Πριν μπω στο ζουμί, νομίζω ότι σας χρωστάω μια εξήγηση. Ναι, το ξέρω, σας έχω φλομώσει στο Photoshop τελευταία. Ειναι ο νέος τρόπος έκφρασής μου, τώρα το μαθαίνω. Εντάξει, μια απλή επεξεργασμένη εικόνα σιγουρα είναι πολύ λιγότερο «χορταστική» από ένα κείμενο-σεντόνι, αλλά με καλύπτει δημιουργικά. Κι εξάλλου, πάντα ήθελα να γράφω πράγματα που θέλω να διαβάζω. Και, επειδή προσωπικά έχω μια αλλεργία στα μεγάλα κείμενα, δεν τα τιμώ ιδιαίτερα. Από την άλλη, τελευταία ανακάλυψα και το Twitter, και ό,τι θέλω να γράψω συνήθως το περιορίζω σε 140 χαρακτήρες και το δημοσιεύω εκεί. Φυσικά, δε χωράνε τα πάντα σε 140 χαρακτήρες, οπότε θα συνεχίσω να γράφω και εδώ. Δε θα με χάσετε από πελάτη, μην ανησυχείτε. Και μετά από αυτήν την άσχετη παράγραφο, περνάμε στο κυρίως θέμα.

Χθες, για κάποιον λόγο που πιθανότατα δεν θα μάθω ποτέ, ξύπνησα το πρωί και μου ήρθε να διαβάσω Ουμπέρτο Έκο. Πολύ σπάνιο για μένα. Έχω ένα παλιό βιβλίο με κάποια δοκίμια του Έκο, το οποίο όλο λέω ότι θα διαβάσω κι όλο το αφήνω στη μέση. Ε, χθες μου ήρθε και το διάβασα. Και, μολονότι το θέμα για το οποίο θέλω να γράψω δεν έχει απολύτως καμία σχέση με οτιδήποτε διάβασα σε αυτό το βιβλίο, νομίζω ότι με τον τρόπο του με επηρέασε σε αυτό.

Σκεφτόμουν, λοιπόν, όλα αυτά που συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα. Την κρίση, το ΔΝΤ, τη Μέρκελ, τον Γιωργάκη, όλα. Δεν έχω γράψει τίποτα απολύτως γι’αυτό το θέμα. Κι αυτό είπαμε γιατί: Επειδή αφενός δε γνωρίζω όλες τις παραμέτρους ενός τόσο πολύπλοκου και σοβαρού θέματος, και αφετέρου δεν είμαι Λαζόπουλος, να πετάω 4-5 κλισέ, να κάνω μερικά ραμολιμέντα να γελάνε και να πανηγυρίζω.

Ωστόσο, κάποια πράγματα τα ξέρω. Και μπορώ να τα πω. Και θα τα πω.

Ας συμφωνήσουμε πρώτα σε κάτι προφανές: Τα πράγματα πάνε σκατά. Και εννοώ σκατά για τον απλό Έλληνα πολίτη, γιατί οι πλούσιοι δεν θα πάθουν τίποτα – πάλι πλούσιοι θα είναι. Το διεφθαρμένο καπιταλιστικό σύστημα τους παρέχει τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες για να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν τον πλούτο τους. Ναι, το έχω ξαναγράψει αυτό, αλλά το ξαναγράφω για να το εμπεδώσετε, όσοι ζείτε ακόμα στον κόσμο της Μερέντα, μαζί με τον πρωθυπουργό μας.

Τα πράγματα, λοιπόν, πάνε σκατά. Και, για να επανέλθουν στη φυσιολογική τους κατάσταση (ή έστω σε μια απλώς ανεκτή κατάσταση, γιατί στην Ελλάδα τίποτα δε λειτουργεί φυσιολογικά) πρέπει πρώτα απ’όλα να εντοπίσουμε τις αιτίες που μας οδήγησαν εδώ που φτάσαμε. Το θέμα είναι: Έχουμε τα κότσια να το κάνουμε;

Παντού γύρω σου θα ακούσεις γκρίνια. «Μου κόβουν το επίδομα», «Εμένα να μου κόψουν το μισθό; Εμένα;», «Κοίτα να δεις που ψήφισα ΠΑΣΟΚ και μου βγήκε δεξιά». Πάντα κάποιος φταίει: Το ΠΑΣΟΚ, ο Καραμανλής, τα κόμματα, το ΔΝΤ, η Μέρκελ, οι Αμερικάνοι, οι Εβραίοι – πάντα κάποιον βρίσκουμε να κατηγορήσουμε. Πόσοι από μας, όμως, αποδεχόμαστε τις δικές μας ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση; Πόσοι έχουμε τα κότσια να κοιτάξουμε στον καθρέφτη και να πούμε «ΠΑΡΤΑ ρε μαλάκα! Εσύ δεν ήσουνα που ψήφισες τον Χ πολιτικό επειδή σου έταξε ρουσφέτι; Εσύ δεν ήσουνα που κάθε χρόνο κοίταζες πώς θα γλιτώσεις όσο το δυνατόν περισσότερους φόρους, φοροδιαφεύγοντας ασύστολα; Εσύ δεν ήσουν που καθόσουν εντελώς αμέτοχος, την ώρα που οι κυβερνήσεις που ΕΣΥ είχες ψηφίσει περνούσαν κατάπτυστα νομοσχέδια (όπως το περίφημο περί «ευθύνης Υπουργών») και κατέκλεβαν τα ταμεία του Κράτους; Ε, τότε τι γκρινιάζεις ρε γελοίε; Αν πρέπει να κρεμάσουμε τους πολιτικούς στο Σύνταγμα, πρέπει να κρεμαστείς κι εσύ μαζί τους. Μαλάκα.»

Δϋσκολο να τα πει κάποιος όλα αυτά στον εαυτό του. Γι’αυτό και όλοι γκρινιάζουν: «Φταίει το ΠΑΣΟΚ» (γιατί, ποιος το ψήφισε; Οι εξωγήινοι;),  «Φταίνε οι Γερμανοί» (ναι, γιατί αυτοί άδειασαν τα ταμεία μας, όχι οι πολιτικοί μας), «Φταίει ο Καραμανλής» (κι αυτόν οι εξωγήινοι τον ψήφισαν – και μάλιστα δύο φορές), «Φταίει το ΔΝΤ» (ναι, γιατί δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει το ΔΝΤ και σου λέει «κάτσε να πάμε να ξεζουμίσουμε τη ζουμερή Ελλάδα»). Πάντα οι Αλλοι φταίνε. Ποτέ εμείς.

Προσοχή: Δε λέω ότι οι αντιδράσεις στα νέα μέτρα είναι άδικες. Ναι, τα μέτρα είναι υπερβολικά σκληρά, τόσο σκληρά που κανείς δεν περίμενε ότι θα ζήσει για να τα δει. Δεν είναι καν μάταιες: Ίσως είναι η ώρα για μια μεγάλη κοινωνική επανάσταση, μια επανάσταση που μας χρειάζεται περισσότερο από ποτέ. Αλλά τι νόημα έχουν οι αντιδράσεις, αν δεν έχουμε κατανοήσει όλοι τα λάθη μας; Αυτό που πρέπει να διασφαλίσουμε είναι ότι, σε 5 χρόνια, σε 10 χρόνια, σε 50 χρόνια, θα έχουμε καταλάβει τι πήγε στραβά, θα το έχουμε διορθώσει και δεν θα επαναλάβουμε το ίδιο λάθος. Ότι θα είμαστε και εμείς υπεύθυνοι πολίτες, αλλά και οι πολιτικοί μας επίσης. Αν όλοι μας ρίχνουμε την ευθύνη για την κατάσταση σε κάποιον άλλο, τότε δεν θα συμβεί ποτέ αυτό. Ναι, είναι βολικό να βγάζουμε την ουρίτσα μας απέξω – αλλά τι νόημα έχει, όταν όλο το υπόλοιπο σώμα είναι ήδη μέσα στα σκατά;

Σήμερα είναι η Εργατική Πρωτομαγιά. Κοιτάξτε τι γίνεται: Η κάθε συνδικαλιστική οργάνωση κάνει μια διαφορετική πορεία. Ούτε σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τα εργασιακά μας δικαιώματα δεν καταφέρνουν αυτοί οι τύποι, οι μεγαλοσυνδικαλιστές, να συνεννοηθούν μεταξύ τους, να βάλουν στην άκρη τις μικροπολιτικές διαφορές και τα προσωπικά τους συμφέροντα, για χάρη του απλού πολίτη. Όχι, φίλε μου εργαζόμενε, οι συνδικαλιστές που δήθεν σε εκπροσωπούν, δεν ενδιαφέρονται για σένα. Ενδιαφέρονται για την πάρτη τους. Και με αυτην τη λογική, το «εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι για την πάρτη σου», δεν θα καταφέρουμε τίποτα. Θα διχαστούμε, θα αποδυναμωθούμε, και τελικά θα αποδεχθούμε τα νέα μέτρα αδιαμαρτύρητα. Έχετε ακουστά το «λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος»; Ε, ακριβώς το αντίθετο έχουμε εδώ: «Λαός διχασμένος, πάντα νικημένος».

Προσωπικά, δεν πήγα στις σημερινές πορείες. Δεν πιστεύω στο συνδικαλιστικό κίνημα, όπως και αυτό με έχει γράψει στ’αρχίδια του. Θα πάω στη μεγάλη πορεία, αυτή τη βδομάδα. Και θα είμαι εκεί και σε κάθε διαδήλωση, να φωνάξω ότι δεν είμαι μόνο εγώ που πρέπει να πληρώσω αυτήν την κρίση. Είναι και οι υπουργοί που πλούτισαν και δεν τους «άγγιξε» κανείς. Είναι και οι μεγαλοδημοσιογράφοι που ξεπούλησαν κάθε έννοια δημοσιογραφίας προκειμένου να έχουν την εύνοια της εκάστοτε κυβέρνησης. Είναι και οι φοροφυγάδες που, αντί να πληρώνουν τους φόρους τους στο δημόσιο, έφτιαχναν πισίνες και αγόραζαν τζιπ.

Θα πάω σε αυτές τις πορείες. Θα φωνάξω. Μπορεί και να παρεκτραπώ. Δε με νοιάζει. Το πολύ-πολύ να με συλλάβουν – ε,και; Έτσι κι αλλιώς, χαμένος είμαι. Άνεργος, και με καμία προοπτική να βρω δουλειά σύντομα. Άνθρωπος χωρίς ελπίδα. Και ξέρετε, οι απελπισμένοι άνθρωποι είναι οι πιο «επικίνδυνοι» – όποιος δεν έχει τίποτα να χάσει, ρισκάρει. όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών έχουν δημιουργήσει πολλούς τέτοιους απελπισμένους σαν εμένα.

Μήπως ήρθε η ώρα να ρισκάρουμε λίγο; Ε;

Advertisements

Για κάποιον λόγο που δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, το τελευταίο μου post ήταν πολύ επιτυχημένο. Αυτό με προβλημάτισε – φυσικά όχι επειδή δε θέλω τα κείμενά μου να διαβάζονται, αλλά επειδή πυροδότησε ξανά εκείνο το δίλημμα που με ακολουθεί από την πρώτη μέρα που άρχισα να γράφω: Να γράφω χιουμοριστικά κείμενα, αστεία, που να προκαλούν τα χαμόγελα που τόσο χρειαζόμαστε; Ή να γράφω σοβαρά, επίκαιρα κείμενα, που να προβληματίσουν τον αναγνώστη και να βάλουν το μυαλό του να δουλέψει (που κι αυτό το χρειαζόμαστε);

Σαφή απάντηση σε αυτό το δίλημμα δεν κατάφερα να δώσω ποτέ, γι’αυτό και ακολούθησα την πορεία που μου άρεσε περισσότερο: Τα χιουμοριστικά κείμενα. Μπορεί να είναι πιο δύσκολο να γράψεις ένα αστείο κείμενο παρά ένα σοβαρό (αν δεν το έχετε δοκιμάσει μπορεί να πιστεύετε το αντίθετο, αλλά δεν έχετε ιδέα…), όμως είναι πιο ευχάριστο, και είναι ακόμα πιο ευχάριστο όταν ξέρεις ότι κάποιος εκεί έξω θα χαμογελάσει με αυτό που θα γράψεις, θα το πει σε κάποιον άλλο, θα χαμογελάσει κι αυτός, και τελικά θα έχεις προσφέρει κάτι θετικό σε αυτήν την αγέλαστη κοινωνία. Από την άλλη, το να γράψεις ένα «σοβαρό» κείμενο είναι πιο εύκολο: Αρκεί να καθίσεις μπροστά στον υπολογιστή και να αδειάσεις στο Notepad τις σκέψεις σου. Το έχω δοκιμάσει, είχε επιτυχία, αλλά δε με κάλυπτε προσωπικά. Κακά τα ψέματα: Πάντα προσπαθούσα να γράφω πράγματα που θα με ενδιέφερε να διαβάσω. Και πάντα είχα μια ροπή προς τα χιουμοριστικά βιβλία, και ειδικά τα κόμικς. Άρα, είναι αναπόφευκτο να προτιμώ αυτήν την κατεύθυνση.

Ωστόσο, τα πράγματα είναι δύσκολα. Ίσως περισσότερο από ποτέ, η πλάστιγγα αρχίζει και γέρνει προς την άλλη πλευρά, προς το «σοβαρό». Η ανθρωπότητα διανύει μία από τις δυσκολότερες περιόδους της ιστορίας της (φυσικά, με αποκλειστικά δική της ευθύνη), και δεν είναι ώρα για αστεία. Είναι ώρα για δράση.

Μου πήρε πολλά χρόνια να καταλάβω ότι το να είσαι παθητικός δεν οδηγεί πουθενά. Πάντα άφηνα τους άλλους να με κάνουν ό,τι θέλουν, ελπίζοντας πως θα εκτιμούσαν την καλή μου διάθεση και θα σταματούσαν να με ενοχλούν. Μέγα λάθος: Οι περισσότεροι άνθρωποι, οι σύγχρονοι άνθρωποι, δε σταματάνε πουθενά για να πάρουν αυτό που θέλουν. Δεν «εκτιμούν» τη θετική σου στάση. Την εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Δεν αξίζει να εμπιστεύεσαι κανέναν τυφλά. Πολύ λίγοι είναι αυτοί που στα δύσκολα δεν θα σε κάνουν να μετανιώσεις για την εμπιστοσύνη που τους έδειξες. Και κανένας από αυτούς δεν είναι πολιτικός, ή τραπεζίτης, ή τέλος πάντων άνθρωπος της εξουσίας.

Το ένα άκρο, λοιπόν, είναι η παθητικότητα. Παραδόξως, όταν κάποιος είναι για όλη του τη ζωή παθητικός και ξαφνικά συνειδητοποιεί πόσο λανθασμένη ήταν αυτή η στάση του, περνάει στο εντελώς αντίθετο άκρο: Τη βία. Στερημένος από πράγματα που θεωρεί ότι δικαιούται, τα διεκδικεί με τη βία – όποια και αν είναι αυτή: Λεκτική, σωματική, ψυχική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ντεμέκ τρομοκράτες, οι οποίοι θεωρούν πως βάζοντας μια βόμβα έξω από ένα κυβερνητικό κτίριο πολεμούν την εξουσία. Φυσικά, αν τύχει και αυτή η βόμβα σκοτώσει κάποιον «εκτός σχεδίου», όπως κάποιον άτυχο μετανάστη, τότε δεν τολμούν καν να αναλάβουν την ευθύνη.

Το στάδιο αυτό το πέρασα κι εγώ. Ήμουν από αυτούς που πίστευαν ότι μια βόμβα στη Βουλή θα ήταν κάτι καλό για τη χώρα. Όμως, οι ακραίες λύσεις δεν είναι καν λύσεις. Είναι προβλήματα, που με τη σειρά τους προκαλούν ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα.

Τι μένει, λοιπόν; Η μέση λύση. Η αντίδραση, μέσα στα πλαίσια του επιτρεπτού, του θεμιτού, του ηθικού. Μια αντίδραση ούτε στείρα, όπως μια προαποφασισμένη απεργία, η οποία δεν κάνει καμία ζημιά στους εργοδότες, αφού αυτοί γνωρίζουν ήδη από πριν την ύπαρξή της (άρα τι λόγο έχει  να γίνει;), αλλά ούτε και υπερβολική, όπως μια ομοβροντία από μολότοφ σε αστυνομικούς οι οποίοι μπορεί να είναι και καθάρματα, αλλά μπορεί να είναι και οικογενειάρχες με χίλια δυο προβλήματα, ακριβώς σαν εμάς. Εντάξει, μη λέω ψέματα, έχω κι εγώ μια προκατάληψη εναντίον των αστυνομικών. Αλλά ξέρω κατά βάθος ότι υπερβάλλω.

Ποια είναι η μέση λύση; Μαζική συμμετοχή σε πορείες (αλλά «μαζική», όχι 2-3 κνίτες και τα αδέσποτα της Πανεπιστημίου). Συμμετοχή σε κινήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα – ενεργή συμμετοχή, όχι απλά για να το βάλουμε στο βιογραφικό μας. Ουσιαστική ενημέρωση από ανεξάρτητα ειδησεογραφικά (και μη) sites στο Διαδίκτυο και όχι από την εξαρτημένη τηλεόραση και τις χρεωκοπημένες εφημερίδες. Προώθηση αυτής της ενημέρωσης σε όσους για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν πρόσβαση σε αυτήν. Και πολλά άλλα – η επανάσταση δεν είναι αναγκαίο να ξεκινήσει με βία. Αρκεί να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας, να διαμαρτυρηθούμε όταν μας αδικούν, να αντιδράσουμε όταν πρέπει.

Η υπόσχεση που έδωσα στον εαυτό μου απόψε είναι να γίνω πιο ενεργός πολίτης. Είναι μια πολύ ασαφής υπόσχεση (κάτι που διασφαλίζει και ότι θα την τηρήσω, έστω και σε κάπως ασαφή πλαίσια), η οποία όμως είναι πολύ σημαντική για μένα. Για μένα που ποτέ στη ζωή μου δεν διεκδίκησα τίποτα, είτε για μένα, είτε για κάποιον άλλο που αδικήθηκε. Βλέποντας πόσα έχασα τηρώντας αυτήν την παθητική στάση, αλλάζω ταχύτητα. Ήδη αποφάσισα στις 9 Απριλίου να πάω στην προβολή της ταινίας «Kabuli Kid», στον κινηματογράφο ΦΙΛΙΠ, και να καταθέσω τον οβολό μου υπέρ της μητέρας του αδικοχαμένου Χαμιντουλάν Ναζαφί. Λεπτομέρειες εδώ. Επίσης, στις 15 Απριλίου, θα συμμετάσχω στην πορεία αλληλεγγύης για τον Μάριο Ζ., τον δάσκαλο κολύμβησης που προφυλακίστηκε χωρίς κανέναν απολύτως λόγο και κρατείται ακόμα στον Κορυδαλλό, σαν κοινός εγκληματίας. Λεπτομέρειες εδώ.

Σε κάθε παρόμοια εκδήλωση που θα λάβει χώρα, θα είμαι εκεί. Άργησα, αλλά κατάλαβα τελικά τι σημαίνει εκείνο το αναρχικό σύνθημα: «Ο κόσμος δεν αλλάζει με προσευχές». Πρέπει να κάνεις κάτι για να αλλάξεις αυτόν τον κόσμο, αντί να κάθεσαι με σταυρωμένα χέρια και να περιμένεις να αλλάξει από μόνος του ή να τον αλλάξει κάποιος στοργικός, καλοκάγαθος θεός. Και αν ο καθένας από μας αφυπνιστεί και βάλει το λιθαράκι του εκεί που πρέπει, ο κόσμος θα αλλάξει. Έστω κι αργά.

Δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα αν τα επόμενα κείμενα που θα διαβάσετε σε αυτό το blog θα είναι αστεία ή σοβαρά. Ας πούμε ότι κάθε κείμενο που θα ανεβαίνει από δω και πέρα, θα αποτελεί μια έκπληξη – ακόμα και για μένα.

Καλή σας νύχτα. Ίσως όταν ξυπνήσω ο κόσμος να είναι ήδη λίγο καλύτερος από,τι είναι τώρα.


Όταν είσαι 18, τα πάντα σου φαίνονται μίζερα, παντού γύρω σου βλέπεις μαύρα χάλια, και θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο. Μεγαλώνοντας, τα πάντα σου φαίνονται μίζερα, παντού γύρω σου βλέπεις μαύρα χάλια, αλλά ξέρεις ότι δεν μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, οπότε απλά τον αποδέχεσαι παθητικά. Και μετά συμβαίνει *κάτι* γύρω σου, το οποίο σε κάνει ξανά 18 χρονών.

Κάτι τέτοιο συνέβη πρόσφατα στη γειτονιά μου, και χάρη σε αυτό ξαναβρήκα την πίστη μου στις απεργίες, στην κοινωνική αντίδραση, στην «επανάσταση», ακόμα και στο ανθρώπινο είδος εν γένει. Μια πίστη η οποία με είχε εγκαταλείψει εδώ και χρόνια, αλλά πλέον επιστρέφει δριμύτερη.

Ο δρόμος στον οποίο βρίσκεται το σπίτι μου ήταν ένας κλασικός δρόμος των προαστίων της Αθήνας. Διπλής κατεύθυνσης (αλλά όχι αρκετά φαρδύς για δρόμος διπλής κατεύθυνσης), με πολλά καταστήματα κατά μήκος του, και δεκάδες αυτοκίνητα σταθμευμένα και στις δύο πλευρές του ήδη στενού δρόμου, τα οποία δυσκόλευαν αφάνταστα τη διέλευση των αυτοκινήτων. Ήταν ένας δρόμος που απέφευγα όσο μπορούσα όταν οδηγούσα, γιατί ήξερα ότι κάπου θα «κολλήσω», εξαιτίας κάποιου καραγκιόζη, ο οποίος θα είχε διπλοπαρκάρει στην άκρη του δρόμου, εμποδίζοντας την ομαλή κυκλοφορία των οχημάτων.

Και το καλύτερο δεν σας το είπα ακόμα: Από αυτόν τον δρόμο περνούσαν και λεωφορεία. Λεωφορεία που ανέβαιναν και κατέβαιναν τον δρόμο, και πάντα αντιμετώπιζαν προβλήματα. Ειδικά αν τύχαινε να «συναντηθούν» σε κάποιο σημείο του δρόμου, τότε πια ήταν μαθηματικά βέβαια η ταλαιπωρία, αφού σχεδόν ποτέ δεν υπήρχε τρόπος να κάνει στην άκρη το ένα λεωφορείο, ώστε να περάσει το άλλο. Η δικτατορία των (παράνομα) σταθμευμένων αυτοκινήτων έκανε ό,τι ήθελε.

Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι γι’αυτήν την κατάσταση. Πίστευα ότι επρόκειτο για κλασική περίπτωση νεοελληνικής βλακείας, η οποία είναι ανίατη. Τι θα μπορούσε, άλλωστε, να κάνει κάποιος; Ουσιαστικά, όλους τους εξυπηρετούσε αυτή η κατάσταση. Γιατί, όσο και να γκρινιάζουμε, η ασυδοσία μας βολεύει όλους κατά βάθος: Κάποια στιγμή, θα θελήσουμε να την εκμεταλλευτούμε κι εμείς προς όφελός μας, και τότε πρέπει αυτή να είναι νομιμοποιημένη, ώστε να μην υποστούμε καμία συνέπεια. Κι εγώ, άλλωστε, μερικές φορές εκμεταλλεύτηκα αυτήν την κατάσταση. Δεν είμαι και περήφανος που το παραδέχομαι, αλλά έτσι είναι.

Οι μόνοι που πραγματικά πλήττονταν από αυτήν την κατάσταση ήταν οι οδηγοί των λεωφορείων, οι οποίοι καθημερινά «έφτυναν αίμα» για να ξεφύγουν από τον εφιάλτη αυτού του δρόμου. Η δουλειά τους, όμως, δεν είναι να κάνουν μανούβρες για να αποφύγουν τα παρκαρισμένα οχήματα, ούτε να κορνάρουν μανιασμένα για να καταλάβει ο μαλάκας που έχει παρκάρει πάνω στον δρόμο ότι εμποδίζει τη διέλευση του λεωφορείου. Η δουλειά τους είναι να εκτελούν ένα συγκεκριμένο δρομολόγιο, μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια (τα οποία και συνήθως δεν τηρούνται για άλλους λόγους, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία που δεν κολλάει εδώ).

Έτσι, με αφορμή ένα σχεδόν καθημερινό μικροατύχημα που συνέβη πριν από δύο εβδομάδες, οι οδηγοί των λεωφορείων της συγκεκριμένης γραμμής πήραν μια τολμηρή απόφαση: Άλλαξαν από μόνοι τους την διαδρομή του λεωφορείου, αποφεύγοντας να περνούν από τον συγκεκριμένο δρόμο και στερώντας ουσιαστικά τη συγκοινωνία από τους κατοίκους που διέμεναν σε αυτόν.

Όταν το πληροφορήθηκα, μου φάνηκε χαζό. Σκέφτηκα ότι θα κρατούσε 2-3 μέρες, και μετά θα υπήρχαν διαμαρτυρίες από τους κατοίκους, και αντιδράσεις από τους ανωτέρους των οδηγών, και θα αναγκάζονταν να επιστρέψουν στην γνωστή, εφιαλτική τους διαδρομή. Έτσι λειτουργούν πάντα τα πράγματα στην Ελλάδα. Σωστά;

Λάθος. Γιατί οι οδηγοί δεν το έβαλαν κάτω. Πήγαν στον Δήμαρχο, έκαναν τα παράπονά τους, συνέχισαν την ιδιότυπη «απεργία» τους.

Και πάλι, δεν πίστευα ότι κάτι θα άλλαζε. Η ελληνική πραγματικότητα με έχει κάνει πολύ δύσπιστο για να δώσω βάση σε τέτοιου είδους διαμαρτυρίες.

Και ξαφνικά, την προηγούμενη εβδομάδα βγήκα από το σπίτι και δεν πίστευα στα μάτια μου: Κανένα σταθμευμένο αυτοκίνητο, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά από τον δρόμο. Οι άκρες των πεζοδρομίων βαμμένες κίτρινες, υποδηλώνοντας ότι απαγορεύεται η στάθμευση (πολύ χρήσιμο για όσους δεν καταλαβαίνουν την πινακίδα που βρίσκεται πάνω στο πεζοδρόμιο, αυτή με το κόκκινο «Χ»). Μια ερυθρόλευκη ταινία κολλημένη κατά μήκος του δρόμου, και πάνω της κάθε 50 μέτρα μια ανακοίνωση: «Παρακαλούμε μην παρκάρετε εδώ, γιατί εμποδίζετε τη διέλευση των λεωφορείων». Και τα αυτοκίνητα να πηγαινοέρχονται χωρίς καθυστερήσεις και επιδέξιες μανούβρες! Έπρεπε να κοιτάξω στη γωνία και να δω το όνομα του δρόμου για να σιγουρευτώ πως βρισκόμουν στον ίδιο δρόμο που με ταλαιπωρούσε τα τελευταία 10 χρόνια.

Την ίδια μέρα, τα λεωφορεία επανήλθαν στο κανονικό τους δρομολόγιο. Από τότε δεν έχει δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα στη διέλευση των οχημάτων. Τώρα πια δεν αποφεύγω να κυκλοφορώ με το αυτοκίνητο σε αυτόν τον δρόμο – αντίθετα, το απολαμβάνω!

Φυσικά, υποψιάζομαι πως όλο αυτό δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη. Φαντάζομαι ότι θα πέσανε κλήσεις με το τσουβάλι. Όπως και να’χει, δυσκολεύομαι ακόμα να πιστέψω τι έγινε, και κυρίως ΠΩΣ έγινε: Από μια τολμηρή πρωτοβουλία μερικών οδηγών λεωφορείου, οι οποίοι αποφάσισαν να αλλάξουν αυτό που τους ταλαιπωρούσε καθημερινά – και όχι μόνο αυτούς.

Έτσι αλλάζει ο κόσμος, κυρίες και κύριοι. Με τολμηρές πρωτοβουλίες. Με αντίδραση στις καθημερινές «δικτατορίες». Και δε χρειάζεται να είσαι 18 χρονών για να το καταλάβεις αυτό.

Hasta la revolucion!


Σε μια από τις συνηθισμένες μου βόλτες, έπεσα πάνω σε αυτό:

23052009165

Και επειδή πιθανότατα δεν ξέρετε τι είναι αυτό το «Σιστοβάρι», αντιγράφω από εδώ:

Για όσους δε γνωρίζουν το κτήμα Σιστοβάρη είναι κληροδότημα στον Δήμο Αγ.Παρασκευής και ΗΤΑΝ ένας καταπράσινος χώρος στο κεντρικότερο σημείο της πόλης(Αγ.Ιωάννου). Μετά από κομπίνες επί κομπινών, το κτήμα μεταμορφώθηκε στο περιβόητο Davinci, ένα μεγαθήριο χλιδάτης κατανάλωσης με πισίνες, φοίνικες,σεκιουριτάδες και στο πρώτο FERRARI CLUB επί αθηναικού εδάφους, μια κλειστή λέσχη μόνο για πλουσίους, τις κυρίες και τους μπράβους τους. Κατοχυρώθηκε έτσι ο χώρος στην κερδοφορία ενός ιδιώτη και στην επιβολή του τρόπου ζωής του με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Σαν συνέχεια της συνέλευσης μας, την Τρίτη 17/02 πραγματοποιήσαμε παρέμβαση στο Δημοτικό συμβούλιο 60 άτομα περίπου με δυο σαφή αιτήματα:
1) την άμεση απόδοση του κτήματος Σιστοβάρη στους κατοίκους και
2) την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του παράνομου Davinci.
Για όσους δεν ξέρουν ο Δήμος δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει την καταπάτηση του κτήματος από την εταιρία Σαμουρέλλη ενώ παράλληλα η στάση του είναι πέρα απο υποκριτική καθώς ενώ χύνει κροκοδείλια δάκρυα για το πως χάθηκε το κτήμα παράλληλα κάνει το Davinci μέγα χορηγό στις εκδηλώσεις του δήμου, καλεί συνεδριάσεις μέσα στο Davinci, του χορηγεί άδεια λειτουργίας ενώ θα μπορούσε πολύ εύκολα αυτή να αποκτηθεί απ την νομαρχία κ.α. Ειδικά στην Αγ.Παρασκευή δεν υπάρχει ούτε ένας ελεύθερος δημόσιος κλειστός χώρος για τους πολίτες, να συζητούν τα θέματα τους, να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να διοργανώνουν πολιτιστικά δρώμενα και εκδηλώσεις. Είναι φανερό ότι σε μια πόλη με το κυκλοφοριακό κομφούζιο που προκαλούν οι καφετέριες, με τα πεζοδρόμια να στενάζουν κάτω απ τ’αυτοκίνητα και η μόνη επιλογή για κοινωνική συναναστροφή να είναι η κατανάλωση και η εναρμόνιση με το εμπορικό lifestyle η παράδοση ενός δημόσιου χώρου στα ιδιωτικά συμφέροντα αποτελεί έγκλημα εις βάρος όλων μας.
Το κλίμα πάντως στο δημοτικό συμβούλιο δυναμιτίστηκε αρκετά,καθώς ο δήμαρχος απέφευγε να πάρει σαφή θέση ούτε για τις στοιχειώδεις παραβάσεις του Davinci με τις φερράρι του να κλείνουν όλο το πεζοδρόμιο , την έλλειψη προβλεπόμενου εσωτερικού parking, τους μπράβους να απειλούν τους περαστικούς, να μην τηρούνται οι πρασσιές, το όριο μουσικής μετά τη 1.00 το βράδυ, κτλ.Μετά από δική μας πίεση καταφέραμε επίσης να «κερδίσουμε» το αυτονόητο, έναν μόνιμο χώρο για διάλογο και αδιαμεσολάβητες συναντήσεις μεταξύ των κατοίκων. Προς το παρόν ο χώρος αυτός είναι το 1o δημοτικό.Το γεγονός ότι φθάσαμε σ αυτό το σημείο, με τα δέντρα του κτήματος κομμένα και τσιμεντοποιημένα και τους κατοίκους ανενημέρωτους και αδρανείς αποτελεί συλλογική ευθύνη των παρατάξεων και είναι ολοφάνερο πλέον ότι διάθεση για να επανορθώσουν θεσμικά δεν υπάρχει.Τον λόγο έχει πλέον η διάθεση των κατοίκων.

Φυσικά, το παρόν blog στηρίζει πάντα τέτοιες κινήσεις πολιτών. Και ειδικά όταν κατευθύνονται εναντίον αυθαίρετων μαγαζιών, τα οποία έχουν το ΘΡΑΣΟΣ να χρεώνουν 9 ευρώ για μια απομίμηση Freddoccino (δεν έχω πάει προσωπικά, αλλά έτσι μου έχουν πει).

Έξω οι Φεράρι απ’το Σιστοβάρη!