Με μεγάλο ενδιαφέρον αναμένεται φέτος η τελετή απονομής των πολιτικών Όσκαρ 2012, μετά τη σημερινή ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων από την Ακαδημία.

Μεγάλη μάχη αναμένεται να έχουμε στην κατηγορία του Α’ Ανδρικού Ρόλου, όπου κοντράρονται ο συγκλονιστικός Κίμωνας Κουλούρης, που μας άφησε άναυδους με την ερμηνεία του στην καθηλωτική περιπέτεια Drive, όπου υποδύεται έναν πρώην βουλευτή που καταδιώκεται από θεούς και δαίμονες (υποψήφιος για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου ο Χρήστος Παπουτσής) και ο απολαυστικός Γιώργος Παπανδρέου, που μας χάρισε απλόχερα το γέλιο στην σπαρταριστή κωμωδία «Ο Απόγονος» (The Descendant), όπου υποδύεται τον γκαφατζή απόγονο μίας μεγάλης οικογένειας πολιτικών, που τα κάνει θάλασσα. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει από τα φαβορί και τον ανυπέρβλητο Μάκη Ψωμιάδη, που πρωταγωνίστησε στο αποκαλυπτικό «Moneyball», το οποίο καταπιάνεται με το μείζον ζήτημα των στημένων ποδοσφαιρικών αγώνων. Για την ίδια ταινία ο Αχιλλέας Μπέος είναι υποψήφιος για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου.

Στην κατηγορία του Β’ Ανδρικού Ρόλου φαβορί είναι και πάλι ο Γιώργος Παπανδρέου, για την ερμηνεία του στο αριστουργηματικό θρίλερ «Μεσάνυχτα στις Κάννες», δίπλα στον Νικολά Σαρκοζί και την Άνγκελα Μέρκελ, ενώ δύο υποψηφιότητες στην κατηγορία έχει η ευφυέστατη κομεντί «Οι Υπηρέτριες («The Help»), με τους Ευάγγελο Βενιζέλο και Γιώργο Παπακωνσταντίνου να υποδύονται υποδειγματικά τους υπηρέτες της Τρόικας.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι ακόμα υποψήφιος (και ακλόνητο φαβορί) στην κατηγορία καλύτερης σκηνοθεσίας, για το ασπρόμαυρο κομψοτέχνημα «Ο Αρτίστας της Διαπλοκής» («The Artist»), ενώ μία άλλη δυνατή υποψηφιότητα είναι αυτή του Γιάννη Αλαφούζου, για την επικών διαστάσεων τηλεταινία «Βατοπέδι: Όλη η Αλήθεια».

Σε ό,τι αφορά τους γυναικείους ρόλους, έχουμε τρεις πολύ δυνατές υποψηφιότητες στην κατηγορία Α’ Γυναικείου Ρόλου: Αυτές της Ντόρας Μπακογιάννη (για την ερμηνεία της στη «Σιδηρά Κυρία»), της Βάσως Παπανδρέου (για την ερμηνεία της στο σοκαριστικό σπλάτερ «Επτά μέρες με τη Βάσω – My Week With Vaso») και της Εύας Καϊλή (για την ερμηνεία της στο πολυσυζητημένο «Κορίτσι με το Ντεκαπάζ). Εντύπωση προκάλεσε, ωστόσο, η απουσία της Άννας Διαμαντοπούλου από τις υποψηφιότητες, με την αιτιολογία ότι δεν έπεισε καθόλου στον ρόλο της Υπουργού Παιδείας στην ταινία «Ο Απόγονος».

Στις μικρότερες κατηγορίες, σίγουρη θεωρείται η επικράτηση της ταινίας Transformers 3: Η Σκοτεινή Πλευρά του ΠΑΣΟΚ (Transformers 3: Dark of the PASOK) στα ειδικά εφέ, αφού οι σκηνές στις οποίες οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ μεταμορφώνονται από τη μία στιγμή στην άλλη από αντιμνημονιακοί επαναστάτες σε άβουλα ρομποτάκια έχουν ήδη περάσει στην κινηματογραφική ιστορία. Αναμφίβολη είναι, επίσης, η επικράτηση της ταινίας Drive στην κατηγορία του καλύτερου make-up, με τη μάσκαρα του Κίμωνα Κουλούρη να κλέβει την παράσταση.

Από τις υποψηφιότητες στην κατηγορία Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας ξεχωρίζει σίγουρα το «Ελλήνων Έγερσις» του Άδωνι Γεωργιάδη, που έχει γυριστεί εξ ολοκλήρου στα αρχαία ελληνικά, καθώς και το αινιγματικό ντοκιμαντέρ «Γιώργος Παπανδρέου: Όλοι μου οι λόγοι», το οποίο ακόμα δεν έχει διευκρινιστεί σε ποια γλώσσα έχει γυριστεί, αφού ούτε και οι συντελεστές του το γνωρίζουν.

Στην κατηγορία πρωτότυπου σεναρίου δυνατό φαβορί φαίνεται να είναι το «Ο Γιώργος Καρατζαφέρης και οι Κλήροι του Θανάτου», που περιγράφει μία δυστοπική κοινωνία όπου ένα μικρό ακροδεξιό κόμμα φτάνει να κυβερνά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείεται να γίνει η έκπληξη με το πρωτότυπο «Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Εξέγερση των Θρησκόληπτων», με θέμα τις μαζικές αντιδράσεις για τη φυλάκιση ενός άκακου μοναχού. Στην κατηγορία διασκευασμένου σεναρίου, αντίθετα, φαβορί φαίνεται να είναι το μελόδραμα του Κάρολου Παπούλια «Extremely Proud and Incredibly Close-minded».

Τέλος, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού δεν θα απονεμηθεί βραβείο καλύτερης μουσικής επένδυσης, αφού η μοναδική υποψηφιότητα, αυτή του τραγουδιού «Καλημέρα Ήλιε» για την ταινία «Ο Απόγονος» αποσύρθηκε κατόπιν απαίτησης των συντελεστών.

Advertisements

Αγαπητό ημερολόγιο,

είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι είμαστε αχάριστα πλάσματα. Δεν εκτιμάμε αυτό που έχουμε, γιατί ανά πάσα στιγμή επιθυμούμε κάτι άλλο που δεν έχουμε, και όταν αποκτήσουμε αυτό το κάτι άλλο, ανακαλύπτουμε ότι πάλι δεν είμαστε πλήρεις, γιατί μας λείπει και κάτι ακόμα, το οποίο κι αυτό όταν το αποκτήσουμε θα γκρινιάζουμε για κάτι άλλο που θέλουμε, και πάει λέγοντας. Και ίσως αυτό είναι το πιο ισχυρό επιχείρημα υπέρ της θεωρίας της εξέλιξης (γιατί μια τέτοια συμπεριφορά την περιμένεις και από τις μαϊμούδες) και κατά της θεωρίας της Δημιουργίας (γιατί αν ο Θεός μας έφτιαξε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, τότε έχει κι αυτός το ίδιο ελάττωμα, άρα δεν είναι Παντοδύναμος).

Έτσι κι εγώ, μια ζωή θεωρούσα τον εαυτό μου γκαντέμη. Έναν από αυτούς τους τύπους που ακόμα κι αν παίξουν 43 νούμερα στο Λόττο, θα κληρωθούν τα άλλα έξι. Και η αλήθεια είναι ότι, σε ό,τι έχει να κάνει με τα λεγόμενα «τυχερά» παιχνίδια, πολύ σπάνια κερδίζω. Ακόμα και στο κορώνα-γράμματα, συνήθως χάνω. Βέβαια, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι είμαι αρτημελής, έχω μια οικογένεια και ένα σπίτι να μείνω, και γενικά σίγουρα δεν δικαιολογώ σε καμία περίπτωση τον χαρακτηρισμό του «γκαντέμη», δεδομένου του πόση δυστυχία υπάρχει στον κόσμο. Γκαντέμης είναι αυτός που γεννήθηκε σε μια φαβέλα στη Βραζιλία και πετάει χαρταετούς για να ειδοποιεί τους μαφιόζους ότι έρχονται οι μπάτσοι. Γκαντέμης ειναι αυτός που ζει μια χαρά τη ζωή του στη Χιροσίμα, και μια ωραία πρωία σκάει μια ατομική βόμβα και εξαϋλώνεται. Γκαντέμης είναι το βρέφος που γεννιέται στο Νταρφούρ, και έχει τόσες ελπίδες να φτάσει τα 50 χρόνια, όσες το καναρίνι μου να πατήσει στο φεγγάρι. Εγώ δεν είμαι «γκαντέμης». Κανένας από μας δεν είναι. Γκρινιάρηδες είμαστε όλοι, απλά γκρινιάρηδες. Και αχάριστοι.

Που λες, πάντα με θεωρούσα γκαντέμη. Σαν απόδειξη αυτής της θεωρίας, πρόβαλλα πάντα το επιχείρημα ότι δεν είχα κερδίσει ποτέ σε έναν, έστω, διαγωνισμό. Έστω ένα σετ κατσαρόλες, ή έναν αποχυμωτή. Κάτι, τέλος πάντων, έτσι, για να μη γκρινιάζω. Προχθές, όμως, κέρδισα για πρώτη φορά. Ήταν ένας διαγωνισμός για μια «μυστική προβολή» σε έναν κινηματογράφο. Όταν μου έστειλαν το μήνυμα ότι κέρδισα, δεν πίστευα στα μάτια μου. Μια ολόκληρη θεωρία, που πίστευα πια ότι ήταν ακλόνητη, κατέρρεε μπροστά μου εντελώς απροσδόκητα. Αλλά όλα αυτά, φυσικά, τα σκέφτηκα πολύ αργότερα, γιατί εκείνη την ώρα ήμουν απλά χαρούμενος που είχα κερδίσει επιτέλους κάτι.

Πηγαίνοντας χθες στο σημείο προβολής, είχα αγωνία. Τι θα μας έδειχναν; Για να είμαι ειλικρινής, είχα την ελπίδα ότι θα ήταν κάτι πολύ σπέσιαλ, π.χ. το «The Social Network», που το περιμένω με αγωνία. Τελικά δεν ήταν και τόσο σπέσιαλ: Είδαμε το «Buried», αυτήν την ταινία που ένας τύπος είναι για μιάμιση ώρα κλεισμένος σε ένα φέρετρο, θαμμένος κάτω από το έδαφος, και σε όλη τη διάρκεια της ταινίας δε βλέπεις τίποτα άλλο, παρά έναν απελπισμένο τύπο να μιλάει σε ένα κινητό. Δε θα πω ψέματα, η ταινία δεν είναι κακή. Ή, για να το θέσω αλλιώς: Η ταινία είναι όσο καλή μπορεί να είναι μια ταινία με έναν και μοναδικό πρωταγωνιστή, σε ένα και μοναδικό φέρετρο. Δηλαδή, αν εξαιρέσεις κάτι βαρβάτα χασμουρητά στη μέση του έργου, ήταν αρκετά ενδιαφέρον. Αλλά ακόμα κι αν βλέπαμε το «Ο Μπάτμαν και η επίσκεψη στον οδοντίατρο», πάλι δεν θα γκρίνιαζα – τζάμπα ταινία είδα, στο κάτω-κάτω. Και αυτό το δικαίωμα, να δω τζάμπα ταινία, το ΚΕΡΔΙΣΑ.

Σε άλλες ειδήσεις από το εσωτερικό, τώρα: Βρήκα δουλειά. Που λέει ο λόγος, δηλαδή.

Εξηγούμαι: Σήμερα είχα και πάλι interview, στην εταιρεία που είχα πάει και την προηγούμενη εβδομάδα, για να συζητήσουμε τη συμμετοχή μου σε ένα ταξιδιωτικό site. Μετά από λίγα λεπτά, το interview μετατράπηκε σε μίτινγκ μεταξύ όλων των συντελεστών της ιστοσελίδας, και πριν καλά-καλά το καταλάβω, βρέθηκα με δουλειά: Μέχρι την Τρίτη πρέπει να γράψω μια σειρά σύντομων τουριστικών κειμένων, για έναν νομό της Ελλάδας. Αν όλα πάνε καλά, θα γράψω κι άλλες παρόμοιες σειρές για έναν ή δύο άλλους νομούς, και θα πληρωθώ με 250 ευρώ (καθαρά) για κάθε μία από αυτές τις σειρές κειμένων. Δεν είναι πολλά τα χρήματα, αλλά από το σπίτι θα δουλεύω, τι απαιτήσεις να έχω; Άλλωστε, αν όλα πάνε καλά, μπορεί να παραμείνω σαν μόνιμος συνεργάτης, με πιο μόνιμο μισθό.

Φυσικά, το να γράφω για τα τουριστικά αξιοθέατα της Ελλάδας δεν ήταν ποτέ το όνειρό μου, αλλά είναι ένα καλό ξεκίνημα. Εξάλλου, η εταιρεία στην οποία ανήκει το site έχει και πολλά άλλα παραρτήματα, αρκετά πιο ενδιαφέροντα, στα οποία ελπίζω ότι ίσως κάποτε να μεταπηδήσω και να κάνω κάτι που μου αρέσει περισσότερο. Και όπως και να το κάνεις, δεν έχω και τίποτα καλύτερο να κάνω, έτσι δεν είναι;

Εννοείται ότι, γυρίζοντας το βράδυ από την εταιρεία, ήμουν χαρούμενος. Αλλά ξέρεις τι είναι ακόμα καλύτερο από το να γυρίζεις στο σπίτι μετά από ένα επιτυχημένο interview; Να γυρίζεις στο σπίτι μετά από ένα επιτυχημένο interview, και να βρίσκεις μια ζεστή πίτσα να σε περιμένει. Ναι, αν πρέπει να οπτικοποιήσω την απόλυτη ευτυχία, αυτή θα ήταν η εικόνα της: Ψυχική ικανοποίηση, ζεστή πίτσα και μια σοκολάτα γάλακτος για επιδόρπιο. Και σεξ, ίσως, αλλά αυτό δε μας έκατσε σήμερα.

Θυμάσαι που σου έλεγα για αυτήν την αλλαγή στη ζωή μου, αυτό το απροσδόκητο change of fortune; Ε, συνεχίζεται. Και συνεχίζει να με εκπλήσσει και να με αποστομώνει. Και σε παρακαλώ, αν αρχίσω να ακούγομαι σαν τον Κοέλιο, να μου ρίχνεις καμιά σφαλιάρα να συνέλθω. Θα μου αξίζει.

Λοιπόν, θα σε αφήσω στην ησυχία σου (και αυτή τη φορά μάλλον θα σε αφήσω για μερικές μέρες, γιατί πρέπει να βάλω τα δυνατά μου για να τελειώσω αυτή τη δουλειά μέχρι την Τρίτη), και θα σε καληνυχτίσω με μια εικόνα, από αυτές που βλέπεις κάθε μέρα στους δρόμους, αλλά συνήθως τις προσπερνάς αδιάφορα, χάνοντας μια πολύ καλή ευκαιρία στιγμιαίας φιλοσοφίας:

(αν τολμάς, απάντα καταφατικά)


Αγαπητό ημερολόγιο,

η βαρεμάρα είναι μια πολύ σοβαρή ασθένεια. Μπορεί να προκαλέσει ολική παράλυση στους μύες του σώματος, μαζική εξόντωση εγκεφαλικών κυττάρων, ακόμα και θάνατο (θα έχεις ακούσει τη φράση «βαριέμαι μέχρι θανάτου»). Αυτά είναι τα κακά νέα. Τα καλά νέα είναι ότι η βαρεμάρα μπορεί να καταπολεμηθεί με εκατομμύρια διαφορετικούς τρόπους. Ο καλύτερος τρόπος, κατά τη γνώμη μου, είναι η εύρεση εργασίας, γιατί άπαξ και πιάσεις δουλειά δεν προλαβαίνεις όχι να βαρεθείς, αλλά ούτε καν να πεις «Πάτερ Ημών», ή «Κύριε, καρνέησον», σε μια απέλπιδα προσπάθεια να πείσεις τον Θεό να σου στειλει ένα σοκολατούχο, μπας και τη βγάλεις καθαρή και σήμερα. Μέχρι να γίνει το θαύμα, όμως, και να βρω δουλειά, πρέπει να εφαρμόσω άλλες θεραπείες. Ως τώρα έχω δοκιμάσει την αποχαύνωση στο Playstation, την αποχαύνωση στο Internet και την αποχαύνωση στην τηλεόραση, χωρίς αξιόλογα αποτελέσματα. Οπότε, είπα να δοκιμάσω κάτι καινούργιο: Ταινίες. Ναι, ταινίες.

Η αλήθεια είναι ότι κάποτε ήμουν ταινιοφάγος. Μπορούσα να βλέπω δύο και τρεις ταινίες τη μέρα. Αλλά φαίνεται πως κάποια στιγμή στη ζωή μου αποφάσισα ότι είχα καλύτερα πράγματα να κάνω για δύο συνεχόμενες ώρες από το να παρακολουθώ μια ταινία, η οποία στο τέλος μπορεί να έβγαινε και πατάτα (είναι ακριβώς το ίδιο επιχείρημα που λένε οι γυναίκες για το ποδόσφαιρο, ότι βλέπεις απί δύο ώρες ένα ματς, στο οποίο μπορεί τελικά να μην μπει κανένα γκολ, αλλά στην κινηματογραφική του εκδοχή). Αν σκεφτείς, επίσης, ότι στο μεταξύ η τιμή του εισιτηρίου στο σινεμά σχεδόν διπλασιάστηκε, ήταν μάλλον αναπόφευκτο εγώ και ο κινηματογράφος να πάρουμε χωριστούς δρόμους. Η σχέση μας αναθερμάνθηκε (για να μη σου πω ότι υπερθερμάνθηκε κιόλας) όταν έμαθα πώς να βρίσκω ταινίες στο Internet, με αποκορύφωμα τους τελευταίους μου μήνες ως φαντάρος, όταν έβλεπα το λιγότερο δύο ταινίες τη μέρα, στο μακαρίτικο το laptop μου ή στα laptop των άλλων φαντάρων. Αλλά μην τα πεις αυτά πουθενά παραέξω, μη νομίζουν ότι κάθε βράδυ στον Στρατό κάναμε πάρτυ και κάθε τόσο φέρναμε Βουλγάρες να μας κάνουν στριπτίζ. Μετά το τέλος της θητείας μου, όμως, και κατόπιν του άδοξου χαμού του laptop μου (το οποίο μου έκλεψαν μέσα από το αυτοκίνητο – τραυματική εμπειρία, δε σου λέω τίποτα), οι σχέσεις μας ψυχράνθηκαν ξανά.

Και τις τελευταίες δύο μέρες ξεκίνησα μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης, η οποία νομίζω ότι πηγαίνει αρκετά καλά. Μέσα σε δύο μέρες έχω δει τρεις ταινίες: Το Leap Year (ρομαντική κομεντί, από αυτές που βγάζει με το κιλό το Χόλιγουντ – φιλική συμβουλή: Μην αφήσεις ΠΟΤΕ γυναίκα να διαλέξει ταινία για σένα), το Kick-Ass (που το λάτρεψα, γιατί μου θύμισε πώς είναι να είσαι παιδί και να θες να γίνεις υπερήρωας) και, τελευταίο και καλύτερο, τον Κυνόδοντα του Λάνθιμου (που με έκανε να εκτιμήσω ξανά τον ελληνικό κινηματογράφο). Α, και τις προάλλες είδα το Sex and the City 2 (που είναι τόσο ενδιαφέρον, όσο το να βλέπεις τον παππού σου να κόβει τα νύχια του με τον νυχοκόπτη). Έχω ακόμα 5-6 ταινίες που περιμένουν στην ουρά για να τις δω, και μου φαινεται πως η βαρεμάρα έχει κιόλας αρχίσει να υποχωρεί. Ήδη νιώθω τα εγκεφαλικά μου κύτταρα να ξαναγεννιούνται.

Ξέρεις, τέτοια εποχή πριν από ακριβώς έναν χρόνο έπιανα τη δουλειά στο βιβλιοπωλείο. Ήταν το υπέρτατο αντίδοτο για τη βαρεμάρα που με ταλαιπωρούσε τότε. Να φανταστείς πως, όταν τελικά έφυγα από αυτήν τη δουλειά, τρεις μήνες αργότερα, μου πήρε μια ολόκληρη εβδομάδα απερίσπαστης ξάπλας για να συνέλθω. Και μετά μου πήρε οκτώ ολόκληρους μήνες να βρω μια άλλη δουλειά για να αντιμετωπίσω τη νέα επιδημία βαρεμάρας, μόνο και μόνο για να φύγω και από εκεί μετά από τρεις εβδομάδες. Αρχίζω και σκέφτομαι μήπως το πρόβλημα δεν είναι η «αγορά», η «κρίση» και ο «καπιταλισμός», αλλά εγώ. Μήπως είμαι υπερβολικά τεμπέλης, υπέρμετρα φιλόδοξος ή απλά αδικαιολόγητα αισιόδοξος, που ψάχνω μια δουλειά που να μου ταιριάζει έστω και ελάχιστα, που να με γεμίζει και που να θέλω να την κάνω, και όχι μια δουλειά «ό,τι να’ναι»; Δεν ξέρω. Η δουλειά δεν είναι παίξε-γέλασε. Είναι κάτι που σε απασχολεί περίπου 12 ώρες τη μέρα (κι ακόμα περισσότερο αν προσθέσεις τα μεταφορικά, τη δουλειά στο σπίτι και τους εφιάλτες ότι έχεις πάει στη δουλειά χωρίς παντελόνι και γελάνε όλοι μαζί σου). Δεν θα έπρεπε αυτή η δουλειά να είναι κάτι που κάνεις με ευχαρίστηση και όχι σιχτιρίζοντας τη μάνα σου που σε γέννησε 25 χρόνια πριν την μεγάλη οικονομική ύφεση; Εγώ έτσι το βλέπω. Αλλά δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα μπορώ να το βλέπω έτσι.

A, παραλίγο να το ξεχάσω: Θυμάσαι που σου έλεγα ότι όσο χτύπαγα κουδούνια στην τελευταία μου δουλειά είχα βγάλει και κάποιες φωτογραφίες; Ε, έφερα μερικές να σου τις δείξω:

Αυτή είναι από το Μετς, κοντά στον σταθμό Συγγρού-Φιξ. Ο τρομοκράτης-φαντασματάκι.

Αυτή είναι από το σταθμό του τρένου στην Κηφισιά. Και μετά αναρωτιούνται οι ταξιτζήδες γιατί τους έχει βγει το κακό όνομα.

Αυτή είναι πάλι από την Κηφισιά. Ακόμα και οι τοίχοι το ξέρουν.

Αυτή είναι από το Αιγάλεω. Πρόσεξε, σε παρακαλώ: Δεν πρόκειται για ένα τυπικό «Μαρία σ’αγαπώ». Είναι γραμμένο με stencil. Που σημαίνει ότι κάποιος έκατσε και κατασκεύασε ολόκληρο stencil, μόνο και μόνο για να δηλώσει ότι αγαπάει το μπαρμπουνάκι του. Respect.

Και αυτή είναι από τον Χολαργό. Η απάντηση στην ερώτηση είναι πολύ πιο πολύπλοκη από ένα απλό «ναι», πίστεψέ με.

Λοιπόν, σε αφήνω και πάλι στην ησυχία σου. Αλλά πριν σ’αφήσω θα σου πω το εξής: Ακόμα και το χαλασμένο ρολόι λέει σωστά την ώρα δυο φορές τη μέρα – αλλά ποιος χρειάζεται ένα ρολόι που λέει λάθος την ώρα 23.99 ώρες το 24ωρο;



Αααααααααχ…Πλησιάζει πάλι το Πάσχα…Και αυτό σημαίνει πρακτικά δύο πράγματα: Πρώτον, ήρθε η ώρα του Πέτρου Γαϊτάνου να χεστεί στο τάλιρο (καλά, τις υπόλοιπες 330 μέρες του χρόνου πώς ζει;). Και δεύτερον, ήρθε η ώρα να πλημμυρίσουν οι τηλεοράσεις μας από τα πατροπαράδοτα «πασχαλινά» φιλμ που γυρίστηκαν μερικές δεκαετίες πριν: «Ο Ιησούς Από τη Ναζαρέτ», «Βαραββάς», ξέρετε τώρα. Όλοι τα έχουμε δει έστω και για λίγο, σε μια στιγμή ασυνείδητης (και ανεξήγητης) πασχαλινής κατάνυξης.

Ωστόσο, αυτές οι ταινίες έχουν τόση σχέση με το ελληνικό Πάσχα, όση και ο Καλιγούλας με το σούσι. Αν όντως οι ταινίες που προβάλλονταν πριν το Πάσχα ήθελαν να έχουν επαφή με την πραγματικότητα, τότε θα έμοιαζαν περισσότερο με τις ακόλουθες:


«Δεν είναι η ιδέα πίσω από τον Χριστιανισμό που κατηγορώ, ή τον Ιουδαϊσμό, ή από οποιαδήποτε θρησκεία. Είναι οι επαγγελματίες που τις μετέτρεψαν σε εταιρείες. Υπάρχει πολύ χρήμα στη μπίζνα του Θεού. Πολύ χρήμα. Τα βασικά διδάγματα του Ιησού είναι θαυμάσια. Όπως, με την ευκαιρία, είναι και η αρχική πρόθεση του Καρλ Μαρξ, εντάξει; Ποιο είναι το κακό; Όλοι πρέπει να μοιράζονται τα πάντα με ισότητα. Κάνε αυτό που θες να σου κάνουν. Δημοκρατία. Διακυβέρνηση από το λαό. Όλες φοβερές ιδέες, είναι όλες φοβερές ιδέες. Αλλά όλες υποφέρουν από ένα μοιραίο σφάλμα. Που είναι ότι όλες βασίζονται στην λανθασμένη εντύπωση ότι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους αξιοπρεπείς. «Δώσε τους μια ευκαιρία να κάνουν το σωστό και θα την αρπάξουν». Ότι δεν είναι ηλίθια, εγωιστικά, άπληστα, δειλά, κοντόφθαλμα σκουλήκια. Αυτό που λέω είναι ότι οι άνθρωποι κάνουν τη ζωή τόσο πολύ χειρότερη απ’όσο πρέπει να είναι και, πιστέψτε με, (η ζωή) είναι ένας εφιάλτης και χωρίς τη βοήθειά τους. Αλλα γενικά, λυπάμαι που το λέω, αλλά είμαστε ένα αποτυχημένο είδος.»

Αυτή η εισαγωγή στο «Whatever Works» του Γoύντι Άλεν είναι από σήμερα ο αγαπημένος μου κινηματογραφικός μονόλογος (ρίχνοντας στη δεύτερη θέση τον μαγικό μονόλογο του Αλ Πατσίνο στο τέλος του «Δικηγόρου του Διαβόλου»). Λες και ο Γούντι διαβάζει τις σκέψεις μου. Ή λες και εγώ διαβάζω τις δικές του – πιο πιθανό αυτό. Απλά, υπέροχο. Όπως και η υπόλοιπη ταινία.

Α, ρε Γούντι τι μας κάνεις…


(εντάξει, το ξέρω ότι δεν είναι και ό,τι καλύτερο στην ιστορία του Photoshop, αλλά ακόμα μαθαίνω! Δείξτε κατανόηση!)