Είναι τρομακτικό το πόσο καιρό έχω να ανεβάσω φωτογραφίες από τους τοίχους της Αθήνας. Σχεδόν πέντε μήνες. Οπότε αφήνω για λίγο την (ακόμα πιο τρομακτική) επικαιρότητα, με τις διερευνητικές εντολές, τις διαπραγματεύσεις, τις απαγκιστρώσεις, τις καταγγελίες, τις εκλογές, τις κυβερνήσεις συνεργασίας, τις κυβερνήσεις προσωπικοτήτων, την προπαγάνδα των ΜΜΕ και όλα αυτά τα κωμικοτραγικά που συμβαίνουν στη χώρα τελευταία, και δίνω το λόγο σε αυτούς που πραγματικά έχουν κάτι να πουν: Τους τοίχους.


Αγαπητό ημερολόγιο,

είχα ήδη αποφασίσει από χθες ότι η σημερινή μέρα θα ήταν αφιερωμένη στο περπάτημα και τις φωτογραφίες. Ωστόσο, δεν είχα ιδέα πού να πάω. Μπήκα, λοιπόν, στο μετρό και το άφησα να με οδηγήσει. Στιγμιαία σκέφτηκα να κατέβω στο Σύνταγμα και να κινηθώ προς τα Πατήσια ή τον Περισσό, αλλά τελικά αποφάσισα να συνεχίσω μέχρι το Μοναστηράκι, απ’όπου κατέβηκα κατευθυνόμενος προς Πειραιά. Ρίχνοντας μια ματιά στις στάσεις ανάμεσα στο Μοναστηράκι και τον Πειραιά, συνειδητοποίησα ότι ο μόνος σταθμός στον οποίο δεν έχω πατήσει ποτέ το πόδι μου είναι αυτός του Μοσχάτου, κι έτσι αποφάσισα να πάω εκεί. Δύο στάσεις αργότερα, όμως, όταν το τρένο σταμάτησε στα Πετράλωνα, πετάχτηκα από τη θέση μου σαν να με είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα. Ναι, είχα περάσει μια φορά από τα Πετράλωνα, αλλά δεν τα είχα εξερευνήσει. Και αυτή ήταν η ευκαιρία μου.

Αν και συνήθως αυτές οι ξαφνικές εκλάμψεις μου βγαίνουν σε κακό, καθώς το ένστικτό μου είναι πλήρως απενεργοποιημένο εδώ και χρόνια, η σημερινή ήταν μια εξαιρετική ιδέα. Βλέπεις, οι τοίχοι της περιοχής είναι πολύ ενδιαφέροντες – θα τολμούσα να πω ότι είναι οι δεύτεροι πιο ενδιαφέροντες τοίχοι, μετά από αυτούς των Εξαρχείων, και δίνοντας μεγάλη μάχη με του Ζωγράφου. Όπου κι αν γυρίσεις, κάτι θα δεις γραμμένο, έστω κι αν είναι κάποια οπαδική βλακεία (από οπαδούς του Παναθηναϊκού, συνήθως).

Αυτό που πρόσεξα, επίσης, ήταν ότι δεν ένιωσα σχεδόν σε καμία στιγμή ότι είναι Χριστούγεννα. Πέρα από κάποια ψιλοστολισμένα μαγαζιά, το χριστουγεννιάτικο πνεύμα έμοιαζε να έχει μετακομίσει κάπου μακριά από τα Πετράλωνα. Και ξέρεις κάτι; Καλύτερα έτσι. Μερικές περιοχές δεν μπορείς να τις φανταστείς γιορτινές. Είναι συνυφασμένες με το γκρίζο τους, και θα σου κακοφαινόταν αν έβλεπες πολύχρωμα λαμπιόνια να το φωτίζουν. Και τα Πετράλωνα είναι μία από αυτές.

Ας μη χρονοτριβούμε άλλο, πάμε να σου δείξω τι έβγαλα στα Άνω και Κάτω Πετράλωνα, που τα έκανα άνω-κάτω επί δύο ώρες:

Θα έλεγα "άχουτο, τι ρομαντικό!", αν ήμουν 15 χρονών, ή αν δεν ήξερα ότι είναι στίχος από ένα ποπ τραγούδι.

Τα γκρουπάκια του Facebook, τώρα και σε τοιχογραφίες.

...τρεις και τον έθεσαν σε διαθεσιμότητα.

Τρεις παρατηρήσεις: 1. Ο Λεβέντης και η θύρα 7 στην ίδια φωτογραφία. 2. Δε διευκρινίζεται ποιος από τους δύο "χόνει ξεκάρφοτα". 3. Κάποιοι δεν έμαθαν ποτέ ότι υπάρχει γράμμα "Ω".

Καλύτερα ζητιάνος, παρά πολιτσμάνος.

Και να είχε τουλάχιστον η Ομόνοια πετρέλαιο, να το καταλάβαινα...

Η ατάκα "θα πηδηχτώ απ'το παράθυρο" έμεινε στην ιστορία. Μέχρι και οι τοίχοι την ξέρουν.

Να'ταν τόσο απλή η διαδικασία, ε;

Είπα να το ρισκάρω και να το διαβάσω. Η μάνα μου με διαβεβαίωσε ότι δεν έχει κάνει τίποτα.

Τη μέρα που τα greeklish θα απαγορευτούν δια νόμου, θα κάνω πάρτυ. Μεγαλύτερο απ'αυτό που θα κάνω αν βρω δουλειά.

...και έτσι απλά, με τρεις λεξούλες, ένας άγνωστος σε εμψυχώνει!

Στα 15 μου θα το έβρισκα φοβερά αστείο, θα το έλεγα σε όλους τους φίλους μου, θα το έγραφα σε όλα μου τα τετάδια...Αλλά μεγάλωσα, γαμώτο.

Αυτό εξηγεί γιατί η Βουλή είναι ένα μπουρδέλο και κανείς δεν ασχολείται με την παιδεία.

Βασικά, αυτή είναι η αισιόδοξη εκδοχή. Η απαισιόδοξη λέει "αυτοί με ΔοΝηΤή, εμείς με βαζελίνη".

Δεν έχω τίποτα να σχολιάσω επ'αυτού, απλά συμφωνώ όσο δεν πάει.

Σιγά το φοβερό σύστημα που θέλει και διδασκαλία. Απλό είναι το πράγμα: Ή είσαι ψεύτης, κλέφτης και δολοπλόκος και περνάς καλά, ή είσαι τίμιος και υποφέρεις.

...και παραστράτησε.

Το νέο "Ρόδα, τσάντα και κοπάνα"; Καήκαμε.

Έλα, παραδέξου το ότι με την πρώτη ματιά νόμιζες πως έλεγε ¨Θεριακλείδων". Θα ήταν ιδανικός δρόμος για να ανοίξει κανείς καπνοπωλείο.

Α, εντάξει, αργεί ακόμα το χάος. Μέχρι να βγουν οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι έχουμε χρόνο.

Λέγκω σ'αγαπώ και θα σε πάρω να ζήσουμε μαζί ευτυχισμένοι στην Legoland.

Εντάξει, παιδιά, κόψτε τις πορείες και τις διαμαρτυρίες. Μην ανησυχείτε για τίποτα. Το ΕΑΜ θα μας σώσει από το ΔΝΤ!

Η διαφήμιση του μέλλοντος: "Πρόσφερε κι εσύ σε έναν άπορο συνάνθρωπό σου. Δε δίνεις λεφτά, δίνεις δέκα λεπτά απ'τη ζωή σου".

Να και μια καλή ιδέα, επιτέλους. Αφήστε ήσυχα τα δάση, που είναι χρήσιμα, και κάψτε τις κάλπες, που έτσι κι αλλιώς πάντα τους ίδιους άχρηστους βγάζουν.

Και βέβαια, όταν γράφτηκε αυτό προφανώς δεν είχε καν έρθει το ΔΝΤ ακόμα. Τώρα να δεις πόλεμο.

Την "ετερότοπη γη του";;;;

Ε, αδικία! Εγώ που είμαι άνεργος ποιον θα πουλήσω, τη μάνα μου;

Εξαρτάται: Θέλεις να πετύχεις στη ζωή σου ή να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου;

Αυτά ήταν όλα, αγαπητό μου ημερολόγιο. Και τώρα θα σε καληνυχτίσω, αφήνοντάς σε με μία απορία: Αν ισχύει ότι «όποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει στην αγάπη», τότε ισχύει και ότι «όποιος δεν ξέρει να χάνει στα χαρτιά δεν ξέρει να κερδίζει στην αγάπη»;


Αγαπητό ημερολόγιο,

όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι (που βέβαια αν οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν με πόσο χυδαίο τρόπο καπηλευόμαστε τα κατορθώματά τους και αράζουμε πάνω στις δάφνες που αυτοί έστρωσαν, θα μας εξόντωναν από μόνοι τους, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία), «το δις εξαμαρτείν, ουκ ανδρός σοφού». Κοινώς, άμα επαναλάβεις το ίδιο λάθος για δεύτερη φορά, είσαι ηλίθιος. Αλλά εξίσου ηλίθιος, προσθέτω εγώ, είσαι και αν κάνεις το σωστό μία φορά, και μετά δεν το επαναλάβεις ποτέ ξανά. Και πάνω σε αυτήν τη λογική, χθες βρέθηκα και πάλι σε δράση των atenistas.

Αυτή τη φορά δεν θα σε κουράσω με αυτό το θέμα, θα είμαι πιο περιληπτικός. Χθες, λοιπόν, αυτό που κάναμε ήταν να γεμίσουμε με ρεσώ τη μία πλευρά της πλατείας Ομονοίας (αυτήν που κοιτάζει προς την Αθηνάς), ενώ παράλληλα οι μουσικοί έπαιζαν γνωστά τραγούδια (με μία ιδιαίτερη επιμονή στον Μπομπ Μάρλεϊ) και οι εκατοντάδες παρευρισκόμενοι σιγοτραγουδούσαν. Κάποια στιγμή, από την Αθηνάς ξεπρόβαλαν δεκάδες ποδήλατα, προκαλώντας έναν πανικό από χειροκροτήματα, σφυρίγματα και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να βρει κανείς που να κάνει θόρυβο. Κατόπιν, ξεκινήσαμε την πορεία μας.

Αυτή τη φορά, «οπλισμένοι» με κάθε είδους φασαριόζικα αντικείμενα (από σφυρίχτρες και καραμούζες μέχρι μαράκες και απροσδιόριστα κρουστά – εγώ προσωπικά είχα αγοράσει μία καραμούζα, από αυτές που φυσάμε στα παιδικά πάρτυ), ξεκινήσαμε από την Μαρίκας Κοτοπούλη, περάσαμε μπροστά από το αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας (οι αστυνομικοί μας κοίταζαν εμβρόντητοι), και συνεχίσαμε στη Βερανζέρου, τη Μενάνδρου, την Αγησιλάου και όλους αυτούς τους δρόμους που φοβάσαι να περάσεις μόνος σου ακόμα και το μεσημέρι. Από τα highlight της βραδιάς το πέρασμά μας από το Εθνικό Θέατρο, με τους ηθοποιούς να βγαίνουν στα παράθυρα και να μας χειροκροτούν, αλλά και η δεκάλεπτη περίπου στάση έξω από τα ιατρεία των «Γιατρών του Κόσμου», λίγο μετά την πλατεία Κουμουνδούρου – πραγματικό πανδαιμόνιο! Μετά ακολουθήσαμε την Ευριπίδου και βγήκαμε στη Σταδίου, όπου περάσαμε έξω από το πάρτυ που διοργάνωνε ο Καμίνης στην πλατεία Κλαυθμώνος, και τελικά καταλήξαμε στην πλατεία Συντάγματος, όπου και πάλι χαλάσαμε τον κόσμο με το που εμφανίστηκε στο οπτικό μας πεδίο το περίπτερο του Νικήτα Κακλαμάνη – τυχαίο; Μπα.

Από εκεί και μετά δεν ξέρω τι έγινε, γιατί πήρα τρέχοντας το μετρό για να προλάβω να γυρίσω σπίτι – ήταν ήδη περασμένες 12. Έμαθα ότι αρκετοί γύρισαν στην πλατεία Κλαυθμώνος και ενσωματώθηκαν στο πάρτυ του Καμίνη, ενώ σίγουρα πολλοί επέστρεψαν στην Ομόνοια για να μαζέψουν τα κεριά. Πάντως, δεν θα ξεχάσω ποτέ τα χαρούμενα πρόσωπα που βλέπαμε στα μπαλκόνια των δρόμων που περνούσαμε, καμιά φορά και 20 μαζεμένων ατόμων, που μας χαιρετούσαν και μας ευχαριστούσαν για την «ενόχληση». Όπως, βέβαια, δεν θα ξεχάσω και τους ανθρώπους που δίπλα σχεδόν στα κεριά που είχαμε στήσει στην Ομόνοια είχαν βάλει πρόχειρα στρώματα και κοιμόντουσαν εκεί, απροστάτευτοι από τη βροχή που έπεφτε πάνω τους – ελπίζω ότι κάποια μέρα οι atenistas θα μπορέσουν να κάνουν κάτι και γι’αυτούς.

Για άλλη μία φορά, περάσαμε τέλεια, αν και μάλλον όλοι γυρίσαμε στα σπίτια μας βρεγμένοι και με ένα απροσδιόριστο βουητό στα αυτιά μας. Ναι, κάναμε θόρυβο. Και ξέρεις κάτι; Μπορεί σε όλους αυτούς τους ανθρώπους να μη μοιράσαμε λεφτά, ουτε σουβλάκια, αλλά τους μοιράσαμε, έστω και για λίγο, χαρά. Και είναι, για την ώρα τουλάχιστον, το μόνο πράγμα που μπορούμε πραγματικά να τους προσφέρουμε, ένα κομμάτι από τον δικό μας ενθουσιασμό. Εξάλλου, λίγο χαμόγελο παραπάνω δεν κόστισε ποτέ τίποτα σε κανέναν.

(πάντως, μεταξύ μας, αν εγώ ήμουν ναρκομανής της περιοχής και έβλεπα να περνάνε μπροστά από τα μάτια μου εκατοντάδες άνθρωποι με σφυρίχτρες, καραμούζες και μαράκες, θα νόμιζα ότι με έχουν αποτρελάνει οι ουσίες και θα έτρεχα να γραφτώ σε πρόγραμμα απεξάρτησης)

Και ίσως λόγω κεκτημένης ταχύτητας από χθες, η σημερινή μέρα ήταν για μένα μία από τις πιο δραστήριες των τελευταίων μηνών. Περπάτησα για μιάμιση ώρα δίπλα στη θάλασσα, δεν είδα καθόλου τηλεόραση, διάβασα μισό βιβλίο (την «Φάρμα των Ζώων» του Όργουελ – τόσο μικρό βιβλίο, τόσο μεγάλοι συμβολισμοί) και είδα δύο ταινίες: Το «Scott Pilgrim vs. The World» (που δικαίως αυτοχαρακτηρίζεται ως «έπος επικής επικότητας» και το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε οποιονδήποτε έχει παίξει έστω και μία φορά στη ζωή του videogame), και το «How to Train Your Dragon» (που είναι καλούτσικο, με πολύ εντυπωσιακά γραφικά, όμως δε φτάνει με τίποτα τις ανατριχίλες που σου προκαλούν τα έργα της Pixar – η Dreamworks είναι πολύ πίσω σε αυτόν τον τομέα). Μη με ρωτήσεις πώς κολλάνε ο Όργουελ και τα κινούμενα σχέδια – άνθρωπος που δεν είναι αντιφατικός, δεν είναι άνθρωπος.

Με άλλα λόγια, οι τελευταίες δύο μέρες ήταν μέρες διασκέδασης. Δεν είναι πραγματικά αστείο το ότι νιώθω την ανάγκη να παρατήσω αυτήν τη διασκέδαση μόνο και μόνο για να βρω μία δουλειά και να περάσω στην καταπίεση και τη ρουτίνα της καθημερινής εργασίας; Όχι, δεν είναι αστείο. Είναι τραγικό. Είναι τραγικά τραγικό. Ή, για να το θέσω όπως οι δημιουργοί του «Scott Pilgrim», είναι μία τραγωδία τραγικής τραγικότητας. Αλλά η αναζήτηση συνεχίζεται, και (τι στο διάολο) κάποτε θα αποφέρει καρπούς.

Και τώρα, αγαπητό μου ημερολόγιο, πέφτω για ύπνο. Όταν ξυπνήσω, θα είναι πια Κυριακή και θα διεξάγονται εκλογές. Κάνω μία ευχή, να μην εκλέξει ξανά ο κόσμος τον Κακλαμάνη, μπας και γλιτώσει η πόλη μου. Άμα περνάει κανένα αδέσποτο πεφταστέρι από ‘δω πάνω τέτοια ώρα, μακάρι να με ακούσει και να βάλει το χέρι του – γιατί όποτε χρειάστηκε να το βάλουν οι άνθρωποι το χέρι τους, το μόνο που κατάφεραν ήταν να βγάλουν τα μάτια τους.

Καληνύχτα και να θυμάσαι: Σε αυτές τις εκλογές δεν πρέπει να εκλέξουμε τα ίδια γουρούνια που μας έχουν απογοητεύσει τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή, «το μη χοίρων βέλτιστον».


(Πλάκα. Η Στρουμφίτα αγρίεψε και δε χαρίζει κάστανα.)

(Πανεπιστημίου, κοντά στην Ομόνοια. Ένα τόσο εντυπωσιακό επίτευγμα αξίζει να το βροντοφωνάξεις. Όσοι πήγαμε φαντάροι το ξέρουμε καλά.)

(Αιόλου. Μπορεί ένας μετρητής της ΔΕΗ να γίνει έργο τέχνης; Ναι, μπορεί.)

(Αιόλου; Ευαγγελιστρίας; Θα επιστρέψω και θα θυμηθώ. Πάντως, το σύνθημα το στηρίζω. Δε θα γίνω ποτέ αφεντικό κανενός.)

(Καραγιώργη Σερβίας, στο Σύνταγμα. Φραντς Κάφκα στην Αθήνα; Τώρα νιώθω περήφανος.)


Σας αφήνουν στην Πλατεία Μαβίλη στις 6 το απόγευμα και έχετε στη διάθεσή σας μόνο τρεις ώρες και ένα ευρώ. Τι κάνετε;

α. Κάθομαι στο συντριβάνι της πλατείας και περιμένω μαρτυρικά να περάσουν οι 3 ώρες, τρώγοντας τη σοκολάτα που αγόρασα με το ευρώ.

β. Παίρνω κανά φίλο να μιλήσουμε στο κινητό, κάνω καμιά βόλτα μέχρι το Μέγαρο, παίζω και λίγο φιδάκι στο κινητό και περνάει η ώρα.

γ. Αγοράζω ένα νερό και ξεκινάω για περπάτημα σε Ιλίσια-Γουδί-Ζωγράφου-Παγκράτι-Καισαριανή. Και μου περισσεύουν και 50 λεπτά.

(μαντέψτε τι από αυτά έκανα σήμερα…)

20052009146

(…του Χόλιγουντ;)

20052009147

(ναι, ρε παιδί μου, τι είναι αυτό το πράγμα…Μάλλον ο Άδωνις, το αρρενωπό αγόρι του ΛΑΟΣ θα φταίει…)

20052009148

(…επειδή είναι γυναίκες; Μήπως;)

20052009149

(κι εγώ μια Ferrari θέλω, αλλά πούν’τη;)

20052009150

(ναι, από τον Ευαγγελάτο περίμενα να μου διαμορφώσει τη συνείδηση…)

20052009151

(ΘΑ γίνουν; Μήπως είναι ήδη; Και οι μπάτσοι σε κάθε γωνία τι κάνουν; Περιμένουν αυτήν τη μέρα;)

20052009152

(αυτό δεν ξέρω αλβανικά για να το μεταφράσω, αλλά κομπλιμέντο δεν πρέπει να είναι…)

20052009153

(Πότε θα κάμει μετανάσταση;)

20052009154

(γι’αυτό μυρίζει τόσο εδώ μέσα;)

20052009155

(και τότε πως και δεν έχω πετύχει ποτέ τον Κιάνου Ριβς ή τη Μόνικα Μπελούτσι;)

20052009156

(Φυσικά, όσο υπάρχει και μετά.)

20052009158

(αυτό θα πει κοσμοθεωρία!)

20052009159

(παλιό, αλλά καλό)

20052009160

(το σύνθημα που ενώνει αναρχικούς και φασίστες, αριστερούς και δεξιούς, Ολυμπιακούς και Παναθηναϊκούς!)

20052009161

(το πιστεύετε ότι αυτό το σύνθημα δεν το είχα ξαναβγάλει;)

20052009163

(και η παρουσίαση κλείνει με ό,τι πιο επίκαιρο μπορούσα να φωτογραφίσω!)

Υ.Γ.: Φυσικά, αυτές οι φωτογραφίες θα προστεθούν στο «The Walls Have Eyes» αύριο, λόγω έλλειψης χρόνου…


Αηδία. Αυτή ήταν η πρώτη λέξη που μου ήρθε στο μυαλό. Και το πρώτο συναίσθημα. Και μετά ένα αίσθημα προδοσίας, σαν να κατέρρεε μπροστά μου κάτι αγαπημένο. Όλες οι σκέψεις μου περιστρέφονταν γύρω από τη φράση «πόσο μαλάκας ήμουν;».

Όχι, δε χώρισα αγιοβαλεντινιάτικα.

Να σας πω πότε έγιναν όλα αυτά; Όταν έφτασα στη σελίδα 89 της τελευταίας Lifo. Για να μην αναγκάζεστε να ανατρέξετε εκεί, να σας πω εγώ τι υπάρχει σε αυτήν: Μία τετρασέλιδη καταχώρηση του Δήμου Αθηναίων. Εντάξει, θα μου πείτε, πρώτη φορά είναι ή τελευταία που ένα free press έντυπο δέχεται να φιλοξενήσει μια τέτοια καταχώρηση για να πάρει δυο φράγκα παραπάνω; Πράγματι, ούτε πρώτη είναι, ούτε τελευταία, και το κατανοώ αυτό – από πού θα βγάλει, δηλαδή, λεφτά αλλιώς; Προσοχή, όμως:

«Ένα τεύχος αφιερωμένο στο πράσινο»,είναι ο τίτλος του τετρασέλιδου. Ένα τεύχος αφιερωμένο στο πράσινο από τον μέγιστο πρασινοκτόνο της Αττικής; Τον Δήμαρχό της; Πλάκα μας κάνετε; Πάμε παρακάτω.

Το τραγικό αυτό τετρασέλιδο προσπαθεί να μας πείσει ότι όλοι αυτοί που εναντιώθηκαν στην ισοπέδωση του πάρκου στη γωνία της Πατησίων με την Κύπρου ήταν «μειονοτικές ομάδες που αντιδρούν σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία και σχέδιο μπορούν να επιτρέψουν στους Αθηναίους να επανασυμφιλιωθούν με την πόλη τους». Μπα, σοβαρά; Δηλαδή η ισοπέδωση του πάρκου εντάσσεται σε ένα γενικότερο σχέδιο καταστροφής κάθε πράσινου χώρου στην Αθήνα, ώστε να επανασυμφιλιωθούν οι Αθηναίοι με το γκρίζο αχούρι που είναι η υπόλοιπη Αθήνα. Λογικό.

Ακολουθεί μια απελπισμένη προσπάθεια να πειστεί ο αναγνώστης (αν αντέξει, δηλαδή, και διαβάσει τόσες αρλούμπες μαζεμένες) ότι ο Δήμος Αθηναίων ενδιαφέρεται για το πράσινο περισσότερο από όλες αυτές τις «μειονοτικές ομάδες» που διαμαρτύρονται, με ψυχρούς αριθμούς που μας ενημερώνουν πως θα τοποθετηθούν 157 δέντρα και 121 θάμνοι (ναι, σε καμιά 60αριά χρόνια, με λίγη τύχη, θα έχουν φυτρώσει κιόλας), αλλά και για τις μέχρι τώρα «πράσινες» επεμβάσεις του Δήμου τα τελευταία χρόνια στην πόλη, που περιορίζονται σε 2-3 ζαρντινιέρες σε κάθε πλατεία. Αλλά τα λέει τόσο εντυπωσιακά αυτή η φυλλάδα…Λες και μεταφύτευσαν όλο τον Αμαζόνιο στην Ομόνοια!

Δεν θέλω να σχολιάσω άλλα σημεία του τετρασέλιδου, γιατί θα γίνω κουραστικός. Ίσως έχω ήδη γίνει. Αλλά έχω μία τελευταία απορία:

Γιατί η Lifo είναι το μόνο free press έντυπο αυτή τη βδομάδα που δημοσιεύει αυτό το τετρασέλιδο; Γιατί η Athens Voice και η FAQ, αν και στο παρελθόν έχουν φιλοξενήσει παρόμοια τετρασέλιδα, αυτή τη βδομάδα δεν το κάνουν;

Και πόσα είναι, τέλος πάντων, τα γαμημένα τα λεφτά για να εξαγοράσεις μια συνείδηση;


Όσο υπάρχει χρόνος για βόλτες, θα υπάρχει και διάθεση. Δεν είμαι σίγουρος αν θέλω να υπάρχει τόσος χρόνος ή αν προτιμώ να βρω μια δουλειά και να μου κοπεί και ο χρόνος και η διάθεση, αλλά να βγάζω και τα δικά μου λεφτά, επιτέλους. Αλλά μια και υπάρχει ακόμα, ας το εκμεταλλευτούμε.

Η δεύτερη βόλτα ξεκινάει από την Πλατεία Μαβίλη. Ιδανικό σημείο εκκίνησης: Κεντρικό, με πολλές πιθανές κατευθύνσεις και με όλα τα free press έντυπα στα stand τους – η Αθήνα είναι υπέροχη την Πέμπτη.

Αυτή τη φορά δεν πήγα προς Παγκράτι, αλλά προς Αμπελοκήπους. Γνωστό μονοπάτι, αλλά αυτή τη φορά αλλάζω διαδρομή: Δεν πηγαίνω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, αλλά από την άλλη μεριά, στρίβω στην Τσόχα και φτάνω στη Γούβα. Εκεί, σε ενα γυμνάσιο βγάζω και την πρώτη φωτογραφία:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1137

Νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα να ονομαστεί έτσι κάποιος δρόμος. Εμένα, πάντως, θα μου άρεσε.

Προσπερνώντας τα οπαδικά γκραφίτι των οπαδών του Παναθηναϊκού, που υπάρχουν σχεδόν σε κάθε τοίχο της περιοχής, φτάνω στην αφετηρία του 022, «Ν.Κυψέλη – Μαράσλειος». Πηγαίνω από την πίσω πλευρά του σχολείου, μήπως και βρω κάτι να φωτογραφίσω, αλλά τζίφος. Συνήθως στα σχολεία είναι τόσο εύκολο να βρεις κάτι να φωτογραφίσεις, που νιώθω σαν να κλέβω εκκλησία όταν το κάνω. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, έτσι όπως έχουν καταντήσει οι εκκλησίες, θα’πρεπε όλοι να τις κλέβουμε. Αλλά τέλος πάντων.

Περνάω στον περιφερειακό του Λυκαβηττού, την οδό Μελίνας Μερκούρη («πρώην Αθηναίων Εφήβων», με ενημερώνουν οι πινακίδες). Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι υπάρχει τόσο πράσινο μαζεμένο στην καρδιά της Αθήνας πέρα από το Ζάππειο. Κι όμως, υπάρχει. Και είναι πανέμορφο.

Σε μια μικρή παιδική χαρά στ’αριστερά μου βλέπω έναν ηλικιωμένο άνδρα να πλένει τα δόντια του σε μια βρύση. Μου φαίνεται παράξενο, γιατί δεν είναι άστεγος, αλλά ένας καλοστεκούμενος ηλικιωμένος. Τον κοιτάω από μακριά με ένα βλέμμα όλο περιέργεια. Μάλλον με αντιλαμβάνεται και αποφεύγει την οπτική επαφή. Ακόμα αναρωτιέμαι τι έκανε εκεί.

Κατεβαίνω ένα σκαλοπάτι παρακάτω, στη Δεινοκράτους, και καταλαβαίνω ότι πλησιάζω στο Κολωνάκι. Τα tags των γκραφιτάδων μειώνονται δραματικά (δεν τα φωτογραφίζω ποτέ, γιατί δε μου αρέσουν – τι νόημα έχει να βάζεις την υπογραφή σου σε έναν τοίχο χωρίς να γράψεις κάτι σε αυτόν;), και η κίνηση των αυτοκινήτων αυξάνεται.

Αποφεύγω το σκληρό πυρήνα του Κολωνακίου – τι να κάνω εγώ εκεί πέρα; Να φωτογραφίζω τη ματαιοδοξία τους; Δεν θέλω. Φτάνω στο Σινέ Δεξαμενή, στην πλατεία της Δεξαμενής του Αδριανού. Ο κόσμος εκεί είναι φυσιολογικός, απλοί άνθρωποι κάθονται και πίνουν τον καφέ τους, χωρίς να κοιτάνε δεξιά κι αριστερά για να βρουν κάποιον διάσημο. Κι άσε τους άλλους να ψάχνονται.

Από την οδό Λυκαβηττού περνάω στην Αναγνωστοπούλου, τελευταίο κολωνακιώτικο προπύργιο πριν περάσεις τα σύνορα του Βασιλείου των Εξαρχείων. Εκεί βλέπω και τα τελευταία πολυτελή αυτοκίνητα, παίρνω μια τελευταία δόση γκλαμουρίλας πριν στρίψω στη Δημάκη και τελικά στη Δαφνομήλη, όπου αρχίζουν τα ημιυπόγεια, τα συνθήματα και όλη αυτή η γνωστή περιοχή που όλοι ξέρουμε και μερικοί αγαπάμε. Τα Εξάρχεια.

Ήδη, από τη Δαφνομήλη φεύγω με δύο φωτογραφίες:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb11381

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1139

Οι κάθετοι δρόμοι μου είναι όλοι τους γνωστοί, περισσότερο εξ ακοής, από τον καιρό που έμενα στα Εξάρχεια. Ασκληπιού, Τσιμισκή, Καλλιδρομίου…Αναρωτιέμαι αν θα ήμουν διαφορετικός άνθρωπος σήμερα, αν η οικογένειά μου δεν είχε αποφασίσει να μετακομίσουμε πριν 15 χρόνια. Και νμίζω πως θα ήμουν διαφορετικός – ίσως όχι καλύτερος ή χειρότερος, αλλά διαφορετικός.

Στρίβω στη Λασκάρεως και περνάω έξω από το σπίτι που έζησε και πέθανε η γιαγιά μου, την οποία ταλαιπώρησα όσο μπορούσα με την παρουσία μου στα 5 και κάτι χρόνια που την πρόλαβα. Και την στράγγιξα οικονομικά.

Στη Μαυρομιχάλη με πιάνει η καρδιά μου. Το θρυλικό σινεμά Αλφαβίλ έχει γίνει σούπερ μάρκετ. Δεν το ήξερα. Στενοχωρήθηκα. Όχι τόσο για μένα, που δεν πρόλαβα ποτέ να δω εκεί καμιά ταινία, αλλά για τη φουκαριάρα τη μάνα μου και τον πατέρα μου, που φάγανε τα νιάτα τους εκεί μέσα και στο Εκράν – που ευτυχώς υπάρχει ακόμα. Το είδα με τα μάτια μου στη Ζωοδόχου Πηγής, κοντά στο πρώτο μου σπίτι.

Κατεβαίνω τη Βατατζή και κοιτάζω, όπως πάντα, τους τοίχους. Βλέπω αυτό:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1140

Δεν είναι ότι συμφωνώ, αλλά αισθητικά μου έκανε «κλικ». Και λίγο πιο κάτω, στην Κομνηνών, κάτι άλλο μου τράβηξε την προσοχή:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1143

Και απέναντι από το παλιό μου σπίτι στη Ζωοδόχου Πηγής, είδα αυτό:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb11411

Μόνο τα Εξάρχεια θυμούνται τον Αλέξη, άραγε;

Λίγο πιο κάτω, στρίβοντας για Χαριλάου Τρικούπη, στάση για μια ακόμα φωτογραφία, τελευταία για σήμερα:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1142

Κατηφορίζω προς την Πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας. Το «παρκάκι», όπως μου το έλεγαν όταν ήμουν ακόμα 5 χρονών και με πήγαιναν εκεί για να παίζω. Σήμερα δε βλέπω κανένα παιδάκι να παίζει. Μόνο κάτι γέρους που παίζουν τάβλι ή κάτι παρόμοιο και μια παρέα μαύρων σε ένα παγκάκι. Μου αρέσει που κυκλοφορούν πολλοί μαύροι στην περιοχή. Θυμάμαι ότι όταν έμενα εγώ εκεί δεν υπήρχαν μαύροι. Θυμάμαι ότι είχα παραξενευτεί όταν είχα δει για πρώτη φορά έναν μαύρο έξω από το σπίτι μου τότε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή νόμιζα ότι μαύροι υπήρχαν μόνο στην Αμερική και στις ταινίες που έδειχνε καμιά φορά η τηλεόραση. Σήμερα αυτό δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, και αυτό θα έπρεπε να μας χαροποιεί.

«Πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας»…Παράξενο όνομα. Αλλά όχι και τόσο παράξενο, αν σκεφτείς ότι έχουμε και Πλατεία Αμερικής, Πλατεία Αιγύπτου…Θα δούμε, άραγε, ποτέ μια Πλατεία Παλεστίνης; Μακάρι.

Περνάω απέναντι, στου Γκύζη. Έχει αρχίσει να νυχτώνει. Ίδιο σκηνικό. Παλιές πολυκατοικίες, πολύ γκρίζο, καθόλου χρώμα. Αλλά και μια γοητεία που καμιά φορά νομίζω πως μόνο εγώ βλέπω.

Βγαίνω στην Αλεξάνδρας. Δεν έχει αλλάξει καθόλου. Η Λεωφόρος είναι ακόμα εκεί. Τα προσφυγικά είναι ακόμα εκεί – ευτυχώς. Η ΓΑΔΑ είναι ακόμα εκεί – δυστυχώς. Ο χρόνος αλλοιώνει τους μικρούς δρόμους, τους μεγάλους τους σέβεται. Ή τους λυπάται, αν προτιμάτε.

Ο κύκλος ολοκληρώνεται μέσω Βασιλίσσης Σοφίας. Μέσα στον χαμό και τη φασαρία, να νιώσω ξανά ότι είμαι σε μία μεγαλούπολη που σφύζει από ζωή – η φασαρία είναι ζωή, η σιωπή είναι θάνατος. Ή τουλάχιστον αυτό πιστεύω εγώ, ένας αυθεντικός Αθηναίος. Δε νομίζω ότι πολλοί το πιστεύουν αυτό.

Φτάνω ξανά στην Πλατεία Μαβίλη. Ούτε δύο ώρες δεν κράτησε η βόλτα. Λιγότερο κι από την τελευταία ταινία του Φίντσερ, που οπωσδήποτε θα δω αυτές τις μέρες. Μου κόστισε μόνο δύο κουρασμένα πόδια, τίποτα άλλο. Τζάμπα πράμα.

Και οι βόλτες συνεχίζονται…


Βόλτα στην Αθήνα, επιτέλους, μετά από 11 μήνες θητείας. Σαν ελεύθερος πολίτης. Αν και, με δυο-τρεις μπάτσους σε κάθε γωνία, αυτό το «ελεύθερος πολίτης» μπαίνει σε αμφισβήτηση. Η επιστράτευση τόσων πολλών μπάτσων, και μάλιστα όχι μόνο στα Εξάρχεια, αλλά και σε ολόκληρο το κέντρο, δύο πράγματα μπορεί να σημαίνει: 1. Ότι κάποιος εκεί πάνω (στο υπουργείο, εννοώ) είναι τόσο ηλίθιος ώστε να πιστεύει ότι ο κόσμος θα νιώθει πιο ασφαλής βλέποντας παντού γύρω του αστυνομικούς με όπλα έτοιμα για όλα, ή 2. ότι κάποιος εκεί πάνω είναι τόσο έξυπνος, ώστε κατάλαβε ότι τον συμφέρει πολύ περισσότερο ο κόσμος να φοβάται παρά να είναι ελεύθερος, και γι’αυτό αύξησε την αστυνομική δύναμη. Τείνω προς τη δεύτερη εκδοχή.

Ο δρόμος με έβγαλε στο Μετς, προς το Παγκράτι. Καταλαβαίνεις ότι είσαι στο Παγκράτι όταν όλοι οι δρόμοι γύρω σου έχουν αρχαία ονόματα που δεν έχεις ακούσει ποτέ στη ζωή σου. Ζηνοδότου, Αντισθένους, Φορμίωνος…Κάπου εκεί έβγαλα και την πρώτη μου φωτογραφία για το 2009:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1132

Ε, τον παντρεύεσαι ή δεν τον παντρεύεσαι μετά απ’ αυτό;

Λίγο πιο κάτω, σε έναν άλλο δρόμο με περίεργο όνομα είδα αυτό:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1133

Δεν ξέρω γιατί ακριβώς έβγαλα αυτή τη φωτογραφία. Αυτό το κουκλάκι μου έκανε «κλικ». Θα μπορούσα να γράψω πάνω από χίλιες λέξεις γι’αυτό. Αλλά δεν ξέρω γιατί.

Και στρίβοντας σε ένα στενό λίγο πιο κάτω, είδα κι αυτό:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1134

Πολύ φιλοσοφημένο, ε;

Μετά πέρασα πίσω από το Καλλιμάρμαρο, βγήκα μέσω Ζαππείου στη Βουλή, όπου ήταν παρκαρισμένα δεκάδες αστυνομικά οχήματα λόγω διαδήλωσης, και κατηφόρισα την Ερμού. Μου είχε λείψει ακόμα και αυτή η ματαιότητα των καταναλωτών που πλημμυρίζουν την Ερμού για να ξοδέψουν το μισθό τους. Και μου είχε λείψει και η σχολή μου, στην Καπνικαρέα. Περνώντας από εκεί, δεν μπορούσα να μη βγάλω αυτές τις δύο φωτογραφίες:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1135

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1136

(η δεύτερη βγήκε λίγο κουνημένη – θα επιστρέψω στον τόπο του εγκλήματος για να επανορθώσω)

Και η βόλτα ολοκληρώθηκε στην ανανεωμένη πλατεία του Μοναστηρακίου, που το είχα καημό να τη δω. Όμορφη είναι, την είχα συνηθίσει ένα ατέλειωτο εργοτάξιο.

Και οι βόλτες θα συνεχίζονται, τώρα που υπάρχει χρόνος και διάθεση…


Κατά τα φαινόμενα θα ζήσω, τελικά. Το ξέρω ότι λυπηθήκατε, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Θα με υποστείτε για λίγο καιρό ακόμα, δηλαδή μέχρι να μου επιτεθεί ξανά σκύλος, λύκος, λιοντάρι, τίγρης, δηλητηριώδης μπαμπουίνος, ραδιενεργό κουνούπι ή αφηνιασμένη BMW. Με την ατυχία που με δέρνει, οι bookmakers έχουν σταματήσει να δέχονται στοιχήματα για τον θάνατό μου, και δεν τους αδικώ.
Τουλάχιστον, δεν πήγαν όλα στραβά χτες. Πριν την επίθεση του κτήνους πρόλαβα να βγάλω αρκετές φωτογραφίες, οι οποίες προστίθενται στη συλλογή μου. Και με αυτές θα γεμίσω αυτό το post – σήμερα τη γλιτώσατε, δεν έχει σεντόνι. Τι σεντόνι, ούτε μαξιλαροθήκη. Και χωρίς σχόλια στις φωτογραφίες – αυτά τα αφήνω σε εσάς σήμερα. Απολαύστε ανεύθυνα.

086.jpg

087.jpg

092.jpg

094.jpg

095.jpg

093.jpg


athina.jpg

Το post που ακολουθεί είναι η συμβολή μου στο γνωστό πια blogοπαίχνιδο με τις πέντε λέξεις. Ευχαριστώ τον anisixo για την πρόσκληση και ελπίζω να τον δικαίωσα για την επιλογή του…Οι 5 λέξεις που όρισε είναι γραμμένες με bold.

Ξυπνάω μετά από βαθύ ύπνο. Είμαι ακόμα ζαλισμένος, δεν έχω καλή επαφή με το περιβάλλον μου. Κανείς γύρω μου. Μόνο οι λευκοί τοίχοι που θυμίζουν νεκροτομείο και μια αποκρουστική μυρωδιά, σαν αυτή που έχουν τα νοσοκομεία.
Σηκώνομαι με δυσκολία στα δυο μου πόδια. Περπατάω μέχρι το διάδρομο. Σταματάω για λίγο, κατάκοπος. Τελικά, φτάνω σε ένα γραφείο. Αυτή που κάθεται εκεί κάνει λες και βλέπει φάντασμα. Φωνάζει αμέσως έναν γιατρό.
Πράγματι, δεν είχε άδικο που με κοίταζε σαν φάντασμα. Ήταν λες και είχα αναστηθεί, όπως μου είπε ο γιατρός. Σχεδόν 22 χρόνια σε κώμα, μετά από τροχαίο ατύχημα. Δεν το θυμάμαι. Για την ακρίβεια, δεν θυμάμαι τίποτα για τη ζωή μου. Ούτε πως με λένε, ούτε πού μένω…τίποτα. Είμαι ένας άγνωστος, καταδικασμένος να ζήσει χωρίς παρελθόν, χωρίς παρόν, χωρίς μέλλον. Αναρωτιέμαι γιατί ο Θεός με άφησε να ζήσω. Ή μήπως δεν πιστεύω στον Θεό; Δε θυμάμαι…
Πήρα εξιτήριο και βγήκα στον δρόμο. Μπροστά μου ανοίγεται μια πόλη, μια μεγάλη, άγνωστη πόλη. Νιώθω ότι χάνομαι. Μόνη μου πυξίδα, μία ταυτότητα. Γράφει πάνω το όνομά μου, το επίθετό μου, έχει και μια φωτογραφία μου. Δε μου λέει και πολλά. Αλήθεια, πώς να μοιάζω τώρα, 22 χρόνια μετά;
Κοιτάζομαι σε μία βιτρίνα. Μετά κοιτάζω την ταυτότητα. Βλέπω το ίδιο πρόσωπο. Πώς γίνεται να μην έχει περάσει ούτε μέρα από πάνω μου;
Σιγά σιγά, αρχίζω να θυμάμαι κάποια πράγματα. Περπατάω χωρίς προορισμό. Δεν ξέρω πού είναι το σπίτι μου, δεν ξέρω τίποτα. Αλλά κάτι αρχίζω να θυμάμαι.
Ο δρόμος με βγάζει μπροστά σε ένα τεράστιο, κιτρινισμένο μαρμάρινο κτίριο. Στέκεται στην κορυφή ενός λόφου και μου φαίνεται πολύ άσχημο, πολύ παλιό. Γιατί να το κρατάνε, άραγε, τόσο άσχημο πράγμα; Δίπλα στους ψηλούς ουρανοξύστες φαίνεται τόσο αταίριαστο.
Προσπαθώ να θυμηθώ. Έχω την αμυδρή εντύπωση ότι το 2007 δεν υπήρχαν πολλοί ουρανοξύστες στην Αθήνα. Αλλά τώρα είναι τόσοι πολλοί…Αποκλείεται, κάποιο λάθος θα κάνω.
Λίγο πιο κάτω, συναντώ ένα μαγαζί. «Καφετέρια«, λέει. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είναι μια «καφετέρια«, αλλά κάθομαι. Διαβάζω τον κατάλογο. «Καφέδες», «Σοκολάτες», «Αναψυκτικά», δεν ξέρω τι είναι όλα αυτά. Δεν θυμάμαι αν μου αρέσουν ή όχι. Παίρνω ένα «μιλκ σέικ», γιατί μου αρέσει πιο πολύ το όνομά του. Το πίνω μονορούφι και με πιάνει πονοκέφαλος. Λίγο αργότερα, έρχεται ο σερβιτόρος και ζητάει να πληρωθεί. Συνειδητοποιώ ότι δεν ξέρω αν έχω λεφτά. Ψάχνω στα παλιά ρούχα που μου δώσανε στο νοσοκομείο και βρίσκω μερικά παράξενα νομίσματα, άλλα χρυσά, άλλα δίχρωμα. Του τα δίνω όλα. Με κοιτάει με έκπληκτο βλέμμα. Μου εξηγεί ότι αυτά τα νομίσματα έχουν αποσυρθεί εδώ και 10 χρόνια. Τα κρατάει, όμως, γιατί έχουν μεγάλη συλλεκτική αξία.
Φεύγω από την καφετέρια. Κατευθύνομαι προς έναν πολυτελή υπόγειο χώρο, με πολλά φώτα και κόσμο να μπαινοβγαίνει. Μια νεαρή κοπέλα βάζει μπροστά μου το χέρι της. «Θέλετε μια εφημερίδα; Είναι δωρεάν», μου λέει χαμογελώντας. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είναι μια «εφημερίδα«, αλλά την παίρνω χωρίς να πω τίποτα.
Κατεβαίνω ακόμα πιο κάτω. Εκεί που στέκομαι τώρα είναι πολλοί άνθρωποι και περιμένουν. Τι περιμένουν; Μετά από λίγο, φτάνει ένα τεράστιο μηχανικό σκουλήκι με μεγάλα, φωτεινά μάτια. Ολοι μπαίνουν μέσα του, αλλά εγώ φοβάμαι. Τελικά, μπαίνω κι εγώ.
Παραδόξως, νιώθω πολύ άνετα. Φαίνεται πως πριν 22 χρόνια μου άρεσε αυτό το σκουλήκι. Κάθομαι σε μια ελεύθερη θέση. Ανοίγω την εφημερίδα και αρχίζω να διαβάζω. Νιώθω ότι κάπου τα έχω ξαναδεί όλα αυτά. «Πόλεμος στην Υεμένη», «Μειώνονται τα αποθέματα πετρελαίου», «Λειψυδρία στην Αφρική», «Σεισμός 7,4R στην Ουρουγουάη». Φαίνεται πως ο κόσμος δεν έχει αλλάξει και πολύ από τότε.
«Τερματικός σταθμός. Παρακαλούνται οι επιβάτες να αποβιβαστούν», προστάζει μια φωνή από το πουθενά. Υπακούω. Το κάνω τόσο φυσικά, που συμπεραίνω ότι το έχω κάνει πολλές φορές στο μακρινό μου παρελθόν. Σαν να αρχίζω να θυμάμαι κάποια πράγματα.
Βγαίνω στην επιφάνεια. Έχει πια νυχτώσει. Τόσα χρόνια στο σκοτάδι, κι όμως μου φάνηκε πολύ όμορφη η νύχτα. Το φεγγάρι, τα αστέρια, αυτό το παράξενο χρώμα του ουρανού…Ξαφνικά, νιώθω πως κάποιος με σκουντάει. Κοιτάζω δίπλα μου, κανείς. Ξανά, κάποιος με σπρώχνει. Μετά μου μιλάει. «Εεεεεε, σύνελθε!», μου λέει μια γυναικεία φωνή. Δεν βλέπω κανέναν γύρω μου, έχουν όλοι εξαφανιστεί. Ξαφνικά, ο ουρανός αλλάζει χρώμα, γίνεται άσπρος, όλα γύρω γίνονται άσπρα. Ανοίγω τα μάτια και την βλέπω δίπλα μου. «Άντε, ξύπνα, θα αργήσουμε», μου λέει.
Κοιτάζω γύρω μου. Όλα άσπρα, σαν νεκροτομείο. «Πού είμαι;», την ρωτάω. Με κοιτάει ειρωνικά. «Τι πού είσαι, βρε υπναρά; Στο δωμάτιό σου είσαι! Καλά, τι όνειρο έβλεπες;», λέει γελώντας.
Όνειρο; Παράξενο…Ήταν πολύ αληθινό για να είναι όνειρο. Αλλά δεν μπορώ να πάω κόντρα σε μία γυναίκα, ξέρω ότι θα το μετανιώσω. «Και πού έχουμε να πάμε;», τη ρωτάω. «Καλά, δεν είπαμε ότι θα πάμε με τα παιδιά σε μια καφετέρια κάτω από την Ακρόπολη για ποτό; Ξέρεις, αυτή που κάνει το αγαπημένο σου μιλκ σέικ!», μου απαντά απορημένη. «Μα καλά, τι έπαθες;».
Δεν ξέρω τι να απαντήσω. Δεν ξέρω πια τι είναι αλήθεια και τι ψέματα, τι είναι πραγματικότητα και τι είναι όνειρο. Αλλά ξέρω πως όλα αυτά για μένα είναι συνδεδεμένα με την πόλη μου. Την Αθήνα, που αγάπησα τρελά και, σαν καψούρης έφηβος, θα λατρεύω για πάντα. Κι ας ξέρω ότι ο έρωτας είναι μονόπλευρος, κι ας με πονάει που αυτή θα με «γειώνει» συνέχεια. Αυτός ο έρωτας κρατάει για πάντα…

Υ.Γ.: Δεν μπορώ να δώσω σε κανέναν τη σκυτάλη, γιατί οι περισσότεροι το έχουν ήδη κάνει το παιχνίδι. Αν κάποιος/α επιθυμεί να πάρει τη σκυτάλη, ας μου το πει εδώ και θα ορίσω τις 5 λέξεις μου. Αλλά σας προειδοποιώ, δεν θα είναι εύκολες!!!