιρναν τηλέφωνο στο Δαφνί να ρωτήσουν αν τους ξέφυγε κανένας ασθενής.

Δύσκολα θα ακούσεις άνθρωπο άνω των 50 να πει «δεν ξέρω» – εκτός αν η ερώτηση είναι «ποιο καθίκι έφαγε το τελευταίο κομμάτι πίτσα», οπότε το «δεν ξέρω» είναι η μοναδική απάντηση που θα λάβεις. Αλλά σε θέματα πολιτικής, οικονομίας, φιλοσοφίας, το «δεν ξέρω» στους πενηντάρηδες είναι είδος υπό εξαφάνιση. Γιατί έχουν διαμορφώσει τόσο ισχυρές απόψεις, που καμία αμφιβολία δε δείχνει ικανή να τις κλονήσει. Και γι’αυτό και καμία αμφιβολία δεν τολμάει να εισχωρήσει στο μυαλό τους, γιατί ξέρει ότι θα φάει τα μούτρα της.

Φυσικά, δεν υποστηρίζω ότι όλοι οι πενηντάρηδες είναι στενόμυαλοι, ούτε ότι όλοι οι έφηβοι είναι ανοιχτόμυαλοι. Θυμάμαι έναν συμμαθητή μου στο σχολείο που ήταν φανατικός κομμουνιστής, διάβαζε Μαρξ και Μπακούνιν από τα 15 του και κάθε φορά που συζητούσαμε και του λέγαμε για τα εγκλήματα του Στάλιν, αυτός επέμενε πως επρόκειτο για προπαγάνδα των δυτικών. Το δικό του το μυαλό είχε κλείσει πολύ νωρίτερα – ή μάλλον δεν είχε κλείσει, απλά άνοιγε επιλεκτικά για πολύ συγκεκριμένες πληροφορίες, σαν πριβέ κλαμπ με πολύ γερή «πόρτα» που αφήνει μόνο τους σελέμπριτις να μπουν μέσα.

Εξάλλου, θα ήταν χαζό να υποστηρίξω ότι «όλοι οι πενηντάρηδες είναι στενόμυαλοι και όλοι οι έφηβοι ανοιχτόμυαλοι», γιατί ουσιαστικά θα αναιρούσα όλα αυτά που έλεγα πριν για την αμφιβολία: Οι γενικεύσεις είναι η εμπροσθοφυλακή του ανθρώπου που είναι απολύτως βέβαιος για κάτι. Όταν προσπαθήσεις να αντικρούσεις το επιχείρημα για το οποίο είναι απολύτως βέβαιος, η πιο πιθανή απάντηση που θα λάβεις είναι «ε βέβαια, όλοι εσείς οι κομμουνιστές/ακροδεξιοί/νέοι/Φινλανδοί/Facebookάδες/δικηγόροι/φιλόζωοι/____________ (εισάγετε εδώ τη δική σας κατηγορία ανθρώπων που μπορούν να μπουν άκριτα σε ένα τσουβάλι) τα ίδια λέτε».

Μπορείς να το δεις στους πολιτικούς αυτό πολύ έντονα. Οι περισσότεροι μιλούν γενικά και αόριστα, υποστηρίζοντας ιδεολογίες και απόψεις που είναι πρακτικά αδύνατον κανείς να καταρρίψει στο μυαλό τους. Και μπορεί στην τηλεόραση να είναι πολύ αποτελεσματικά τα κούφια λόγια και οι γενικόλογες μπαρούφες, ακριβώς επειδή η τηλεόραση είναι μέσο μονόδρομο και βολεύει στη μονόπλευρη ενημέρωση (και κατ’επέκταση στην προπαγάνδα), όμως ένας εκπαιδευμένος άνθρωπος μπορεί εύκολα να εντοπίσει τον δογματισμό και την κτηνώδη άγνοια σε έναν πολιτικό λόγο. Το πρόβλημα είναι ότι μας λείπει αυτό το είδος εκπαίδευσης.

Φοβάμαι. Φοβάμαι ότι κάποτε θα γίνω κι εγώ τέτοιος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που δεν έχει πια περιθώρια αμφιβολίας, που είναι μακάριος στην βεβαιότητά του πως κατέχει την πλήρη αλήθεια και είναι αποφασισμένος να την μεταδώσει και στους γύρω του, λες και είναι ο Μεσσίας και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ήρθε στην Γη. Φοβάμαι ότι κάποια στιγμή θα πέσουν οι ασφάλειες του μυαλού μου και θα κλειδώσουν μέσα ό,τι υπάρχει ήδη, απαγορεύοντας αυστηρά την είσοδο στις παντός είδους αμφιβολίες, σαν ένα είδος άμυνας ζώνης που μόνο με μακρινά τρίποντα μπορεί να νικηθεί.

Στην εποχή της βεβαιότητας, μόνο οι αμφιβολίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Τι κρίμα που οι άνθρωποι που εξακολουθούν να αμφιβάλλουν δεν ξέρουν ότι είναι οι μόνοι που υπάρχουν…


Αγαπητό ημερολόγιο,

ο άνθρωπος θα μπορούσε να παρομοιαστεί με ένα μηχάνημα που το αποκτάς χωρίς εγγύηση, χωρίς ανταλλακτικά και η συντήρησή του κοστίζει πολύ ακριβά. Αν κάτι πάει στραβά με κάποιο από τα εξαρτήματά του (και κάποια στιγμή είναι μαθηματικά βέβαιο ότι κάτι θα πάει στραβά, αφού τίποτα σε αυτόν τον κόσμο δεν κρατάει για πάντα), δεν μπορείς να ζητήσεις αντικατάσταση, δεν μπορείς καν να ζητήσεις αποζημίωση από κάποιον, και είναι δύσκολο να βρεις αξιόπιστα ανταλλακτικά. Και βέβαια, όσο αυτό το μηχάνημα σου ανήκει, πρέπει να το φροντίζεις καθημερινά, αφιερώνοντάς του πολύ χρόνο και πολλά χρήματα. Με αυτά τα δεδομένα, αν ο άνθρωπος ήταν όντως μηχάνημα, και υπήρχαν «ανθρωποπωλεία» που το πουλούσαν, κανείς δεν θα το αγόραζε – για να μη σου πω ότι κανείς δε θα ήταν αρκετά φρενοβλαβής ώστε να κατασκευάσει ένα τέτοιο, καταδικασμένο να αποτύχει εμπορικά, μηχάνημα.

Βέβαια, στην πραγματικότητα ο άνθρωπος δεν είναι μηχάνημα. Γεννιέται με μια πολύπλοκη διαδικασία, που περιλαμβάνει μεγάλη ταλαιπωρία, εννιάμηνη αναμονή, νεύρα, έντονες σωματικές μεταβολές, και τελικά με φρικτό πόνο. Και πάλι, όλα αυτά θα ήταν αρκετά για να αποτρέψουν τον οποιονδήποτε να κάνει παιδί. Αλλά, με κάποιον μαγικό τρόπο, οι άνθρωποι εξακολουθούν να αναπαράγονται. Φυσική επιλογή; Ανθρώπινο ένστικτο; Ρομαντικά γουτσουγούτσου για τον «καρπό του έρωτά μας»; Δεν ξέρω πώς εξηγείται. Αλλά συμβαίνει. Και μερικές φορές συμβαίνει σε δικούς μας ανθρώπους.

Αυτά σκεφτόμουν, πάνω-κάτω, όταν έμαθα ότι η ξαδέρφη μου η Κ. γέννησε ένα υγιέστατο αγοράκι πριν από λίγες μέρες. Μερικούς μήνες πριν, είχα πάθει σοκ όταν έμαθα ότι η Κ. ήταν έγκυος. Δεν ήταν ότι θα αποκτούσα (περίπου) ανίψι – έχω μεγάλο σόι και πολλά μεγαλύτερα ξαδέρφια, οπότε πρέπει να έχω ήδη καμιά δεκαριά από δαύτα, πάντα τα χάνω στο μέτρημα. Επίσης, ποσώς με ενδιέφερε το γεγονός ότι η Κ. είναι ανύπαντρη – σιγά μην τη λιθοβολήσουμε κιόλας επειδή έχει προγαμιαίες σχέσεις. Το θέμα είναι ότι η ξαδέρφη μου είναι μόλις 9 μήνες μεγαλύτερη από μένα, και αυτό έκανε το βιολογικό μου ρολόι να χτυπάει σαν τρελό, με ήχο αφύπνισης το «Μαμά Γερνάω». Ξέρεις, αυτά είναι πράγματα που λίγο-πολύ όλοι αρχίζουμε να τα σκεφτόμαστε σε αυτήν την ηλικία: Οι μέρες της παιδικής μας αθωότητας έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, κάποια στιγμή, για να μη μας κουτσομπολεύει κι η γειτονιά, πρέπει (;;;) να βρούμε μια σταθερή δουλειά, να κάνουμε οικογένεια, να πάρουμε ένα σπίτι με δάνειο, να μας απολύσει το αφεντικό μας, να χάσουμε το σπίτι λόγω χρεών, να μείνουμε στο δρόμο, να μας χωρίσει το έτερόν μας ήμισυ και να επιστρέψει στη μάνα της, παίρνοντας τα παιδιά μαζί, να βρούμε μια δουλειά της πλάκας ίσα-ίσα για να βγάλουμε τα ένσημα, να πάρουμε μια συνταξούλα και στα τελευταία μας να γυρίσουμε στο χωριό μας και να αφήσουμε την τελευταία μας πνοή στην κουνιστή καρέκλα μας, ατενίζοντας τον ήλιο που βασιλεύει πίσω από το καταπράσινο βουνό. Ή κάπως έτσι, τέλος πάντων.

Είναι αυτό που λέμε «κύκλος της ζωής» – αν και δεν είναι καθόλου κύκλος, είναι μία εντελώς γραμμική πορεία: Γεννιέσαι, κάνεις παιδιά, πεθαίνεις, κάνουν παιδιά τα παιδιά σου, πεθαίνουν, κάνουν παιδιά τα παιδιά των παιδιών σου, πεθαίνουν κι αυτά, και ούτω καθεξής. Και αυτός μοιάζει να είναι ο μοναδικός ενστικτώδης αυτοσκοπός κάθε ζωντανού πλάσματος στον πλανήτη. Αν κάτσεις να αναρωτηθείς ποιο είναι, τελικά, το νόημα της ζωής, η πιθανότερη απάντηση στην οποία θα καταλήξεις είναι «για να βάλω κι εγώ το λιθαράκι μου στην αναπαραγωγή του είδους μου, ώστε μακροπρόθεσμα ο πλανήτης να γεμίσει από ανθρώπους, και να αρχίσουν να αλληλοσκοτώνονται επειδή δεν θα τους φτάνει το φαγητό και το νερό, και τελικά να γίνει ένας πυρηνικός πόλεμος και να επιβιώσουν μόνο οι δολοπλόκες κατσαρίδες, που θα κατακτήσουν τον πλανήτη και μετά από 200 δισεκατομμύρια χρόνια θα εξελιχθούν σε Cucarachus Sapiens που θα δημιουργήσουν δικές τους κοινωνίες, οι οποίες σταδιακά θα αυτοκαταστραφούν επίσης, αφήνοντας τον πλανήτη ακατοίκητο μέχρι η ΔΕΗ να κόψει το ρεύμα στον ήλιο και να ολοκληρωθεί η γήινη ιστορία». Ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων.

Δεν ξέρω, μου φαίνεται ότι πάνω στα νεύρα μου από το απότομο ξύπνημα πέταξα το βιολογικό μου ρολόι τόσο δυνατά στον τοίχο, που έγινε βίδες και δεν ξέρω αν θα λειτουργήσει ποτέ ξανά. Ίσως είναι κι αυτό ένα από τα εξαρτήματα που ο άνθρωπος έχει εκ κατασκευής, και αν χαλάσει δεν υπάρχει εγγύηση, ούτε ανταλλακτικά, και αναγκαστικά συνεχίζεις να λειτουργείς χωρίς αυτό. Το θέμα είναι: Θα το χρειαστώ ποτέ ξανά; Θέλω στα αλήθεια κάποτε να συνεισφέρω στην αναπαραγωγή του είδους; Θέλω στα αλήθεια να φέρω έναν άνθρωπο στη ζωή, παρά τη θέλησή του, ο οποίος μέχρι να αφήσει την τελευταία του πνοή θα με καταριέται που δεν είχα την προνοητικότητα να σκεφτώ ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι μέρος για να φέρνεις ένα παιδί; Ή μήπως θέλω απλά ένα ωραίο υποχείριο, να το κάνω όλα αυτά που δεν θα καταφέρω ποτέ να γίνω εγώ, να του μεταφέρω τα κόμπλεξ και τις φοβίες μου, και στο τέλος της ζωής μου να ξέρω ότι υπάρχει ένας μαλάκας που θα τρέχει από πίσω μου να μου αλλάζει τις πάνες ακράτειας;

Μάλλον δεν είμαι ακόμα αρκετά ώριμος για να σκεφτώ ένα τέτοιο ζήτημα. Ακόμα κι αυτά που μόλις σου έγραψα δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα παραλήρημα, που θα μπορούσε άνετα να αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα γραφής προς δικαιολόγηση εισαγωγής ασθενούς σε φρενοκομείο. Προφανώς δεν είμαι έτοιμος να κάνω παιδιά. Ίσως να μην είμαι ποτέ, ποιος ξέρει; Ίσως δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι για γονείς. Όπως υπάρχουν άνθρωποι ομοφυλόφιλοι, οι οποίοι δεν εξυπηρετούν τις αναπαραγωγικές συνήθειες της ανθρωπότητας (και μαγκιά τους), έτσι μπορεί να υπάρχουν και άνθρωποι που είναι προορισμένοι να διάγουν εργένικο βίο, προσφέροντας στην ανθρωπότητα πολλά πράγματα, αλλά όχι ένα παιδί. Και φυσικά μπορεί και να λέω μεγάλες μαλακίες, που σε δέκα χρόνια θα τις ανακαλύψω τυχαία ψάχνοντας τις παλιές μου καταχωρίσεις στο ημερολόγιό μου, θα αλλάξω χίλια χρώματα και θα τις εξαφανίσω από προσώπου γης, πριν προλάβει κάποιος να δει τα γραφόμενά μου και χάσει πάσα ιδέα για μένα, τον οικογενειάρχη με τα δύο αγγελούδια και την πιστή σύζυγο.

(Disclaimer: Δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν βρίσκομαι υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών, και όλο αυτό το παραλήρημα είναι το αυθόρμητο προϊόν σκέψεων που δεν φιλτράρονται, καθώς ο εγκέφαλός μου δεν διαθέτει σώμα καταστολής ταραχοποιών σκέψεων και τις αφήνει να κυκλοφορούν ελεύθερες. Αλήθεια.)

Λοιπόν, πάω για ύπνο πριν προλάβω να γράψω κι άλλα, γιατί με βλέπω να γράφω μέχρι τον Απρίλιο σερί αν δεν σταματήσω τώρα. Καληνύχτα, και να θυμάσαι: Το δύσκολο με τις γυναίκες δεν είναι να τους λες πάντα αυτό που θέλουν να ακούσουν, αλλά να τις πείσεις ότι πραγματικά το εννοείς (ακόμα κι αν δεν το εννοείς).