Αγαπητό ημερολόγιο,

άλλη μία εβδομάδα πέρασε, άλλες επτά μέρες προστέθηκαν στη συλλογή μου, η οποία πολύ σύντομα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, θα φτάσει τα 9.500 χιλιάδες κομμάτια, απέχοντας πάντως σημαντικά από τα 15.001 που είχε συγκεντρώσει ο Τζίμης Πανούσης στο «Κάγκελα Παντού» και στα οποία φιλοδοξώ κάποτε να φτάσω, πριν βαρεθώ και σταματήσω να μαζεύω. Βλέπεις, και οι μέρες είναι σαν τα αυτοκόλλητα της Panini: Και τα δύο κατά βάθος δε σταματάς ποτέ να θέλεις να τα μαζεύεις και να τα κολλάς στο άλμπουμ, αλλά από κάποιο σημείο και μετά συνειδητοποιείς ότι είσαι πια πολύ μεγάλος για να συνεχίσεις να ασχολείσαι με τέτοιες συλλογές.

Κάτι τέτοια υπαρξιακά διλήμματα περνάνε από το μυαλό μου όταν είμαι στο μετρό μέρες σαν την περασμένη Πέμπτη, που το κινητό μου είχε ξεμείνει από μπαταρία, το PSP βρισκόταν ξεχασμένο σε κάποιο συρτάρι και το μόνο που είχα πάνω μου και μπορούσα να διαβάσω ήταν το χτυπημένο εισιτήριό μου, που δεν αντέχει σε παραπάνω από 20 αναγνώσεις, όπως διαπίστωσα, με αποτέλεσμα να μην έχω απολύτως τίποτα να κάνω στο μετρό, πέρα από το να μετράω τα φώτα στη διαδρομή (που είναι εκνευριστικό, γιατί κάθε τόσο υπάρχει μια καμένη λάμπα και σε μπερδεύει, και αναπόφευκτα χάνεις το μέτρημα και πεισμώνεις και ψάχνεις να βρεις κάτι άλλο να κάνεις, μέχρι που ξαναρχίζεις από την αρχή να μετράς τα φώτα, και ούτω καθεξής) και να σκαρώνω υπαρξιακά διλήμματα που θα έκαναν πραγματικά υπερήφανο τον Σαρτρ που προνόησε να αφήσει αυτόν τον μάταιο κόσμο αρκετά νωρίς ώστε να μην τα ακούσει ποτέ.

Ξέρεις κάτι; Είσαι πια ένα τυχερό ημερολόγιο. Όταν ήμουν άνεργος, όλες αυτές οι υπαρξιακές ανησυχίες, οι αμπελοφιλοσοφίες και εν γένει οι παπαριές που περνάνε από το κεφάλι μου καθημερινά (και ων ουκ έστιν αριθμός) κατέληγαν σε σένα. Τώρα που δουλεύω, δεν προλαβαίνω να σου τις πω και δεν είμαι αρκετά οργανωτικός για να τις καταγράψω, με αποτέλεσμα αυτές να διοχετεύονται στα βαγόνια του μετρό και πιθανώς να μεταδίδονται σε ανύποπτους συνεπιβάτες μου, ταλαιπωρώντας αυτούς αντί για σένα. Ναι, μπορείς να πεις ότι πλέον έχω αναβαθμιστεί από απλός βασανιστής ενός ημερολογίου σε αόρατη μάστιγα του μετρό. (ακολουθεί σατανικό γέλιο) BWAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHA! (είμαι τόσο σατανικός, που ξεσήκωσα το σατανικά σατανικό γέλιο του Bowser/Koopa, του «κακού» στο Super Mario. Τόσο σατανικός, ναι. Κανένα έλεος.)

Στο μεταξύ, κάποια στιγμή που εγώ δούλευα πυρετωδώς και δεν το πήρα χαμπάρι, ήρθε η Άνοιξη. Περίμενα ότι θα μου χτυπούσε την πόρτα, σαν κυρία που είναι, και θα περίμενε υπομονετικά να της ανοίξω («να ανοίξω στην Άνοιξη»; Χμμμμ…), αλλά αυτή μπήκε αθόρυβα με το έτσι θέλω, μου έριξε μια γερή δόση φτερνιζόσκονης όπως κάθε χρόνο (είναι η αγαπημένη της φάρσα, αν και έχει αρχίσει να με κουράζει λίγο) και μου κατσικώθηκε για τρεις μήνες στον σβέρκο. Βέβαια, δεν μπορώ να της κρατήσω κακία, γιατί μπορεί να με ταλαιπωρεί έτσι κάθε χρόνο, αλλά τουλάχιστον φέρνει μαζί της τα γενέθλιά μου, ένα Πάσχα και δυο-τρία άλλα δωράκια που με κάνουν να ξεχάσω τα καπρίτσια της. Πρέπει να της το αναγνωρίσω: Η Άνοιξη δεν έρχεται ποτέ με άδεια χέρια (αντίθετα με εκείνο το αγενέστατο, στραβομούτσουνο Φθινόπωρο, που μόνο μια-δυο αργίες φέρνει, κι αυτές αν τι θυμηθεί και με μισή καρδιά).

Πάντως, κάτι μου συμβαίνει τις τελευταίες μέρες. Πρώτα απ’όλα, έχω πλέον συμπληρώσει ένα μήνα δουλειάς και ούτε μία φορά δεν παρακοιμήθηκα το πρωί. Αντίθετα, ξυπνάω πριν κι από το ξυπνητήρι, το οποίο μάλιστα μου εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για το εργασιακό του μέλλον, δεδομένης και της οικονομικής κρίσης, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Επίσης, σιγά-σιγά μειώνεται ο χρόνος που αφιερώνω στα βιντεοπαιχνίδια, και αντίθετα αυξάνεται ο χρόνος που ξοδεύω για να διαβάσω βιβλία ή να αναζητήσω νέες μουσικές. Τέλος, νομίζω ότι έχει μειωθεί αισθητά η όρεξή μου για φαγητό, με άμεσο φόβο στο εγγύς μέλλον να μειωθεί και το βάρος μου. Με άλλα λόγια, έχω αλλοτριωθεί σαν άνθρωπος. Ή, για να το πω με έναν πιο κοινωνικά αποδεκτό τρόπο, ωριμάζω. Και, για να είμαι ειλικρινής, δε μου αρέσει καθόλου.

(μεταξύ μας, και στην εφηβεία καθόλου δε μου άρεσε όταν άρχισα να βγάζω τρίχες, αλλά τελικά όχι μόνο το αποδέχθηκα, αλλά φροντίζω να δείχνω αρκετές από αυτές, αποφεύγοντας με τακτικούς ελιγμούς το ξύρισμα εδώ και έναν ολόκληρο μήνα. Φάση είναι, θα περάσει.)

Προχθές, όμως, ήμουν και πάλι ο παλιός, κακός εαυτός μου. Στο πάρτυ που πήγα με τον φίλο μου τον Κ., περάσαμε εξαιρετικά, κυρίως επειδή βρήκαμε καλή παρέα εκεί (και επειδή μπορούσαμε να έχουμε 2-3 δωρεάν ποτά, έστω κι αν τα δικά μου ήταν Kiwi Sprite, που έχουν τόσο αλκοόλ όσο μία πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό). Βέβαια, όταν ήρθε η ώρα του χορού, απέδειξα στον εαυτό μου ότι όσα βιβλία και να διαβάσω, όσο ψαγμένη μουσική κι αν ακούσω και όσες μέρες κι αν προσθέσω στη συλλογή μου, θα είμαι πάντα ο άγαρμπος, ατσούμπαλος, ανίδεος από χορό Stranger που ήμουν και στα 15 μου, και στα 20 μου, και στα 25 μου, και πάντα. Γιατί όταν η Χ. με έπιασε από το χέρι για να χορέψω μαζί της, έπαθα κοκομπλόκο (για να το θέσω επιστημονικά). Λες και δεν υπήρχε μουσική, δεν υπήρχε ρυθμός και βρισκόμουν στο απόλυτο κενό του διαστήματος, αιωρούμενος στο πουθενά. Φυσικά, δεν πτοήθηκα καθόλου, αφού ούτε η πρώτη φορά που μου συνέβη ήταν, και πιθανότατα ούτε και η τελευταία. Τι να κάνουμε, δεν είμαστε όλοι προορισμένοι για το Dancing With The Stars. Βέβαια, ούτε και ο Λάτσιος ήταν, αλλά είδες πού έφτασε. Τέλος πάντων.

Και τώρα θα σε καληνυχτίσω γλυκά και θα σε αφήσω, φορτώνοντάς σου όμως έναν ακόμα βαθύ υπαρξιακό προβληματισμό – είπαμε, ανέβηκα επίπεδο, αλλά μου αρέσει ακόμα να σε ταλαιπωρώ με κάτι τέτοια. Κάνε, λοιπόν, τα φύλλα σου κομφετί, ψάχνοντας την απάντηση στο αμείλικτο ερώτημα:

Advertisements

Αγαπητό ημερολόγιο,

θυμάσαι που, όταν ήμουν άνεργος, σου έλεγα πόσο γρήγορα περνάνε οι μέρες, που δεν καταλάβαινα για πότε η Δευτέρα γινόταν Πέμπτη ή Παρασκευή κι όλα αυτά; Περίμενα ότι η δουλειά θα τα άλλαζε όλα αυτά. Αλλά τελικά τα πράγματα δεν άλλαξαν τόσο φοβερά όσο περίμενα: 9 μέρες πέρασαν από την τελευταία φορά που σου έγραψα, και θα’παιρνα όρκο ότι μόλις προχθές ήμουν πάλι εδώ στημένος και σου έγραφα. Φαίνεται πως ο χρόνος όταν εργάζεσαι λειτουργεί διχασμένα: Όταν είσαι στη δουλειά, οι ώρες περνούν αργά (και ενίοτε βασανιστικά), τόσο που να νομίζεις ότι το ρολόι του υπολογιστή έχει χαλάσει, κι ας είναι πρακτικά αδύνατον αυτό, όμως ο πραγματικός σου χρόνος, ο ελεύθερος, μειώνεται επικίνδυνα, σε σημείο που να μην προλαβαίνεις να κάνεις τίποτα ευχάριστο πριν πέσεις για ύπνο το βράδυ. Κι έτσι, όταν χτυπάει το ξυπνητήρι το πρωί δεν έχεις ιδέα τι μέρα είναι – αλλά ξέρεις ότι δεν είναι Σαββατοκύριακο, γιατί αλλιώς δεν θα χτυπούσε το ξυπνητήρι. Αναρωτιέσαι «τι έκανα χθες; Τι είδα στην τηλεόραση; Τι έπαιξα στον υπολογιστή; Τι βιβλίο διάβασα;», και δεν μπορείς να θυμηθείς, γιατί το πιο πιθανό ειναι ότι δεν πρόλαβες να κάνεις τίποτα από αυτά. Ή μπορεί να θυμηθείς τι έκανες, και μετά από λίγο να συνειδητοποιήσεις ότι δεν το έκανες χθες, αλλά πριν μία εβδομάδα, αλλά θα έβαζες το χέρι σου στη φωτιά ότι έγινε χθες. Και ευτυχώς που δεν το έβαλες, γιατί θα πάθαινες εγκαύματα τρίτου βαθμού.

Όμως, σήμερα θα σε εκπλήξω: Δε σκοπεύω να γκρινιάξω (άλλο). Αντίθετα, τις τελευταίες μέρες νιώθω πολύ καλύτερα, τόσο που δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Πρέπει να πέρασε αυτό το διάστημα προσαρμογής που λένε, και δεν το πήρα χαμπάρι. Ενώ τις πρώτες δύο εβδομάδες ένιωθα φοβερά κουρασμένος πριν και μετά τη δουλειά, και έπαιρνα το λεωφορείο ακόμα και για τη διαδρομή 15 λεπτών με τα πόδια από το σπίτι μου μέχρι τον σταθμό του μετρό, τώρα κάνω αυτή τη διαδρομή με τα πόδια, δύο φορές τη μέρα, και νιώθω μια χαρά. Ακόμα και χθες, που πήγα στη δουλειά άγρια ξενυχτισμένος από την ολονυχτία των βραβείων Όσκαρ (κι όλα αυτά για να δω τον Φίντσερ να χάνει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας – αλλά ας μην ανοίξουμε αυτήν την κουβέντα), ούτε καν χασμουρήθηκα. Απλά, το βράδυ έπεσα στο κρεβάτι σαν τούβλο που πέφτει από την κορυφή του Empire State Building. Με άλλα λόγια, έχω μέσα μου φοβερή ενέργεια, την οποία δυστυχώς σοαταλάω για άλλους λόγους από αυτούς που πραγματικά θα ήθελα, αλλά είπαμε ότι σήμερα δε θέλω να γκρινιάξω, οπότε θα σου πω ότι είναι ωραίο να έχεις τόση ενέργεια, νιώθεις πολύ ανθρώπινος.

Επίσης, τις τελευταίες μέρες νιώθω καλύτερα με τον εαυτό μου και για έναν άλλο λόγο: Πλέον, το εισιτήριο που χτυπάω στο μετρό δεν το κρατάω στην τσέπη μου (που ήταν και ο βασικός λόγος που έχουν μαζευτεί καμιά 50αριά χτυπημένα εισιτήρια στο κομοδίνο μου), αλλά το αφήνω για να το χρησιμοποιήσει κάποιος άλλος. Το δικό μου «ταξίδι» διαρκεί λιγότερη από μισή ώρα, οπότε γιατί να πάει χαμένη η υπόλοιπη μία ώρα που διαρκεί το εισιτήριο; Όλα ξεκίνησαν την προηγούμενη Τρίτη, όταν για πρώτη φορά αποφάσισα να γυρίσω με τα πόδια, και όχι με λεωφορείο, και άρα δε χρειαζόμουν πια το εισιτήριό μου. Κι έτσι το άφησα σε εμφανές σημείο. Το επόμενο πρωί, καθώς περίμενα στην ουρά για να βγάλω εισιτήριο από το μηχάνημα, ένας από αυτούς που είχε μόλις βγει από το μετρό με ακούμπησε συνωμοτικά στην πλάτη και μου έδωσε το εισιτήριό του. Ένιωσα σαν κάποιος να μου επέστρεφε το καλό. Και από τότε το κάνω συνέχεια (κι ας μη μου το έχει επιστρέψει κανένας άλλος).

Βέβαια, δε συμφωνούν όλοι με την παραχώρηση του εισιτηρίου. Σε μία κουβέντα που είχα πρόσφατα, προσπάθησαν να με πείσουν ότι το εισιτήριο είναι προσωποπαγές, το αγοράζω αποκλειστικά και μόνο για τις δικές μου μετακινήσεις και απαγορεύεται να το μεταβιβάσω στον οποιονδήποτε, ακόμα κι αν είναι η μάνα μου ή ο αδερφός μου – πόσο μάλλον ένας ξένος. Ότι με αυτήν την πρακτική χάνει λεφτά η εταιρεία, και άρα αν το κάνω αυτό αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει σε νέα αύξηση του εισιτηρίου ή/και σε μείωση των δρομολογίων, επειδή δε θα βγαίνουν τα έξοδα της εταιρείας. Και ότι, αν είμαι τόσο αλτρουιστής, τότε θα έπρεπε να δίνω στον άλλο το εισιτήριο πριν το ακυρώσω, και να παίρνω άλλο εισιτήριο για τον εαυτό μου. Εγώ, όμως, αυτό το θέμα δεν μπορώ να το δω επιχειρηματικά. Χέστηκα για την εταιρεία. Εγώ δεν κάνω αυτό που κάνω επειδή θέλω να καταστρέψω το κράτος, ούτε για να πάω κόντρα σε κανέναν. Το κάνω επειδή πιστεύω ότι είναι ανθρώπινο. Ότι είναι ωραίο πράγμα να βοηθάς έστω κι έτσι έναν συνάνθρωπό σου. Ναι, είναι μία εντελώς ανέξοδη βοήθεια, και δεν το λες και φιλανθρωπία. Αλλά για την ώρα είμαι τόσο άφραγκος, που δεν μπορώ να κάνω και τίποτα άλλο. Είναι ο δικός μου, χαζός τρόπος να κάνω τον κόσμο καλύτερο. Και ας με πιάσουν μια μέρα να το κάνω, κι ας μου ρίξουν πρόστιμο ή οτιδήποτε – έχω συνηθίσει πια την αντίδραση της καθεστηκυίας τάξης απέναντι σε καθετί ανθρώπινο, προστατεύοντας καθετί απρόσωπο.

Δεν έχω κάτι άλλο να σου πω για την εβδομάδα που μας πέρασε. Είναι εμφανής, νομίζω, η βελτίωση της διάθεσής μου. Ελπίζω την επόμενη εβδομάδα, που έχω και την πρώτη μου αργία (Καθαρά Δευτέρα!!!), να συνεχιστεί η ανοδική πορεία της διάθεσής μου, κόντρα σε αυτήν του μέσου όρου που πέφτει πιο γρήγορα κι από τούβλο από την κορυφή του Empire State Building (τι; Το είπα ήδη αυτό; Θα’παιρνα όρκο ότι το είπα την προηγούμενη εβδομάδα).

Καληνύχτα, και να θυμάσαι:

O σουρεαλισμός μας ενώνει!


Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρω ότι περιμένεις με αγωνία να πληροφορηθείς το αποτέλεσμα του χθεσινού interview, ελπίζοντας ότι πήρα τη δουλειά, κι έτσι θα βρεις επιτέλους την ησυχία σου από μένα. Και επειδή ένα από τα αγαπημένα μου χόμπι είναι να κρατάω τους άλλους σε αγωνία, θα σε αφήσω να αναρωτιέσαι για την ώρα.

Που λες, σήμερα το πρωί πήρα το μετρό, για να κατέβω στο κέντρο μια βόλτα, που είχα καιρό να πάω. Χάρη σε κάποιο παράξενο και εξαιρετικά σπάνιο παιχνίδι της τύχης, κατάφερα να βρω θέση. Όπως πάντα σε αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις, δίπλα μου κάθησε μια γιαγιά – όπως λέει και ο φίλος μου ο Κ., υπάρχει μια ελάχιστα γνωστή εφαρμογή του Νόμου του Μέρφυ, σύμφωνα με την οποία στο βαγόνι που θα μπεις θα είναι μαζεμένοι όλοι οι τρόφιμοι του πλησιέστερου ΚΑΠΗ, ενώ στα παραδίπλα βαγόνια θα παρελαύνουν οι τελευταίες φουρνιές των Καλλιστείων.

Η γιαγιά, με το που έκλεισαν οι πόρτες, έπιασε κουβέντα με έναν νεαρό που καθόταν απέναντί μας, που κρατούσε στα χέρια του ένα από αυτά τα ποδήλατα που διπλώνουν και χωράνε να μπουν και στην τσέπη (που λέει ο λόγος). Εντυπωσιάστηκε με την ιδέα ενός ποδηλάτου που μπορείς να το κουβαλάς παντού (όπως και εγώ, άλλωστε), και κάπως έτσι άρχισε μια κουβέντα μεταξύ τους για το πόσο χρήσιμο είναι ένα τέτοιο ποδήλατο στην πόλη. Σύντομα, στην κουβέντα μπήκε και ένας άλλος νεαρός, από τα απέναντι καθίσματα, ο οποίος συμφώνησε με τους προλαλήσαντες για τη χρησιμότητα του αναδιπλούμενου ποδηλάτου και πρόσθεσε πως θα ήθελε κι αυτός να αγοράσει ένα, για να μπορεί κι αυτός να το μεταφέρει με το μετρό όπου θέλει. Όταν η συζήτηση έφτασε αναπόφευκτα σε τέλμα (αφού όλοι συμφωνούσαν μεταξύ τους και δεν υπήρχε αντίλογος), ο νεαρός από απέναντι ρώτησε τον πρώτο νεαρό αν έχει παίξει σε κάποιο επεισόδιο της «10ης Εντολής», γιατί κάτι του θύμιζε. Όντως, είχε παίξει.

(σε εκείνο το σημείο, για πρώτη φορά άφησα το παιχνίδι που έπαιζα στο κινητό στην άκρη και γύρισα να τον κοιτάξω. Δε μου θύμιζε τίποτα. Παράξενο, γιατί έχω δει σχεδόν όλα τα επεισόδια της «10ης Εντολής»)

Έτσι, η συζήτηση μετατοπίστηκε στο επάγγελμα του ηθοποιού, στο πώς πάνε τα πράγματα στον κλάδο, τέτοια πράγματα. Ακούγοντας τη συζήτηση, ήρθε κοντά και μια κοπέλα που στεκόταν λίγο πιο πέρα, η οποία είχε μόλις τελειώσει τη δραματική σχολή και πήγαινε με το μετρό σε μία οντισιόν. Η κοπέλα ζήτησε συμβουλές από τον νεαρό, τον ρώτησε σε ποιο θέατρο παίζει και υποσχέθηκε να πάει να τον δει σε κάποια παράσταση. Και μετά το μετρό έφτασε στο Σύνταγμα και οι μισοί κατεβήκαμε, οι μισοί έμειναν στις θέσεις τους και η συζήτηση έλαβε άδοξα τέλος.

Τι έμαθα απ’όλα αυτά, λοιπόν:

1. Υπάρχουν όντως αναδιπλούμενα ποδήλατα, και δεν είναι αστικός θρύλος.
2. Τα ποδήλατα αυτά ξεκινούν από τα 450 ευρώ, και φτάνουν ένας θεός ξέρει μέχρι πού.
3. ΔΕΝ έχω δει όλα τα επεισόδια της «10ης Εντολής».
4. Το να κάθεσαι δίπλα σε γιαγιά στο μετρό δεν είναι απαραιτήτως κακό.
5. Ο κλάδος των ηθοποιών βρίσκεται σε εξίσου κακά χάλια με αυτόν των δημοσιογράφων.
6. Είναι πραγματικά υπέροχο να βλέπεις αγνώστους να ανοίγουν κουβέντα χωρίς να αλληλομπινελικώνονται.
7. Είναι λίγο μίζερο να τους βλέπεις να μιλούν μεταξύ τους, κι εσύ να κρυφακούς όλη τη συζήτηση, παίζοντας ταυτόχρονα Peggle στο κινητό, αντί να συμμετέχεις.
8. Την επόμενη φορά που θα μου τύχει κάτι παρόμοιο, θα «χωθώ» στη συζήτηση. Ασυζητητί.
9. ΔΕΝ είναι όλες οι ηθοποιοί κουκλάρες.
10. ΔΕΝ χρειάζεται όλες οι λίστες αυτού του τύπου να έχουν στρογγυλό αριθμό παρατηρήσεων. 9 μαθήματα ζωής σε μία μέρα είναι υπερ-αρκετά.

Και μετά από αυτό το φαινομενικά (αλλά και ουσιαστικά) άσχετο περιστατικό, ήρθε η στιγμή να σου αποκαλύψω τι έγινε στο χθεσινό interview.

Πρώτα απ’όλα, πρέπει να σου πω ότι το βράδυ πριν το interview δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Είχα φοβερό άγχος. Όχι για το αν θα έπαιρνα τη δουλειά – έχω πάει σε πολλές συνεντεύξεις πια για να με πιάνει τέτοια υπερένταση – αλλά για το αν θα κατάφερνα να βρω το κτίριο. Οι οδηγίες που μου είχαν δώσει μέσω τηλεφώνου ήταν κάπως συγκεχυμένες, και δεδομένου ότι η αίσθησή μου του προσανατολισμού είναι τόσο περιορισμένη που καμιά φορά στο σπίτι χάνω τον δρόμο και καταλήγω στην τουαλέτα αντί για το σαλόνι, δεν ήμουν καθόλου βέβαιος ότι θα κατάφερνα κάποτε να φτάσω εκεί. Παραδόξως, όχι μόνο έφτασα, αλλά έσπασα και κάθε ρεκόρ πρόωρης προσέλευσης, αφού έφτασα περίπου μία ώρα νωρίτερα από το ραντεβού (αλλά φυσικά προτίμησα να μείνω μέσα στο αυτοκίνητο για 40 λεπτά ακούγοντας ραδιόφωνο, παρά να φανώ τόσο λιγούρης και να πάω μία ώρα νωρίτερα).

Μπαίνοντας στο κτίριο, έπαθα την πλάκα μου. Πρώτα απ’όλα, στην είσοδο είχε περιστρεφόμενη πόρτα – από αυτές που τρελαινόμουν μικρός να παίζω μαζί τους, στριφογυρίζοντας ανελέητα γύρω-γύρω, μέχρι που με μάζευαν με το ζόρι οι γονείς μου. Μετά, τα γραφεία και οι διάδρομοι μύριζαν φρεσκάδα, λες και το κτίριο είχε εγκαινιαστεί μόλις χτες. Και στην υποδοχή είχε τόσο ανοιχτό χώρο, που άνετα διοργάνωνες αγώνα 5Χ5. Φαντάσου, λοιπόν, πόσο με εξέπληξαν όλα αυτά, δεδομένου ότι την τελευταία φορά που είχα πάει για interview σε ιστοσελίδα, ήμουν σε ένα ημιυπόγειο στο Παγκράτι, που μύριζε τσιγαρίλα μέχρι την Ακρόπολη και είχε να καθαριστεί από τότε που ο Χριστόδουλος ήταν ακόμα καντηλανάφτης.

Τέλος πάντων, κάθησα σε μια καρέκλα, περιμένοντας να τελειώσει ένα meeting, ώστε να μιλήσω με τους υπευθύνους του site. Στο μεταξύ, από τη διπλανή αίθουσα άκουγα κάποιες εργαζόμενες στο site να συζητάνε το καυτό κουτσομπολιό της ημέρας, δηλαδή την αποκάλυψη της σχέσης ενός τραγουδιστή με μία ηθοποιό. Για λίγο αναρωτήθηκα αν έκανα καλά που μπήκα σε αυτήν τη διαδικασία, μέχρι που το αγγελάκι δίπλα στο αυτί μου με σκούντηξε στον ώμο και μου είπε: «Να σου θυμίσω ότι, πρακτικά, είσαι σχεδόν δύο χρόνια άνεργος». Το επιχείρημά του ήταν τόσο καλό, ώστε το διαβολάκι πήγε και κρύφτηκε πίσω από το τύμπανο, και δεν είπε κουβέντα.

Λίγο αργότερα, με φώναξαν μέσα. Για να μη σου τα πολυλογώ, η υπεύθυνη του site μου είπε πως της αρέσει πολύ ο τρόπος που γράφω και το προσωπικό μου στυλ, αλλά βρήκε τα κείμενά μου πολύ μεγάλα, και ήθελε να με δοκιμάσει με πιο μικρά κείμενα. Έτσι, μου ανέθεσε να γράψω τρία μικρά κειμενάκια, πάντα για γυναικεία θέματα, και τα ξαναλέμε. Γενικά, το feeling ήταν πολύ καλό, μια φάση «σε θέλω, με θέλεις, αλλά κάτσε να συζήσουμε πριν παντρευτούμε, γιατί μπορεί εσύ να πετάς τα σώβρακά σου όπου να’ναι, κι εγώ δεν είμαι δούλα σου να τα μαζεύω». Φυσικά, σήμερα έγραψα τα κειμενάκια, τα έστειλα με mail και περιμένω την απάντηση.

Μην έχεις αυτήν την έκφραση, αγαπητό μου ημερολόγιο. Τίποτα δεν έχει κριθεί ακόμα. Μηδένα προ του τέλους μακάριζε. Δε με έχεις ξεφορτωθεί ακόμα. Αλλά ας πούμε ότι μπορείς να ελπίζεις ότι αυτό μπορεί να συμβεί σύντομα.

Και τώρα θα σε αφήσω να ονειρεύεσαι την πολυπόθητη μοναξιά σου, ενώ παράλληλα θα σκέφτεσαι το εξής: Αν γυριζόταν ένα remake του κλασικού παραμυθιού «Ο Λαγός και η Χελώνα», ποιος θα κέρδιζε; Ο Μπαγκς Μπάνι ή ο Λεονάρντο από τα Χελωνονιντζάκια;


Οι συστηματικοί αναγνώστες αυτού του ταπεινού blog θα έχουν ίσως παρατηρήσει ότι κάπου, εντελώς διακριτικά, αναγράφεται η φράση «ο άνθρωπος του μετρό». Ίσως και οι υπόλοιποι μπορέσουν να το εντοπίσουν με λίγη προσπάθεια. Αλλά φαίνεται πως εγώ δεν του έχω δώσει καμία σημασία τελευταία και έχω παραμελήσει αυτήν την πτυχή της ζωής μου, η οποία εξάλλου με οδήγησε και στο ευγενές σπορ του blogging.
Η αλήθεια είναι πως σπάνια συμβαίνει στο μετρό κάτι που να θέλω να γράψω. Φυσικά, η ατμόσφαιρα εκεί κάτω είναι πάντα ελκυστική και μου ασκεί μια μυστηριώδη, σχεδόν ανεξέλεγκτη έλξη. Αλλά όσο κι αν δεν ήθελα ποτέ να το παραδεχτώ, κάθε βόλτα με το μετρό μου θυμίζει τη μέρα της μαρμότας: Οι ίδιες κατσούφικες φάτσες, το ίδιο παιχνίδι του σκοταδιού με τα χλωμά φώτα, το ίδιο στρίγκλισμα στις ράγες. Μονοτονία.
Και χθες το πρωί συνέβη αυτό το κάτι διαφορετικό, αυτό που έβαλε ξανά το μυαλό μου σε λειτουργία. Σταθμός Ομόνοια. Το τρένο ανοίγει τις πόρτες του και οι βιαστικοί επιβάτες του, μαζί κι εγώ, το εγκαταλείπουν. Μόνο που κάποια βιάστηκε περισσότερο απ’ό,τι έπρεπε. Για την ακρίβεια, βιάστηκε τόσο πολύ που στραβοπάτησε στην αποβάθρα, με αποτέλεσμα να πέσει η παντόφλα της στο κενό μεταξύ της αποβάθρας και του σταματημένου συρμού.
Ήμουν ακριβώς δίπλα της εκείνη την ώρα και αναρωτιόμουν τι θα έπρεπε να κάνω. Δεν μπορούσα να γελάσω, όχι μόνο γιατί θα ήταν αγενέστατο, αλλά και επειδή μάλλον θα ένιωθα άσχημα στην θέση της αν έβλεπα τον κόσμο να γελάει. Δεν μπορούσα να στενοχωρηθώ, γιατί δεν της έφταιγε κανένας άλλος για αυτό που έπαθε, παρά μόνο η δική της βιασύνη. Δεν μπορούσα να μείνω εκεί να την βοηθήσω, γιατί βιαζόμουν – άλλωστε, δεν έβλεπα πώς θα μπορούσα να την βοηθήσω.
Είναι για κάτι τέτοιες στιγμές που αξίζει αυτή η μανία μου να τα παρατηρώ όλα. Εδώ και χρόνια έχω καταλάβει πως δεν έχει νόημα να παρατηρείς, αν το αντικείμενο της παρατήρησής σου δεν σε κάνει να σκέφτεσαι, να προβληματιστείς, να νιώσεις κάτι, οτιδήποτε. Θα μπορούσα πολύ απλά να σας μεταφέρω την σκηνή που περιέγραψα με εντελώς διαφορετικό τρόπο, χλευάζοντας την άτυχη κυρία και την παντόφλα της και ωθώντας σας σε (κρυφά ή υστερικά) γέλια, σαν αυτά που είδα γύρω μου εκείνη την ώρα. Αλλά τι νόημα θα είχε αυτό; Σήμερα δεν κάνω stand-up comedy, αλλά βαρετό talk show – στο κάτω-κάτω, δεν κάνω τηλεόραση, άρα δεν με ενδιαφέρουν οι θεαματικότητες, σωστά;
Περιττό να πω ότι δεν έκανα τίποτα. Στρίβοντας προς τις κυλιόμενες σκάλες, γύρισα για τελευταία φορά να την δω. Ο συρμός είχε ήδη αποχωρήσει και αυτή κοιτούσε τις ράγες με ένα βλέμμα 50-50: Μισό έκπληξη, μισό απόγνωση. Αν την είχα φωτογραφίσει ακριβώς εκείνη τη στιγμή, θα είχα στα χέρια μου ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα, που θα μπορούσε να εκτεθεί σε οποιαδήποτε γκαλερί σύγχρονης τέχνης. Να γιατί πρέπει πάντα να κουβαλάω μαζί μου μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή…
Αναρωτιέμαι τι να συνέβη στη συνέχεια. Νιώθω σαν να χάλασε το DVD στη μέση της ταινίας, αφήνοντάς με να αναρωτιέμαι πώς τελειώνει το έργο. Να συνέχισε την πορεία της ξυπόλητη, πετώντας και την άλλη παντόφλα στο μετρό; Μπα, πολύ χολιγουντιανό για να είναι αληθινό. Να αγόρασε καινούργια παπούτσια από την Ομόνοια, έχοντας πάρει το μάθημά της; Μπα, πολύ ρεαλιστικό για να είναι αληθινό. Και αυτή η έρμη η παντόφλα τι να απέγινε; Να την κονιορτοποίησε το επόμενο τρένο; Ποιος ξέρει…Σας έχω πει ποτέ πόσο με ενοχλεί να χαλάει το DVD πριν τελειώσει η ταινία;
Εκτιμώ απεριόριστα οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει αυτή τη μικρή σπίθα που χρειάζεται το τεμπέλικο μυαλό μου για να πάρει μπρος και να αρχίσει να λειτουργεί. Ακόμα κι αν είναι μία παντόφλα….