Έχοντας πλήρη επίγνωση του πόσο βαρετές είναι οι ιστορίες από τον Στρατό και γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η πλειοψηφία των αναγνωστών σταμάτησαν ήδη την ανάγνωση αυτού του κειμένου μόλις είδαν την τρισκατάρατη φράση «ιστορίες από τον Στρατό», παίρνω το ρίσκο να κάνω μια σύντομη αναδρομή στην θητεία μου ως φαντάρος, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δύο χρόνων από τη μέρα που παρουσιάστηκα και ενός χρόνου από τότε που απολύθηκα από τον Στρατό. Αν ακόμα δεν έχετε σταματήσει να διαβάζετε, μπορείτε να το κάνετε τώρα. Δε θα παρεξηγηθώ.

11 Φεβρουαρίου, λοιπόν, ήταν όταν ήρθε η ώρα μου να πάω φαντάρος. Βουρκωμένη Δευτέρα. Βουρκωμένη όχι για μένα, αλλά πιο πολύ για τη φουκαριάρα τη μάνα μου, που έκλαιγε σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής από την Αθήνα στη Λαμία. Βουρκωμένη και λόγω καιρού: Συννεφιά και ομίχλη συνέθεταν ένα περιβάλλον όχι ιδιαίτερα ευχάριστο, αλλά σίγουρα ταιριαστό με την περίσταση.

Ήμουν απ’αυτούς που μπαίνουν εντελώς ψαρωμένοι στον Στρατό, που δεν έχουν ιδέα για το τι τους περιμένει, που δεν έτυχε να έχουν γνωστούς που να έχουν ήδη πάει φαντάροι, ώστε να ξέρουν πώς να κινηθούν. Και αυτό φάνηκε από την αρχή: Πρέπει να ήμουν ο μόνος από τους περίπου 500 φαντάρους που μπήκαν εκείνη και την επόμενη μέρα στο στρατόπεδο, που του πήραν το κινητό επειδή είχε κάμερα. Σχεδόν όλοι είχαν κινητό με κάμερα, αλλά απλώς τα έκρυψαν. Εγώ ποτέ δεν ήμουν καλός στο κρυφτό.

Εκείνη η πρώτη μέρα ήταν πραγματικά εφιαλτική. Κι αν είχα άγχος για τα εμβόλια του Στρατού (και κυρίως γι’αυτούς που θα μου τα έκαναν), τελικά αυτό πέρασε εντελώς αναίμακτα. Όμως η έλλειψη οργάνωσης ήταν τόσο εξοργιστική που, ενώ πέρασα την πύλη του στρατοπέδου στις 11 το πρωί, παρέλαβα τα ρούχα και τα υπόλοιπα αντικείμενα στις 9 το βράδυ και μπήκα στον θάλαμο στις 9.30. Φυσικά, όλα τα κρεβάτια είχαν πιαστεί εκτός από δύο, ένα πάνω και ένα κάτω. Διάλεξα το πάνω κρεβάτι (επειδή πάντα ήθελα να έχω κουκέτα και το είχα απωθημένο) και, για το υπόλοιπο της θητείας μου, δεν κοιμήθηκα ποτέ σε κάτω κρεβάτι. Ούτε μια φορά.

Η θητεία μου στη Λαμία κύλησε ήρεμα. Δε θα ξεχάσω ποτέ την κούραση των πρώτων δύο εβδομάδων, στις οποίες περπάτησα περισσότερο απ’ό,τι σε ολόκληρη τη μέχρι τότε ζωή μου, αλλά και τις επικές ατάκες του λοχαγού μας, ο οποίος προσπαθούσε να μας κάνει να πατάμε πιο ζωηρά το τακούνι της αρβύλας, υποστηρίζοντας ότι «300 πουτάνες να έφερνα εδώ πιο πολύ θόρυβο θα κανανε!». Και πιθανότατα είχε δίκιο – η διαφορά είναι ότι οι πουτάνες θα πληρώνονταν για να το κάνουν, ενώ εμείς όχι.

Η ορκωμοσία ήταν μια μεγάλη ανακούφιση. Μετά από τόσες πρόβες, επιτέλους είχαμε καταφέρει να κάνουμε μια αξιοπρεπή παρέλαση – τουλάχιστον δεν άκουσα χάχανα, οπότε καλοί πρέπει να ήμασταν. Αλλά μεγάλη ανακούφιση ήταν κυρίως η άδεια της ορκωμοσίας, χάρη στην οποία επέστρεψα στο σπίτι μου έστω και για τρεις μέρες. Μετά από σχεδόν δύο εβδομάδες εγκλεισμού στο στρατόπεδο, χωρίς καμία επικοινωνία με τον έξω κόσμο, εκτός από τα σπάνια τηλέφωνα, χωρίς ενημέρωση για το τι συνέβαινε στον κόσμο (πράγμα που, αν φαίνεται τραγικό σε σας, φανταστείτε πόσο τραγικό είναι για κάποιον με τη δημοσιογραφική μου περιέργεια). Όταν επέστρεψα στην Αθήνα, ένιωθα σαν άνθρωπος των σπηλαίων που ξαφνικά βρέθηκε σε μία μεγαλούπολη. Ένιωθα λες και είχα μείνει 100 χρόνια πίσω – και λίγα λέω.

Η συνέχεια ήταν αρκετά χαλαρή. Ο ανθυπολοχαγός μου ήταν φοβερός τύπος (ίσως ο μόνος στρατιωτικός που γνώρισα και θα μπορούσα άνετα να βγω μαζί του για έναν καφέ ή ένα ποτάκι), οι άλλοι φαντάροι ήταν στην πλειοψηφία τους καλά παιδιά και ποτέ δεν έτυχε να τσακωθώ με κάποιον (ούτε καν με αυτόν που κοιμόταν στο από κάτω κρεβάτι και μονίμως γκρίνιαζε ότι κουνιόμουν το βράδυ – ήμαρτον!), ο Διοικητής ήταν ένας γελοίος τύπος που μοίραζε καμπάνες στον αέρα, αλλά δε με ενόχλησε ποτέ (εκτός από μια φορά που με είδε να κάθομαι και με έστειλε να διπλώνω σεντόνια στα πλυντήρια – εμπειρία ζωής!), οι εγκαταστάσεις ήταν σχεδόν βιώσιμες (εντάξει, τα 2-3 ποντίκια που μακελέψαμε ήταν εντός προγράμματος), η εκπαίδευση δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Και τα Σαββατοκύριακα ήταν καλύτερα κι απ’ό,τι στο σπίτι μου: Ολοήμερη ξάπλα ή ολοήμερη έξοδος στην πόλη της Λαμίας, μιας φοιτητούπολης γεμάτης καφετέριες και φοιτήτριες (οι οποίες, πάντως, όπου έβλεπαν φαντάρους άλλαζαν πεζοδρόμιο – ποιος μπορεί να τις κατηγορήσει;).

Η πρώτη μου φρίκη ήρθε στην έκτη εβδομάδα, όταν μας ήρθαν οι μεταθέσεις μας. Είχα βαρεθεί στη Λαμία και ανυπομονούσα να φύγω από’κει, να πάω στον επόμενο προορισμό μου. Επιπλέον, οι δύο μέρες που θα περνούσα στο σπίτι μου χάρη στο «φύλλο πορείας» μου ήταν απαραίτητες. Όμως, άλλες αι βουλαί του Στρατού: Η ειδικότητά μου ως οδηγού απαιτούσε να παραμείνω στη Λαμία για τρεις ακόμα εβδομάδες, για εκπαίδευση. Κόντεψα να βάλω τα κλάματα. Και πρέπει να παραδεχτώ ότι η αντίδρασή μου ήταν μάλλον ηλίθια, γιατί εκείνες οι τρεις εβδομάδες ήταν πολύ καλύτερες από τις έξι που είχαν προηγηθεί. Λιγότεροι «αστεράτοι», λιγότεροι φαντάροι, περισσότερη παρεΐστικη διάθεση, περισσότερη πλάκα. Οι έξοδοι μπορεί να ήταν λιγότερες, αλλά η καλή παρέα στις σκοπιές και τις περιπολίες ισοστάθμιζε αυτήν την απώλεια.

Σε αυτές τις τρεις εβδομάδες οδήγησα συνολικά για λιγότερη από μία ώρα, ενώ για να πάρω το δίπλωμά μου πέρασα μια εξέταση που και μαθητής Δημοτικού θα μπορούσε να περάσει. Αλλά η ευκαιρία να οδηγήσω ένα όχημα 6.000 κυβικών ήταν μια (πρακτικά άχρηστη, αλλά) πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία.

Μετά από αυτήν τη φοβερά επίπονη εκπαίδευση (LOL), ήρθε η ώρα να πάω στη Χίο. Η Χίος είναι ένα πανέμορφο νησί, με σπάνια χαρακτηριστικά και ιδιαίτερο τοπίο. Είναι εξαιρετικό μέρος για διακοπές. Ωστόσο, μετά λύπης μου σας ενημερώνω ότι κάποτε αυτό το νησί θα βυθιστεί στον πάτο του Αιγαίου Πελάγους, από τις κατάρες που του ρίχνουν οι φαντάροι του. Χαρακτηριστικά αναφέρω το σύνθημα «όταν θα φεύγω από δω και θα’μαι μες στο πλοίο/θα σου φωνάξω δυνατά ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΠΟΥΤΑΝΑ ΧΙΟ!», που είναι από τα πιο light. Ελπίζω να προλάβω να επιστρέψω στη Χίο πριν συμβεί το μοιραίο.

Όσο όμορφο, λοιπόν, είναι αυτό το νησί, άλλο τόσο είναι καταραμένο από τους φαντάρους που το προστατεύουν (;). Και ποιος μπορεί να τους ρίξει άδικο; Δεν μπορώ να επεκταθώ σε λεπτομέρειες, γιατί την τελευταία φορά που το επιχείρησα έφτασα μία ανάσα από το Στρατοδικείο. Με έσωσε ο Διοικητής μου, ένας πραγματικά σωστός στρατιωτικός, από αυτούς που θα ήθελα να έχω γνωρίσει περισσότερους (αλλά θα ήταν αδύνατον, γιατί είναι ελάχιστοι).

Στη Χίο είχα, επίσης, τους πρώτους (και τελευταίους) καβγάδες μου: Έναν με φαντάρο, έναν βρωμύλο, καθυστερημένο Πατρινό που αποτελεί ντροπή για την ανθρωπότητα, και έναν με ΕΠ.ΟΠ., ο οποίος με ανάγκασε να κάνω αγγαρεία που δεν όφειλα να κάνω. Και οι δύο πέρασαν αναίμακτα. Εξάλλου, είναι αναπόφευκτοι οι καβγάδες στον Στρατό: Τόση τεστοστερόνη μαζεμένη, αποκλείεται να μην οδηγήσει κάποια στιγμή σε καβγά. Πόσο μάλλον όταν σε μερικούς αυτή η τεστοστερόνη συσσωρεύεται επί χρόνια ολόκληρα, μην βρίσκοντας έξοδο κινδύνου – αν με πιάνετε.

Οι βαθμοφόροι και οι ΕΠ.ΟΠ. του στρατοπέδου με μισούσαν, για αυτό που είχα κάνει και με οδήγησε σχεδόν στο Στρατοδικείο. Νομίζω πως πολύ ευχαρίστως θα με σκότωναν και θα με πετούσαν σε ένα χαντάκι, αλλά πάλι με έσωσε ο Διοικητής μου – και ίσως και η τζάμπα μαγκιά τους. Ευτυχώς, οι περισσότεροι φαντάροι ήταν φυσιολογικοί, και κατά βάθος ήξερα ότι είχα την υποστήριξη αυτών των φυσιολογικών ανθρώπων – οι στρατιωτικοί δεν είναι τέτοιοι. Αν ήταν, τότε δε θα είχαν γίνει ποτέ στρατιωτικοί.

Επίσης, οι υπηρεσίες ήταν σχεδόν απάνθρωπα πολλές, ειδικά κατά περιόδους. Το ρεκόρ μου ήταν 42 μέσα, 1 έξω – μία αρκετά καλή επίδοση, νομίζω.

Το ευχάριστο ήταν ότι, για λόγους στρατιωτικής τρέλας, γύρισα σχεδόν ολόκληρη τη Χίο. Βόρεια και νότια – μιλάμε για δύο διαφορετικά νησιά, ενωμένα μάλλον κατά λάθος. Αλλά υπέροχα και τα δύο.

Όταν ήρθε η δεύτερη και τελευταία μετάθεση, ανακουφίστηκα. Η εμπειρία μου στη Χίο ήταν τραυματική και δεν ήθελα να μείνω ούτε λεπτό παραπάνω. Και ένα στρατόπεδο που βρισκόταν 40 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου ήταν ένας καλός τρόπος να αρχίσω την επούλωση των τραυμάτων.

Σε εκείνο το στρατόπεδο ήμουν πλέον «παλιός». Όχι πως το εκμεταλλεύτηκα ποτέ, αλλά ήταν μια ωραία αίσθηση, να ξέρεις ότι κανένας δε θα σε «χώσει», δε θα πατήσει πάνω σου για να περάσει το δικό του. Εντάξει: ΣΧΕΔΟΝ κανένας. Αλλά πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις.

Εκεί τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα: Οι υπηρεσίες ήταν λιγότερες, οι αγγαρείες επίσης. Μπήκα σε ένα γραφείο, και η δουλειά μου κάθε πρωί ήταν να κάθομαι εκεί και να προσποιούμαι ότι κάνω κάτι. Πράγμα που έγινε πολύ πιο εύκολο, βέβαια, όταν πήρα μαζί μου και το laptop. Δε διστάζω να το πω: Ήμουν σαν στο σπίτι μου. Και αυτοί οι τελευταίοι μήνες στο συγκεκριμένο στρατόπεδο ήταν ένα πολύ καλό διάστημα προσαρμογής, ώστε να επανέλθω στην κοινωνία ως πολίτης χωρίς παρενέργειες. Εντάξει, παρενέργειες υπήρξαν και υπάρχουν – πού και πού μου φεύγει καμιά κλανιά, αλλά πλέον το ελέγχω.

Σήμερα, λοιπόν, είμαι πολίτης. Ο Στρατός μου άφησε κανα-δυο κουσούρια, μου έμαθε κάποια άχρηστα πράγματα (που ξέχασα τη στιγμή που πήρα πίσω την αστυνομική μου ταυτότητα), μου έμαθε πόσο σημαντικό πράγμα είναι η ελευθερία για να το εμπιστευτείς στον οποιονδήποτε και με παρέδωσε στην κοινωνία πάνω-κάτω όπως με παρέλαβε: Εξίσου άχρηστο.

Θέλω να ευχηθώ ολόψυχα καλή θητεία σε όσους μπαίνουν αυτές τις μέρες στον Στρατό, αλλά και σε όσους υπηρετούν τώρα, και «καλοί πολίτες» σε όσους απολύονται αυτές τις μέρες ή πρόκειται να απολυθούν σύντομα – κι ας έκαναν τρεις μήνες λιγότερη θητεία από μένα (τυχεροί…). Και ειδικά στους «δικούς μου» – ξέρουν αυτοί…

Υπομονή, παιδιά…Όλοι στο τέλος πολίτες γινόμαστε…

Advertisements

(με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός χρόνου από την τελευταία μου σκοπιά, είπα να πειραματιστώ με κάτι καινούργιο. Αφιερωμένο με πολλή αγάπη στους ΕΠ.ΟΠ. που έκαναν – και κάνουν – δύσκολη τη ζωή των φαντάρων…Εντάξει, δεν είναι όλοι έτσι, αλλά είναι που το 99% βγάζει το κακό όνομα στο υπόλοιπο 1%…)


(πωωωωωωωωω, ρε πούστη, πάλι ο μαλάκας ο ΕΠ.ΟΠ. έχει υπηρεσία;)

(ωπ! Ο Τζουβάρας κοιμάται με τις αρβύλες στο κρεβάτι! Κάτσε να τον βγάλω μια φωτό, πριν τον βγάλω αναφερόμενο…)

– Καραβανόπουλε…η Cosmote έχει…

– Τι έχει;

– Έχει σήμα…

– Σήμα καμπάνα!

– ΕΠ.ΟΠ., σου γαμάμε τη μάνα!

– Ναι!

– Σου γαμάαααααααααααμε…

– …τη μάααααααααααααααααναααααααααααααααααααααα!

– Να πεις φιλιά…

– …ΝΑΙ!…

– …στην κοπελιά…

– …που την πηδήξαμε προχθές όλοι οι φαντάροι στη σκοπιά…

– Κάτσε να κλαις…Κάνε ό,τι θες…

– Πάμε κεμπάπ στη σκοπιά, εσύ γκοτζίλα ξανά…

– Ακόμα μια σκοπιά…

– Και πάμε σπίτια μας ξανά!


Φτάνω, λοιπόν, στο νησί. Με αεροπλάνο – πού να κουβαλάω όλες τις στρατιωτικές αποσκευές μου στο πλοίο; Το ταξί με οδηγεί στο στρατόπεδο, 30 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη. Και σε αυτό το στρατόπεδο μου έλαχε να μείνω σχεδόν κλεισμένος για 4,5 μήνες, από τον Απρίλιο μέχρι τις αρχές του Σεπτέμβρη.

Δεν θα γκρινιάξω για την κατάσταση εκεί, γιατί την τελευταία φορά που επιχείρησα να κάνω κάτι τέτοιο κινδύνευσα να κάνω κανα-δυο χρονάκια παραπάνω θητεία. Να’ναι καλά ο διοικητής του στρατοπέδου, που με λυπήθηκε και δε με «έδωσε» στεγνά, κι ας ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι εγώ ήμουν το «βαθύ λαρύγγι» της μονάδας. Τον ευχαρίστησα πριν φύγω από εκεί, τον ευχαριστώ και τώρα. Μπορεί και να’χει πάρει σύνταξη πια, ποιος ξέρει. Να έχει ησυχάσει το κεφάλι του από φαντάρους-μπελάδες σαν εμένα.

Τι άλλο θα έχω να θυμάμαι απ’το νησί; Χμμμμμ. Σίγουρα θα θυμάμαι το μουρόχαβλο από την Πάτρα με τον οποίο ήρθαμε στα χέρια (ο μόνος που το έχει καταφέρει τα τελευταία 15 χρόνια), την επιδημία γαστρεντερίτιδας την οποία εγώ προκάλεσα σε ολόκληρο το στρατόπεδο (αλλά δεν έφταιγα εγώ, οι γιατροί που με άφησαν να γυρίσω πίσω), τον ΕΠΟΠ που μας ξύπναγε το πρωί με τόσο αστείο τρόπο που ξεχνούσαμε ότι ήταν ξημερώματα, τα μαθήματα οδήγησης για να πάρω την καταλληλότητα (και τον μπροστινό μαθητευόμενο, που μπέρδευε το αριστερό φλας με το δεξί), τον πρώτο φραπέ που ήπια εκεί (και πλέον μου έχει γίνει -κακή- συνήθεια), τα 20ευρα που έπρεπε να πληρώνω για να κατέβω στην πόλη (ξεπαραδιάστηκα), αλλά και τα μπάνια που έκανα, στις ελάχιστες εξόδους μου (μετρημένες στα δάχτυλα του ενός ποδιού μιας γάτας). Και τις κατάρες που είχε φάει αυτό το νησί από τους φαντάρους του – σας το λέω, αυτό το νησί κάποτε θα βουλιάξει από μόνο του, από όλες αυτές τις κατάρες που έχει φάει. Και είναι κρίμα, γιατί ήταν ωραίο νησί.

Έφυγα από το νησί ακριβώς όπως δεν θα ήθελα με τίποτα να φύγω: Με πλοίο. Και με τις άβολες, φανταρίστικες αποσκευές μου (και ένα μακαρίτικο laptop) να μου σπάνε τα νεύρα. Πάτησα ξανά το πόδι μου στην Αθήνα, και ορκίστηκα να μην την αφήσω ποτέ ξανά για πάνω από μια βδομάδα – και πολύ λέω.

Οι υπόλοιποι μήνες της θητείας μου ήταν τόσο χαλαροί, που δε θύμιζαν καν στρατιωτική θητεία – πιο πολύ σαν πανεπιστήμιο ήταν, αλλά με χακί. Όλος ο ύπνος και η χαλάρωση που μου έλειψαν τους πρώτους 7 μήνες της θητείας μου αναπληρώθηκαν και με το παραπάνω στους τελευταίους 5 μήνες. Και γνώρισα και ενδιαφέροντα άτομα, όπως εκείνον τον  ανθυπασπιστή που τον έδερνε η (έγκυος) γυναίκα του, ο επιλοχίας που ήταν πιο χαζός κι απ’τη σκιά του (αλλά του έπεσε το πρωτοχρονιάτικο φλουρί, του κωλόφαρδου!), τον ταγματάρχη που (προς τιμήν του) έκανε περισσότερες αγγαρείες από τους φαντάρους του, και πολλούς άλλους…

Και φτάνουμε στις 11 Φεβρουαρίου του 2009, χθες. Τη μέρα που πήρα το χαρτί της απόλυσης στα χέρια μου, μαζί με την αστυνομική μου ταυτότητα – πρώτη φορά χαίρομαι που βλέπω κάτι «αστυνομικό»! Είχα έναν ολόκληρο χρόνο να τη δω – έχω βγει και ωραίος στη φωτογραφία. Δεν το είπα εγώ, το είπαν οι άλλοι φαντάροι – προφανώς, αυτό το φανταρίστικο κούρεμα δε μου πάει καθόλου. Τϊποτα στρατιωτικό δε μου πάει. Η ελευθερία μου πάει.

Κι έτσι τελειώνει η περιπέτεια του Στρατού, και αρχίζει μια άλλη περιπέτεια. Έτσι όπως έχουν τα πράγματα, αυτή η περιπέτεια φαίνεται ακόμα πιο δύσκολη – σιχαίνομαι που το παραδέχομαι, αλλά οι στρατιωτικοί που μου το έλεγαν μάλλον είχαν δίκιο. Όπως και να’χει, η ουσία είναι μία:

302 ΛΕΛΕ! Καλή λευτεριά σύντροφοι της 303, της 304 και της 305!

Thanks for the memories!
(even though they weren’t so great…)


Δε μου αρέσει να μιλάω για τον Στρατό. Όχι τόσο επειδή έχω τραυματικές εμπειρίες, αλλά επειδή ξέρω ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται να ακούσει. Εμένα, τουλάχιστον, δε θα με ενδιέφερε. Αλλά, μιας και επιτέλους πλησιάζει η οριστική μέρα της απόλυσης, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να ανακεφαλαιώσω αυτόν τον ένα χρόνο που χαράμισα απ’τη ζωή μου – που σημαίνει ότι οι γυναίκες μπορείτε τώρα να την κάνετε με ελαφρά πηδηματάκια, πριν αρχίσετε να διαβάζετε τις τελευταίες…

ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΦΑΝΤΑΡΟΥ

Μπήκα στον Στρατό ψαρωμένος όσο δεν πήγαινε άλλο. Ένας από τους πρώτους ανθρώπους που είδα στο κέντρο που παρουσιάστηκα με ρώτησε πόσων χρονών τον έκανα. Δεν ήξερα τι ήταν αυτός ο τύπος, φόραγε χακί και είχε ένα αστέρι στην αριστερή μεριά της στολής του. Ένας άλλος σαν αυτόν, από πίσω του, με παρότρυνε κρυφά να πω «29». Δε μου φαινόταν και τόσο μεγάλος, αλλά αφενός δεν είμαι καθόλου καλός στο να υπολογίζω ηλικίες, αφετέρου η στολή προσθέτει κάποια χρόνια. Γι’αυτό και του απάντησα, εντελώς φυσικά, «Ξέρω ‘γω…29;». «Τι λες ρε!», μου είπε γελώντας.

Τελικά, ήταν 23 – μικρότερος κι από μένα. Και ήταν ανθυπολοχαγός. Και μάλιστα ήταν ο διμοιρίτης μου, ο γκαντέμης στον οποίο έλαχε να με υποστεί ως φαντάρο του. Και ήταν ο καλύτερος στρατιωτικός που γνώρισα σε ολόκληρη τη θητεία μου – παράξενο, ε; Ο πρώτος που γνώρισα ήταν και ο καλύτερος. Έστω, μπορεί όχι ο καλύτερος. Αλλά οπωσδήποτε ο μοναδικός με τον οποίο θα μπορούσα να κάνω παρέα και εκτός Στρατού, να πιω έναν καφέ μαζί του και να κάνω χαβαλέ.

Αυτός ο άνθρωπος, αν το ήθελε, θα μπορούσε να με κάνει να μη βγω από το Κέντρο στις 6 εβδομάδες που έμεινα εκεί. Για τόσες καμπάνες ήμουν. Πρώτα απ’όλα, το κρεβάτι μου. Το οποίο το ξεχώριζες άνετα από μακριά: Ήταν αυτό με τις στραβές γωνίες, τον πλακουτσωτό φάκελο και τις ζάρες στις κουβέρτες. Ίσως ήταν ο δικός μου, ξεχωριστός τρόπος να δείξω ότι είμαι ξεχωριστός. Ή ότι δεν κάνω για φαντάρος.

Ή την άλλη φορά, με το που πήραμε τα όπλα μας, που μου έπεσε το δικό μου κάτω. Στην αρχή μου έδωσε 4 μέρες κράτηση. Μετά από δύο δευτερόλεπτα, μου πρότεινε να διαλέξω: 4 μέρες κράτηση ή τρέξιμο δύο φορές μια απόσταση 200 μέτρων περίπου. Μέχρι που, 5 δευτερόλεπτα αργότερα, μου τη χάρισε. Ήταν μάλλον η πρώτη μου ψυχρολουσία ως φαντάρου.

Στη βολή με το όπλο φυσικά πάτωσα. Ελάτε τώρα, πόσο καλό σημάδι μπορεί να έχει με το όπλο κάποιος που δεν μπορεί ούτε καν να σημαδέψει στο κέντρο της τουαλέτας όταν κατουράει; Πάλι καλά που δε σκότωσα κανέναν, να λέμε.

Δε θα πω ψέματα, στο Κέντρο πέρασα σχετικά καλά. Μέρα παρά μέρα ήμουν έξω, τα Σαββατοκύριακα έλιωνα στον ύπνο, αυτός που έβγαζε τις υπηρεσίες με συμπαθούσε και με βόλευε, έχασα και 5-6 κιλά από το φαϊ (που έναν χρόνο μετά εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι ό,τι χειρότερο έχω φάει στη ζωή μου). Μόνο τα πόδια μου πονούσαν τις πρώτες μέρες, από τις πολλές δοκιμαστικές παρελάσεις. Αλλά ήμουν συνηθισμένος στο περπάτημα και δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα – ακόμα και με ένα ζευγάρι σκληρές αρβύλες στα πόδια.

Η μέρα της παρέλασης ήταν κάτι το εξαιρετικό. Αλλά για τους άλλους. Εγώ ειλικρινά ζήλευα τον μουσουλμάνο συνθαλαμιζόμενό μου, ο οποίος δε χρειάστηκε να κάνει ούτε παρέλαση, ούτε ορκωμοσία (αλλά ορκίστηκε στο Κοράνι, ιδιαιτέρως). Έβλεπα γονείς και αδέρφια να χειροκροτούν, να δακρύζουν και να βγάζουν φωτογραφίες – και οι δικοί μου εκεί ήταν. Ίσως κάποιοι να ένιωθαν περήφανοι. Εγώ ήθελα απλά να σηκωθώ να φύγω, με την τριήμερη άδεια. Καμία εθνική υπερηφάνεια, κανένα ίχνος εθνικοφροσύνης. Γιατί όλα αυτά; Ποιον εξυπηρετούν; Πάντως όχι εμένα.

Μπορώ να πω ότι νιώθω τυχερός για τους φαντάρους που γνώρισα στο κέντρο. Ήταν όλοι ένας κι ένας: Ο βορειοελλαδίτης με το παχύ «λ» του, ο φανατικός γαύρος που θα σκότωνε για να δει ένα παιχνίδι του Ολυμπιακού, ο μίμος που ξεσήκωνε όλα τα χαρακτηριστικά των ανωτέρων μας (και όχι μόνο), ο Άι-Φορ που δεν έκανε ποτέ εκπαίδευση και την έβγαλε μέσα σε ένα γραφείο, ο 18χρονος που μας περνούσε όλους στο θάρρος, ο πλακατζής που έπαιρνε τα βράδια φάρσες στο τηλέφωνο και δε μας άφηνε να κοιμηθούμε, ο παλιός συμμαθητής που έτυχε να βρίσκεται στον ίδιο θάλαμο μαζί μου, ο μουσουλμάνος που δεν ήξερε καλά ελληνικά και δεν μπορούσες να συνεννοηθείς μαζί του, ο άλλος που μας άφησε νωρίς γιατί τον πήραν για ΥΕΑ, εκείνος που «δεν την πάλεψε» και πήρε απαλλαγή μετά από 2-3 μέρες θητείας…Και αρκετοί άλλοι, όλοι τους μια χαρά παιδιά.

Αυτό με ενδιέφερε περισσότερο όταν μπήκα στον Στρατό. Να μου τύχουν καλοί συνάδελφοι. Γιατί όταν έχεις καλή παρέα, τότε περνάς καλά και στην Κόλαση. Και αυτό το πιστεύω πολύ περισσότερο σήμερα, έχοντας πίσω μου και την εμπειρία μιας μικρής Κόλασης.

Και εκεί που περνούσα τόσο ωραία και καλά, να που πρέπει να φύγω. Επόμενος σταθμός: Παραμεθόριος (Next station, Paramethorios).

Η συνέχεια στο επόμενο…


H στολή μου π.Σ. (προ Σκισίματος)…

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1149

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1148

…και η στολή μου μ.Σ. (μετά Σκισίματος):

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1146

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb11472

Το λένε οι εικόνες, το λένε και τα λόγια: ΘΗΤΕΙΑ ΤΕΛΟΣ!!!


– Ελευθερία είναι να ξενυχτάς επειδή θες να δεις μια καλή ταινία, και όχι επειδή σε αναγκάζουν να μείνεις ξύπνιος.

– Ελευθερία είναι να ανοίγεις την ντουλάπα σου και να μπορείς να φορέσεις όποιο ρούχο σου αρέσει, κι όχι μόνο τα χακί.

– Ελευθερία είναι να ξυπνάς το πρωί μόνος σου, κι όχι να σε ξυπνάει το ξυπνητήρι ή ο βαριεστημένος θαλαμοφύλακας.

– Ελευθερία είναι να σηκώνεσαι από το κρεβάτι το πρωί και να μη σε αναγκάζει κανείς να το στρώσεις.

– Ελευθερία είναι να μπορείς να συζητήσεις για πολιτική χωρίς να κοιτάς πίσω από την πλάτη σου μήπως σε ακούει κανένας.

– Ελευθερία είναι να μπορείς να κυκλοφορείς στο δρόμο χωρίς να σε απασχολεί το πότε θα γυρίσεις πίσω.

– Ελευθερία είναι να μπορείς να κάθεσαι στη λεκάνη της τουαλέτας.

– Ελευθερία είναι να μπορείς ανά πάσα στιγμή να βγεις και να πάρεις μια εφημερίδα χωρίς να πρέπει να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν.

– Ελευθερία είναι να μπορείς να προγραμματίσεις το πού θα πας την επόμενη εβδομάδα, χωρίς να εξαρτάσαι από κανέναν μαλάκα.

– Ελευθερία είναι να βλέπεις έναν στρατιωτικό στον δρόμο και να μην είσαι υποχρεωμένος να τον χαιρετήσεις.

– Ελευθερία είναι να ξυρίζεσαι και να κουρεύεσαι όποτε θες.

– Ελευθερία είναι να μην πρέπει να ριγήσεις όταν ακούς τον εθνικό ύμνο, να μην πρέπει να δακρύσεις όταν υψώνεται η σημαία, να μην πρέπει να μισείς όποιον δεν είναι Έλληνας.

– Ελευθερία είναι να μη θυμάσαι τι σημαίνει «παρουσιάστε», τι σημαίνουν τέσσερις «σαρδέλες», τι σημαίνει «Σ4».

– Ελευθερία είναι να μπορείς να κάνεις μπάνιο όποτε θες, και πάντα με ζεστό νερό.

– Ελευθερία είναι να μπορείς να πιεις νερό από τη βρύση.

– Ελευθερία είναι να μπορείς να γράφεις ημερολόγιο χωρίς να σε κοιτάει κανείς καχύποπτα.

– Ελευθερία είναι να μπορείς να διαλέξεις τι φαγητό θα φας σήμερα.

– Ελευθερία είναι να μη σε υποχρεώνει κανείς να μπεις σε εκκλησία.

– Ελευθερία είναι να πίνεις επιτέλους τον καφέ σου σε γυάλινο ποτήρι.

Κι αν όλα αυτά δεν έχουν γίνει ακόμα, και ίσως και να μη γίνουν ποτέ, ένα μόνο είναι σίγουρο:

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΣΑΙ ΦΑΝΤΑΡΟΣ!


Αυτό ήταν, λοιπόν. Η στρατιωτική θητεία, αυτός ο χαμένος χρόνος απ’ τη ζωή μου, ουσιαστικά έφτασε στο τέλος της. Σήμερα παρέδωσα το όπλο μου. Για πάντα. Τρεις υπηρεσίες έμειναν, μετρημένες στα δάχτυλα. Όπλο στα χέρια μου δεν ξαναπιάνω, ποτέ. Τυπικά, μέχρι τις 11 Φεβρουαρίου είμαι φαντάρος. Στην ψυχή, όμως, είμαι πολίτης. Πάει, τέλειωσε.

Άκουσα πολλά «καλός πολίτης» αυτές τις μέρες από άλλους φαντάρους. Αντίθετα, οι μόνιμοι στρατιωτικοί δε λένε σχεδόν ποτέ «καλός πολίτης». Λένε «τώρα αρχίζουν τα δύσκολα». Θέλουν να σε κάνουν να εκτιμήσεις τον Στρατό, να τρομάξεις στην προοπτική αυτού που σε περιμένει έξω. Υποθέτω ότι αυτός είναι ο δικός τους, ιδιαίτερος τρόπος να πουν «καλός πολίτης», ή κάτι παρόμοιο, σαν «σε ζηλεύω που απολύεσαι κι εγώ μένω εδώ να σαπίζω μια ζωή και σήμερα».

Δεν θα κάνω απολογισμό της θητείας μου σήμερα. Σίγουρα θα το κάνω κάποια άλλη μέρα, όταν θα μπορώ να συγκεντρωθώ αρκετά για να θυμηθώ τα σημαντικότερα γεγονότα της θητείας που μας πέρασε.

Για την ώρα, αποχαιρετώ απλώς το όπλο μου, αδειάζω τον φοριαμό μου, ξεχρεώνω το ΚΨM και ετοιμάζομαι να σκίσω, να κάψω ή να κακοποιήσω με κάποιον πιο πρωτότυπο και σαδιστικό τρόπο τα στρατιωτικά μου ρούχα. Να μη μείνει ούτε τσέπη.

Να μη μείνει τίποτα. Έτσι κι αλλιώς, οι αναμνήσεις που θέλω να απομείνουν από αυτήν τη θητεία έχουν να κάνουν με πρόσωπα, όχι με πράγματα. Τα χακί δεν έχουν καμία θέση στη μνήμη μου πια. Θα τα εξαφανίσω, όχι τόσο από εκδικητική μανία, αλλά από ανάγκη. Ανάγκη να μη θυμάμαι.

Πλάκα έχει που τα γράφω όλα αυτά φορώντας τα χακί μου, περιμένοντας να τελειώσει κι αυτή η υπηρεσία και να βρεθώ ένα βήμα πριν την οριστική απόλυση. Να κάνω επιτέλους κάτι πιο χρήσιμο για τον εαυτό μου από το να σαπίζω σε μια καρέκλα, ένα κρεβάτι ή μία σκοπιά. Να δουλέψω, να βγάλω χρήματα και να τα ξοδέψω όπως εγώ θέλω. Ελευθερία, μόνο αυτή τη λέξη έχω στο μυαλό μου. Κι αν πάντα θα έχω έναν μαλάκα εργοδότη πάνω απ’το κεφάλι μου, δεν πειράζει. Μέσα μου θα είμαι ελεύθερος.

15000 και μία. Είμαι νεοσύλλεκτος πάλι.