xypna.jpg

Εδώ και πολύ καιρό, ο anisixos με είχε προσκαλέσει να γράψω ένα post για την Αθήνα, αλλά πάντα κάτι τύχαινε. Ε, σήμερα ήρθε η ώρα του! Ιδού, λοιπόν, η γνώμη μου για την πόλη που επιμένει να αναπτύσσεται στη σκιά της Ακρόπολης…

Να ξεκινήσουμε από κάτι βασικό: Η Αθήνα είναι ένα παράξενο παζλ. Όταν άρχισε ο ιδιόρρυθμος δημιουργός της να το φτιάχνει, δεν ήξερε ποια ακριβώς ήθελε να είναι η τελική εικόνα. Επίσης, θα έλεγα ότι δεν είχε ιδιαίτερο ταλέντο στα παζλ. Έτσι, δίπλα στη «φωλιά» των αναρχικών, τα Εξάρχεια, τοποθέτησε το κοσμοπολίτικο Κολωνάκι. Έτσι εξηγείται και η ρυμοτομία στο Μοναστηράκι και στου Ψυρρή, που δεν πιστεύω ότι υπάρχει οπουδήποτε αλλού στον κόσμο: Απλώς, έβαλε εκεί όποιο κομμάτι έβγαινε από το σακουλάκι.
Κι όμως, όταν το κοιτάζεις από ψηλά, αυτό το παζλ είναι όμορφο. Άτακτο και ατίθασο, αλλά όμορφο. Αν η Ελλάδα είναι το οικοπεδάκι που είχε κρατήσει ο Θεός για τα γεράματά του, η Αθήνα είναι το παιδικό δωμάτιο του Χριστού, με πολύχρωμες αφίσες κολλημένες παντού, με τα παιχνίδια του πεταμένα από ‘δω κι από ‘κει, μονίμως σε ένα χάος. Ένα χάος που τους άλλους τους εκνευρίζει, αλλά για αυτόν που μένει εκεί είναι ό,τι πιο φυσιολογικό.
Έτσι δεν είναι η Αθήνα; Για κάποιον που την επισκέπτεται για πρώτη φορά είναι χαώδης. Δεν μπορώ να κατηγορήσω κάποιον που έρχεται από την επαρχία στην Αθήνα και νομίζει ότι βρίσκεται σε ζούγκλα του Αμαζονίου – χωρίς τα δέντρα. Αλλά για εμάς, τους κατοίκους της, είναι απλώς το δωμάτιό μας, ο χώρος μας. Την έχουμε συνηθίσει με τα ελαττώματά της, όπως και όλους μας τους φίλους, όπως και όλα τα δικά μας πράγματα.
Η Αθήνα, που λέτε, είναι μια πόλη στην οποία κυριαρχεί το γκρίζο και απουσιάζει πανηγυρικά το πράσινο. Υπάρχουν ελάχιστοι χώροι όπως το Ζάππειο και το Άλσος Συγγρού. Αλλά μην το λέτε και πολύ δυνατά, γιατί θα το καταλάβουν και θα τους χτίσουν κι αυτούς…
Κι όμως, ίσως σας φανεί παράξενο, αλλά ξέρετε πού νιώθω πιο άνετα σε όλη την Αθήνα; Όχι στον πράσινο παράδεισο του Ζαππείου. Όχι στις παραλίες των νοτίων προαστίων. Όχι στις χλιδές των βορείων προαστίων. Όχι στις καφετέριες των δυτικών προαστίων. Ούτε και στα ανατολικά προάστια, που δεν έχουν τίποτα το ξεχωριστό. Μόνο στα Εξάρχεια, την περιοχή που πολλοί θεωρούν την πιο άσχημη της Αθήνας.
Και τι είναι όμορφο, δηλαδή, αν τα Εξάρχεια είναι άσχημα; Αν είναι άσχημες οι αφίσες που στολίζουν τους γκρίζους τοίχους, αν είναι άσχημα τα γκραφίτι που δίνουν χρώμα εκεί που δεν υπάρχει; Μάλλον δε φταίνε τα Εξάρχεια, αλλά το γούστο μας.
Ένας ακόμα λόγος που λατρεύω την Αθήνα είναι η πολυπολιτισμικότητά της. Με ενοχλούν αυτοί που λένε πως η έλευση των αλλοδαπών έχει κάνει κακό στην πόλη και θα έπρεπε να απελαθούν, να εκτελεστούν παραδειγματικά ή έστω να μάθουν να χορεύουν καλαματιανό για να γίνουν original Έλληνες. Η Αθήνα θα ήταν βαρετή χωρίς τη μικρή Chinatown της, χωρίς την πολύχρωμη αραβική μειονότητά της, χωρίς τους Κούρδους στα φανάρια (αλήθεια, τι απέγιναν αυτοί; Κάποτε ήταν χιλιάδες!), χωρίς τους Αλβανούς στα λεωφορεία, χωρίς τους Περουβιανούς Ινδιάνους στο Μοναστηράκι, χωρίς τους μαύρους που επιτελούν κοινωνικό έργο, παρέχοντας φτηνά CD στον λαό. Κάποια στιγμή ελπίζω πως θα το πάρουμε χαμπάρι, όσο αργόστροφοι κι αν είμαστε σαν έθνος.
Και τι παράξενο που είναι: Κάτω από την Ακρόπολη, ένα αρχαίο ερείπιο που με αξιοσημείωτο πείσμα μας θυμίζει πως αυτή η πόλη έχει παρελθόν, παλεύει να αναπτυχθεί μια σύγχρονη μεγαλούπολη, που προσπαθεί να ξεχάσει αυτό το παρελθόν, ή έστω να το «μεταμορφώσει», όσο αυτό είναι εφικτό. Προσπαθεί να το κλείσει σε γυάλες και να το κρύψει με σκούρες κουρτίνες, αλλά δεν τα καταφέρνει: Η υστεροφημία του είναι μεγαλύτερη από τη φήμη που θα έχει ποτέ αυτή η μεγαλούπολη. Τώρα αυτό καλό είναι, κακό είναι, το αφήνω στην κρίση του καθενός.
Τα τελευταία χρόνια, όταν μιλάς για την Αθήνα δεν μπορείς να μην αναφερθείς στο μετρό. Πώς να αφήσεις έξω κάτι τόσο όμορφο, κάτι τόσο εξωπραγματικό για τα δεδομένα της; Η ατσάλινη σαϊτα που τριγυρνά κάτω από τα σπίτια μας έχει ενσωματωθεί πια σε τέτοιο βαθμό στη ζωή μας, ώστε δεν μπορώ να θυμηθώ πώς μεταφερόμουν πριν 10 χρόνια. Εξάλλου, το όνομα «Ο άνθρωπος του μετρό» κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι…
Τελειώνοντας αυτήν την εικονική ξενάγηση στην πόλη μου, θέλω να πω απλά πως δεν θα άντεχα να ζήσω μακριά της πάνω από μία εβδομάδα. Ναι, το Λονδίνο είναι ωραία πόλη, αλλά δεν θα επιζούσα πάνω από 2 συνεχόμενες μέρες χωρίς ήλιο. Η Νέα Υόρκη είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά οι ρυθμοί της είναι υπερβολικά γρήγοροι, ακόμα και για μένα. Το Τόκυο είναι η πιο εξελιγμένη τεχνολογικά πόλη, αλλά δεν είναι τυχαίο ότι η Ιαπωνία έχει ρεκόρ αυτοκτονιών, έτσι δεν είναι;
Η Αθήνα έχει τις δικές της χάρες, και οι περισσότεροι δεν το αντιλαμβάνονται. Αυτοπεριορίζονται στις γκρίζες πολυκατοικίες της και χάνουν τα λεπτεπίλεπτα νεοκλασικά της. Κυκλοφορούν στις χαώδεις λεωφόρους της και αγνοούν τα όμορφα στενά της. Πνίγονται στις φθινοπωρινές σταγόνες της βροχής της και καίγονται στον καλοκαιρινό ήλιο της. Δεν καταλαβαίνουν κάτι πολύ απλό: αν δεν αγαπήσουν την πόλη τους, θα πέσει και θα τους πλακώσει…Και καλά θα τους κάνει, τέτοιοι που είναι!


haveaniceday.jpg

Το κυρίαρχο παράπονο που έχω από τη ζωή μου είναι ότι δεν έχει εκπλήξεις. Συνήθως, μπορώ να προβλέψω τα πάντα για την υπόλοιπη μέρα, από το αν θα έχω δύσκολη μέρα στη δουλειά, μέχρι το ποια ακριβώς φανάρια θα με πιάσουν στην Κηφισίας. Σε γενικές γραμμές, η ζωή μου είναι πιο προβλέψιμη (αλλά ευτυχώς όχι πιο σύντομη) κι από αυτή ενός αρνιού τη Μεγάλη Εβδομάδα.
Όμως, σήμερα ο Γαλάξιακός Φαρσέρ (τον οποίο έχω πολύ καιρό να αναφέρω και φοβάμαι πως θα αρχίσει να μου ρίχνει κατάρες) μου επεφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη: Μια συνάντηση με έναν παλιό μου συμμαθητή. Και τι συνάντηση…
Την ώρα που έμπαινα στο βαγόνι του μετρό, άκουσα κάποιον να με φωνάζει. Υπό κανονικές συνθήκες δεν θα γύριζα το κεφάλι, πεπεισμένος ότι αυτά τα πράγματα δε συμβαίνουν σε μένα, αλλά παραδόξως το έκανα. Και τον είδα μπροστά μου, να μου χαμογελάει.
Ο Θ. δεν ήταν ποτέ φίλος μου. Για την ακρίβεια, ήταν πάντα αρκετά ψηλά στη λίστα των ανθρώπων που θα ήθελα να αλυσοδέσω σε έναν τοίχο και να τους βασανίζω ανελέητα 24 ώρες το 24ωρο. Ήταν ο κλασικός «νταής», ο «γαμάω και δέρνω», ένας κάφρος που όμοιό του είχα δει μόνο στο «Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα». Κάπνιζε (σίγουρα τσιγάρα, πιθανόν και άλλα πράγματα), έβγαλε σχεδόν όλη την Τρίτη Λυκείου εκτός τάξης (είτε για «τουαλέτα», είτε με αποβολή), καυχιόταν ότι αυνανιζόταν 5 φορές τη μέρα. Λες και δε φαινόταν ότι τον είχε χτυπήσει στο κεφάλι.
Και νάτος τώρα μπροστά μου, με τη στολή της αεροπορίας, να μου χαμογελάει. Φορούσε και γυαλιά. Δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω. Και το κατάλαβε.
«Με θυμάσαι;», με ρώτησε δύσπιστα.
«Φυσικά σε θυμάμαι, Θ.», του απάντησα με όσο μεγαλύτερη φυσικότητα μπορούσα. Δεν ξέρω αν τον έπεισα.
Μέσα σε 10 λεπτά έμαθα όλα όσα έγιναν στη ζωή του τα τελευταία 5 χρόνια που είχα να τον δω. Τελείωσε τη σχολή που πέρασε, κάνει το στρατιωτικό του στην Αεροπορία (εξ ου και η στολή), παράλληλα δουλεύει. Παράξενα συμβατική ζωή για κάποιον που θεωρούσα εντελώς ανισόρροπο.
Αλλά αυτά ήταν λεπτομέρειες μπροστά στα άλλα που μου είπε. Μου μίλησε μέσα από την καρδιά του, λες και ήμασταν ποτέ φίλοι. «Γίναμε φλώροι κι εμείς, πιάσαμε δουλειά, τελειώσαμε από φοιτητές, γίναμε φλώροι…μέχρι και γυαλιά έβαλα», μου είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια, παραβλέποντας, ασφαλώς, το γεγονός ότι εγώ ήμουν φλώρος από τότε που πιπιλούσα τον αντίχειρά μου στην κοιλιά της μάνας μου.
«Αυτό δεν περίμενα να το ακούσω από σένα», του είπα με ακόμα πιο αφοπλιστική ειλικρίνεια, χωρίς να το σκεφτώ.
Με κοίταξε και νομίζω ότι χαμογέλασε αμυδρά, αν και μάλλον προβληματίστηκε. Δεν ξέρω αν του αρέσει περισσότερο η ζωή του έτσι όπως είναι τώρα – δεν τόλμησα να τον ρωτήσω. Για την ακρίβεια, ίσως να μην το σκέφτηκα καν εκείνη την ώρα, σαστισμένος από τον άνθρωπο που έβλεπα μπροστά μου, που ήταν σαν να του είχαν κάνει μεταμόσχευση εγκεφάλου.
Δεν είναι φοβερό να βλέπεις πόσο έχει αλλάξει ένας παλιός σου συμμαθητής; Και δεν είναι ακόμα πιο φοβερό να τον ακούς να σου μιλάει φιλικά, αν και ποτέ δεν ανταλλάξατε ούτε καλημέρα στα 10 χρόνια που πήγατε μαζί σχολείο; Για κάτι τέτοιες εκπλήξεις αξίζει η ζωή!
Και για κάτι τέτοιες εκπλήξεις αξίζει το μετρό. Γιατί τόσες χιλιάδες Αθηναίοι το χρησιμοποιούν κάθε μέρα, τι διάολο, κάπου θα πετύχεις κάποιον γνωστό. Γιατί δεν είναι ψέμα αυτό που λένε, «μικρός που είναι ο κόσμος»…Μικρός και παράξενος…


dance.jpg

Σπάνια χάνω μια καλή ευκαιρία να βγω με καλή παρέα. Έτσι, δεν θα μπορούσα να πω όχι στην πρόταση για clubbing που είχα χθες, παρά το γεγονός ότι έχω τόση σχέση με τον χορό, όση και η Άντζελα Δημητρίου με τους Led Zeppelin.
Η πρώτη αναγνωριστική πτήση είχε γίνει έναν μήνα πριν, στο πάρτυ γενεθλίων ενός φίλου σε γνωστό club. Το ξέρω ότι θα σας φανεί παράξενο, αδιανόητο, ίσως και ανώμαλο, αλλά μέχρι τότε δεν είχα πάει ποτέ σε club. Ναι, έχω συναίσθηση του πόσο ξενέρωτος είμαι, αν αυτή είναι η επόμενή σας ερώτηση.
Απλώς, δυσκολευόμουν να καταλάβω τι θέση μπορεί να έχει ένας άνθρωπος που απεχθάνεται το κάπνισμα, το ποτό και τον χορό σε έναν χώρο όπου όλοι καπνίζουν, πίνουν και χορεύουν. Είναι παράλογη η σκέψη μου;
Όχι, δεν είναι παράλογη. Όμως, από τότε έχει μπει πολύ νερό στο αυλάκι. Μούλιασε, τι να σας λέω. Ανέχομαι στη δουλειά τα τσιγάρα που καπνίζουν όλοι οι υπόλοιποι (πρέπει να είναι πολύ παράξενο να μην καπνίζεις σε αυτό το επάγγελμα, αυτό έχω καταλάβει), έχω αρχίσει να πίνω (που για τα δικά μου στάνταρ σημαίνει ότι ξερνάω μετά την πρώτη γουλιά βότκα και όχι μόλις τη μυρίσω) και όσο για τον χορό…θα δείτε στη συνέχεια.
Τέλος πάντων, σε εκείνη την αναγνωριστική πτήση πρέπει να έγινα τελείως ρεζίλι. Προσπαθούσα να κουνηθώ στον ρυθμό, αλλά δε μου έβγαινε. Προσπάθησα να πιω ουίσκι, αλλά κόντεψα να πνιγώ. Προσπάθησα να μην γελοιοποιηθώ, αλλά έμοιαζα σαν το παρδαλό κατσίκι σε συνέλευση αμνοεριφίων.
Πεισμωμένος από αυτήν την (σχεδόν τραυματική) εμπειρία, αποφάσισα ότι η επόμενη φορά θα είναι καλύτερη. Και όντως, ήταν.
Η βραδιά ξεκίνησε το ίδιο αμήχανα. Προσπαθούσα να βρω έναν ρυθμό, όμως δεν κατάφερνα να κουνήσω και τα δύο μου πόδια και απλά κουνιόμουν αριστερά-δεξιά. Απογοήτευση σκέτη.
Κοίταξα κάτω, εκεί που χόρευαν οι περισσότεροι. Προσπάθησα να αντιγράψω κάποιες κινήσεις. Αλλά αποδείχθηκα ανεπίδεκτος μαθήσεως και παραλίγο να φάω τα μούτρα μου.
Τελικά, όλα ήταν θέμα χρόνου. Με τα κατάλληλα τραγούδια, τα πόδια μου άρχισαν να με οδηγούν από μόνα τους, παρασύροντας μαζί και τους γοφούς μου και, τελικά, τα χέρια μου, που στην αρχή κρέμονταν σαν ετοιμόρροπα ξερόκλαδα, όταν δεν τα έκρυβα αμήχανα στην τσέπη μου.
Αποτέλεσμα; Επί 5 ώρες δεν κάθησα καθόλου. Αρκετές φορές ένιωσα σαν το κουνελάκι της Duracell: Εκεί που οι άλλοι είχαν κουραστεί, εγώ συνέχιζα, και συνέχιζα, και συνέχιζα. Βέβαια, αν με ρωτήσετε αυτή τη στιγμή αν έχω πόδια, η απάντησή μου θα είναι «δεν ξέρω». Αλλά άξιζε τον κόπο.
Όπως μου είπε και ο Λ., που ήταν στην παρέα μας, «κανείς δεν ξέρει να χορεύει». Πράγματι, αυτό που ξεχωρίζει έναν καλό χορευτή από έναν κακό χορευτή είναι η αυτοπεποίθηση. Αν πιστεύεις ότι μπορείς να το κάνεις καλά, θα πιστέψουν όλοι ότι το κάνεις καλά. Γαμώτο, αν το ήξερα νωρίτερα θα είχα πάει στο «So you think you can dance».
Πάντως, εξακολουθούν να μη μου αρέσουν τα club. Νιώθω ότι οι περισσότεροι δεν πάνε εκεί για να διασκεδάσουν, αλλά για να πιάσουν γκόμενα/ο. Λικνίζονται επιδεικτικά, κοιτάζουν με πονηρά βλέμματα, «ψάχνονται». Ένιωσα ότι εκεί μέσα υπήρχαν 500 άνδρες και άλλες τόσες γυναίκες που ήθελαν να πηδηχτούν. Και χαίρομαι στη σκέψη ότι ελάχιστοι τα κατάφεραν, ίσως και κανένας, και ακόμα πιο ελάχιστοι θα κάνουν σχέση από αυτήν την ιστορία.
Αλλά είναι κι αυτή μια εμεπιρία. Μαθαίνεις νέα πράγματα για τον εαυτό σου εκεί μέσα. Πιάνεις ξαφνικά τον εαυτό σου να χορεύει στους ρυθμούς ενός τραγουδιού που μέχρι χθες θεωρούσες απαίσιο – και που πιθανότατα αύριο θα εξακολουθείς να θεωρείς απαίσιο! Βγήκα από το club στις 5:15 τα ξημερώματα, στριγκλίζοντας «Πας να με τρελάνειιιιιιιιιιιιιιιιις, τι είναι αυτά που κάνειιιιιιιιιιιιιιιις» και συνέχισα να το σιγοτραγουδάω στο μετρό. Κι όμως, αυτό το τραγούδι δε μου αρέσει! Αλλά μου αρέσει αυτή η παράνοια, να νιώθω λίγο διχασμένη προσωπικότητα, να φάσκω και να αντιφάσκω με τον ίδιο μου τον εαυτό. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν ξέρω αν μου αρέσει και τόσο.
Και είμαι ακόμα επηρεασμένος. Ακούω ένα ασήμαντο ποπ τραγουδάκι στο MAD και κουνιέμαι στο ρυθμό εντελώς ασυναίσθητα. Χθες θα άλλαζα κανάλι ή θα έβαζα Red Hot Chilli Peppers στο mp3. Σήμερα, απολαμβάνω την trash πλευρά του εαυτού μου, που ήταν καλά κρυμμένη. Και μάλλον κάτι ήξερε…
Και τώρα; Τώρα, θα αναπληρώσω τα χαμένα μου φοιτητικά χρόνια, που τα πέρασα αγκαλιά με ένα λάπτοπ, και θα εκμεταλλευτώ όλες τις ευκαιρίες που θα μου δοθούν για να διασκεδάσω. Ακόμα κι αν αυτή η διασκέδαση περιλαμβάνει Αλέκο Ζαζόπουλο, Φανή Δρακοπούλου (Θέλω να τα πιωωωωωωωωωωωωωωω) και Γονίδη. Γιατί, όταν γνωρίζεις τα πράγματα που a priori αντιπαθείς, γνωρίζεις καλύτερα τον ίδιο σου τον εαυτό…


33711.jpg

Επειδή είμαι δίκαιος άνθρωπος, σήμερα αποκαθιστώ μια αδικία. Ο coperty μου είχε ζητήσει πολύ νωρίτερα να γράψω μια ιστορία με τις 5 λέξεις του, αλλά δεν το πήρα χαμπάρι. Ιδού, λοιπόν, το πόνημά μου με τις δικές του λέξεις, που είναι γραμμένες με bold.
(η φωτό είναι δική μου, το ξέρω ότι είναι άσχετη, αλλά ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να κάνω!)
—————–
Ανοίγω αργά και μαρτυρικά τα μάτια μου. Κοιτάζω το ταβάνι για λίγο και αναρωτιέμαι γιατί ξύπνησα τόσο νωρίς. Κοιτάω το ρολόι μου. 1 το μεσημέρι. 1 ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ;;;
Πετάγομαι από το κρεβάτι σαν σφεντόνα. Το πρωινό ξύπνημα δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου, αλλά σήμερα το παράκανα. Θα έπρεπε να ντρέπομαι. Και ντρέπομαι. Γιατί αυτή στη θέση μου θα είχε ξυπνήσει 5 ώρες πριν και θα είχε φτάσει δύο ώρες νωρίτερα. Ενώ εγώ θα την στήσω.
Και δεν είναι ένα τυχαίο ραντεβού. Αύριο πετάει για Ισπανία. Δεν θα τη δω για τουλάχιστον 3 μήνες. Κι εγώ άργησα πάλι. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Θέλω να φτύσω το είδωλό μου, αλλά ξέρω ότι στο τέλος εγώ θα τα σκουπίζω και το ξανασκέφτομαι.
Δεν μπορώ να πάω με άδεια χέρια. Όλοι θα είναι εκεί, συγκεντρωμένοι για να την αποχαιρετήσουν. Οι γονείς της, οι φίλοι της, εγώ. Ναι, τελευταίος εγώ. Γιατί όταν αξιωθώ να φτάσω, θα είναι όλοι ήδη εκεί. Αρπάζω ένα μπουκάλι βότκα, που μου είχαν φέρει για τη γιορτή μου. Δεν το άνοιξα ποτέ. Να που μου φάνηκε χρήσιμο, έστω κι αν απεχθάνομαι το αλκοόλ.
Το κολλημένο μυαλό μου δε λέει να ξεκολλήσει, ούτε καν τώρα που τα πράγματα είναι τόσο σοβαρά. Επιμένω να μην παίρνω το αυτοκίνητο και ξεκινάω να πάρω το μετρό. Το ξέρω ότι θα αργήσω κι άλλο, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Τα λάθη μας μάς συντροφεύουν για μια ζωή, γι’αυτό θα πρέπει να μάθουμε να τα αγαπάμε. Αν δεν καταλαβαίνεις ή δεν αγαπάς τα λάθη σου, είσαι χαμένος.
Έξω γίνεται χαμός. Βρέχει χαλάζι, όλοι είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους. Μόνο ένας τρελός αψηφά τον τρελό καιρό και προχωρά στο δρόμο, χωρίς ομπρέλα. Μόνο ένας τρελός.
Σκέφτομαι ότι θα εκτιμήσει την ταλαιπωρία μου και θα με συγχωρήσει. Την ξέρω τόσα χρόνια, δεν μπορεί να μου κρατήσει κακία. Άλλωστε, δε με έχει πάρει τηλέφωνο ακόμα, που σημαίνει ότι δεν με ψάχνουν. Ίσως να έχει αργήσει και κανένας άλλος, εκτός από μένα. Με καθησυχάζει να σκέφτομαι ότι δεν είμαι ο μόνος βλάκας σε αυτήν την πόλη.
Πρέπει να έχει πάει 2 η ώρα. Και πάλι καλά να λέω, χάρη σε αυτόν τον αγώνα δρόμου έφτασα μόνο μία ώρα αργότερα. Βρεγμένος μέχρι το κόκαλο, με μια βότκα στο χέρι, φτάνω στην πόρτα της. Παράξενο, δεν ακούω τίποτα. Ούτε φωνές, ούτε γέλια, ούτε καν το σκύλο της, που γαβγίζει σαν τρελός όταν έχει κόσμο γύρω του. Χτυπάω το κουδούνι. Να και ο σκύλος που γαβγίζει. Χάθηκε κι αυτή να πάρει μια γάτα, που είναι ήσυχες και χαριτωμένες; Μου ανοίγει την πόρτα και με κοιτάζει λες και περίμενε τον Σάκη Ρουβά και ήρθε στη θέση του ο Φρέντι Κρούγκερ. «Τι κάνεις εσύ εδώ;», με ρωτάει αυστηρά. «Ναι, το ξέρω, άργησα, παρακοιμήθηκα», απολογούμαι σχεδόν κλαίγοντας. «Για ποιο πράγμα άργησες;», με κοιτάζει απορημένη.
«Καλά, είναι δυνατό να μη θυμάται το δικό της πάρτυ;», σκέφτομαι από μέσα μου, αλλά δεν της το λέω. Μένω να την κοιτάζω σαν σκύλος που μόλις κατούρησε στο περσικό χαλί.
«Για κάτσε», μου λέει και νιώθω ότι το πρόσωπό της φωτίζεται. «Βότκα, πουκάμισο…για το πάρτυ ήρθες;». Της γνέφω καταφατικά και αυτή βάζει τα γέλια. Δεν πιστεύω στα μάτια μου.
«Χαζούλη, το πάρτυ είναι αύριο!», μου λέει γλυκά. Την κοιτάζω με γουρλωμένα μάτια. «Μα, Σάββατο δεν είναι σήμερα;». «Ναι», μου λέει, «Σάββατο είναι. Όμως το πάρτυ είναι την Κυριακή!».
Εκείνη τη στιγμή, κάνω κάτι απρόσμενο: Βάζω κι εγώ τα γέλια. Αλλά τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Αν δεν αγαπάς και δεν καταλαβαίνεις τα λάθη σου, είσαι χαμένος. Και μετά από ένα τέτοιο λάθος, σαν το σημερινό, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Μόνο να γελάσω με την αφηρημάδα και τη βλακεία μου.
Τουλάχιστον, δεν πήγαν όλα χαμένα. Με προσκάλεσε μέσα για φαγητό. Και ήταν το αγαπημένο μου, ρολό με κιμά. Είναι ωραίο να βλέπεις ότι τελικά και τα λάθη μπορούν να σου βγουν σε καλό. Σου θυμίζει ότι δεν είναι όλα σκατά σε αυτόν τον κόσμο, ότι δεν χρειάζεται να γκρινιάζουμε για ό,τι μας συμβαίνει. Ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να την περνάς βασανισμένος από τα λάθη σου και είναι καλύτερο να γελάς μαζί τους. Όπως κάνουν και αυτά μαζί σου…


ygmlogo.gif

Πάντα, το πρώτο πράγμα που κάνω μόλις φτάσω στη δουλειά είναι να τσεκάρω το e-mail μου (αργόμισθος, τι να πεις…). Συνήθως, είναι μια απελπισμένη προσπάθεια να πείσω τον εαυτό μου ότι κάποιος μπορεί να θέλει να μου πει κάτι. Και είναι απελπισμένη γιατί συνήθως το mailbox μου είναι πιο άδειο κι από την τσέπη μου.
Αλλά σήμερα ήταν αλλιώς: Φανταστείτε να έχετε ένα γραμματοκιβώτιο, στο οποίο δεν παίρνετε ποτέ γράμματα, πέρα από κανά-δυο διαφημιστικά για πιτσαρίες και, πού και πού, καμιά ενημέρωση από τον Εξωραϊστικό Σύλλογο Κουτσοχωρίου Ευρυτανίας. Και να το ανοίξετε μια μέρα απότομα και να πεταχτούν από μέσα 15 γράμματα! Κανονικοί, παχουλοί φάκελοι, με εξωτικά γραμματόσημα και μυρωδιά φρεσκοσταμπαρισμένης σφραγίδας.
Τους άνοιξα ανυπόμονα και τους «ρούφηξα» μέχρι το τελευταίο «και»! Ήταν υπέροχοι! Λατρεύω την επικοινωνία, έστω και με αυτόν τον απρόσωπο τρόπο. Ίσως και ακόμα περισσότερο! Όταν πρέπει να βάλεις τη φαντασία σου να δουλέψει για να μαντέψεις ποιος μπορεί να είναι ο αποστολέας, πώς είναι, τι του αρέσει και γιατί επέλεξε εσένα για να πει κάτι, η επικοινωνία αποκτά εντελώς νέο ενδιαφέρον.
Ναι, έχω ένα θέμα με την επικοινωνία. Και πώς θα μπορούσα να μην έχω, αφού είναι το αντικείμενο των σπουδών μου! Με ενδιαφέρουν όλες οι μορφές επικοινωνίας: Έντυπες και προφορικές, προσωπικές και απρόσωπες, ευχάριστες και δυσάρεστες, αποτελεσματικές και αποτυχημένες. Από το τηλέφωνο, που το σιχαίνομαι και το αποφεύγω όπως ο Καρατζαφέρης τους Αλβανούς, μέχρι το blog και το e-mail, που χρησιμοποιώ πλέον περισσότερο κι από το χαρτί, όλα είναι ενδιαφέροντα.
Έχω ανάγκη από επικοινωνία, αλληλεπίδραση. Έχω την ανάγκη να ανταλλάξω απόψεις. Έχω ανάγκη να μπω σε ένα ατέλειωτο debate για οτιδήποτε, δε με πειράζει. Είναι ωραίο να διαφωνείς με τους άλλους. Όπως είχα γράψει και παλιότερα (και, για να είμαι ειλικρινής, το είδα ξανά μετά από καιρό και αναφώνησα «τι είπα ο πούστης»…ναι, το ξέρω ότι δε με τιμά αυτό…), μόνο όταν διαφωνείς με τον άλλο μπορείς να κάνεις διάλογο. Οταν μιλάς με κάποιον και συμφωνείτε σε όλα, αυτό δεν είναι διάλογος, αλλά διχασμένος μονόλογος!
Συμφωνείτε μαζί μου; Ελπίζω όχι!!! 😛


bush_terrorist_mcd.jpg

Συνήθως τις ειδήσεις τις διαβάζω στο Ίντερνετ, άλλες φορές από τις free press εφημερίδες, σχεδόν ποτέ πια από την τηλεόραση. Κι όμως, την είδηση της ημέρας (για μένα) την είδα στο χαζοκούτι, και συγκεκριμένα…στο MAD! Ναι, κι εγώ νόμιζα ότι οι ειδήσεις σε αυτό το κανάλι περιορίζονται στη νέα κολεξιόν εσωρούχων της Μπιγιονσέ και στον νέο, ακόμα πιο απαίσιο CD της Μπρίτνι Σπίαρς.
Αλλά σήμερα η τελευταία είδηση ήταν ενδιαφέρουσα: Στην Αυστραλία, απαγορεύτηκε σε κάποιον να μπει στο αεροπλάνο, επειδή φορούσε μια μπλούζα που είχε πάνω τη φάτσα του πλανηταρχίδη μας, του Μπους, και έγραφε «Wanted: #1 Terrorist», ή κάτι τέτοιο. Ναι, γιατί θα δημιουργούσε διπλωματικό επεισόδιο ο θρασύτατος! Άσε που μπορεί να τον μαζεύανε για τρομοκράτη (βασικά, άμα ήταν λίγο μαυριδερός ο τύπος, τώρα θα ήταν στο πρώτο αεροπλάνο…για Γκουαντάναμο!)
Δεν μπορούσα να μείνω αμέτοχος στο φίμωμα μιας αυθεντικής φωνής διαμαρτυρίας, που επέλεξε έναν διακριτικό, αλλά και αστείο, τρόπο να πει αυτό που όλοι σκεφτόμαστε: Μπους, είσαι μαλάκας. Όχι, δεν πήρα την Διεθνή Αμνηστία για να διαμαρτυρηθώ, ούτε έβαλα βόμβα στην Αμερικανική Πρεσβεία -με πρόλαβαν άλλοι. Εγώ το μόνο που μπορούσα να κάνω -και το έκανα- ήταν να συνεχίσω από εκεί που τον σταμάτησαν τα καγκουρό με τις στολές.
Ήταν η κατάλληλη μέρα για να φορέσω την Bushbusters μπλούζα μου. Αυτή που δείχνει τον Τζορτζ Μπους σαν φαντασματάκι, και μπροστά του ένα μεγάλο απαγορευτικό, όπως στο ένδοξο έμβλημα των Ghostbusters. Μην ανησυχείς, άγνωστε Αυστραλέ φίλε μου, το μήνυμά σου έφτασε από την Ωκεανία στην Ελλάδα, ακόμα κι αν εσύ δεν έφτασες στον προορισμό σου, όποιος κι αν ήταν αυτός.
Πολλοί με κοιτάζουν στο μετρό όταν φοράω αυτή τη μπλούζα, και μου αρέσει. Οι περισσότεροι κοιτάνε, χαμογελάνε δειλά και γυρίζουν από την άλλη, λες και αν τους δω να γελάνε θα τους πλακώσω στο ξύλο. Μα αυτό ακριβώς θέλω, κυρία μου, να το δεις και να γελάσεις! Αλλιώς θα έβαζα μια μπλούζα με τη Μιμή Ντενίση πάνω, να ξινίζεις τα μούτρα σου όταν με βλέπεις!
Πάντως, μπορεί να έχω πει τα μύρια όσα στην νοοτροπία του Έλληνα, αλλά σε αυτό μας παραδέχομαι: Λατρεύω τον αντιαμερικανισμό μας, κι ας μην μπορούμε να τον αποδείξουμε έμπρακτα (όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο από το να βρει ο Μπους μια αιτία να «επανεγκαθιδρύσει τη δημοκρατία» και στην Ελλάδα…).
Ποιος μπορεί να κατηγορήσει αυτόν που έβγαλε το σύνθημα «Δόξα και τιμή στη ρουκέτα που άφησε τον πρέσβη δίχως τουαλέτα»;


atlas-in-love.jpg

Όταν δυσκολεύεσαι μέρα με τη μέρα να βλέπεις τα καλά της ζωής (κι αυτό δεν είναι τυχαίο, αφού αυτά συρρικνώνονται αργά, αλλά σταθερά…), είναι πολύ βολικό να φτιάξεις μια lovelist, να κάνεις μια απαρίθμηση όλων εκείνων των μικρών πραγμάτων που σε κάνουν ευτυχισμένο χωρίς να το καταλαβαίνεις. Σήμερα αποφάσισα να κάνω τη λίστα μου, και σας την παρουσιάζω…

 MY LOVELIST

Με κάνουν ευτυχισμένο:
– Η στιγμή που ανοίγω το παράθυρο το πρωί και βλέπω τον ήλιο να μου κλείνει το μάτι…
– Η μυρωδιά της κατεργασμένης λεβάντας στα ρούχα μου…
– Η συλλογή των περιοδικών μου, που περιμένουν στη σειρά για να ξαναδιαβαστούν…
– Το mp3 μου, που παίζει ό,τι θέλει, όποτε θέλω…
– Ο στόχος με τα βελάκια στον τοίχο του δωματίου μου, που ξέρω πως θα με υπηρετήσει πιστά την επόμενη φορά που θα έχω νεύρα…
– Ο τρόπος που η γάτα μου κοιμάται μακάρια πάνω στην οθόμη του υπολογιστή μου…
– Να βρίσκω λεφτά σε παλιά μπουφάν και τσέπες παντελονιών…
– Να μου λένε ότι αδυνάτισα/ομόρφυνα/ψήλωσα (!), ακόμα κι αν δεν ισχύει…
– Τα παιχνίδια στο κινητό μου, που μου κρατάνε συντροφιά όταν το τηλέφωνο μένει σιωπηλό…
– Όλες οι κωμωδίες που πέφτουν στα χέρια μου – καλές, κακές, δε με νοιάζει, αρκεί να γελάω…
– Να βρίσκω σχόλια στο blog…
– Τα απρόσμενα τηλέφωνα από ξεχασμένους φίλους…
– Να συμπληρώνω ερωτηματολόγια, πάσης φύσεως…
– Οι free press εφημερίδες, που αποδεικνύουν ότι τα καλύτερα πράγματα στη ζωή είναι δωρεάν…
– Το μετρό. Χωρίς περιττά σχόλια…
– Να παίζω ποδόσφαιρο, κι ας μην μπορώ να πετύχω ελέφαντα στο μισό μέτρο…
– Η Nova, η εξέλιξη της τηλεόρασης…
– Το Μοναστηράκι, ο Παράδεισος του συλλέκτη…
– Η θέα από το Baranoa, στην Ανάβυσσο…
– Τα καλά ανέκδοτα, και ακόμα περισσότερο όταν τα λένε όπως πρέπει…
– Ο Mocha Coconut των Starbucks, ο μόνος καφές (ο θεός να τον κάνει!!!) που πίνω…
– Τα ισπανικά, που είναι υπέροχη γλώσσα και δεσμεύομαι κάπου, κάπως, κάποτε να τα μάθω…
– Το βιβλίο με τα άπαντα του Γούντι Άλεν, που ξεσκονίζω τελευταία…
– Η σοκολάτα, και όποιος έχει αντίθετη γνώμη να πάει να πνιγεί στα καζάνια της ΙΟΝ (τι γλυκός θάνατος!)…
– Τα χαμόγελα, όπου και όποτε τα βλέπω…