Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο μέρος του κόσμου, ήταν μια τεράστια πολυκατοικία. Στην πολυκατοικία ζούσαν εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες, άλλες σε μεγάλα διαμερίσματα, άλλες σε μικρότερα. Περίπου 11 εκατομμύρια άνθρωποι έμεναν εκεί. Η συμβίωση δεν ήταν καθόλου εύκολη, βέβαια. Πολλοί από τους ενοίκους ήταν θερμόαιμοι και τσακωνόντουσαν συνεχώς με τους άλλους, άλλοι πίστευαν ότι ο δικός τους όροφος ήταν ο καλύτερος και περιφρονούσαν και απέφευγαν τους ενοίκους των άλλων ορόφων, ενώ κάθε φορά που έπρεπε όλοι μαζί να ψηφίσουν τον νέο διαχειριστή της πολυκατοικίας, οι διαφωνίες τους ήταν τόσο έντονες, που η πολυκατοικία έτριζε συθέμελα. Κι όλα αυτά για 5-6 υποψήφιους, οι οποίοι δεν είχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, πέρα από το γεγονός ότι κάποιων οι γονείς είχαν υπάρξει στο παρελθόν διαχειριστές, κι αυτό (για κάποιον άγνωστο λόγο) έκανε τους ενοίκους να πιστεύουν ότι και τα παιδιά τους θα τα κατάφερναν εξίσου καλά.

Ωστόσο, δεν τα κατάφερναν. Βλέπετε, οι παλιοί διαχειριστές δεν ήταν σπουδαγμένοι σαν τα παιδιά τους – μπορεί καλά-καλά να μην γνώριζαν τα θεμελιώδη μαθηματικά που ήταν απαραίτητα για να βγάζουν τα κοινόχρηστα. Όμως, παρά τα όποια λάθη τους, κατάφερναν να κερδίζουν τον σεβασμό των υπολοίπων ενοίκων της πολυκατοικίας, χάρη στην ηγετική τους ικανότητα, αλλά και το ειλικρινό τους ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα στην πολυκατοικία, παράλληλα βέβαια με το προσωπικό τους συμφέρον. Οι τελευταίες γενιές διαχειριστών δεν ήταν καθόλου έτσι. Έβαζαν το προσωπικό τους συμφέρον πάνω από το συμφέρον όλων των υπολοίπων. Έτσι, «φούσκωναν» επίτηδες τα κοινόχρηστα, ώστε να βάζουν στις τσέπες τους τα επιπλέον χρήματα. Έπαιρναν «μίζες» από εταιρείες που αναλάμβαναν τη συντήρηση των ασανσέρ, το πότισμα του κήπου και τον εφοδιασμό με πετρέλαιο τον χειμώνα. «Βόλευαν» φίλους, γνωστούς και ψηφοφόρους, προσφέροντάς τους θέσεις εργασίας μέσα στην πολυκατοικία, οι οποίες δε χρησίμευαν σε τίποτα απολύτως, και αναγκάζοντας τους υπόλοιπους ενοίκους να πληρώνουν (ως «κοινόχρηστα έξοδα») τους μισθούς τους.

Οι ένοικοι της πολυκατοικίας συνήθως δε μάθαιναν τίποτα απ’όλα όσα συνέβαιναν πίσω από την πλάτη τους. Αλλά και όταν τα μάθαιναν, δεν αντιδρούσαν έντονα. Εξάλλου, όσο κι αν ανέβαιναν τα κοινόχρηστα, θα τους περίσσευαν και πάλι αρκετά χρήματα για να αγοράσουν ένα «γκλαμουράτο» αυτοκίνητο, καλύτερο από του γείτονα, ή ένα ολοκαίνουργιο κινητό τηλέφωνο, για να αντικαταστήσουν αυτό που είχαν αγοράσει πριν 3 μήνες. Απλά, στις επόμενες εκλογές, ψήφιζαν άλλο διαχειριστή – ο οποίος, όμως, αποδεικνυόταν χειρότερος από τον προηγούμενο. Και, σύμφωνα με το καταστατικό της πολυκατοικίας, εκλογές γίνονταν κάθε 4 χρόνια, εκτός κι αν το αποφάσιζε νωρίτερα ο διαχειριστής.

Όπως και στα περισσότερα παραμύθια, έτσι και στο δικό μας υπάρχει ένας δράκος – στην περίπτωσή μας, θηλυκός: «Κρίση», τον λέγανε. Αυτή η κακή δράκαινα, λοιπόν, είχε σαν σκοπό της ζωής της να καταστρέψει όσα περισσότερα σπίτια μπορούσε στο πέρασμά της. Πέρασε από πολλές χώρες και γκρέμισε αρκετά σπίτια, πατώντας πάνω τους με οργή και κλωτσώντας μακριά τα συντρίμμια, μέχρι που κάποτε αποφάσισε να επιτεθεί και στην πολυκατοικία μας, αποφασισμένη να την γκρεμίσει.

Όταν, λοιπόν έφτασε μπροστά στην πολυκατοικία, πήρε μια βαθιά ανάσα, ώστε να προετοιμαστεί για το καταστροφικό της έργο. Ωστόσο, όταν εξέπνευσε τον αέρα που είχε εισπνεύσει, έγινε το απίστευτο: Η πολυκατοικία γκρεμίστηκε, απλά με την ανάσα της Κρίσης! Η δράκαινα απογοητεύτηκε από την ευκολία με την οποία έπεσε η πολυκατοικία, και συνέχισε το δρόμο της, σε αναζήτηση νέων θυμάτων.

Τι είχε συμβεί, όμως; Είναι πολύ απλό: Τα θεμέλια της πολυκατοικίας ήταν σαθρά. Η πολυκατοικία δεν ήταν κατασκευασμένη για να αντέχει τόσα εκατομμύρια κόσμου για τόσα χρόνια. Επιπλέον, δεν είχε γίνει καμία συντήρηση τα τελευταία χρόνια, και είχε αρχίσει ήδη να φαίνεται η φθορά στους τοίχους και τα πατώματα, όμως κανένας από τους διαχειριστές δεν ανησυχούσε ποτέ μήπως συνέβαινε κάτι κακό. Αλλά να που συνέβη.

Η συνέχεια είναι δραματική. Οι περισσότεροι από τους ενοίκους της πολυκατοικίας εγκλωβίστηκαν κάτω από τα ερείπια, αδυνατώντας να ξεφύγουν. Μάταια προσπαθούσαν να αποτινάξουν από πάνω τους τις βαριές πέτρες που τους είχαν καταπλακώσει. Ήταν ανήμποροι.

Η ειρωνεία είναι ότι οι κύριοι υπεύθυνοι για την κατάρρευση, δηλαδή οι προηγούμενοι διαχειριστές, ο διαχειριστής εκείνης της περιόδου και οι συνεργάτες τους, δεν έπαθαν το παραμικρό. Οι περισσότεροι είχαν ακούσει για την επερχόμενη επίθεση της Κρίσης και είχαν φροντίσει εκείνη την περίοδο να μετακομίσουν ή να λείπουν από το σπίτι. Επιπλέον, κανείς δεν αποδεχόταν ότι ευθυνόταν για το κακό που είχε γίνει, αφού η εμφάνιση της Κρίσης έξω από την πολυκατοικία εκείνη τη μέρα ήταν γι’αυτούς επαρκής απόδειξη πως για ό,τι συνέβη, υπεύθυνη ήταν η Κρίση. Έτσι, ο διαχειριστής ανέλαβε το δύσκολο έργο της διάσωσης των υπολοίπων ενοίκων, αλλά και της ανασυγκρότησης της πολυκατοικίας, εν γένει.

Τι έκανε, λοιπόν, ο διαχειριστής για να διασώσει τους ενοίκους; Ανέθεσε τη διάσωσή τους σε ανθρώπους ανίκανους, οι οποίοι αντί να απελευθερώνουν από τα συντρίμμια τους ανθρώπους, τους εγκλώβιζαν ακόμα περισσότερο. Κι αν είχαν μια ελπίδα να γλιτώσουν από μόνοι τους, οι «διασώστες» τους την στερούσαν. Πάντως, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, οι περισσότεροι κατάφεραν να βγουν ζωντανοί.

Όταν βγήκαν από τα συντρίμμια, όμως, βρέθηκαν μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη: Ο διαχειριστής τούς ζητούσε ποσά που δεν μπορούσαν να συγκεντρώσουν, ώστε να πληρωθούν αυτοί που ανέλαβαν τη διάσωση, αλλά και τα δάνεια που είχε συνάψει με τοκογλύφους, ώστε να μπορέσουν οι ένοικοι της πολυκατοικίας να ανεγείρουν μια νέα, καλύτερη πολυκατοικία, πάνω στα συντρίμμια της παλιάς.

Οι επιζώντες της κατάρρευσης βρέθηκαν μπροστά σε μια εξοργιστική κατάσταση: Καλούνταν να πληρώσουν υπέρογκα ποσά, εξαιτίας μιας καταστροφής για την οποία δεν έφταιγαν. Επιπλέον, έπρεπε να πληρώσουν τα εξωφρενικά δάνεια και τις αμοιβές των ανίκανων διασωστών, έξοδα που μόνος του ο διαχειριστής είχε δημιουργήσει, δήθεν για το καλό τους. Και όλα αυτά, αυτοί οι άνθρωποι που υπέφεραν τόσο πολύ για να βγουν από τα συντρίμμια, τα άκουγαν από κάποιον ο οποίος όλο αυτό το διάστημα δεν είχε χάσει τίποτα, δεν είχε πάθει ούτε μια αμυχή, δεν είχε καν ιδρώσει για τίποτα. Και είχε το θράσος να τους ζητάει να δώσουν τα πάντα, «για το καλό τους».

Επειδή πρόκειται για παραμύθι, ας δούμε το happy end: Οι διασωθέντες της πολυκατοικίας εξεγέρθηκαν, αρνήθηκαν να υπακούσουν στις απαιτήσεις του διαχειριστή τους και τον καθαίρεσαν, μαζί με όλους τους συνεργάτες του και όσους είχαν συνεργαστεί με τους προηγούμενους διαχειριστές. Ανέλαβαν όλοι από κοινού τη διαχείριση της νέας, υπό ανέγερση πολυκατοικίας, ακύρωσαν τα δάνεια που είχε συνάψει ο προηγούμενος διαχειριστής, αρνήθηκαν να πληρώσουν τους «διασώστες» που κόντεψαν να τους σκοτώσουν, συνεργάστηκαν ιδανικά μεταξύ τους, μάζεψαν όσα χρήματα μπορούσαν, και τελικά κατασκεύασαν μια νέα, βελτιωμένη πολυκατοικία, που έφτανε να χωρέσει αυτούς κι άλλους τόσους. Οι ένοικοι της πολυκατοικίας ξέχασαν τις διαφορές τους, κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς…άσε μας εμάς. Γιατί εμείς δε ζούμε σε παραμύθι, και αυτά μόνο στα παραμύθια συμβαίνουν. Εμείς πρέπει τώρα να γράψουμε το δικό μας happy end. Μπορούμε. Εμπρός, ας αρχίσουμε να γράφουμε. Έχουμε πολλή δουλειά.


(Το τελευταίο διάστημα, η Μούσα μου έχει εξαφανιστεί, και μαζί πήρε την έμπνευσή μου. Δεν ξέρω τι ακριβώς της έκανα, αλλά πού και πού τη φαντάζομαι σαν την Αφροδίτη του Focus, να μου υψώνει το κωλοδάχτυλο σαν να μου λέει «βγάλτα πέρα μόνος σου τώρα, μαλάκα». Τούτων δοθέντων, από ‘δω και πέρα συνεχίζετε την ανάγνωση υπ’ευθύνη σας. You have been warned.)

Γενικά, όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί έχουν δικαίωμα και ανάγκη να είναι ελεύθεροι, να κάνουν αυτό που θέλουν. Αλλά μόνο οι άνθρωποι είναι τόσο ηλίθια όντα, ώστε να εξαναγκάζουν τους εαυτούς τους σε παραχώρηση των ελευθεριών τους. Νόμοι, πολιτικά συστήματα, εκπαιδευτικά συστήματα, δημόσιες υπηρεσίες, κοινωνικές υποχρεώσεις – όλα αυτά μας δένουν τα χέρια. Κι αν κάποια μας περιορίζουν για το καλό μας, αυτό δεν εμποδίζει τα υπόλοιπα να μας κρατούν κλεισμένους σε κλουβιά, για να μας βλέπουν οι άλλοι και να γελάνε. Στο σύγχρονο τσίρκο που έχει στηθει στον πλανήτη μας, οι περισσότεροι από μας είμαστε το θέαμα. Οι θεατές είναι λίγοι – όμως χάρη στον οβολό αυτών των «θεατών» συντηρείται το τσίρκο. Αλλιώς θα κατέρρεε. Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύουμε.

Όπως και σε κάθε τσίρκο, έτσι και στο δικό μας υπάρχουν κλόουν (που κάνουν τους «θεατές» να γελάνε), ταχυδακτυλουργοί και ακροβάτες (που εκπλήσσουν τους «θεατές» κάνοντας πράγματα που τους φαίνονται ανεξήγητα ή επικίνδυνα) και, φυσικά, ζώα. Ζώα που είτε είναι πιο αδύναμα από τον άνθρωπο, είτε είναι από τη φύση τους άγρια, αλλά έχουν εξημερωθεί. Σε κάθε περίπτωση, όλα τα ζώα είναι εκπαιδευμένα από κάποιους σκιώδεις «εκπαιδευτές», ώστε να διασκεδάζουν τους «θεατές» με τα κόλπα τους.

Κι αν τυχόν σε κάποια από τα «άγρια» ζώα ξυπνήσει το βίαιο ένστικτό τους, το τσίρκο φροντίζει να τα επαναφέρει στην τάξη (ή και να τα σκοτώσει, ανάλογα με τα κέφια), επιστρατεύοντας τους θηριοδαμαστές, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την προστασία των «θεατών» από τα εξαγριωμένα «θηρία».

Το παράξενο σε αυτό το τσίρκο είναι ότι, όσο αυξάνονται τα «ζώα», τόσο μειώνονται οι «θεατές». Έτσι, τα οικονομικά του «τσίρκου» δεν πηγαίνουν καθόλου καλά. Κάποιες φορές, τα πράγματα δυσκολεύουν πολύ: Οι κλόουν και οι ακροβάτες δεν πληρώνονται και τα ζώα δεν ταΐζονται καλά. Μερικές φορές αντιδρούν, αλλά με την παρέμβαση των «θηριοδαμαστών» (που εκτάκτως καλούνται να επαναφέρουν στην τάξη όχι μόνο τα ζώα, αλλά και τους ανθρώπους) συμβιβάζονται τελικά με τη νέα κατάσταση.

Ο εκάστοτε «διευθυντής» του τσίρκου πρέπει πάντα να έχει την υποστήριξη των «θεατών» – αλλιώς η προσέλευση του κοινού είναι χαμηλή και ο διευθυντής καρατομείται. Πολύ συχνά κακομεταχειρίζεται τα ζώα επί σκηνής, ώστε να κερδίσει την έυνοιά τους. Οι «θεατές» λατρεύουν να βλέπουν τα ζώα του τσίρκου να υποφέρουν – τους θυμίζει πόσο τυχεροί είναι αυτοί που δεν είναι στη θέση τους. Μάλιστα, μερικές φορές οι «θεατές» περνάνε στη σκηνή και βασανίζουν οι ίδιοι τα ζώα. Κάποιοι το απολαμβάνουν περισσότερο από το να το βλέπουν απλώς.

Πού και πού, εμφανίζεται κάποιος μέσα στο κοινό που διαμαρτύρεται, που δεν του αρέσει αυτό που βλέπει. Όμως, οι υπόλοιποι «θεατές» τον χλευάζουν, τον βρίζουν, κι έτσι αυτός δεν ξαναμιλάει. Μια και ουσιαστικά οι «θεατές» δεν έχουν διαφορές μεταξύ τους, όποιος εκφράζει μια διαφορετική άποψη θεωρείται ύποπτος. Και, αν συνεχίσει να εκφράζει αυτήν την άποψη, κινδυνεύει να βρεθεί κι αυτός στην αρένα.

Αντίθετα με τους «θεατές», που γενικά δε διαφέρουν πολύ μεταξύ τους και τα βρίσκουν πάντα, τα «θεάματα» του τσίρκου δε συμφωνούν ποτέ μεταξύ τους. Βρίσκονται σε συνεχή διαμάχη. Οι ακροβάτες πιστεύουν ότι είναι ανώτεροι απ’όλους, ακόμα και από τον «διευθυντή», τα λιοντάρια θέλουν να κατασπαράξουν όποιον διαφωνεί μαζί τους, τα δελφίνια υπερηφανεύονται ότι είναι πιο έξυπνα και δε μιλάνε σε κανέναν, ενώ οι κλόουν γκρινιάζουν ότι οι άλλοι τα παίρνουν όλα στα σοβαρά και δεν τους καταλαβαίνει κανένας. Δηλαδή, είτε δεν υπάρχει καμία επικοινωνία μεταξύ των «θεαμάτων», είτε, όταν υπάρχει, καταλήγει πάντα σε άγρια διαμάχη.

Η μόνη περίπτωση στην οποία όλοι συμφωνούν είναι όταν το τσίρκο δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του απέναντί τους. Τότε, αποφασίζουν όλα μαζί ότι αυτό είναι άδικο και συμφωνούν να κάνουν κάτι γι’αυτό. Όμως, και πάλι διαφωνούν: Άλλοι θέλουν να επιτεθούν στον «διευθυντή» και να πάρουν αυτοί τη θέση του. Άλλοι υποστηρίζουν ότι αυτό θα ήταν βλακώδες και προτείνουν απεργία. Άλλοι αντιτείνουν ότι πρέπει να φτιάξουν μια επιτροπή, που θα μιλήσει με τον «διευθυντή» για να επιλυθεί το πρόβλημα. Κάποιοι βρίσκουν καλές όλες τις ιδέες, αλλά φοβούνται να συμμετάσχουν, γιστί φοβούνται τους «θηριοδαμαστές». Τελικά, ο καθένας κάνει τα δικά του, χωρίς οργάνωση, με αποτέλεσμα οι «θηριοδαμαστές» να τους επαναφέρουν εύκολα στην τάξη.

Όμως, τώρα τελευταία τα πράγματα έχουν χειροτερέψει. Γιατί όχι μόνο έχουν λιγοστέψει οι «θεατές», αλλά και αυτοί που έχουν απομείνει δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν πια για να πάνε στο τσίρκο. Πρέπει κι αυτοί να ασχοληθούν με τον εαυτό τους, δεν μπορούν να χάνουν το χρόνο τους με ένα τσούρμο ζώα.

Ο «διευθυντής» του τσίρκου ήταν σαφής: Μικρότερες μερίδες φαγητού, μειωμένοι μισθοί, περισσότερες παραστάσεις. Αλλά δεν ανησυχεί, γιατί ξέρει ότι αυτοί οι βλάκες δεν πρόκειται ποτέ να οργανωθούν.

Τι θα γίνει, όμως, όταν το φαγητό στερέψει; Τι θα γίνει όταν τα λεφτά τελειώσουν οριστικά; Τότε, θα υπάρχει μόνο μία τροφή. Κι αυτή θα είναι οι θεατές. Με πρώτα τα λιοντάρια, τις τίγρεις και τις αρκούδες, τα ζώα θα αρχίσουν να επιτίθενται στους θεατές. Μπροστά στον βέβαιο θάνατο, οι θηριοδαμαστές δεν θα τα τρομάζουν πια. Θα κατασπαραχτούν κι αυτοί.

Από πίσω τους, τα πιο αδύναμα ζώα θα τρώνε ό,τι αφήνουν να μεγαλύτερα ζώα. Και, πιο πίσω, οι άνθρωποι θα ξεγυμνώνουν τα πτώματα από ό,τι πολύτιμο είχαν. Μόνο τότε θα συνειδητοποιήσουν τα μέλη του τσίρκου ότι δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν, αλλά αντίθετα έχουν διαφορετικές ανάγκες ο καθένας, που μπορούν να καλύψουν αν συνεργαστούν.

Αναπόφευκτα, το τσίρκο θα κλείσει. Και τότε, όλα τα «θεάματα» του τσίρκου θα είναι ελεύθερα. Εντελώς ελεύθερα. Και θα θυμούνται πολύ καλά τους «θεατές» που τα είχαν βασανίσει κάποτε. Τα «θεάματα» θα γίνουν θηρευτές και οι «θεατές» θα γίνουν θηράματα. Οι ρόλοι θα αντιστραφούν.

Οι νέοι θηρευτές θα αποδειχθούν εξίσου βίαιοι και σαδιστές με τους παλιούς «θεατές». Και δε θα ζήσουν αυτοί καλά, ούτε κι εμείς καλύτερα. Γιατί καμία ιστορία που ξεκινάει με βία και καταπίεση δεν τελειώνει με happy end. Τελειώνει όπως άρχισε: Με βία και καταπίεση. Κι αυτή είναι, λίγο-πολύ, και η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών. Μια ιστορία με πολύ αίμα και αμέτρητες αλυσίδες.

Καλωσορίσατε στο τσίρκο μας. Εϊμαστε βέβαιοι πως θα περάσετε αξέχαστα.


Ήταν κάποτε μια ζούγκλα. Μια όμορφη ζούγκλα, στην οποία ζούσαν πολλά άγρια ζώα. Σε αυτήν τη ζούγκλα ίσχυε, προφανώς, ο νόμος της ζούγκλας: Ο πιο δυνατός είχε πάντα δίκιο, και επομένως έκανε ό,τι ήθελε. Έτσι, σε αυτήν τη ζούγκλα κυβερνούσαν τα λιοντάρια, οι αυτοανακηρυχθέντες «βασιλείς της ζούγκλας». Χάρη στην ελέω Θεού δύναμή τους, τα λιοντάρια μπορούσαν να εξουσιάζουν όλα τα άλλα πλάσματα της ζούγκλας, και τα άλλα ζώα αποδέχονταν αυτή την εξουσία, πιστεύοντας κι αυτά ότι πήγαζε από τον Θεό.

Τα λιοντάρια, λοιπόν, έκαναν ό,τι ήθελαν: ‘Ετρωγαν όποιον δεν τους άρεσε, κρατούσαν όλη την τροφή για τον εαυτό τους και δε τη μοιραζόντουσαν με τους υπηκόους τους, οι οποίοι δυσκολευόντουσαν να τα βγάλουν πέρα, και έπαιρναν όλες τις σημαντικές αποφάσεις μόνοι τους, αγνοώντας τις ανάγκες και τις επιθυμίες των άλλων ζώων.

Μετά από αιώνες ολόκληρους βασιλείας των λιονταριών, κάποια στιγμή έγινε το αναπόφευκτο: Όλα τα άλλα ζώα ξεσηκώθηκαν, με σκοπό να διώξουν τους τυράννους από την εξουσία. Η αλήθεια είναι ότι τα ζώα είχαν ξεσηκωθεί κι άλλες φορές, όμως όλες τις προηγούμενες είχαν αποτύχει, γιατί δεν ήταν αρκετά οργανωμένα και συσπειρωμένα. Όμως, εκείνη την περίοδο τα πράγματα είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Τα λιοντάρια, όπως συμβαίνει και με οποιονδήποτε έχει στα χέρια του μια απόλυτη εξουσία, τυφλώθηκαν από αυτή την εξουσία και πλέον αποτελούσαν κίνδυνο για τους υπηκόους τους. Κι αυτοί το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να τους εκδιώξουν.

Αν και δεν ήταν και πολύ αισιόδοξα στην αρχή, λόγω των προηγούμενων αποτυχημένων προσπαθειών τους, τελικά τα ζώα κατάφεραν να εκδιώξουν από τη ζούγκλα τους τα λιοντάρια. Ήταν η πρώτη φορά που τα ζώα της ζούγκλας συνειδητοποιούσαν ότι ενωμένα έχουν μεγαλύτερη δύναμη κι από το πιο δυνατό λιοντάρι. Ήταν η πρώτη φορά που ο νόμος της ζούγκλας ανατρεπόταν: Πολλά αδύναμα ζώα έτρεψαν σε φυγή λίγα πανίσχυρα λιοντάρια. Μετά την επιτυχία αυτή ακολούθησε τρικούβερτο γλέντι. Τα ζώα της ζούγκλας τραγουδούσαν ευτυχισμένα το «The Lion Sleeps Tonight» και άλλα χαρούμενα τραγούδια, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον.

Ποτέ δε συμπάθησα το πρωινό ξύπνημα. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για πρωί Σαββάτου. Ήξερα ότι η μέρα δε θα πήγαινε καλά – φαινόταν από το πρωί.

Κοίταξα αγουροξυπνημένος από την μπαλκονόπορτα. Συννεφιά έξω. «Παράξενο», σκέφτομαι, «χθες δεν είχε ούτε ένα σύννεφο». Αλλά είναι πολύ νωρίς για να σκεφτώ ότι κάτι άλλο μπορεί να συμβαίνει. Ο εγκέφαλός μου χουζουρεύει ακόμα. Κι έτσι απλώς το δέχομαι σαν δεδομένο: Έχει συννεφιά.

Η ώρα πάει 10. Δύο ώρες από την ώρα που ξύπνησα. Κι ακόμα κάθομαι. Βαριέμαι. Αποφασίζω να σηκωθώ και να κάνω μια βόλτα. Μια μεγάλη βόλτα, να περάσει η ώρα.

Το επόμενο πρωί, όταν τα ζώα της ζούγκλας ξύπνησαν, βρέθηκαν μπροστά στο πρώτο πρόβλημα της νέας τους εποχής: Εντάξει, τα διώξαμε τα λιοντάρια – και τώρα; Ποιος θα κυβερνήσει τώρα;

Αμέσως, δημιουργήθηκαν δύο απόψεις: Η μία υποστήριζε ότι θα έπρεπε να διατηρηθεί η δομή της διακυβέρνησης των λιονταριών, δηλαδή να υπάρχουν ένα ή περισσότερα ζώα που να παίρνουν τις αποφάσεις και να διαχζειρίζονται τον πλούτο της ζούγκλας, αλλά με τη διαφορά ότι αυτά τα ζώα θα τα ψήφιζαν οι ίδιοι οι κάτοικοι της ζούγκλας. Η άλλη αντέτεινε ότι οι αιώνες σκλαβιάς από τα λιοντάρια είχαν πια φτάσει στο τέλος τους και στη νέα εποχή θα έπρεπε όλα τα ζώα να είναι ίσα και όλος ο πλούτος της ζούγκλας να ανήκει σε όλους. Επρόκειτο για δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις.

Σύντομα, η ζούγκλα χωρίστηκε στα δύο. Οι ζηλωτές της κάθε άποψης διαπληκτίζονταν καθημερινά μεταξύ τους, και δεν άργησε να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος κράτησε χρόνια ολόκληρα. Στο τέλος, επικράτησε η πρώτη άποψη, η οποία είχε και τη στήριξη των λιονταριών, που είχαν την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην εξουσία κάποια στιγμή.

Μ’αυτά και μ’αυτά, ήρθε η ώρα των εκλογών. Όλα τα ζώα της ζούγκλας κλήθηκαν να ψηφίσουν τον υποψήφιο που πίστευαν ότι θα τους εκπροσωπούσε καλύτερα και θα διαχειριζόταν καλύτερα τα πράγματα της ζούγκλας. Ναι, αλλά ποιοι ήταν οι υποψήφιοι;

Αυτό ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα. Γιατί υπήρχαν έξυπνα, ικανά και τίμια ζώα, τα οποία θα μπορούσαν να διοικήσουν ενάρετα τη ζούγκλα. Όμως αυτά τα ζώα είτε δεν ήταν συμπαθή στα υπόλοιπα (κανείς δε συμπαθεί τους ξερόλες), είτε δεν ήθελαν να μπλεχτούν με κάτι τέτοιο, είτε δεν συμπαθούσαν το ένα το άλλο και δεν ήθελαν να συνεργαστούν μεταξύ τους. Αντίθετα, οι ύαινες, τα πιο μοχθηρά ζώα της ζούγκλας, έβαλαν σε εφαρμογή ένα πονηρό σχέδιο: Βλέποντας ότι κανένα από τα τίμια ζώα δεν σκόπευε να θέσει υποψηφιότητα (και αυτά που θα έθεταν δεν θα έπαιρναν πολλές ψήφους), συνεργάστηκαν μεταξύ τους (πάντα έτσι δε γίνεται; Οι κακοί να συνεργάζονται υπέροχα μεταξύ τους και οι καλοί να τρώγονται με τα ρούχα τους;) και δημιούργησαν 3-4 διαφορετικά κόμματα, τα οποία δήθεν είχαν αντιπαλότητα μεταξύ τους, ενώ στην πραγματικότητα ήταν όλοι φίλοι και συνεργάτες. Έτσι, όποιο κόμμα και να ψήφιζαν τα ζώα της ζούγκλας, πάλι οι ίδιοι θα κυβερνούσαν.

Οι υποψήφιες ύαινες έταζαν λαγούς με πετραχήλια στα σαρκοφάγα ζώα, γκαζόν και χόρτα στα φυτοφάγα και γενικά υπόσχονταν πολλά πράγματα. Παράλληλα, κατηγορούσαν δήθεν η μία την άλλη για διάφορα πράγματα, κάνοντας τα άλλα ζώα να πιστέψουν ότι όλες ενδιαφέρονταν για το καλό του τόπου. Όλα τα ζώα έσπευσαν να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα, τώρα που το είχαν για πρώτη φορά. Και πρώτο κόμμα βγήκε – μαντέψτε! – ένα από τα κόμματα που δημιούργησαν οι ύαινες. Πλέον, ο νόμος της ζούγκλας είχε ανατραπεί εντελώς: Δεν κέρδιζε πλέον ο πιο δυνατός, αλλά ο πιο πονηρός.

Τα ζώα της ζούγκλας ένιωθαν για πρώτη φορά ελεύθερα. Πλέον, είχαν έναν ηγέτη που τα ίδια είχαν επιλέξει, ο οποίος ήταν ουσιαστικά ένας από αυτούς, θεωρητικά καταλάβαινε τα προβλήματά τους και μοίραζε υποσχέσεις για ένα καλύτερο μέλλον. Ναι, αλλά ήταν όντως ελεύθερα;

Η πρώτη διακυβέρνηση των μοχθηρών ζώων δεν ήταν και τέλεια. Οι ύαινες διόρισαν συγγενείς και φίλους τους στα κυβερνητικά αξιώματα, έκλεβαν χρήματα από τα ταμεία της ζούγκλας και γενικά ενδιαφερόντουσαν περισσότερο για τους εαυτούς τους, παρά για τα άλλα ζώα – όχι ακριβώς αυτό που περίμεναν τα ζώα της ζούγκλας όταν τις ψήφιζαν.

Κι όμως, τα ζώα-ψηφοφόροι δεν παραπονιόντουσαν. Γιατί μπορεί η κυβέρνηση να έκανε αυθαιρεσίες, έκανε όμως και καλά πράγματα: Έφτιαξε δρόμους στη ζούγκλα, δημιούργησε δουλειές, γενικά υπήρχε ευημερία. Μπορεί να μην ήταν όλα τα ζώα πλούσια, αλλά τουλάχιστον μπορούσαν πια να ζουν αξιοπρεπώς. Μπορούσαν να ερωτεύονται…

22082009263

…μπορούσαν να κάνουν πλάκες…

22082009260

…τέλος πάντων, ένιωθαν ευτυχισμένα. Κι ας ήξεραν ότι οι ύαινες δεν έκαναν την τέλεια διακυβέρνηση. Κι έτσι, τις ξαναψήφισαν.

Βγαίνω στον δρόμο και καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά. Μια περίεργη μυρωδιά είναι διάχυτη παντού. Δεν μπορώ να την προσδιορίσω. Ο ήλιος έχει μια απόκοσμη λάμψη, λες και παλεύει να φωτίσει το δρόμο κόντρα σε μια πανίσχυρη σκιά. Σκέφτομαι μήπως έχει έκλειψη ηλίου, αλλά το απορρίπτω. Θα το ήξερα. Δεν καταλαβαίνω. Και μετά κοιτάζω στον ουρανό. Και τα καταλαβαίνω όλα.

Ωστόσο, δεν άργησε μετά από μερικά χρόνια να συμβεί το αναπόφευκτο: Οι ύαινες ξέφυγαν από τον έλεγχο, παρασυρμένες από την εξουσία που είχαν στις πατούσες τους. Όπως και τα λιοντάρια παλιότερα, έτσι και οι ύαινες είχαν πάψει πια να ασχολούνται με τα άλλα ζώα και εκμεταλλευόντουσαν τη εξουσία για να πλουτίσουν. Άρχισαν να ακούγονται οι πρώτες γκρίνιες από κάποια ζώα, κάποιες χλιαρές διαμαρτυρίες. Αλλά τίποτα το ιδιαίτερο. Στις επόμενες εκλογές, τα ζώα ψήφισαν ένα άλλο κόμμα, το οποίο ευαγγελιζόταν αλλαγή και διαφάνεια, όμως κι αυτό το είχαν δημιουργήσει οι ύαινες. Κι έτσι δεν άλλαξε τίποτα.

Αντίθετα, τα πράγματα γίνονταν όλο και χειρότερα. Η εκάστοτε κυβέρνηση επιδιδόταν σε κάθε είδους αυθαιρεσίες και τα μέλη της πλούτιζαν απροκάλυπτα, την ίδια στιγμή που τα άλλα ζώα άρχιζαν πάλι να δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Τα ζώα της ζούγκλας διαμαρτύρονταν, αλλά δεν άλλαζε τίποτα. Όμως, η κατάσταση μύριζε μπαρούτι…

Κάποια στιγμή, η βόμβα εξερράγη: Ένα τσιράκι της κυβέρνησης, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, σκότωσε εν ψυχρώ το μικρό ενός ελαφιού, τόσο μικρό που δεν είχε ακόμα απογαλακτιστεί. Η βαρβαρότητα αυτού του φόνου εξόργισε τα άλλα ζώα, τα οποία διαμαρτυρήθηκαν πιο έντονα από ποτέ. Η ζούγκλα ήταν σε κατάσταση πολιορκίας για μέρες ολόκληρες. Τα ζώα, με αφορμή το θάνατο του μικρού ελαφιού, βρήκαν τον τρόπο να εκφράσουν και τη γενικότερη δυσαρέσκειά τους για τους χειρισμούς της κυβέρνησης.

22082009261

22082009262

Όμως ούτε αυτή τη φορά άλλαξε κάτι. Το momentum χάθηκε, μετά η υπόθεση ξεχάστηκε και η ζωή συνεχίστηκε όπως πριν.
Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα των κυβερνήσεων ήταν και αυτό: Κάποιοι φίλοι των υαινών, ακόμα πιο αδίστακτοι από τις ύαινες που κυβερνούσαν, πρότειναν στην κυβέρνηση να συνεργαστούν και να κάψουν λίγο δάσος, ώστε να χτίσουν εκεί πολυτελείς φωλιές. Οι ύαινες στην αρχή δίστασαν – ναι, ακόμα κι αυτές οι αδίστακτες ύαινες δίστασαν για λίγο. Αλλά μετά σκέφτηκαν ότι «τόσο δάσος έχει αυτή η ζούγκλα, δεν πειράζει να κάψουμε και λίγο…Θα το κάνουμε να φανεί σαν ατύχημα και, όταν μαζευτούν τα αποκαϊδια, θα χτίσουμε εκεί 30 τεράστιες φωλιές και θα βγάλουμε λεφτά πουλώντας τες». Κι έτσι, λίγες μέρες μετά έπιασε φωτιά σε ένα από τα δάση της ζούγκλας. Η φωτιά πήγε καλύτερα απ’ό,τι περίμεναν οι ύαινες και οι φίλοι τους, αφού έκαψε τα διπλάσια στρέμματα απ’όσα είχαν υπολογίσει. «Καλύτερα, διπλά λεφτά», σκέφτηκαν. «Στο κάτω-κάτω…

22082009254»

Μαντεύετε τι έγινε μετά; Φαντάζομαι πως ναι: Οι ύαινες γλυκάθηκαν από τα λεφτά που τους απέφερε όλη αυτή η ιστορία και βάλθηκαν να κάψουν κι άλλα δάση, μέχρι που η ζούγκλα απογυμνώθηκε τελείως από το πράσινο. Έμειναν μόνο κανά-δυο δάση, τα οποία τα ζώα ορκίστηκαν ότι θα προστάτευαν με όλες τους τις δυνάμεις, γιατί χωρίς αυτό θα δυσκόλευε αφάνταστα η ζωή τους.

Κι έτσι, φτάνουμε στο σήμερα. Το ένα από τα δύο δάση που απέμειναν έχει πιάσει φωτιά. Μεγάλη φωτιά, καταστρέφεται ολοσχερώς. Κινδυνεύουν οι ζωές αρκετών κατοίκων της ζούγκλας, καίγονται οι φωλιές τους. Η κατάσταση είναι τραγική.

Φωτιά! Πάλι, ρε πούστη; Τι βρήκαν πάλι να κάψουν; Τι έμεινε, τέλος πάντων να κάψουν; Κανείς δεν ενδιαφέρεται πια για τα δάση;

Κοιτάζω πάλι στον ουρανό. Κοιτάζω δεξιά.

22082009259

Κοιτάζω αριστερά.

22082009258

Ενστικτωδώς, αρχίζω να κινούμαι προς τον γαλάζιο ουρανό, προς τα αριστερά. Δεν ξέρω που πάω, δε με ενδιαφέρει. Έτσι κι αλλιώς δεν είχα προορισμό. Δεν είχα, όμως, και ένα τεράστιο σύννεφο καπνού να με κυνηγά, να απειλεί να καλύψει ολόκληρο τον ουρανό με γκρίζο. Έχω ανάγκη το γαλάζιο. Επιταχύνω το βήμα μου. Προσπαθώ να μην κοιτάζω προς τα πάνω. Μόνο μπροστά. Το mp3 παίζει επίμονα τον «Μπαγάσα», κι αναρωτιέμαι αν αυτό είναι κάποιο γαλαξιακό μήνυμα που δεν αδυνατώ να αποκρυπτογραφήσω.

Γιατί ρε πούστη; Γιατί κανείς δεν προστατεύει τα δάση; Οικοπεδοφάγοι και εμπρηστές πάντα θα υπάρχουν. Αλλά γιατί δεν τους εμποδίζει κανένας; Γιατί τους αφήνουμε να κάνουν ό,τι θέλουν;

Δεν πάει άλλο. Πρέπει επιτέλους να γίνει μια εξέγερση. Να ξεσηκωθούμε όλοι, να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Δε γίνεται να αφήνουμε τις ζωές μας στο έλεος του κάθε ανίκανου. Ήρθε η ώρα να ξεσηκωθούμε.

Υπάρχουν δύο επιλογές για τα ζώα της ζούγκλας. Είτε θα εξεγερθούν, ακολουθώντας το παράδειγμα των προγόνων τους και συνειδητοποιώντας την απίστευτη δύναμη που έχουν αν ενωθούν όλα μαζί, είτε θα αφήσουν την κατάσταση να συνεχιστεί πάλι, μέχρι να συμβεί η επόμενη καταστροφή.

Εσείς τι λέτε ότι θα κάνουν τελικά τα ζώα της ζούγκλας;

Γυρίζω σπίτι μετά από δύο ώρες. Πονάνε τα πόδια μου. Τα μαλλιά μου είναι καλυμμένα από στάχτες – σαν τον Νικοπολίδη έγινα. Κάνω ένα μπάνιο και μετά κάθομαι στην τηλεόραση. Όλα τα κανάλια δείχνουν τις φωτιές.

«Κάτι πρέπει να γίνει», λέω απογοητευμένος. Και γυρίζω πλευρό και κοιμάμαι.

Ξυπνήστε με όταν αλλάξει ο κόσμος. Ή έστω ξυπνήστε με όταν θα θέλετε να τον αλλάξουμε μαζί.


Στην Ελλάδα μιας εναλλακτικής πραγματικότητας, μίας από τις άπειρες που υπάρχουν στον χωροχρόνο, κάποιος έκανε τον εξής συλλογισμό:

‘- Οι σκύλοι είναι μη σκεπτόμενα ζώα.

– Οι μάζες είναι σύνολα ανθρώπων, η πλειοψηφία των οποίων είναι μη σκεπτόμενα ζώα (σύμφωνα με το αξίωμα της υπερισχύουσας βλακείας).

– Άρα, αν δίναμε στους πολιτικούς από έναν σκύλο και βλέπαμε πώς τον μεγάλωναν, θα μπορούσαμε να προβλέψουμε πώς θα αντιμετωπίσουν τις μάζες, αν και εφόσον ανέλθουν στην εξουσία.’

Παραδόξως, η Βουλή ενθουσιάστηκε από αυτήν την ιδέα, και σχεδόν ομόφωνα αποφάσισε την άμεση εφαρμογή της. Έτσι, την επόμενη μέρα οι εκπρόσωποι μιας φιλοζωικής εταιρείας επισκέφθηκαν τα γραφεία των κομμάτων της Βουλής και άφησαν στο καθένα από αυτά κι ένα κουτάβι, το οποίο προοριζόταν για τον αρχηγό της κάθε παράταξης.

Μετά από έναν χρόνο, τα μέλη της φιλοζωικής οργάνωσης επισκέφθηκαν τους αρχηγούς των κομμάτων για να δουν πώς εξελίχθηκαν τα πέντε κουτάβια. Η κατάσταση που αντιμετώπισαν ήταν η εξής:

– Στην εξοχική κατοικία του Πρωθυπουργού και προέδρου της Νέας Δημοκρατίας βρήκαν τον σκύλο αραχτό κάτω από τη σκιά ενός δέντρου. Ο σκύλος ήταν τόσο χοντρός, που δεν μπορούσε καν να σταθεί στα πόδια του. Το αφεντικό του, αφοσιωμένο σε άλλες δραστηριότητες, δεν ασχολείτο με τον σκύλο του, παρά μόνο την ώρα του φαγητού, όταν τον τάιζε τα (μπόλικα) αποφάγια του. Βέβαια, ο πρωθυπουργός ήξερε πότε είχε χορτάσει, και κάποτε σταματούσε να τρώει. Όμως το σκυλί δεν ήξερε πότε να σταματήσει, με αποτέλεσμα να τρώει, να τρώει και να ξανατρώει απίστευτες ποσότητες φαγητού, χωρίς να συνειδητοποιεί τι κάνει, φτάνοντας τελικά σ’αυτήν την κατάσταση.

– Στο σπίτι του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, βρήκαν τον σκύλο σε κακή κατάσταση. Το αφεντικό του είχε όλη την καλή διάθεση να τον φροντίσει, όμως υπήρχε ένα πρόβλημα: Δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να κάνει. Έτσι, για παράδειγμα, του έδινε συχνά σοκολάτα, η οποία μπορεί μεν να αρέσει στα σκυλιά, αλλά είναι τοξική γι’αυτά. Επίσης, δεν ήξερε ότι έπρεπε να του κάνει εμβόλια, κι έτσι το σκυλί κινδύνευε ανά πάσα στιγμή να πάθει διάφορες ασθένειες. Γενικά, το σκυλί ήταν σχεδόν ετοιμοθάνατο. Αλλά τι περιμένατε από κάποιον που καλά-καλά δεν ξέρει να κάνει ποδήλατο;

– Στο σπίτι της γενικής γραμματέως του ΚΚΕ, τα μέλη της φιλοζωικής οργάνωσης δέχθηκαν άγρια επίθεση από τον σκύλο. Το αφεντικό του τον είχε εκπαιδεύσει να αναγνωρίζει από τη μυρωδιά τους μη-κομμουνιστές και να τους επιτίθεται. Ακόμα και όταν επενέβη το αφεντικό του για να σταματήσει, ο σκύλος εξακολούθησε να γρυλίζει απειλητικά καθ’όλη τη διάρκεια της παρουσίας τους εκεί. Πάντως, ήταν αρκετά γυμνασμένος, αφού κάθε μέρα συμμετείχε σε πορείες στο κέντρο της Αθήνας. Ωστόσο, επίτηδες δεν είχε κάνει το εμβόλιο κατά της λύσσας, για λόγους που το αφεντικό του αρνήθηκε να εξηγήσει.

– Στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ, ήρθαν αντιμέτωποι με μία τραγωδία: Το σκυλί προοριζόταν για τον αρχηγό της παράταξης, όμως στο συγκεκριμένο κόμμα υπήρχε μια ιδιότυπη διαρχία. Στην αρχή, οι δύο αρχηγοί διαπληκτίστηκαν, υποστηρίζοντας ο καθένας ότι το σκυλί προοριζόταν για τον ίδιο. Ωστόσο, όταν το σκυλί άρχισε να έχει ανάγκες, ο καθένας υποστήριζε ότι έπρεπε ο άλλος να καλύψει αυτές τις ανάγκες. Τελικά, κανείς από τους δύο δεν κάλυψε τις ανάγκες, και το σκυλί πέθανε από ασιτία.

– Τέλος, στο σπίτι του προέδρου του ΛΑΟΣ, είδαν έναν καλογυμνασμένο σκύλο, όχι ιδιαίτερα φιλικό, αλλά ούτε και άγριο. Όλα φαίνονταν να πηγαίνουν καλά, μέχρι που, εντελώς τυχαία, πέρασε έξω από το σπίτι ένας Πακιστανός μετανάστης. Μόλις τον αντελήφθη ο σκύλος, όρμησε καταπάνω του με μανία και τον σκότωσε με πρωτοφανή αγριότητα. Ο ιδιοκτήτης του δικαιολογήθηκε ότι τον εκπαίδευσε να αναγνωρίζει και να επιτίθεται σε οποιονδήποτε μη-Έλληνα, μη-Χριστιανό, για την προσωπική του ασφάλεια.

Οι συγκλονισμένοι εθελοντές της φιλοζωικής εταιρείας δημοσίευσαν τα στοιχεία της έρευνάς τους, προκαλώντας σάλο στους ψηφοφόρους.

Στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, η αποχή έφτασε το 97,3%. Το υπόλοιπο 2,7% ψήφισε ένα νεοϊδρυθέν κόμμα φιλόζωων, το οποίο απέσπασε και τις 300 έδρες της Βουλής.

Κι έτσι, έζησαν τα σκυλιά καλά, κι όλοι οι άλλοι σκατά, γιατί αποδείχθηκε ότι η νέα κυβέρνηση δεν είχε ιδέα από οικονομία, εξωτερική πολιτική και τέτοια, ενώ ο τύπος που είχε αυτήν τη φαεινή ιδέα για τα σκυλιά μάλλον είχε κάνει κάποιο λάθος στον συλλογισμό του.

(αν και, κατά μία άλλη εκδοχή, αυτός ο τύπος ήταν μέλος μιας φιλοζωικής οργάνωσης και όλα όσα έγιναν ήταν προμελετημένα, ώστε να ανέλθει στην εξουσία ένα φιλοζωικό κόμμα. Αλλά αυτά είναι θεωρίες συνωμοσίας – τι, επειδή τον έκαναν Υπουργό στην κυβέρνηση;)

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις της δικής μας πραγματικότητας είναι εντελώς συμπτωματική και οφείλεται σε ανωμαλίες του χωροχρονικού συνεχούς.