Καθώς γύριζα σήμερα από τη δουλειά, πέρασα έξω από μία πολυκατοικία, στην είσοδο της οποίας οι ένοικοι είχαν μαζευτεί για συνέλευση. Βλέποντάς τους να φωνάζουν και να διαφωνούν, σκέφτηκα δύο πράγματα: Πρώτον, να γιατί το όνειρο κάθε Έλληνα είναι να αγοράσει μια μονοκατοικία, ας είναι και μια καλύβα με εξωτερική τουαλέτα, αρκεί να μην έχει άλλους πάνω από το κεφάλι του να τον ταλαιπωρούν με τις διαφωνίες τους για το αν το πετρέλαιο φέτος θα το πάρουμε από την Ρυπόιλ ή την Πετροκλέφτ. Και δεύτερον, πόσο χαρακτηριστική μικρογραφία της Βουλής. Με λιγότερα μέλη, με λιγότερα χρήματα και ήσσονος σημασίας διακύβευμα, αλλά με τους ίδιους τσακωμούς, τα ίδια «συμφέροντα» και την ίδια γκρίνια όλων για τους διαχειριστές (που συνήθως οι ίδιοι έχουν εκλέξει). Και δεύτερον,

Ωστόσο, η συνέλευση της πολυκατοικίας έχει μία πολύ σημαντική διαφορά από τις συνελεύσεις της Βουλής: Ο διαχειριστής δεν έχει με το μέρος του ανά πάσα στιγμή πενήντα άλλους νοικάρηδες που θα ψηφίσουν τυφλά ό,τι πει αυτός, δίνοντάς του μία απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ό,τι γουστάρει χωρός να δίνει λογαριασμό σε κανέναν – ή έστω να δίνει λογαριασμό, αλλά να ξέρει ότι κανείς δεν μπορεί να του κάνει τίποτα επειδή η πλειοψηφία είναι εξ ορισμού μαζί του. Στην πολυκατοικία δεν υπάρχουν κόμματα – υπάρχουν λυκοφιλίες βέβαια, αλλά δεν είναι το ίδιο. Έτσι, ένας κακός διαχειριστής θα εκπαραθυρωθεί σε χρόνο dt όταν οι περισσότεροι ένοικοι καταλάβουν ότι είναι ανίκανος, ή δόλιος, ή και τα δύο μαζί. Δημοκρατικό, ε;

Κοίτα να δεις, λοιπόν, που το πολίτευμά μας δεν είναι τόσο δημοκρατικό όσο μία συνέλευση πολυκατοικίας! Γιατί όταν ένα κόμμα έχει 151 (τουλάχιστον) πιστά σκυλιά ορκισμένα να υπακούν τυφλά στο αφεντικό και να ψηφίζουν ασυνείδητα ό,τι τους πασάρει, 151 σκυλιά που ποτέ δε θα δαγκώσουν το χέρι που τα ταΐζει και άρα δε θα ψηφίσουν ποτέ εναντίον του (γιατί όποιος δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει μένει νηστικός – έτσι μας έχει μάθει η ελληνική «δημοκρατία»), τότε μπορεί να νιώθει ασφαλής ο εκάστοτε πρωθυπουργός ότι στα τέσσερα χρόνια που θα κυβερνήσει, η χώρα είναι δική του. Μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει. Και ποιος θα του κουνηθεί; Τα κόμματα της αντιπολίτευσης; Χέστηκε, θα ξαμολήσει τα 151 σκυλιά ράτσας του και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ο λαός; Χα, θα ξαμολήσει τα 10.000 σκυλιά του (τα κοπρόσκυλα, ξέρεις) να τον κατασπαράξουν στα χημικά. Κι έτσι, είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι γουστάρει – αρκεί φυσικά να μην έρχεται σε αντίθεση με όσα τον προστάζουν από το εξωτερικό.

Και αυτό το πολίτευμα λέγεται «δημοκρατία». Αν οι αρχαίοι Αθηναίοι ήξεραν ότι το πολίτευμα που επινόησαν θα κατέληγε σε αυτό το πράγμα που είναι σήμερα, θα το γύριζαν στη μοναρχία για να μην στιγματιστούν ιστορικά.

Ας δούμε τώρα τι δυνατότητες έχει ένας λαός που ζει σε μία τέτοια «δημοκρατία»: Πρώτον, μπορεί να περιμένει τέσσερα χρόνια μέχρι να τελειώσει το καταστροφικό της έργο η εκάστοτε κυβέρνηση, και να την «τιμωρήσει» στις εκλογές, επιλέγοντας το αντίπαλον δέος της, που στο παρελθόν αποδείχθηκε ακόμα χειρότερο και δεν υπάρχει κανένα εχέγγυο ότι κάτι έχει αλλάξει από τότε – κοινώς, να απορρίψει την ιδέα του γκρεμού και να πέσει να πνιγεί στο ρέμα. Δεύτερον, μπορεί να δείξει εμπράκτως στην ανίκανη/δόλια/και τα δύο κυβέρνηση ότι δεν της έχει πια εμπιστοσύνη, κι ας την ψήφισε η πλειοψηφία του πριν από ένα-δύο χρόνια. Εμπράκτως, δηλαδή μην πληρώνοντας φόρους και άδικα χαράτσια, αντιδρώντας μαζικά σε συμφωνίες και νομοσχέδια που βλάπτουν το κοινό συμφέρον, και γενικά αντιδρώντας ήπια. Και όχι με τα όπλα, που είναι η τρίτη επιλογή: Εξέγερση, επανάσταση, χάος, διάλυση, και πάμε απ’την αρχή.

(με συγχωρείς αν άφησα απ’έξω τη δυνατότητα να συνταχθείς με το καθεστώς, να βρεις παράνομα μια δουλίτσα και να βγάζεις τα κέρατά σου την ώρα που οι λιγότερο προνομιούχοι ψωμολυσσάνε, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτή η επιλογή θα έπρεπε να δίνεται, ακόμα και σε ένα πολίτευμα τόσο διεφθαρμένο όσο το δικό μας)

Από αυτές τις επιλογές, η πιο εύκολη είναι μακράν η πρώτη: Κάνεις το σκατό σου παξιμάδι, κρατάς την οργή σου στο σπίτι σου, δέρνοντας τη γυναίκα και τα παιδιά σου αντί γι’αυτούς που πραγματικά σου φταίνε, και στα τέσσερα χρόνια πάνω ψηφίζεις την εναλλακτική βερσιόν του ίδιου κόμματος, που θα κάνει ακριβώς τα ίδια. Είναι, φυσικά, και η λιγότερο αποτελεσματική. Η τρίτη, πάλι, είναι λίγο ταμπού. Φαίνεται πως κατά βάθος φοβόμαστε να εξεγερθούμε, γιατί νομίζουμε πως αυτό θα μας τοποθετούσε στις τριτοκοσμικές χώρες, εκεί που ο κόσμος μαζεύεται στις πλατείες και σκοτώνεται για ένα ιδανικό – ενώ εμείς είμαστε δυτικοί ρε, λύνουμε τις διαφορές μας πολιτισμένα και δεν πολεμάμε για τα ιδανικά μας, απλά καθόμαστε και περιμένουμε να μας έρθουν ουρανοκατέβατα. Έτσι μας έχουν μάθει. Φοβόμαστε να το κάνουμε, και γι’αυτό ακόμα κι αν το κάνουμε θα αποτύχει. Θα μας διαλύσουν εύκολα – δεν έχουμε καν μία υποτυπώδη ταξική συνείδηση για να ενωθούμε κάτω από μία κοινή ομπρέλα. Ακόμα και στις διαδηλώσεις μας είμαστε χωρισμένοι σε ομάδες: Αλλού η ΓΣΕΕ, αλλού το ΠΑΜΕ, αλλού οι καθηγητές, αλλού οι φοιτητές, αλλού οι κομμουνιστές, αλλού οι απογοητευμένοι πασόκοι, αλλού τα κακαρίσματα, αλλού γεννάν’ οι κότες. Πώς να γίνει επανάσταση;

Και αυτό μας αφήνει μόνο τη δεύτερη επιλογή: Μία «ήπια» επανάσταση. Πάρε για παράδειγμα την έκτακτη εισφορά στα ακίνητα μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ. Αυτή η κυβέρνηση είναι προφανές ότι σε αντιμετωπίζει σαν σκουπίδι: Σε εξαναγκάζει να πληρώσεις έναν εντελώς άσχετο (αλλά φοβερά δυσβάσταχτο) φόρο μέσω της ΔΕΗ, λειτουργώντας ως στυγνός, ανήθικος εκβιαστής: «Ή πληρώνεις τον εντελώς-άσχετο-με-το-ρεύμα φόρο σου, ή μένεις χωρίς ρεύμα». Σε αυτήν την πανικόβλητη κίνηση εκφοβισμού, η απάντηση δεν πρέπει να είναι «ε, αφού με αναγκάζουν δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Δεν ΜΠΟΡΕΙ να είναι αυτή η απάντηση. Η απάντηση πρέπει να είναι μία οργανωμένη κίνηση αντίστασης. Βλέπεις, αν δεν πληρώνει κανείς δεν μπορούν να κόψουν το ρεύμα σε όλη την Ελλάδα. Είναι γελοίο να πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό.

Δεν είμαι κατά του να πληρώνεις τους φόρους σου – το αντίθετο μάλιστα: Αναγνωρίζω ότι είναι η κύρια πηγή εσόδων του κράτους, και άρα όποιος φοροδιαφεύγει βλάπτει το κράτος, άρα κι εμένα κατ’επέκταση. Όμως έχει διαφορά η φοροδιαφυγή από την άρνηση πληρωμής ενός άδικου φόρου. «Και ποιος είσαι εσύ ρε μαλάκα που θα κρίνεις αν είναι δίκαιος ή άδικος ο φόρος;», θα μου πεις. Εξάλλου, το είπε και ο Υπουργός Οικονομικών με στόμφο, ότι το μέτρο είναι δίκαιο. Η απάντησή μου είναι: «Δες τι γίνεται γύρω σου, ποιοι κάνουν πάρτυ με λεφτά που έχουν βουτήξει από το κράτος, ποιοι πληρώνουν σαν μαλάκες για να καλύψουν τις τρύπες που άλλοι δημιούργησαν με μνημειώδη κακοδιαχείριση, και μετά έλα πες μου αν είναι δίκαιο ένα μέτρο που σε φορολογεί επειδή υπέπεσες στο αμάρτημα του να έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου».

Ναι, να συλληφθούν οι φοροφυγάδες, να δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία τους, να τους κρεμάσουμε ανάποδα στο Σύνταγμα και να τους πετάμε ντομάτες, και να τους αναγκάσουμε να κυκλοφορούν με ταμπελάκια «είμαι γκολντεμπόης» για το υπόλοιπο της ζωής τους. Τους φοροφυγάδες, όμως, και όχι αυτούς που βγάζουν 500 ευρώ τον μήνα σε μία άθλια δουλειά, και φορολογούνται γι’αυτά (λες και περισσεύουν χρήματα αν παίρνεις έναν τέτοιο μισθό για να δώσεις και στο κράτος). Βέβαια, εγώ μιλάω εκ του ασφαλούς, καθώς είναι μαθηματικά απίθανο να φορολογηθώ του χρόνου, εκτός κι αν μου κάτσει το Τζόκερ (πράγμα αρκετά δύσκολο με δεδομένο ότι δεν παίζω ποτέ). Και δεν είμαι σίγουρος αν χαίρομαι που βρίσκομαι ακόμα στο απυρόβλητο αφορολόγητο ή θέλω να πέσω σε κατάθλιψη που δεν πρόκειται να φύγω από το πατρικό μου πριν τα 50 μου.

Δε χρειάζεται να τους φοβόμαστε. Αυτοί φοβούνται περισσότερο από μας, είναι φανερό. Γιατί αν κανείς δεν πληρώσει την έκτακτη εισφορά που του αναλογεί, το καθεστώς καταρρέει. Δε γίνεται αλλιώς. Είναι κάτι σαν αντίποινα: Αυτοί μας εκβιάζουν ότι αν δεν πληρώσουμε θα μας κόψουν το ρεύμα. Εμείς μπορούμε να τους εκβιάσουμε ότι αν μας κόψουν το ρεύμα θα τους κόψουμε τα κεφάλια και θα τα βάλουμε να κρέμονται στην είσοδο της Βουλής για παραδειγματισμό των επόμενων. Και, κατ’επέκταση, ότι αν δεν παραιτηθεί αυτή η καταστροφική κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να ξαναπάρει το κράτος φράγκο από κανέναν.

Κοινώς, αφού αυτοί παίρνουν μέτρα για μας χωρίς να μας ρωτάνε, ας πάρουμε μια φορά κι εμείς τα μέτρα μας. Χωρίς να τους ρωτήσουμε. Και μετά να βάλουμε κάτω τα μέτρα και των δύο μας και να δούμε ποιος την έχει μεγαλύτερη.

(τη νομιμοποίηση, προφανώς.)


Είχα εδώ και έναν μήνα περίπου στο κεφάλι μου ένα κείμενο για τους αστυνομικούς και την αστυνομία που ήθελα να γράψω, και το ταλαιπωρούσα άδικα τόσο καιρό χωρίς να βρίσκω το χρόνο ή/και τη διάθεση να το γράψω. Αλλά μετά τα χθεσινά απερίγραπτα γεγονότα νομίζω ότι είναι η πλέον κατάλληλη στιγμή να το κάνω. Κι ας χάσω μία ώρα ύπνου για να το κάνω – έτσι κι αλλιώς, ο ύπνος ποτέ δε μου είναι αρκετός. Αλλά για την τρομοκρατία του πρωινού ξυπνήματος και τη δράση μου στον Ε.Φ.Α.Π.Α.Ξ. (Ενιαίος Φορέας Αντίστασης στο Πρωινό Αναγκαστικό Ξύπνημα, για τους αμύητους) θα μιλήσω κάποια άλλα φορά. Τώρα έχουμε άλλα θέματα.

Να ξεκαθαρίσω από την αρχή κάτι: Ποτέ δεν αντιμετώπισα προσωπικά πρόβλημα με κανέναν αστυνομικό. Η μόνη μου επαφή με αστυνομικό ήταν όταν ήμουν τεσσάρων χρονών, σε ένα πάρκο στο Γαλάτσι, όπου είχαμε πάει με τη γιαγιά μου για να παίξω (ξέρεις, τα Εξάρχεια δεν είχαν και τόσα πάρκα, οπότε έπρεπε να ξενιτευόμαστε για να βλέπω λίγο πράσινο). Η μνήμη μου γενικά είναι για τα μπάζα, οπότε δε θυμάμαι και πολλά πράγματα, θυμάμαι χαρακτηριστικά όμως έναν χαμογελαστό αστυνομικό να χαριεντίζεται με τη γιαγιά μου και να μου φοράει τις χειροπέδες του, για πλάκα. Μια πλάκα που πολύ χαροποίησε και τους δύο, αλλά εμένα προσωπικά με έκανε να βάλω τα κλάματα. Κι ας ήξερα κι εγώ ότι ήταν μια πλάκα, ότι ήταν η γιαγιά μου εκεί και δε θα μπορούσε ο αστυνομικός να μου κάνει κακό. Θα μπορούσες να πεις ότι αυτή ήταν η πρώτη (και ουσιαστικά η τελευταία) εμπειρία που είχα με την αστυνομία. Και ήταν τραυματική.

Μπορεί αυτός να είναι ο λόγος που ποτέ δεν συμπάθησα ιδιαίτερα την αστυνομία και τους αστυνομικούς. Αλλά δεν το πιστεύω αυτό. Ο λόγος είναι μάλλον όλα αυτά που έχω ακούσει για τους αστυνομικούς και την αστυνομία, και τα οποία επιβεβαιώνονται καθημερινά (άρα δεν είναι απλώς φήμες που διαδίδουν οι αναρχικοί, οι αντικαθεστωτικοί και αυτός ο έρμος ο ΣΥΡΙΖΑ που μάλλον είναι ο Θεός ο ίδιος, γιατί είναι πανταχού παρών και τα πάντα λερών’). Και μπορεί εγώ να μην έχω κάποια σχετική αρνητική εμπειρία, αλλά όταν μιλάς με διαφορετικούς ανθρώπους που έχουν υποστεί την αστυνομική βία είναι σαν να την έχεις υποστεί κι εσύ. Έτσι, νομίζω ότι η αντιπάθειά μου προς τους αστυνομικούς δεν οφείλεται σε κάποια υπερφυσική, παράλογη αιτία, ούτε σε ένα χαζό παιδικό τραύμα. Οφείλεται στην πραγματικότητα.

(επίσης, ένας από τους λόγους που πάντα έβλεπα με κακό μάτι τους αστυνομικούς ίσως ήταν η επιμονή της μάνας μου να μου λέει από μικρό παιδί «φασίστας και μπάτσος μη γίνεις, κι ό,τι άλλο θες γίνε». Και την ευχαριστώ γι’αυτό.)

Έχω περάσει από το στάδιο που ήθελα όλοι οι αστυνομικοί να πεθάνουν πνιγμένοι μέσα στα δακρυγόνα τους ή κακοποιημένοι μέχρι θανάτου με τα ίδια τους τα γκλομπς. Δεν ντρέπομαι να το πω. Έχω νιώσει αυτό το απύθμενο μίσος εναντίον τους, έχω κάνει τις χειρότερες σκέψεις γι’αυτούς και τελικά κατέληξα σε μία πιο μετριοπαθή στάση, μία απλή αντιπάθεια. Μία έντονη αντιπάθεια, για να είμαι ειλικρινής. Θέλω να τους αποφεύγω και να με αποφεύγουνε, να αλλάζουμε πεζοδρόμιο κάθε φορά που βλέπει ο ένας τον άλλο. Καμιά φορά νιώθω και την ανάγκη να τους φτύσω όταν τους βλέπω, όπως όταν βλέπεις τον πούστη που σου έφαγε τη γκόμενα και θες να πας να του κόψεις το λαρύγγι, αλλά τελικά απλά κλείνεσαι στις σκέψεις σου και του κόβεις το λαρύγγι σε ένα παράλληλο σύμπαν, το οποίο υπάρχει μόνο στο κεφάλι σου.

Κάθε πρωί και κάθε βράδυ, πηγαίνοντας και γυρίζοντας από τη δουλειά μου, βλέπω μία παρέα αστυνομικών στην ίδια γωνία. Μερικές φορές τους πετυχαίνω να κοπροσκυλιάζουν, άλλες να στέκονται αγέρωχοι και να κοιτάνε το υπερπέραν, και κάποιες φορές να ελέγχουν μελαμψούς τύπους που απλώς έτυχε να περνούν από εκεί. Σκέφτομαι πόσο λάθος είναι αυτό που κάνουν: Αυτό τους μάθανε στη σχολή άραγε; Τα απαρχαιωμένα φυσιογνωμικά κριτήρια του Λομπρόζο για το ποιος είναι εγκληματίας και ποιος όχι; Και πού ξέρουν ότι εγώ, ο κοστουμαρισμένος τύπος που περνάει κάθε μέρα από εκεί δεν θα κατέβω μια μέρα ζωσμένος με εκρηκτικά, αποφαασισμένος να σκοτώσω ό,τι κινείται; Και πώς μπορώ να νιώσω ασφαλής όταν νιώθω ότι η πόλη μου είναι γεμάτη από τέτοιους τύπους που ψάχνουν «ύποπτες» φάτσες; Και ποιος μου εξασφαλίζει ότι μια μέρα δε θα έχω κι εγώ «ύποπτη» φάτσα;

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Η αστυνομία, καλώς ή κακώς (κακώς για μένα) είναι απαραίτητη σε μία κοινωνία σαν τη δική μας. Είναι απαραίτητη επειδή ο άνθρωπος βάζει πάντα τον εγωισμό του πάνω απ’όλα, με αποτέλεσμα πολύ συχνά να ξεπερνά ακόμα και τους νόμους προκειμένου να πετύχει τον εγωιστικό του στόχο. Κάποιος πρέπει να σταματά αυτούς τους ανθρώπους που παραβαίνουν τον νόμο, και αυτή είναι η δουλειά της αστυνομίας. Αν ήμασταν μία κοινωνία αγγέλων, οι αστυνομικοί αναγκαστικά θα έκαναν άλλο επάγγελμα, γιατί το δικό τους δεν θα υπήρχε. Αλλά είμαστε μία κοινωνία εγωπαθών, αδίστακτων ανθρώπων, και άρα θεωρητικά χρειαζόμαστε την αστυνομία.

(όπως θα έχεις καταλάβει είμαι λίγο μισάνθρωπος. Μην εκπλήσσεσαι. Η φύση με έκανε ρομαντικό και η ζωή κυνικό. Κι εγώ τα ίδια σκατά με τους άλλους είμαι, την ουρά μου δεν τη βγάζω απ’έξω. Είμαι αδύναμος ως άνθρωπος.)

Για τη λειτουργία της αστυνομίας, ωστόσο, υπάρχουν κάποια θέματα, το σημαντικότερο από τα οποία συνοψίζεται στο ερώτημα «ποιος φυλάει τους φύλακες;». Δηλαδή ποιος ελέγχει αν η αστυνομία κάνει καλά τη δουλειά της; Σε ποιον λογοδοτούν οι αστυνομικοί που ξεφεύγουν από τα όρια της δικαιοδοσίας τους; Και σε τελική ανάλυση: Ποια ακριβώς είναι η δικαιοδοσία τους;

Δυστυχώς, η ανθρώπινη φύση παρουσιάζει και εδώ το χειρότερο πρόσωπό της. Γιατί η στολή του αστυνομικού προσφέρει μία αίσθηση εξουσίας σε αυτόν που τη φοράει, και όπως ξέρουμε όλοι πολύ καλά, η εξουσία διαφθείρει τον άνθρωπο περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Έτσι, ο αστυνομικός που ορκίστηκε να προστατεύει τον πολίτη, συχνά γίνεται ο χειρότερος εχθρός του. Ο άνθρωπος που επιφορτίστηκε με το έργο της αντιμετώπισης των κακοποιών στοιχείων, γίνεται ο ίδιος κακοποιό στοιχείο. Και τίθεται αντιμέτωπος με τον απλό πολίτη, πετώντας στα σκουπίδια τους όρκους του και περνώντας από την προληπτική αστυνόμευση στην τυφλή καταστολή.

Δεν είχα ποτέ φίλο αστυνομικό. Ούτε καν γνωστό, ούτε συγγενή. Ποτέ. Πρόσφατα μία φίλη φίλης που έχει σχέση εδώ και λίγα χρόνια με αστυνομικό μας πρότεινε να τον γνωρίσουμε. Το αποφεύγω επιμελώς, ίσως άδικα. Γιατί κατά βάθος θα ήθελα κάποια στιγμή να μιλήσω με κάποιον από αυτούς και να τον ρωτήσω γιατί επέλεξε αυτό το επάγγελμα, τι ευχαρίστηση του προσφέρει, αν έχει ήσυχη τη συνείδησή του όταν κοιμάται το βράδυ, και τέτοια. Ξέρω ότι εγώ προσωπικά δε θα γινόμουν ποτέ αστυνομικός. Καλύτερα ζητιάνος στο Μοναστηράκι, καλύτερα άστεγος στην Κίνα, να τρώω ζωντανές ακρίδες για να ζήσω. Είναι θέμα αξιοπρέπειας. Πιστεύω ότι κανένας αξιοπρεπής άνθρωπος δεν θα δεχόταν να γίνει αστυνομικός. Προσωπική γνώμη εκφράζω. Είδα ένα σύνθημα γραμμένο στην Πανεπιστημίου χθες, καθώς έφευγα κλαμμένος από το Σύνταγμα: «Μπάτσε, η ντροπή δεν είναι δουλειά». Ε, αυτό ακριβώς.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν «καλοί αστυνομικοί», αλλά ειλικρινά δεν μπορώ να εκτιμήσω σαν άνθρωπο κάποιον που κάνει αυτήν τη «δουλειά». Θυμάμαι στον Στρατό, όταν έλεγα στους άλλους φαντάρους ότι έχω σπουδάσει δημοσιογραφία, που με κοίταζαν με μισό μάτι και με έλεγαν αλήτη ρουφιάνο. Ίσως κάπως έτσι βγαίνει το κακό όνομα στους αστυνομικούς, αλλά ειλικρινά δυσκολεύομαι να το πιστέψω.

(εντάξει, δεν μπαίνουν όλοι στο ίδιο τσουβάλι. Άλλες ευθύνες καταλογίζω στα ΜΑΤ, άλλες στους ΔΙΑΣ, άλλες στον αστυνόμο της γειτονιάς μου, άλλες στην Τροχαία. Δεν μπορώ να εξισώσω έναν τροχονόμο με έναν χημικό δολοφόνο, όμως δεν έχω θετική γνώμη για κανένα αστυνομικό όργανο.)

Το βασικό πρόβλημα που έχω με τους αστυνομικούς είναι η τυφλή υποταγή στα αφεντικά τους. Με εξοργίζει αυτό και τους το καταλογίζω. Όταν ένας ολόκληρος λαός ξεσηκώνεται εναντίον μίας διεφθαρμένης και αποτυχημένης εξουσίας που παλεύει να διατηρηθεί στον θρόνο της με νύχια και με δόντια εις βάρος του λαού (αλλά και της αστυνομίας, σε τελική ανάλυση!), θεωρώ ότι οι αστυνομικοί θα έπρεπε να πάρουν το μέρος του λαού. «Κι εσείς 500 ευρώ θα παίρνετε ρε», έλεγε κάποιος χθες στους ΜΑΤατζήδες, προσπαθώντας ΜΑΤαια να τους πείσει ότι βρισκόμαστε στην ίδια μοίρα. Όμως αυτοί, αντί να ενωθούν με τον κόσμο και να κατεβάσουν τις ασπίδες πετούσαν όλο και περισσότερα δακρυγόνα, προστατεύοντας τα αφεντικά τους με εντυπωσιακή αυταπάρνηση. Ξέρεις κάτι; Κακώς τους λένε «γουρούνια». Οι αστυνομικοί είναι καθαρά ντόπερμαν: Ένα ενστικτωδώς επιθετικό σκυλί που εξαπολύει φουλ επίθεση όταν νιώσει την παραμικρή απειλή, μόνο και μόνο για να κερδίσει ένα κόκαλο και ένα χάδι στο κεφάλι από το αφεντικό του. Προτείνω από εδώ και στο εξής οι αστυνομικοί να φέρουν ταμπελίτσα κρεμασμένη στον λαιμό, που να γράφει με μεγάλα γράμματα «ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΚΥΛΟΣ», να ξέρουμε τι να περιμένουμε.

Βέβαια, ας μην τα ρίχνουμε όλα σε αυτούς: Τα όσα συνέβησαν χθες στο κέντρο της Αθήνας δεν τα σκέφτηκαν μόνοι τους οι ΜΑΤατζήδες – εξάλλου, σε αυτή τη «δουλειά» που κάνουν δεν υπάρχει χώρος για σκέψη. Σαν καλά σκυλιά, κάνουν ό,τι τους πει το αφεντικό τους. Είναι ξεκάθαρο ότι για όσα συνέβησαν χθες την μεγαλύτερη ευθύνη φέρει ο ανεκδιήγητος Υπουργός Προστασίας του Πολίτη (σας παρακαλώ, ας αλλάξει επιτέλους ο τίτλος αυτού του υπουργείου, δεν ξέρω αν πρέπει να κλάψω ή να γελάσω), που σε μία ιδανική κοινωνία σήμερα το πρωί θα είχε κάνει χαρακίρι με σπαθί σαμουράι για να γλιτώσει την ατίμωση, αντί να βγαίνει και να πραγματοποιεί ηρωική εμφάνιση. Αλλά βέβαια το κακό σε αυτή τη χώρα είναι ότι αυτοκτονούν οι μεροκαματιάρηδες που δεν έχουν να πληρώσουν 500 ευρώ στην τράπεζα και όχι οι αληθινοί εγκληματίες. Είπαμε, δεν είμαστε κοινωνία αγγέλων.

Ασφαλώς, ξέρω ότι είναι πολύ εύκολο να χτυπήσεις το «πιόνι» που προστατεύει τον «βασιλιά», ενώ ο τελικός σου στόχος είναι να κερδίσεις μία δύσκολη παρτίδα, όμως σκέφτομαι το εξής: Σε ποιο βαθμό ένας άνθρωπος μπορεί να ακολουθεί τυφλά εντολές; Αν έκαναν σε ένα γκάλοπ την ερώτηση «θα χτυπούσατε διαδηλωτές στο κεφάλι αν ξέρατε ότι στο τέλος του μήνα θα μπουν 700 ευρώ στον λογαριασμό σας ό,τι κι αν κάνετε;», πόσοι θα απαντούσαν καταφατικά; Και τελικά γιατί είμαι υποχρεωμένος να σέβομαι κάποιον που το παίζει μάγκας και πουλάει τσαμπουκά όντας οπλισμένος σαν αστακός, κόντρα σε κάθε λογική και κάθε θεσμικό ρόλο; Μήπως αυτά τα «πιόνια» δεν είναι και τόσο αθώα τελικά;

Και μια και μιλάμε για σεβασμό: Τον σεβασμό δεν τον απαιτείς δια της βίας. Τον αποκτάς με τις πράξεις σου. Δια της βίας προκαλείς μόνο φόβο, στην καλύτερη περίπτωση. Και ο φόβος είναι χαρακτηριστικό άλλων πολιτευμάτων, και σίγουρα όχι της δημοκρατίας. Αν έχουμε μπασταρδοκρατία, ή χουλιγκανιζομένη δημοκρατία, τουλάχιστον ας το παραδεχτούν οι πολιτικοί μας δημοσίως, να μην παλεύουμε κι εμείς άδικα για μια εικαζόμενη «δημοκρατία».

Για να κλείσω επιτέλους αυτό το κολοσσιαίων διαστάσεων (αλλά μάλλον ελαχίστης σημασίας) κείμενο, θέλω να πω ένα πράγμα: Η βία της αστυνομίας δεν είναι δικαιολογημένη. Είδα ΜΑΤατζή χθες να πετάει στον κόσμο πέτρα – επιτρέπεται αυτό; Είδα «κουκουλοφόρους» να πηγαίνουν αγκαλίτσα με αστυνομικούς στη Βουλή – προβλέπεται αυτό; Είδα απλούς ανθρώπους (απλούς, χωρίς μάσκες, χωρίς κουκούλες, με τα πρόσωπά τους σε κοινή θέα) να δέχονται απρόκλητη επίθεση από αστυνομικούς – πού το γράφει ο νόμος ότι επιτρέπεται αυτό; Είδα μία πλατεία στην οποία για εβδομάδες ολόκληρες ο κόσμος διαδήλωνε ειρηνικά να γίνεται πουτάνα από αστυνομικούς που μου απαγόρευαν να την προσεγγίσω – πότε καταργήθηκε το δικαίωμά μου να διαδηλώσω σε μία πλατεία; Είδα δεκάδες μηχανές της ΔΙΑΣ να διασχίζουν γεμάτους δρόμους, αδιαφορώντας για τον πανικόβλητο κόσμο που έτρεχε γύρω τους – ποιος τους έδωσε το δικαίωμα αυτό;

Χούντα εγώ δεν έζησα. Και θεωρούσα υπερβολικούς αυτούς που μιλούσαν για την «χούντα που δεν τελείωσε το ’73». Πείσε με εσύ τώρα ότι έχουμε δημοκρατία. Δεν έχουμε δημοκρατία. Πόλεμο έχουμε. Και θα πολεμήσουμε ο καθένας με τα όπλα του: Αυτοί με τις μάσκες τους, εμείς με τα πρόσωπά μας. Αυτοί με τις προβοκάτσιες τους, εμείς με το πείσμα μας. Αυτοί με τα δακρυγόνα, εμείς με ό,τι βρούμε μπροστά μας.

Αυτοί με τα γκλομπς, εμείς με τα μπλογκς.

(Υ.Γ.: Δεν θα απαντήσω σε κανένα σχόλιο, αλλά τα αφήνω ανοιχτά για να πει ο καθένας την άποψή του. Δεν έχω όρεξη για διάλογο, βαριέμαι αυτές τις ατέρμονες συζητήσεις που ο ένας προσπαθεί να πείσει τον άλλο, ενώ κανένας από τους δύο δεν είναι διατεθειμένος να αλλάξε έστω και λίγο τη δική του γνώμη. Αν θέλετε κάτι παραπάνω, το mail μου το έχω δώσει, δεν το κρύβω.)


Αγαπητό ημερολόγιο,

κάνοντας μία πρόχειρη αναδρομή στους προηγούμενους μήνες, υπολογίζω ότι έχω περάσει το 40% αυτού του χρόνου κοιμώμενος (γιατί οι άνεργοι δεν χρειάζεται να ξυπνήσουν πρωί), το 59% κωλοβαρώντας ασύστολα (γιατί οι άνεργοι δεν έχουν να κάνουν και τίποτα) και το υπόλοιπο 1% κάνοντας κάτι ωφέλιμο για τον εαυτό μου ή/και για την κοινωνία. Και όσο κι αν ντρέπομαι για το μικρό ποσοστό της συνεισφοράς μου στην κοινωνία, σκέφτομαι ότι τουλάχιστον δεν την έχω βλάψει και καθόλου, κάτι που μάλλον οφείλεται στις πολλές ώρες που κοιμάμαι κάθε μέρα (γιατί όταν είμαι ξύπνιος είμαι ΠΟΛΥ επικίνδυνος για τους γύρω μου). Ωστόσο, η σημερινή μέρα ανήκε σε αυτήν την εκλεκτή μειοψηφία της τάξεως του 1%. Ναι, σήμερα έκανα κάτι χρήσιμο, επιτέλους: Συμμετείχα στην δράση των atenistas για τον καθαρισμό της παραλίας μπροστά από το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Μαζί με την φίλη μου την Δ. (που επιτέλους την έπεισα να έρθει μαζί μου, μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες), φτάσαμε στο Φάληρο λίγο αργοπορημένοι, γιατί μπερδεύτηκα στον δρόμο (ως συνήθως) και βρεθήκαμε ξαφνικά χαμένοι στο Μοσχάτο, αλλά τελικά μάλλον κατά τύχη καταφέραμε να βρούμε τον δρόμο για το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Εφοδιασμένοι με σακούλες σκουπιδιών και με χοντρά γάντια, ήμασταν έτοιμοι για το χειρότερο. Ή έτσι νομίζαμε, τουλάχιστον.

Αυτό που αντικρύσαμε δεν ήταν παραλία. Ήταν παραθαλάσσια χωματερή. Η παραλία δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, όμως ήταν γεμάτη σκουπίδια, από τη μία άκρη μέχρι την άλλη. Ήμουν προετοιμασμένος για πολλά σκουπίδια, όμως τέτοιο χάλι δεν το περίμενα. Φυσικά, πιάσαμε αμέσως δουλειά. Ευτυχώς, δεν ήμασταν μόνοι μας, αφού στην παραλία υπήρχαν ανά πάσα στιγμή το λιγότερο 150-200 άνθρωποι.

Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα πολλά διαφορετικά είδη σκουπιδιών βρήκαμε. Τα πλαστικά καλαμάκια ήταν τόσα πολλά, που αν τα βάζαμε στη σειρά θα έφταναν μέχρι τη Δραπετσώνα. Τα πλαστικά καπάκια αμέτρητα. Επίσης, πολλές πλαστικές σακούλες, πολλοί αναπτήρες, περιτυλίγματα από σοκολάτες, καμμένα πλαστικά αντικείμενα, αντηλιακά, κομμάτια αφρολέξ, παιδικά παιχνίδια, σάπια φρούτα, καθίσματα αυτοκινήτου (μα τι είδους άνθρωπος πετάει κάθισμα αυτοκινήτου στην παραλία;;;), σόλες παπουτσιών, μια-δυο χρησιμοποιημένες σύριγγες, καφάσια, χαλασμένα ρολόγια και ποιος ξέρει τι άλλο που δεν έτυχε να δω. Η φαντασία του ανθρώπου όταν καταστρέφει τον κόσμο γύρω του θα ήταν αξιοθαύμαστη, αν δεν ήταν τόσο αξιολύπητη.

(καλά, όλοι αυτοί που πέταξαν τόση σαβούρα στην παραλία, δεν έβλεπαν μικροί τον «Καλό Γλάρο», που έλεγε «όχι σκουπίδια σε θάλασσες και ακτές»; Αλλά, θα μου πεις, αυτό ήταν last millenium. Ξέρεις, με τόσο σκουπίδι, κάπου εκεί γύρω μπορεί να ήταν και ο τάφος του Καλού Γλάρου – θεός σ’χωρέσ’τον.)

Περίπου δυόμισι ώρες μείναμε συνολικά εκεί. Σε αυτές τις δυόμισι ώρες συγκεντρώσαμε (μόνο εμείς οι δύο μαζί με την Α., που γνωρίσαμε εκεί) γύρω στις 7 μεγάλες σακούλες σκουπιδιών γεμάτες μέχρι πάνω, βοηθήσαμε στη μετακίνηση ενός μεγάλου, πεσμένου κορμού, συμμαζέψαμε τα εκατοντάδες σπασμένα ξύλα και καλάμια, είδαμε μία γλυκύτατη οικογένεια αρουραίων (που οι γυναίκες δεν βρήκαν και τόσο γλυκύτατη, με εξαίρεση το τρισχαριτωμένο μωρό-ποντικάκι, που μάλλον τους ξύπνησε το μητρικό ένστικτο), γνωρίσαμε ανθρώπους σαν εμάς, και κυρίως κάναμε κάτι χρήσιμο για την πόλη μας. Ήδη όταν φεύγαμε εμείς, η παραλία ήταν αγνώριστη, και φαντάζομαι ότι στο τέλος της εκδήλωσης τα σκουπίδια ήταν πια είδος υπό (και προς) εξαφάνιση.

(Ένας από τους σωρούς κλαδιών και καλαμιών που συμμαζέψαμε)

Ήταν άλλη μία ωραία εμπειρία, και ελπίζω να μην πήγε χαμένος όλος αυτός ο κόπος και να φροντίσει κάποιος αυτήν την παραλία, πριν γεμίσει πάλι με ό,τι σαβούρα υπάρχει στη γύρω περιοχή. Αν και δεν έχω καμία εμπιστοσύνη σε αυτούς που πρέπει να φροντίσουν γι’αυτό. Είπαμε, ο καθ’ύλην αρμόδιος Καλός Γλάρος απεβίωσε, και μετά απ’αυτόν, το χάος.

Πάντως, είναι ωραίο να νιώθεις ότι κάνεις κάτι χρήσιμο για την πόλη σου, για τη χώρα σου, για τον πλανήτη σου, για οποιονδήποτε τέλος πάντων. Πρόσφατα, κάποιος από το Twitter μου είπε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι η μεγαλύτερη επιτυχία των atenistas είναι ότι κατάφεραν να με κάνουν να βγω από το σπίτι. Έχει δίκιο. Μπορεί αυτή η μιζέρια των τεσσάρων τοίχων να είναι αρκετά εθιστική μέσα στην ασχήμια της, όμως φαίνεται πως υπάρχει ακόμα ένα κομμάτι μου που θέλει να βγει έξω, να ζωγραφίσει τη ζωή του με καινούργια χρώματα, να ζήσει αλλιώς. Και μπορεί να είναι μειοψηφία εκεί μέσα, αλλά σε αυτήν την κατάσταση είναι μεγάλη επιτυχία το γεγονός ότι υπάρχει ακόμα, πόσο μάλλον το ότι καμιά φορά βγαίνει στην επιφάνεια και υπερισχύει όλων των άλλων. Είναι ένα από αυτά τα μικρά θαύματα της ζωής, που δεν τα εκτιμάς όσο πρέπει, και είναι και επικίνδυνο να τα εκτιμήσεις, γιατί μπορεί μετά να νομίζεις ότι υπάρχει Θεός και να τρέχεις στις εκκλησίες για να παίρνεις την ευλογία του. Και προτιμώ να με πατήσει νταλίκα, παρά να φιλήσω χέρι παπά. Αλλά αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική κουβέντα.

Αρκετά με τις φιλοσοφίες. Θα πάω για ύπνο. Και ίσως ονειρευτώ έναν κόσμο με καθαρές παραλίες, με δουλειές για όλους, με παιδικές χαρές αντί για εκκλησίες. Αλλά όλα αυτά ελάχιστη σημασία θα έχουν, γιατί όταν ξυπνήσω αύριο το πρωί δεν θα θυμάμαι τίποτα απ’όλα αυτά – ποτέ δεν θυμάμαι τα καλά μου όνειρα, μόνο τους εφιάλτες. Γιατί όταν έβρεχε παραθυράκια  για τους νόμους, ο Νόμος του Μέρφι κρατούσε ομπρέλα.

Καληνύχτα, και μην ξεχνάς τι θα έλεγε ο Λίνκολν αν ήταν Έλληνας: «Μην ρωτάς τι μπορεί να κάνει η πατρίδα σου για σένα, αλλά τι μπορείς να κάνεις ΕΣΥ για να μην πληρώσεις φόρους».


Αγαπητό ημερολόγιο,

όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι (που βέβαια αν οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν με πόσο χυδαίο τρόπο καπηλευόμαστε τα κατορθώματά τους και αράζουμε πάνω στις δάφνες που αυτοί έστρωσαν, θα μας εξόντωναν από μόνοι τους, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία), «το δις εξαμαρτείν, ουκ ανδρός σοφού». Κοινώς, άμα επαναλάβεις το ίδιο λάθος για δεύτερη φορά, είσαι ηλίθιος. Αλλά εξίσου ηλίθιος, προσθέτω εγώ, είσαι και αν κάνεις το σωστό μία φορά, και μετά δεν το επαναλάβεις ποτέ ξανά. Και πάνω σε αυτήν τη λογική, χθες βρέθηκα και πάλι σε δράση των atenistas.

Αυτή τη φορά δεν θα σε κουράσω με αυτό το θέμα, θα είμαι πιο περιληπτικός. Χθες, λοιπόν, αυτό που κάναμε ήταν να γεμίσουμε με ρεσώ τη μία πλευρά της πλατείας Ομονοίας (αυτήν που κοιτάζει προς την Αθηνάς), ενώ παράλληλα οι μουσικοί έπαιζαν γνωστά τραγούδια (με μία ιδιαίτερη επιμονή στον Μπομπ Μάρλεϊ) και οι εκατοντάδες παρευρισκόμενοι σιγοτραγουδούσαν. Κάποια στιγμή, από την Αθηνάς ξεπρόβαλαν δεκάδες ποδήλατα, προκαλώντας έναν πανικό από χειροκροτήματα, σφυρίγματα και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να βρει κανείς που να κάνει θόρυβο. Κατόπιν, ξεκινήσαμε την πορεία μας.

Αυτή τη φορά, «οπλισμένοι» με κάθε είδους φασαριόζικα αντικείμενα (από σφυρίχτρες και καραμούζες μέχρι μαράκες και απροσδιόριστα κρουστά – εγώ προσωπικά είχα αγοράσει μία καραμούζα, από αυτές που φυσάμε στα παιδικά πάρτυ), ξεκινήσαμε από την Μαρίκας Κοτοπούλη, περάσαμε μπροστά από το αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας (οι αστυνομικοί μας κοίταζαν εμβρόντητοι), και συνεχίσαμε στη Βερανζέρου, τη Μενάνδρου, την Αγησιλάου και όλους αυτούς τους δρόμους που φοβάσαι να περάσεις μόνος σου ακόμα και το μεσημέρι. Από τα highlight της βραδιάς το πέρασμά μας από το Εθνικό Θέατρο, με τους ηθοποιούς να βγαίνουν στα παράθυρα και να μας χειροκροτούν, αλλά και η δεκάλεπτη περίπου στάση έξω από τα ιατρεία των «Γιατρών του Κόσμου», λίγο μετά την πλατεία Κουμουνδούρου – πραγματικό πανδαιμόνιο! Μετά ακολουθήσαμε την Ευριπίδου και βγήκαμε στη Σταδίου, όπου περάσαμε έξω από το πάρτυ που διοργάνωνε ο Καμίνης στην πλατεία Κλαυθμώνος, και τελικά καταλήξαμε στην πλατεία Συντάγματος, όπου και πάλι χαλάσαμε τον κόσμο με το που εμφανίστηκε στο οπτικό μας πεδίο το περίπτερο του Νικήτα Κακλαμάνη – τυχαίο; Μπα.

Από εκεί και μετά δεν ξέρω τι έγινε, γιατί πήρα τρέχοντας το μετρό για να προλάβω να γυρίσω σπίτι – ήταν ήδη περασμένες 12. Έμαθα ότι αρκετοί γύρισαν στην πλατεία Κλαυθμώνος και ενσωματώθηκαν στο πάρτυ του Καμίνη, ενώ σίγουρα πολλοί επέστρεψαν στην Ομόνοια για να μαζέψουν τα κεριά. Πάντως, δεν θα ξεχάσω ποτέ τα χαρούμενα πρόσωπα που βλέπαμε στα μπαλκόνια των δρόμων που περνούσαμε, καμιά φορά και 20 μαζεμένων ατόμων, που μας χαιρετούσαν και μας ευχαριστούσαν για την «ενόχληση». Όπως, βέβαια, δεν θα ξεχάσω και τους ανθρώπους που δίπλα σχεδόν στα κεριά που είχαμε στήσει στην Ομόνοια είχαν βάλει πρόχειρα στρώματα και κοιμόντουσαν εκεί, απροστάτευτοι από τη βροχή που έπεφτε πάνω τους – ελπίζω ότι κάποια μέρα οι atenistas θα μπορέσουν να κάνουν κάτι και γι’αυτούς.

Για άλλη μία φορά, περάσαμε τέλεια, αν και μάλλον όλοι γυρίσαμε στα σπίτια μας βρεγμένοι και με ένα απροσδιόριστο βουητό στα αυτιά μας. Ναι, κάναμε θόρυβο. Και ξέρεις κάτι; Μπορεί σε όλους αυτούς τους ανθρώπους να μη μοιράσαμε λεφτά, ουτε σουβλάκια, αλλά τους μοιράσαμε, έστω και για λίγο, χαρά. Και είναι, για την ώρα τουλάχιστον, το μόνο πράγμα που μπορούμε πραγματικά να τους προσφέρουμε, ένα κομμάτι από τον δικό μας ενθουσιασμό. Εξάλλου, λίγο χαμόγελο παραπάνω δεν κόστισε ποτέ τίποτα σε κανέναν.

(πάντως, μεταξύ μας, αν εγώ ήμουν ναρκομανής της περιοχής και έβλεπα να περνάνε μπροστά από τα μάτια μου εκατοντάδες άνθρωποι με σφυρίχτρες, καραμούζες και μαράκες, θα νόμιζα ότι με έχουν αποτρελάνει οι ουσίες και θα έτρεχα να γραφτώ σε πρόγραμμα απεξάρτησης)

Και ίσως λόγω κεκτημένης ταχύτητας από χθες, η σημερινή μέρα ήταν για μένα μία από τις πιο δραστήριες των τελευταίων μηνών. Περπάτησα για μιάμιση ώρα δίπλα στη θάλασσα, δεν είδα καθόλου τηλεόραση, διάβασα μισό βιβλίο (την «Φάρμα των Ζώων» του Όργουελ – τόσο μικρό βιβλίο, τόσο μεγάλοι συμβολισμοί) και είδα δύο ταινίες: Το «Scott Pilgrim vs. The World» (που δικαίως αυτοχαρακτηρίζεται ως «έπος επικής επικότητας» και το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε οποιονδήποτε έχει παίξει έστω και μία φορά στη ζωή του videogame), και το «How to Train Your Dragon» (που είναι καλούτσικο, με πολύ εντυπωσιακά γραφικά, όμως δε φτάνει με τίποτα τις ανατριχίλες που σου προκαλούν τα έργα της Pixar – η Dreamworks είναι πολύ πίσω σε αυτόν τον τομέα). Μη με ρωτήσεις πώς κολλάνε ο Όργουελ και τα κινούμενα σχέδια – άνθρωπος που δεν είναι αντιφατικός, δεν είναι άνθρωπος.

Με άλλα λόγια, οι τελευταίες δύο μέρες ήταν μέρες διασκέδασης. Δεν είναι πραγματικά αστείο το ότι νιώθω την ανάγκη να παρατήσω αυτήν τη διασκέδαση μόνο και μόνο για να βρω μία δουλειά και να περάσω στην καταπίεση και τη ρουτίνα της καθημερινής εργασίας; Όχι, δεν είναι αστείο. Είναι τραγικό. Είναι τραγικά τραγικό. Ή, για να το θέσω όπως οι δημιουργοί του «Scott Pilgrim», είναι μία τραγωδία τραγικής τραγικότητας. Αλλά η αναζήτηση συνεχίζεται, και (τι στο διάολο) κάποτε θα αποφέρει καρπούς.

Και τώρα, αγαπητό μου ημερολόγιο, πέφτω για ύπνο. Όταν ξυπνήσω, θα είναι πια Κυριακή και θα διεξάγονται εκλογές. Κάνω μία ευχή, να μην εκλέξει ξανά ο κόσμος τον Κακλαμάνη, μπας και γλιτώσει η πόλη μου. Άμα περνάει κανένα αδέσποτο πεφταστέρι από ‘δω πάνω τέτοια ώρα, μακάρι να με ακούσει και να βάλει το χέρι του – γιατί όποτε χρειάστηκε να το βάλουν οι άνθρωποι το χέρι τους, το μόνο που κατάφεραν ήταν να βγάλουν τα μάτια τους.

Καληνύχτα και να θυμάσαι: Σε αυτές τις εκλογές δεν πρέπει να εκλέξουμε τα ίδια γουρούνια που μας έχουν απογοητεύσει τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή, «το μη χοίρων βέλτιστον».


Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα είναι μέρα δημοτικών εκλογών, όμως εγώ ό,τι είχα να σου πω για τις εκλογές, το είπα προχθές. Σήμερα προέχουν άλλα πράγματα: Πρέπει οπωσδήποτε να σου πω για την απίστευτη χτεσινή μου εμπειρία με τους Atenistas.

Ξεκίνησα με μικρή καθυστέρηση από το σπίτι (κακός υπολογισμός χρόνου, story of my life), κρατώντας στο χέρι μια σακούλα με 60 κεράκια ρεσώ, έναν αναπτήρα και μία κοκακόλα («bring your own drink», έγραφαν στο site, κι εγώ και το αλκοόλ αλλάζουμε πεζοδρόμιο όποτε βλέπουμε ο ένας τον άλλο). Έφτασα με το μετρό στο Σύνταγμα στις 20:10 και πήγα να πάρω την κόκκινη γραμμή προς Ομόνοια. Φτάνοντας στην αποβάθρα, ένα χέρι με σκούντηξε. Ήταν μία κοπέλα, που με ρωτούσε αν πήγαινα στην πλατεία Κοτζιά (προφανώς, τα ρεσώ φαινόντουσαν μέσα από τη σακούλα). Της απάντησα καταφατικά, και μου ζήτησε να πάμε μαζί μέχρι εκεί, γιατί δεν ήξερε πού ήταν η πλατεία. Ίσως ήμουν λίγο αγενής, αλλά τη ρώτησα: «Δεν ξέρεις πού είναι η πλατεία Κοτζιά; Δεν είσαι από την Αθήνα;», ξεχνώντας ότι κάποτε, πριν πολλά χρόνια, δεν ήξερα πού είναι η Πατησίων και είχα προσποιηθεί ότι ήμουν φοιτητής από τον Βόλο για να ρωτήσω έναν περαστικό. Από την Αθήνα ήταν η κοπέλα, απλά δεν την ήξερε την πλατεία. Και, για να πω την αλήθεια, κι εγώ ζήτημα είναι να έχω περάσει από εκεί πάνω από 5 φορές στη ζωή μου.

Τέλος πάντων, μαζί με την κοπέλα, την Κ., κατεβήκαμε από το μετρό και περπατήσαμε από την Ομόνοια μέχρι την πλατεία Κοτζιά. Ήταν και γι’αυτήν η πρώτη φορά που συμμετείχε σε δράση των Αtenistas. Όταν φτάσαμε στην πλατεία, μείναμε αμφότεροι με ανοιχτό το στόμα. Εκατοντάδες κεριά είχαν ήδη στηθεί στο κέντρο της πλατείας, ένα σε κάθε πλακάκι, και δεκάδες άνθρωποι γύρω-γύρω πρόσθεταν τα δικά τους κεριά δίπλα στα ήδη υπάρχοντα. Κάπου εκεί χωριστήκαμε, κι εγώ έπεσα με τα μούτρα στην «δουλειά»: 60 κεράκια ρεσώ τοποθετήθηκαν σε 60 πλακάκια της πλατείας, το ένα δίπλα στο άλλο. Ο αναπτήρας δεν δούλευε, οπότε αναγκαστικά έπαιρνα φωτιά από τα διπλανά, ήδη αναμμένα κεριά – φαντάσου το σαν το βράδυ της Ανάστασης, αλλά σκυμμένος στο έδαφος.

Όταν τελείωσα με τα κεριά, κάθισα να απολαύσω το θέαμα. Και φυσικά, έβγαλα και φωτογραφίες:

(φυσικά τις έβγαλα με το κινητό μου, και έτσι εξηγείται η μάλλον οικτρή ποιότητά τους)

Κατόπιν, άνοιξα την κοκακόλα μου και άρχισα τις βόλτες γύρω από την πλατεία. Σε όλες τις μεριές του (ανενεργού) συντριβανιού είχαν στηθεί κεράκια, και συνέχιζαν να στήνονται. Δεν είμαι καλός στο μέτρημα, αλλά πρέπει να ήταν πάνω από 500 άνθρωποι. Μετά από λίγο, έφτασαν και οι μουσικοί: Δύο κιθάρες, τρία χάλκινα πνευστά και ένα τύμπανο ήταν τα «όπλα» τους. Σύντομα, άρχισαν τις πρόβες. Κάποια στιγμή, ο τύπος που βάραγε το τύμπανο μας είπε: «Σε μισή ώρα, πορεία στην πλατεία Βάθης». Αν και η πρώτη μου σκέψη να τον διορθώσω και να του πω ότι είναι «πλατεία Βάθη», χωρίς τελικό σίγμα, δεν είπα τίποτα. Αλλά εξεπλάγην, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν στο πρόγραμμα. Μάλιστα, στην αρχή νόμιζα πως μας έκανε πλάκα, αλλά προφανώς ήταν η «έκπληξη της βραδιάς» που μας είχαν υποσχεθεί. Η μουσική συνεχίστηκε, τραγουδήσαμε όλοι μαζί το «Stand By Me» και το «The Lion Sleeps Tonight» (ο απίστευτος κιθαρίστας το ήξερε σε πέντε διαφορετικές γλώσσες!), και μετά από περίπου μισή ώρα ξεκινήσαμε την πορεία μας.

Ήταν ένα μαγικό θέαμα: Εκατοντάδες άνθρωποι, νέοι και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, Αθηναίοι και Αθηναίες, με μουσικές και με κεριά στα χέρια (στρατηγικά τοποθετημένα μέσα σε πλαστικά ποτηράκια για να μη σβήσουν) ξεκίνησαν από την πλατεία Κοτζιά, με προορισμό την πλατεία Βάθη. Περάσαμε από δρόμους θρυλικούς, δρόμους που ποτέ δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να διασχίσω ξανά σώος και αβλαβής, πόσο μάλλον στις 10 το βράδυ. Σοφοκλέους, Πλατεία Θεάτρου, Γερανίων, Σωκράτους, με τα κεριά μας και τις μουσικές μας φέραμε, έστω και προσωρινά, φως και ζωή σε αυτούς τους σκοτεινούς δρόμους. Οι μετανάστες που συναντούσαμε στον δρόμο χαμογελούσαν και μας χαιρετούσαν. Στην Πλατεία Βάθη κοντοσταθήκαμε για λίγο, κάναμε ένα μικρό πάρτυ με μουσική, και κατόπιν κινηθήκαμε προς την Ομόνοια. Η ίδια Ομόνοια που δεν αντέχεις πια ούτε να τη βλέπεις, χθες το βράδυ ήταν μια άλλη πλατεία, γεμάτη μουσικές, χορούς, χαμόγελα και χαρούμενες φωνές που τραγουδούσαν ρυθμικά το «La Bamba». Έστω και για τα 20 λεπτά που μείναμε εκεί, προτού επιστρέψουμε στην πλατεία Κοτζιά για να μαζέψουμε τα κεριά που είχαμε αφήσει, γιατί «οι Atenistas δεν αφήνουν σκουπίδια».

Θα μπορούσες εύλογα να με ρωτήσεις γιατί δεν έβγαλα κι άλλες φωτογραφίες, αφού περνούσα τόσο καλά. Η εξήγηση είναι πολύ απλή: Στην αρχή της πορείας, κι ενώ το κερί μου είχε ήδη σβήσει (πώς τα κατάφερα δεν ξέρω, μόνο το δικό μου ήταν σβηστό!), ένα γυναικείο χέρι μου πήρε το κερί και μου έδωσε ένα ντέφι. Αυτό το ντέφι το χτυπούσα καθ’όλη τη διάρκεια της πορείας, με αποτέλεσμα: 1. να γίνω ρεζίλι (αλλά να μη με νοιάζει), 2. να μην μπορώ να βγάλω φωτογραφίες και 3. να πονάνε όλα τα δάχτυλά μου σήμερα, λες και έπαιζα όλη μέρα πιάνο. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είχα ξαναπιάσει ποτέ στη ζωή μου ντέφι, και ανάθεμα αν ήξερα πώς να το χρησιμοποιήσω, αλλά νομίζω πως καλά τα κατάφερα, αφού συγχρονιζόμουν όσο μπορούσα με το τύμπανο.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να κάνω στα παιδιά που γνώρισα αμέσως πριν την έναρξη της πορείας, χρήστες του Twitter στην πλειοψηφία τους, με τους οποίους στη συνέχεια χαθήκαμε επειδή με είχε συνεπάρει το ιερό καθήκον του χτυπήματος του ντεφιού (το ντέφι – του ντεφιού;). Σίγουρα θα μας δοθεί η ευκαιρία να τα ξαναπούμε, υπό λιγότερο θορυβώδεις συνθήκες.

Τώρα που σε έπρηξα, να σου το πω και με απλά λόγια; Πέρασα ΤΕΛΕΙΑ! Και όχι μόνο θα συμμετάσχω και στις επόμενες δράσεις των Atenistas, αλλά θα προσηλυτίσω και όλους όσους ξέρω στην ομάδα – και πρώτους-πρώτους, αυτούς που επρόκειτο να έρθουν μαζί μου χθες, αλλά τελικά προτίμησαν να κάτσουν στο σπίτι. Γιατί τέτοιες ανεξάρτητες κινήσεις αξίζει να διαδίδονται από στόμα σε στόμα.

Και πριν σε καληνυχτίσω, έχω να σου πω αυτό: Τις κακές γλώσσες, μόνο τα κακά αυτιά τις ακούνε…


Η αντίδραση αρκετών ανθρώπων του περιβάλλοντός μου, όταν τους είπα για τη συμμετοχή μου στην τελευταία μεγάλη πορεία διαμαρτυρίας για τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης, ήταν μάλλον αρνητική: «Και τι θα καταφέρεις με μια πορεία; Θα αλλάξεις τα μέτρα;». Ενόψει της αυριανής πανελλαδικής απεργίας, και της μεγάλης πορείας που αυτή συνεπάγεται, είπα να γράψω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με αυτό το θέμα.

Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: Όπως ισχύει και με τις εκλογές, αν οι πορείες διαμαρτυρίας μπορούσαν να αλλάξουν κάτι, τότε θα ήταν παράνομες. Βέβαια, οι πορείες καθαυτές μπορούν να αλλάξουν κάτι, όχι όμως με τον τρόπο που γίνονται στην Ελλάδα.

Ξέρουμε, λοιπόν, ότι τα νέα μέτρα είναι άδικα, θα βυθίσουν εκατομμύρια Έλληνες στη φτώχεια, καταλύουν εργατικά δικαιώματα και μας αναγκάζουν να πληρώσουμε ελλείμματα τα οποία δημιούργησαν διεφθαρμένοι πολιτικοί (τους οποίους, βέβαια, εσείς ψηφίζατε – εγώ μπορώ με υπερηφάνεια να δηλώσω ότι δεν έχω ψηφίσει καμία κυβέρνηση μέχρι σήμερα, ούτε και κανέναν βουλευτή).Και ποια είναι η «έντονη» αντίδρασή μας; Να κατέβουμε σε μια ειρηνική πορεία, να φωνάξουμε 2-3 συνθήματα έξω από τη Βουλή, να φάμε τα πατροπαράδοτα δακρυγόνα και να πάμε σπίτια μας μισοδιαλυμένοι από την κούραση και τα χημικά. Ναι, σίγουρα οι κυβερνώντες τρέμουν.

Το πρόβλημα δεν είναι η πορεία, αλλά το πώς γίνεται η πορεία. Είναι τουλάχιστον αστείο να μιλάμε για «εργάτες ενωμένους, ποτέ νικημένους», όταν τα κυρίαρχα συνδικαλιστικά κινήματα δεν μπορούν καν να συνεννοηθούν για να διοργανώσουν μια κοινή πορεία, και αντίθετα ξεκινάνε οι μεν στη Δύση και οι δε στην Ανατολή! Αν εγώ ήμουν μέλος της κυβέρνησης και έβλεπα τους πολίτες να διαμαρτύρονται έτσι, θα έσκαγα στα γέλια, βέβαιος ότι η εξουσία μου δεν κινδυνεύει από κανέναν.

Καμία πορεία δεν έχει τύχη αν δεν είναι αυθόρμητη – οι συνδικαλιστές είναι εξίσου διεφθαρμένοι με τους πολιτικούς, κι αυτό γιατί οι περισσότεροι εξ αυτών θέλουν να γίνουν πολιτικοί, αν δεν είναι ήδη. Αυτό που θέλουν σε κάθε πορεία οι συνδικαλιστές είναι να δείξουν σε όλους ότι την έχουν μεγαλύτερη (την πορεία, φυσικά) από τους άλλους. Έτσι, οι ανεξάρτητοι πολίτες που κατεβαίνουν σε μια πορεία για να διαμαρτυρηθούν, καταλήγουν άθελά τους να «βαφτίζονται» οπαδοί του Χ συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο μετά την πορεία θα εκδώσει μια θριαμβευτική ανακοίνωση για τη μεγάλη συμμετοχή που είχε η ΔΙΚΗ του πορεία.

Από τη μία, λοιπόν, τον αγώνα των αυθόρμητων, ανεξάρτητων πολιτών καπηλεύονται οι διεφθαρμένοι συνδικαλιστές. Από την άλλη βρίσκονται οι κουκουλοφόροι, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης, οι οποίοι κάνουν ακριβώς το ίδιο, τραβώντας πάνω τους την προσοχή με πράξεις απρόκλητης και αδικαιολόγητης βίας, και επισκιάζοντας το υπόλοιπο 99% που διαδηλώνει ειρηνικά (με ευθύνη, βέβαια, των ΜΜΕ, που ψοφάνε για κάτι τέτοια). Αυτοί οι τύποι δεν εκφράζουν κανέναν άλλο, παρά μόνο τον εαυτό τους, και γι’αυτό πρέπει να απομονωθούν.

Υπάρχουν, λοιπόν, κάποια τεχνητά εμπόδια στην προσπάθειά μας να πετύχουμε κάτι με την πορεία διαμαρτυρίας μας. Αλλά, πέρα από αυτά, πιστεύω ότι αξίζει κανείς να συμμετάσχει σε μια τέτοια πορεία. Κι ας μη βγει τίποτα – δεν είναι απαραίτητο. Αρκεί να τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας. Γιατί όταν κάποτε τα παιδιά μας, της γενιάς της δικής μου, των σημερινών 20άρηδων και 30άρηδων, μας ρωτήσουν γιατί είναι τόσο σκατά τα πράγματα, θα πρέπει να απαντήσουμε. Και είναι προτιμότερο να απαντήσουμε ότι κάποτε προσπαθήσαμε να αλλάξουμε την κατάσταση, αλλά δεν τα καταφέραμε, παρά να τους πούμε ότι είμαστε συνυπεύθυνοι για την κατάσταση, επειδή όταν όλοι οι άλλοι έβγαιναν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν, εμείς πίναμε τον φραπέ μας αραχτοί στη βεράντα. Βέβαια, η πιο πιθανή απάντηση που θα τους δίνουμε (και μάλλον και η ορθότερη) θα είναι «ρώτα τον παππού και τη γιαγιά σου, αυτοί την προκάλεσαν».

Για σκέψου…Μας μάθαιναν στο σχολείο για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, για το πόσο γενναίοι και αξιέπαινοι ήταν εκείνοι οι νέοι που ταμπουρώθηκαν στο Πολυτεχνείο και αντιστάθηκαν στην Χούντα…Και αυτοί οι «νέοι» ήταν η γονείς μας. Και νιώθαμε πολύ περήφανοι που οι γονείς μας πάλεψαν για ένα καλύτερο μέλλον. Πού να το περιμέναμε ότι, όταν μεγαλώνανε, θα κατέστρεφαν το δικό μας μέλλον…

Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν θα πάω στην αυριανή πορεία ή όχι – το μετρό και τα λεωφορεία δεν θα κινηθούν καθόλου, και η πλησιέστερη στάση τραμ ή ηλεκτρικού απέχει αρκετά χιλιόμετρα από το σπίτι μου. Αλλά θα προσπαθήσω να είμαι εκεί. Όχι για να αλλάξω κάτι, όχι για να υπερηφανευτώ για τη συνδικαλιστική μου παράταξη, όχι για να πετάξω μολότωφ. Αλλά για να τα έχω καλά με τον εαυτό μου.

Ό,τι και να γίνει, τουλάχιστον δεν θα έχω βάρος στη συνείδησή μου. Αντίθετα με τους σημερινούς 50+. Κάτι είναι κι αυτό, όμως…Τώρα η γενιά μου και η επόμενη από τη δική μου, θα ξέρουν ότι δεν έχει τόση σημασία η συμμετοχή σε μία πορεία, όσο η αλλαγή πορείας γενικά. Να κάνουμε τα αντίθετα από αυτά που κάνανε οι γονείς μας. Μεταβολή και πρόσω ολοταχώς. Αλλαγή πορείας…


Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από το πρωί. Ήταν ήδη προφανές από καιρό: Θα ήταν η μεγαλύτερη συγκέντρωση και πορεία διαμαρτυρίας των τελευταίων χρόνων, και μία από τις μεγαλύτερες των τελευταίων 35 ετών. Και ήταν επόμενο, καθώς οι συνδικαλιστές ξεσηκώνονται για ψύλλου πήδημα – θα άφηναν τέτοια μέτρα να περάσουν αδιαμαρτύρητα; Φυσικά και όχι.

Στο μετρό, 10.50 το πρωί. Καθυστέρησα να ξεκινήσω, γιατί περίμενα σαν μαλάκας το λεωφορείο, το οποίο όμως δεν εκτελούσε δρομολόγια, επειδή ήταν κλειστό το κέντρο. Ναι, είμαι ιδιοφυία – πού το καταλάβατε; Τέλος πάντων, βλέπω μία κυρία να ρωτάει κάποια άλλη πώς θα πάει προς Αιγάλεω. Θέλω να πεταχτώ και να της φωνάξω ότι δεν έχει απολύτως κανέναν λόγο να πάει στο Αιγάλεω, εφόσον η πορεία στην οποία όλοι οφείλαμε να παραβρεθούμε γινόταν στο κέντρο της Αθήνας. Δεν το κάνω – τι νόημα θα είχε; Όποιος δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω του, είναι άξιος της μοίρας του. Και να της τα έλεγα αυτά, απλά θα με αγνοούσε και θα ξαναρωτούσε πώς πάνε στο Αιγάλεω. Και τελικά θα πήγαινε στο Αιγάλεω.

Κατεβαίνω στο Μοναστηράκι και κατευθύνομαι στην αποβάθρα προς Κηφισιά. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο κόσμο σε σταθμό τρένου. Λίγο ακόμα και θα πέφταμε στις γραμμές. Πολύς κόσμος, και σχεδόν όλοι αυτοί κατευθύνονται προς την Βικτώρια. Το καταλαβαίνεις από τις μεταξύ τους συζητήσεις, και από τις συνομιλίες στα τηλέφωνα, του τύπου «θα βρεθούμε στο σαντουιτσάδικο, όπως βγαίνεις από το σταθμό στα δεξιά». Δεκάδες άνθρωποι δίνουν ραντεβού και ετοιμάζονται να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους – κατά βάθος, ποτέ δεν πίστευα ότι θα ζούσα για να δω κάτι τέτοιο.

Συναντιέμαι με την παρέα μου λίγο πιο πάνω από την έξοδο της Βικτώριας. Όλοι τους «παρθένοι» από τέτοιες διαδηλώσεις – εγώ, που έχω πάει σε άλλες δύο (πολύ μικρότερου βεληνεκούς) λογίζομαι σαν βετεράνος. Και είμαι κάπως πιο προετοιμασμένος: Έχω πάρει από το σπίτι μάσκες Η1Ν1, από αυτές που έδινε δώρο το «Θέμα» πριν μερικούς μήνες. Ίσως το μοναδικό χρήσιμο πράγμα που έκανε αυτή η εφημερίδα στα τόσα χρόνια που κυκλοφορεί. 4 μάσκες, μία για τον καθένα. Επιπλέον, έχω κάνει ένα καλό μπάνιο πριν ξεκινήσω, ώστε να με πιάσουν λιγότερο τα δακρυγόνα, όπως διάβασα σε ένα σχετικό κείμενο στο Ίντερνετ. Αμφιβάλλω κατά πόσον αυτά τα δύο προληπτικά μέτρα θα βοηθήσουν σε κάτι, αλλά απλώς ελπίζω.

Στο μεταξύ, συνειδητοποιώ ότι τα γυαλιά ηλίου που φοράω είναι παρεξηγήσιμα: Έχουν ένα τεράστιο DG στο πλάι. Πώς πας σε πορεία κατά της λιτότητας με γυαλιά Dolce & Gabbana; Βέβαια, αν ήξεραν την ιστορία πίσω από αυτά τα γυαλιά, τότε δεν θα ανησυχούσα καθόλου: Τα γυαλιά ανήκαν στην κοπέλα μου, και μου τα έδωσε όταν χάλασαν τα δικά μου (μάρκας «Mekapses»), και αφού είχε αγοράσει καινούργια για τον εαυτό της. Κυκλοφορώ με γυναικεία γυαλιά εδώ και έναν χρόνο, και κανείς δεν το έχει πάρει χαμπάρι. Αναλογιζόμενος όλα αυτά, νιώθω καλύτερα.

Βγαίνουμε στην Πατησίων. Δεν έχω ξαναδεί τόσο κόσμο μαζεμένο – μόνο στην τηλεόραση. Α, και εκείνη τη φορά που με τραβολογούσε η μάνα μου στην προεκλογική συγκέντρωση του Ανδρέα Παπανδρέου, στις αρχές των 90s – συμπτωματικά, ακριβώς στο ίδιο σημείο. Δεκάδες τεράστια πανώ, εκατοντάδες κόσμος (που σύντομα μετριέται σε χιλιάδες) και μία μεγάλη πίστα στημένη έξω από το κτίριο της ΓΣΕΕ, από την οποία ακούγονται αγωνιστικά συνθήματα (από όχι ιδιαίτερα ταλαντούχους ρήτορες) και παλιομοδίτικες μουσικές που αμφιβάλλω αν γνωρίζουν περισσότεροι από 5-6 μέσα σε ολόκληρο το πλήθος. Αναρωτιέμαι γιατί το ρεπερτόριο τέτοιων εκδηλώσεων δεν ανανεώνεται ποτέ. Δεν περιμένω να πάρω απάντηση.

Η ώρα έχει πάει 12. Η πορεία ακόμα δεν έχει ξεκινήσει. Κλασική ελληνική έμπνευση, η ακαδημαϊκή ώρα: Οτιδήποτε είναι οργανωμένο να ξεκινήσει την Χ ώρα, αποκλείεται να ξεκινήσει τελικά πριν την Χ+1 ώρα. Προχωράμε λίγο πιο μπροστά, έχοντας βαρεθεί την ορθοστασία. Φτάνοντας στη διασταύρωση με την Μετσόβου, παίρνουμε μια (πικρή) πρόγευση για το τι θα επακολουθήσει: Μια παρέα περίπου 15 κουκουλοφόρων επιτίθεται με πέτρες, κοντάρια και ό,τι άλλο διαθέτουν σε μία εφορία που βρίσκεται εκεί. Καθόμαστε και τους βλέπουμε χωρίς να αντιδρούμε – ποιος μπορεί να τα βάλει με τρελό; Ποιος το ρισκάρει;

Συνεχίζουμε προς τα κάτω και φτάνουμε στο Μουσείο. Πολύς κόσμος κι εκεί, σταματημένος. Αποφασίζουμε να στρίψουμε στα στενά και βγαίνουμε στην 3ης Σεπτεμβρίου. Εκεί, η πορεία πηγαίνει πολύ πιο γρήγορα. Στο δρόμο συναντάω έναν ξάδελφό μου, χαιρετιόμαστε, μιλάμε για λίγο. Χαίρομαι που τον βλέπω κι αυτόν στην πορεία – δεν περίμενα να δω κάποιον γνωστό μου στην πορεία. Από τους παλιούς συμμαθητές μου, στο ακριβοθώρητο ιδιωτικό σχολείο των Βορείων Προαστίων, δεν περίμενα καμία αντίδραση. Έτσι κι αλλιώς, οι περισσότεροι έχουν ήδη φύγει για το εξωτερικό. Και πολύ καλά κάνανε.

Χωνόμαστε στο πρώτο μπλοκ που βλέπουμε μπροστά μας, αυτό των εργαζομένων στον ΗΣΑΠ. Φωνάζουμε συνθήματα μαζί τους – αν και με ενοχλεί το ότι οι συγκεκριμένοι συνδικαλιστές έχουν αλλάξει το «ο μόνος δρόμος είναι αντίσταση και πάλη» σε «με τα συνδικάτα αντίσταση και πάλη». Άμα περιμέναμε από τα συνδικάτα να μας σώσουν, θα ήμασταν ήδη χαμένοι.

Με σχετικά γρήγορο ρυθμό, φτάνουμε στην Ομόνοια. Είχα πολύ καιρό να πάω στην Ομόνοια, και θα κάνω πολύ καιρό να ξαναπάω. Η μπόχα που ανέδιδε η πλατεία ήταν ανυπόφορη, μια μυρωδιά από σκατά και κάτουρα, η οποία μου έφερε στο μυαλό την πρώτη φορά που με πήγαν οι γονείς μου στον (τότε) ζωολογικό κήπο του Ζαππείου. Έτσι την έχουμε καταντήσει την Ομόνοιά μας: Ζωολογικό κήπο. Και μάλιστα χωρίς φύλακες και φροντιστές.

Φτάνουμε στη διασταύρωση της Πατησίων με την Πανεπιστημίου. ΕΚεί συναντιούνται οι δύο πορείες. Τότε συνειδητοποιώ πόσο μεγάλη είναι η πορεία: Η Πατησίων γεμάτη, η 3ης Σεπτεμβρίου γεμάτη, η Σταδίου αρχίζει να γεμίζει. Σκέφτομαι πόσο θα ήθελα να είμαι σε ένα μπαλκόνι της Πατησίων και να βγάζω φωτογραφίες αυτό το πρωτοφανές πλήθος ανθρώπων. Αναρωτιέμαι αν θα με αξιώσει ο Γαλαξιακός Φαρσέρ να δω κάτι παρόμοιο ξανά στη ζωή μου.

Προχωράμε στη Σταδίου, φωνάζοντας συνθήματα. Πλησιάζοντας στη Βουλή, ακούγεται για πρώτη φορά το θρυλικό σύνθημα «Να καεί-να καεί το μπουρδέλο η Βουλή». Όταν αποκτάμε και οπτική επαφή με τη Βουλή, φωνάζουμε ρυθμικά «ΚΛΕΦΤΕΣ-ΚΛΕΦΤΕΣ». Και όταν βλέπουμε και τα ΜΑΤ παρατεταγμένα στις σκάλες που οδηγούν προς τη Βουλή, αρχίζουμε τα συνθήματα εναντίον των αστυνομικών. Πολλά συνθήματα, μικρό το νόημα.

Φτάνουμε στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Τα συνθήματα γίνονται όλο και πιο μαζικά, όλο και πιο άγρια. Εμφανίζονται ξαφνικά οι τύποι με τα καλυμμένα πρόσωπα, και όλοι ξέρουμε ότι αυτό δε θα έχει καλό τέλος. Σύντομα, τα πράγματα ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο. Κουκουλοφόροι (και μη) πετάνε μπουκάλια, πέτρες και ό,τι άλλο έχουν πρόχειρο στα ΜΑΤ. Τα ΜΑΤ απαντούν με τον μοναδικό τρόπο που ξέρουν (ή μάλλον, με τον μοναδικό τρόπο που τους επιτρέπεται να μεταχειρίζονται): Με δακρυγόνα. Η ατμόσφαιρα γίνεται αποπνικτική. Φοράω τη μάσκα – δε βοηθάει σε τίποτα. Τα μάτια τσούζουν, η μύτη πονάει, ο λαιμός καίει. Σχεδόν τρέχοντας, περνάμε απέναντι. Οι κουκουλοφόροι έχουν ήδη περάσει στο Plan B: Επιτίθενται στα ΜΑΤ από τα δεξιά, παρακάμπτοντας το μνημείο. Κι άλλα δακρυγόνα, κι άλλη υποχώρηση. Κατεβαίνουμε μαζικά, πανικόβλητοι, τις σκάλες της Πλατείας Συντάγματος. Από θαύμα δεν σκοντάφτει κάποιος και δεν θρηνούμε θύματα.

Στεκόμαστε δίπλα στην καφετέρια της πλατείας, τη δεξιά όπως βγαίνουμε από το μετρό. Κόσμος κάθεται και πίνει τον καφέ του, αδιάφορος – πώς μπορούν; Ποιοι είναι αυτοί που δεν τους αφορά όλο αυτό που συμβαίνει γύρω τους, και έχουν την πολυτέλεια να μην διαμαρτυρηθούν, αλλά να πιουν το καφεδάκι τους ανενόχλητοι;

Αρχίζουμε και σκεφτόμαστε μήπως ήρθε η ώρα να φύγουμε. Τα πράγματα αγριεύουν επικίνδυνα. Ακούγονται εκρήξεις από την Σταδίου. Ο καπνός μας περικυκλώνει. Ο ένας από τους τέσσερις εγκαταλείπει, μάλλον τρομαγμένος. Οι υπόλοιποι, βλέποντας την πορεία να συνεχίζεται προς την Φιλελλήνων, μπαίνουμε και πάλι σε τροχιά. Στο μεταξύ, οι αστυνομικοί προσπαθούν να καταλάβουν την Πλατεία Συντάγματος. Πέφτουν δακρυγόνα στην πλατεία. Η πορεία σταματάει, την ώρα που βρισκόμαστε απέναντι από το Υπουργείο Οικονομικών. Παρακολουθούμε έκπληκτοι τον πόλεμο (χωρίς εισαγωγικά, γιατί τέτοιος ήταν) των κουκουλοφόρων με μία διμοιρία των ΜΑΤ, που ήταν παρατεταγμένη δίπλα στις γραμμές του τραμ. Πέφτουν μολότωφ, τα ΜΑΤ υποχωρούν και οι κουκουλοφόροι προχωρούν μπροστά. Από πίσω ακούγονται ενθουσιώδεις φωνές: «ΝΤΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥ». Μας σπρώχνουν για να συμμετάσχουμε κι εμείς στο ντου. Δεν το κουνάμε ρούπι.

Ξαφνικά, ακούγεται ένας κρότος από την πλευρά της Μητροπόλεως. Δακρυγόνα. Βρισκόμαστε περικυκλωμένοι: Στα αριστερά μας, η πλατεία καλυμμένη από καπνούς. Στα δεξιά μας, φρεσκοστυμμένα δακρυγόνα. Επικρατεί πανικός. Οι τύποι με τις ντουντούκες μας φωνάζουν να προχωρήσουμε προς τη Φιλελλήνων – ούτως ή άλλως, δεν υπάρχει κι άλλος δρόμος. Φοβάμαι. Φοβάμαι ότι θα γίνει μια «Θύρα 7», ότι θα ποδοπατηθούμε μεταξύ μας και θα γίνει μακελειό. Ευτυχώς, όλα πηγαίνουν καλά.

Σε κάθε στενό, οι κουκουλοφόροι πετάνε μολότωφ στους αστυνομικούς που μπλοκάρουν το δρόμο προς τη Βουλή. Κάθε φορά που σκάει μια μολότωφ, χειροκροτάμε όλοι με ενθουσιασμό. Νιώθω λίγο διχασμένος: Όσο αντιπαθώ τους μπάτσους, άλλο τόσο αντιπαθώ και τους εκφραστές της ωμής και απρόκλητης βίας. Γιατί να είμαι με τους μεν ή με τους δε; Υποθέτω ότι απλά πρέπει να μιμηθώ τους άλλους του πλήθους. Στην αγέλη δεν χωράνε μαύρα πρόβατα.

Καταλήγουμε στο τέρμα της Φιλελλήνων, και αντιμετωπίζουμε το δίλημμα: Επιστρέφουμε στο Σύνταγμα, ρισκάροντας να βρεθούμε αντιμέτωποι με ορδές ολόκληρες από ΜΑΤ; Ή ξεκινάμε προς τη Συγγρού, που δε φυλάσσεται και άρα προσφέρεται για μπαχαλάκηδες της κακιάς ώρας; Το δίλημμα λύνεται από μόνο του, όταν τα ΜΑΤ ρίχνουν δακρυγόνα προς τη μεριά μας, κι έτσι αναγκαστικά πηγαίνουμε προς τις στήλες του Ολυμπίου Διός. Φτάνοντας στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, η παρέα μου κι εγώ αποφασίζουμε ότι έχουμε δει αρκετά, και κατευθυνόμαστε προς Θησείο. Εξάλλου, η ώρα έχει ήδη πάει σχεδόν 3, και σε μία ώρα κλείνει το μετρό – κανείς δε θέλει να μείνει παγιδευμένος σε αυτήν την παράλογη κόλαση.

Επιτέλους, αναπνέουμε καθαρό αέρα. Παίρνουμε τηλέφωνα τους δικούς μας, να σιγουρευτούν ότι είμαστε καλά. Αστειευόμαστε και σχολιάζουμε την εμπειρία μας.

Φτάνοντας στις καφετέριες του Θησείου, μπαίνω στο Twitter μέσω του κινητού μου. Και εκεί μαθαίνω τα νέα: Σύμφωνα με το BBC, υπάρχουν τρεις νεκροί από φωτιά σε τράπεζα. Αμέσως, το κέφι μας χαλάει. Νεκροί; Νεκροί άνθρωποι σε μία ειρηνική πορεία; Αδιανόητο. Κι όμως, το είπε το BBC. Δεν μπορεί να κάνει λάθος.

Στο τρένο και στο μετρό, τα νέα έχουν ήδη διαδοθεί. Ο κόσμος δεν μπορεί να το πιστέψει. Αρχίζουν οι πολιτικές συζητήσεις, οι επιρρίψεις ευθυνών – ξέρετε, όλα αυτά τα αγαπημένα σπορ των Ελλήνων.

Αυτή η μέρα, που ξεκίνησε με προσδοκίες, μου αφήνει μια πικρή γεύση στο στόμα. Και δεν είναι τα δακρυγόνα – αυτά τα συνήθισα, δε με νοιάζουν. Είναι η γεύση της απώλειας. Της απώλειας ανθρώπινων ζωών, στο όνομα…Αλήθεια, σε τίνος το όνομα; Της «ελευθερίας»; Της «αγανάκτησης»; Της «δικαιοσύνης»; Όχι. Σε κανενός το όνομα. Μια απώλεια άδικη, χωρίς λόγο. ΑΘώοι άνθρωποι, που απλά αναγκάστηκαν εκείνη τη μέρα να δουλέψουν, για να γλιτώσουν την απόλυση. Και εκτελέστηκαν εν ψυχρώ. Γιατί όταν πετάς μολότωφ μέσα σε κλειστό χώρο, δεν το κάνεις για πλάκα, ή για εκφοβισμό, ή για «αντίσταση». Το κάνεις για να σκοτώσεις.

(μία ευχή προς τους δράστες αυτού του εγκλήματος: 4 άνθρωποι υπέφεραν φρικτό θάνατο από ασφυξία εξαιτίας σας. Το αυτό εύχομαι δι’υμάς.)

Φυσικά, τα ΜΜΕ άλλο που δεν ήθελαν. Σαν γνήσια βαμπίρ, οι μεγαλοδημοσιογράφοι τρέφονται με αίμα. Και το αίμα τριών αθώων ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόντουσαν, ώστε να αγνοήσουν μια μαζική, ειρηνική διαδήλωση, και να επικεντρωθούν στο κατάπτυστο έργο μιας ομάδας θρασύδειλων κοτόπουλων. Γιατί, με τη λογική των ΜΜΕ, η ηλίθια πράξη 3 ατόμων είναι πιο σημαντική από την αγωνιστική δράση μερικών χιλιάδων ατόμων. Αλλά φυσικά, η κοινή λογική έχει εγκαταλείψει τα παραδοσιακά ΜΜΕ εδώ και πολύ καιρό.

Αυτοί οι τύποι κατάφεραν κάτι που πίστευα ότι ήταν ακατόρθωτο: Να μας κάνουμε να τους μισήσουμε περισσότερο ΚΑΙ από τους διεφθαρμένους βουλευτές μας, ΚΑΙ από τους πάντα μισητούς αστυνομικούς. Σε μία πορεία που είχε συγκεκριμένους στόχους, κατάφεραν και έγιναν οι ίδιοι στόχοι. Και, την επόμενη φορά, δε θα είναι το ίδιο εύκολα τα πράγματα γι’αυτούς. Βλέπετε, οι κουκουλοφόροι δεν έχουν λόγο ύπαρξης χωρίς τη δική μας ανοχή. Όταν νιώσουν ότι δεν έχουν το λαϊκό έρεισμα, αναγκαστικά παρακμάζουν, και τελικά εξαφανίζονται.

Και να ένα παράδειγμα: Καθώς πηγαίναμε προς τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, είδαμε έναν κουκουλοφόρο να προσπαθεί (μάταια) να σπάσει τη τζαμαρία ενός γραφείου ναυτιλιακής εταιρείας με ένα κοντάρι. Τον γιουχάραμε – άλλοι ήταν οι στόχοι, όχι η ναυτιλιακή. Και, όταν βαρέθηκε να χτυπάει τη τζαμαρία, άρχισε να χτυπάει ένα αυτοκίνητο που βρισκόταν εκεί δίπλα. Τότε, η γιούχα έπεσε σύννεφο. Ο κουκουλοφόρος, μην έχοντας πια λαϊκό έρεισμα, σηκώθηκε κι έφυγε. Ναι, πιθανότατα πήγε να σπάσει κάτι άλλο – και τι να κάνεις; Να ανοίξεις διάλογο μαζί του, εξηγώντας του ότι αυτό που κάνει είναι λάθος; Πριν ανοίξεις διάλογο, θα σου έχει ήδη ανοίξει το κεφάλι με το κοντάρι.

Στο μεταξύ, νιώθω και τύψεις. Για σκέψου: Αν αυτοί που δολοφόνησαν τους υπαλλήλους της τράπεζας ήταν οι ίδιοι που χτυπούσαν αλύπητα εκείνη την εφορία στην Πατησίων; Αν μπορούσαμε να τους έχουμε σταματήσει πριν κάνουν κάτι χειρότερο, και δεν το κάναμε επειδή φοβόμασταν; Αν είμαστε κι εμείς συνυπαίτιοι αυτού του εγκλήματος, εφόσον ανεχτήκαμε ένα προηγούμενο; Δε θέλω να το σκέφτομαι, αλλά δεν μπορώ και να μην το σκέφτομαι.

Είμαστε όλοι χάλια. Όλοι μας. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι, την επόμενη φορά, να αντιδράσουμε. Πλέον, εχθροί μας δεν είναι μόνο οι πολιτικοί και οι αστυνομικοί. Πάνω απ’όλα, εχθροί μας είναι αυτοί οι τύποι που καπηλεύονται με τον πιο βάναυσο τρόπο τους αγώνες μας. Και πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε και αυτούς, στον δρόμο μας για ένα καλύτερο μέλλον. Ναι, το έργο μας γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Αλλά και πάλι, είμαστε περισσότεροι. Αρκεί, επιτέλους, να το καταλάβουμε. Όλοι μας.