Όσο υπάρχει χρόνος για βόλτες, θα υπάρχει και διάθεση. Δεν είμαι σίγουρος αν θέλω να υπάρχει τόσος χρόνος ή αν προτιμώ να βρω μια δουλειά και να μου κοπεί και ο χρόνος και η διάθεση, αλλά να βγάζω και τα δικά μου λεφτά, επιτέλους. Αλλά μια και υπάρχει ακόμα, ας το εκμεταλλευτούμε.

Η δεύτερη βόλτα ξεκινάει από την Πλατεία Μαβίλη. Ιδανικό σημείο εκκίνησης: Κεντρικό, με πολλές πιθανές κατευθύνσεις και με όλα τα free press έντυπα στα stand τους – η Αθήνα είναι υπέροχη την Πέμπτη.

Αυτή τη φορά δεν πήγα προς Παγκράτι, αλλά προς Αμπελοκήπους. Γνωστό μονοπάτι, αλλά αυτή τη φορά αλλάζω διαδρομή: Δεν πηγαίνω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, αλλά από την άλλη μεριά, στρίβω στην Τσόχα και φτάνω στη Γούβα. Εκεί, σε ενα γυμνάσιο βγάζω και την πρώτη φωτογραφία:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1137

Νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα να ονομαστεί έτσι κάποιος δρόμος. Εμένα, πάντως, θα μου άρεσε.

Προσπερνώντας τα οπαδικά γκραφίτι των οπαδών του Παναθηναϊκού, που υπάρχουν σχεδόν σε κάθε τοίχο της περιοχής, φτάνω στην αφετηρία του 022, «Ν.Κυψέλη – Μαράσλειος». Πηγαίνω από την πίσω πλευρά του σχολείου, μήπως και βρω κάτι να φωτογραφίσω, αλλά τζίφος. Συνήθως στα σχολεία είναι τόσο εύκολο να βρεις κάτι να φωτογραφίσεις, που νιώθω σαν να κλέβω εκκλησία όταν το κάνω. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, έτσι όπως έχουν καταντήσει οι εκκλησίες, θα’πρεπε όλοι να τις κλέβουμε. Αλλά τέλος πάντων.

Περνάω στον περιφερειακό του Λυκαβηττού, την οδό Μελίνας Μερκούρη («πρώην Αθηναίων Εφήβων», με ενημερώνουν οι πινακίδες). Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι υπάρχει τόσο πράσινο μαζεμένο στην καρδιά της Αθήνας πέρα από το Ζάππειο. Κι όμως, υπάρχει. Και είναι πανέμορφο.

Σε μια μικρή παιδική χαρά στ’αριστερά μου βλέπω έναν ηλικιωμένο άνδρα να πλένει τα δόντια του σε μια βρύση. Μου φαίνεται παράξενο, γιατί δεν είναι άστεγος, αλλά ένας καλοστεκούμενος ηλικιωμένος. Τον κοιτάω από μακριά με ένα βλέμμα όλο περιέργεια. Μάλλον με αντιλαμβάνεται και αποφεύγει την οπτική επαφή. Ακόμα αναρωτιέμαι τι έκανε εκεί.

Κατεβαίνω ένα σκαλοπάτι παρακάτω, στη Δεινοκράτους, και καταλαβαίνω ότι πλησιάζω στο Κολωνάκι. Τα tags των γκραφιτάδων μειώνονται δραματικά (δεν τα φωτογραφίζω ποτέ, γιατί δε μου αρέσουν – τι νόημα έχει να βάζεις την υπογραφή σου σε έναν τοίχο χωρίς να γράψεις κάτι σε αυτόν;), και η κίνηση των αυτοκινήτων αυξάνεται.

Αποφεύγω το σκληρό πυρήνα του Κολωνακίου – τι να κάνω εγώ εκεί πέρα; Να φωτογραφίζω τη ματαιοδοξία τους; Δεν θέλω. Φτάνω στο Σινέ Δεξαμενή, στην πλατεία της Δεξαμενής του Αδριανού. Ο κόσμος εκεί είναι φυσιολογικός, απλοί άνθρωποι κάθονται και πίνουν τον καφέ τους, χωρίς να κοιτάνε δεξιά κι αριστερά για να βρουν κάποιον διάσημο. Κι άσε τους άλλους να ψάχνονται.

Από την οδό Λυκαβηττού περνάω στην Αναγνωστοπούλου, τελευταίο κολωνακιώτικο προπύργιο πριν περάσεις τα σύνορα του Βασιλείου των Εξαρχείων. Εκεί βλέπω και τα τελευταία πολυτελή αυτοκίνητα, παίρνω μια τελευταία δόση γκλαμουρίλας πριν στρίψω στη Δημάκη και τελικά στη Δαφνομήλη, όπου αρχίζουν τα ημιυπόγεια, τα συνθήματα και όλη αυτή η γνωστή περιοχή που όλοι ξέρουμε και μερικοί αγαπάμε. Τα Εξάρχεια.

Ήδη, από τη Δαφνομήλη φεύγω με δύο φωτογραφίες:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb11381

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1139

Οι κάθετοι δρόμοι μου είναι όλοι τους γνωστοί, περισσότερο εξ ακοής, από τον καιρό που έμενα στα Εξάρχεια. Ασκληπιού, Τσιμισκή, Καλλιδρομίου…Αναρωτιέμαι αν θα ήμουν διαφορετικός άνθρωπος σήμερα, αν η οικογένειά μου δεν είχε αποφασίσει να μετακομίσουμε πριν 15 χρόνια. Και νμίζω πως θα ήμουν διαφορετικός – ίσως όχι καλύτερος ή χειρότερος, αλλά διαφορετικός.

Στρίβω στη Λασκάρεως και περνάω έξω από το σπίτι που έζησε και πέθανε η γιαγιά μου, την οποία ταλαιπώρησα όσο μπορούσα με την παρουσία μου στα 5 και κάτι χρόνια που την πρόλαβα. Και την στράγγιξα οικονομικά.

Στη Μαυρομιχάλη με πιάνει η καρδιά μου. Το θρυλικό σινεμά Αλφαβίλ έχει γίνει σούπερ μάρκετ. Δεν το ήξερα. Στενοχωρήθηκα. Όχι τόσο για μένα, που δεν πρόλαβα ποτέ να δω εκεί καμιά ταινία, αλλά για τη φουκαριάρα τη μάνα μου και τον πατέρα μου, που φάγανε τα νιάτα τους εκεί μέσα και στο Εκράν – που ευτυχώς υπάρχει ακόμα. Το είδα με τα μάτια μου στη Ζωοδόχου Πηγής, κοντά στο πρώτο μου σπίτι.

Κατεβαίνω τη Βατατζή και κοιτάζω, όπως πάντα, τους τοίχους. Βλέπω αυτό:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1140

Δεν είναι ότι συμφωνώ, αλλά αισθητικά μου έκανε «κλικ». Και λίγο πιο κάτω, στην Κομνηνών, κάτι άλλο μου τράβηξε την προσοχή:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1143

Και απέναντι από το παλιό μου σπίτι στη Ζωοδόχου Πηγής, είδα αυτό:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb11411

Μόνο τα Εξάρχεια θυμούνται τον Αλέξη, άραγε;

Λίγο πιο κάτω, στρίβοντας για Χαριλάου Τρικούπη, στάση για μια ακόμα φωτογραφία, τελευταία για σήμερα:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1142

Κατηφορίζω προς την Πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας. Το «παρκάκι», όπως μου το έλεγαν όταν ήμουν ακόμα 5 χρονών και με πήγαιναν εκεί για να παίζω. Σήμερα δε βλέπω κανένα παιδάκι να παίζει. Μόνο κάτι γέρους που παίζουν τάβλι ή κάτι παρόμοιο και μια παρέα μαύρων σε ένα παγκάκι. Μου αρέσει που κυκλοφορούν πολλοί μαύροι στην περιοχή. Θυμάμαι ότι όταν έμενα εγώ εκεί δεν υπήρχαν μαύροι. Θυμάμαι ότι είχα παραξενευτεί όταν είχα δει για πρώτη φορά έναν μαύρο έξω από το σπίτι μου τότε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή νόμιζα ότι μαύροι υπήρχαν μόνο στην Αμερική και στις ταινίες που έδειχνε καμιά φορά η τηλεόραση. Σήμερα αυτό δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, και αυτό θα έπρεπε να μας χαροποιεί.

«Πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας»…Παράξενο όνομα. Αλλά όχι και τόσο παράξενο, αν σκεφτείς ότι έχουμε και Πλατεία Αμερικής, Πλατεία Αιγύπτου…Θα δούμε, άραγε, ποτέ μια Πλατεία Παλεστίνης; Μακάρι.

Περνάω απέναντι, στου Γκύζη. Έχει αρχίσει να νυχτώνει. Ίδιο σκηνικό. Παλιές πολυκατοικίες, πολύ γκρίζο, καθόλου χρώμα. Αλλά και μια γοητεία που καμιά φορά νομίζω πως μόνο εγώ βλέπω.

Βγαίνω στην Αλεξάνδρας. Δεν έχει αλλάξει καθόλου. Η Λεωφόρος είναι ακόμα εκεί. Τα προσφυγικά είναι ακόμα εκεί – ευτυχώς. Η ΓΑΔΑ είναι ακόμα εκεί – δυστυχώς. Ο χρόνος αλλοιώνει τους μικρούς δρόμους, τους μεγάλους τους σέβεται. Ή τους λυπάται, αν προτιμάτε.

Ο κύκλος ολοκληρώνεται μέσω Βασιλίσσης Σοφίας. Μέσα στον χαμό και τη φασαρία, να νιώσω ξανά ότι είμαι σε μία μεγαλούπολη που σφύζει από ζωή – η φασαρία είναι ζωή, η σιωπή είναι θάνατος. Ή τουλάχιστον αυτό πιστεύω εγώ, ένας αυθεντικός Αθηναίος. Δε νομίζω ότι πολλοί το πιστεύουν αυτό.

Φτάνω ξανά στην Πλατεία Μαβίλη. Ούτε δύο ώρες δεν κράτησε η βόλτα. Λιγότερο κι από την τελευταία ταινία του Φίντσερ, που οπωσδήποτε θα δω αυτές τις μέρες. Μου κόστισε μόνο δύο κουρασμένα πόδια, τίποτα άλλο. Τζάμπα πράμα.

Και οι βόλτες συνεχίζονται…

Advertisements

Βόλτα στην Αθήνα, επιτέλους, μετά από 11 μήνες θητείας. Σαν ελεύθερος πολίτης. Αν και, με δυο-τρεις μπάτσους σε κάθε γωνία, αυτό το «ελεύθερος πολίτης» μπαίνει σε αμφισβήτηση. Η επιστράτευση τόσων πολλών μπάτσων, και μάλιστα όχι μόνο στα Εξάρχεια, αλλά και σε ολόκληρο το κέντρο, δύο πράγματα μπορεί να σημαίνει: 1. Ότι κάποιος εκεί πάνω (στο υπουργείο, εννοώ) είναι τόσο ηλίθιος ώστε να πιστεύει ότι ο κόσμος θα νιώθει πιο ασφαλής βλέποντας παντού γύρω του αστυνομικούς με όπλα έτοιμα για όλα, ή 2. ότι κάποιος εκεί πάνω είναι τόσο έξυπνος, ώστε κατάλαβε ότι τον συμφέρει πολύ περισσότερο ο κόσμος να φοβάται παρά να είναι ελεύθερος, και γι’αυτό αύξησε την αστυνομική δύναμη. Τείνω προς τη δεύτερη εκδοχή.

Ο δρόμος με έβγαλε στο Μετς, προς το Παγκράτι. Καταλαβαίνεις ότι είσαι στο Παγκράτι όταν όλοι οι δρόμοι γύρω σου έχουν αρχαία ονόματα που δεν έχεις ακούσει ποτέ στη ζωή σου. Ζηνοδότου, Αντισθένους, Φορμίωνος…Κάπου εκεί έβγαλα και την πρώτη μου φωτογραφία για το 2009:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1132

Ε, τον παντρεύεσαι ή δεν τον παντρεύεσαι μετά απ’ αυτό;

Λίγο πιο κάτω, σε έναν άλλο δρόμο με περίεργο όνομα είδα αυτό:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1133

Δεν ξέρω γιατί ακριβώς έβγαλα αυτή τη φωτογραφία. Αυτό το κουκλάκι μου έκανε «κλικ». Θα μπορούσα να γράψω πάνω από χίλιες λέξεις γι’αυτό. Αλλά δεν ξέρω γιατί.

Και στρίβοντας σε ένα στενό λίγο πιο κάτω, είδα κι αυτό:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1134

Πολύ φιλοσοφημένο, ε;

Μετά πέρασα πίσω από το Καλλιμάρμαρο, βγήκα μέσω Ζαππείου στη Βουλή, όπου ήταν παρκαρισμένα δεκάδες αστυνομικά οχήματα λόγω διαδήλωσης, και κατηφόρισα την Ερμού. Μου είχε λείψει ακόμα και αυτή η ματαιότητα των καταναλωτών που πλημμυρίζουν την Ερμού για να ξοδέψουν το μισθό τους. Και μου είχε λείψει και η σχολή μου, στην Καπνικαρέα. Περνώντας από εκεί, δεν μπορούσα να μη βγάλω αυτές τις δύο φωτογραφίες:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1135

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1136

(η δεύτερη βγήκε λίγο κουνημένη – θα επιστρέψω στον τόπο του εγκλήματος για να επανορθώσω)

Και η βόλτα ολοκληρώθηκε στην ανανεωμένη πλατεία του Μοναστηρακίου, που το είχα καημό να τη δω. Όμορφη είναι, την είχα συνηθίσει ένα ατέλειωτο εργοτάξιο.

Και οι βόλτες θα συνεχίζονται, τώρα που υπάρχει χρόνος και διάθεση…


Μου αρέσει να σκέφτομαι την Αθήνα σαν μία Άγρυπνη Πόλη, μία πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, μία πόλη που έχει δική της ζωή, δική της ψυχή, δικό της μυαλό. Οι τοίχοι της είναι γεμάτοι από τις σκέψεις της, τα δαχτυλικά της αποτυπώματα, που συνήθως προσπερνάμε αδιάφορα. Εμένα μου αρέσει να τα παρατηρώ…

katharoitoixoi.jpg

koukos.jpg

mpatsos.jpg

tromos.jpg

dsc00014.jpg

dsc00015.jpg

dsc00023.jpg

ekloges.jpg

etaireia.jpg

f16.jpg


Ένα από τα χόμπι μου είναι οι φωτογραφίες. Φωτογραφίζω κυρίως γκραφίτι, αλλά γενικά μου αρέσει να φωτογραφίζω πράγματα που μου αποσπούν την προσοχή και κυρίως πράγματα που αύριο μπορεί να μην είναι εκεί που είναι σήμερα…Σήμερα σας παρουσιάζω 10 από τις αγαπημένες μου φωτογραφίες, όλες από τους δρόμους της αγαπημένης μου Αθήνας…

dsc00018.jpg

dsc00020.jpg

mpatsoipodosfairo.jpg

patrida.jpg

sagapo.jpg

stopsaxno.jpg

tyxaio.jpg

bakunin.jpg

bin-laden.jpg

christmas-elegy.jpg


Καλό το μετρό, αλλά δεν μπορεί να σε πάει παντού. Ναι, υπάρχουν μερικά μέρη που πρέπει να πάρεις το Πεζό 2 (κοινώς, τα ποδαράκια σου) ή το αυτοκίνητο για να πας. Σήμερα το κατάλαβα αυτό και με το παραπάνω.
Ο τύπος στο συνεργείο ήταν παραπάνω από σαφής: Το βαριόμοιρο (και αυτός είναι ένας χαρακτηρισμός που ταιριάζει σε καθετί πάεφτει στα χέρια μου…) Opel μου είχε μείνει εντελώς από μπαταρία, αφού είχα να το ξεκινήσω σχεδόν 2 εβδομάδες, και για να ξαναφορτίσει έπρεπε να κάνω βόλτες επί μία ώρα τουλάχιστον. «Και να περνάς τις 2.500 στροφές», συμπλήρωσε.
Ωραία όλα αυτά. Στα καλά του καθουμένου είχα φορτωθεί ένα ασθμαίνον αυτοκίνητο, που, λες και ήταν το λεωφορείο στο Speed, δεν έπρεπε να κόψει ταχύτητα για την επόμενη μία ώρα, αλλιώς θα έμενε στον τόπο. Υπέροχα.
Πού μπορεί να πάει κανείς στις 11 τα χαράματα (για μένα) για να τρέξει ένα αναιμικό αυτοκίνητο; Στην Αττική Οδό είπατε; Περίφημη ιδέα! Τα 3 Ευρώ ποιος τα δίνει; Εγώ; Α, όχι, μάλλον με μπερδέψατε για κάποιον άλλον, κάποιον εφοπλιστή ίσως. Μάλλον θα πρέπει να βρούμε κάποια πιο φτηνή λύση.
Ξεκίνησα, κι όπου με βγάλει ο δρόμος. Βγήκα στην Κατεχάκη, πέρασα από Καισαριανή, Ηλιούπολη, βγήκα στο κέντρο. Και είχε περάσει μόνο μισή ώρα. Τότε μου ήρθε η ιδέα: Να περάσω από μέρη που έχουν κάτι να μου πουν. Τα μέρη που μεγάλωσα, τα μέρη που είχα χρόνια να επισκεφτώ. Ωραία ιδέα, ε;
Πρώτα πέρασα από τα Εξάρχεια. Εκεί, σε μια παρακμιακή πολυκατοικία περιτριγυρισμένη μόνο από άλλες παρακμιακές πολυκατοικίες και τίποτα άλλο, έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Η πολυκατοικία έχει μείνει ίδια. Για να είμαι ακριβής, τα πάντα έχουν μείνει ίδια. Η αποθήκη απέναντι είναι ακόμα εγκαταλελειμένη. Το ψιλικατζίδικο στη γωνία είναι ακόμα όπως όταν άνοιξε, πριν καμιά 30αριά χρόνια. Μόνο ο χασάπης της γειτονιάς έχει αλλάξει την επιγραφή, την έχει κάνει πιο μοντέρνα. Α, και η πιτσαρία που ήταν λίγο πιο κάτω έκλεισε. Όλα τ’άλλα έμειναν απελπιστικά ίδια.
Μετά μου ήρθε μια ακόμα πιο τρελή ιδέα: Να περάσω από τον παιδικό σταθμό, που πήγαινα από 2 χρονών. Εκεί κοντά ήταν. Όσο κι αν έψαξα, δεν τον βρήκα. Ή έχει κλείσει, ή η μνήμη μου δυσκολεύεται να ανακαλέσει την ακριβή τοποθεσία ενός κτιρίου που έχω να δω σχεδόν 20 χρόνια. Όλα παίζουν.
Η επόμενη γειτονιά μου ήταν στο Μαρούσι, σε ένα αδιέξοδο. Φοβερά χρόνια, αν ήταν στο χέρι μου δεν θα είχα φύγει ποτέ από εκεί. Βέβαια, εκεί τίποτα δεν έμεινε ίδιο. Οι δύο αλάνες έχουν μετατραπεί σε δύο γκρίζα μεγαθήρια, το αδιέξοδο είναι πλέον κάθετος της Κηφισίας και το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς το έχει μια στριμμένη γριά. Υποθέτω πως θα μπορούσε να είναι και χειρότερα: Η πιλοτή όπου έμαθα ποδόσφαιρο, ποδήλατο, πινγκ πονγκ (!), αλλά και έρωτα, φιλία, διασκέδαση, είναι ακόμα στη θέση της.
Γύρισα στο σπίτι με μια απροσδόκητη αίσθηση νοσταλγίας. Πόσες αναμνήσεις μπορεί να έχει κανείς στην ηλικία μου; Την απάντηση την έμαθα σήμερα: Τόσες, όσες χωράνε σε ένα βλέμμα, σε μια στιγμή, σε μια σταγόνα δάκρυα. Και, πιστέψτε με, είναι πάρα πολλές…



Ώρα 9:30 το βράδυ, σε μια στάση λεωφορείου. Μόλις έχεις βγει από το μετρό. Τα μπωφόρ έχουν πάψει πια να μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και τα αυτιά σου έχουν αποκτήσει μια ελαφριά απόχρωση του μπλε. Μετά από 5 λεπτά αναμονής, σαν λογικός άνθρωπος, θα συνεχίσεις να περιμένεις το αργόσχολο λεωφορείο, μην μπορώντας να κάνεις κάτι άλλο. Ευτυχώς που η φύση δε με προίκισε με αρκετή λογική για να κάνω κάτι τέτοιο, παρά με ένα κράμα παραφροσύνης και μαζοχισμού, κι έτσι αποφάσισα να πάρω τα πόδια μου, αψηφώντας το τσουχτερό κρύο, και να κάνω έναν απονενοημένο ημίωρο περίπατο μέχρι το σπίτι μου. Και τελικά δεν το μετάνιωσα.
Είναι φοβερό το πόσο διαφορετικός σου φαίνεται ένας δρόμος το πρωί και το βράδυ. Όταν γύρω σου απλώνεται το σκοτάδι και νιώθεις πως είσαι ολομόναχος στο δρόμο είσαι πιο ελεύθερος. Κάνε ό,τι θες: Χόρεψε ζεϊμπέκικο στη μέση του δρόμου, τραγούδα δυνατά, μίλα στον εαυτό σου: Πράγματα που δεν μπορείς να κάνεις όταν σε κοιτάζουν δεκάδες ζευγάρια ύποπτα μάτια, τη νύχτα επιτρέπονται. Και τα απολαμβάνεις ακόμα περισσότερο υπό το αχνό φεγγαρόφως…
Αυτό που σκεφτόμουν στη διαδρομή είναι η σιωπηρή δικτατορία των σκέψεων πάνω στα λόγια. Όταν φτάνεις στο τέλος, για οποιοδήποτε τέλος κι αν μιλάμε, συνειδητοποιείς πως η ζωή σου εξαρτάται περισσότερο από αυτά που δεν είπες ποτέ, αν και ήθελες να τα πεις, παρά από αυτά που είπες. Μετανιώνεις για ανόητες σιωπές, δαιμονοποιείς τις σκέψεις σου αυτές που έμειναν σκέψεις, αυτές που δεν μπόρεσες να μετουσιώσεις σε λόγο. Κατηγορείς τον εαυτό σου που δεν βρήκες ποτέ το θάρρος να πεις αυτά που σκεφτόσουν, που πάντα σκεφτόσουν υπερβολικά πριν μιλήσεις, και τελικά έμενες σιωπηλός, που θεοποίησες την σκέψη και αμέλησες τα λόγια. Χωρίς, ίσως, να συνειδητοποιείς ότι πάντα οι άνθρωποι γύρω σου ακούνε αυτά που λες με αναλυτική διάθεση: Ψάχνουν να βρουν τι πραγματικά σκέφτεσαι όταν μιλάς, γιατί θεωρούν τα λόγια ως ένα προπέτασμα καπνού που κρύβει τις μύχιες σκέψεις σου. Και τελικά καταλήγεις να αναρωτιέσαι τι θα άλλαζε στη ζωή σου αν έλεγες πάντα αυτό ακριβώς που σκεφτόσουν. Θα ήταν καλύτερη, αφού θα διεκδικούσες περισσότερα, ή θα ήταν πιο δύσκολη, γιατί κανείς δεν θα ενδιαφερόταν να σ’ακούσει; Ποιος ξέρει…Συνήθως η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Κατ’άλλους, η αλήθεια είναι εκεί έξω, ό,τι στο διάολο κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό. Για μένα η αλήθεια είναι ένα φύλλο χαρτί, κομμένο σε χιλιάδες μικρά κομματάκια, και καθένας από μας έχει ένα μικρό κομματάκι. Αν τα ενώσουμε, μόνο τότε θα μάθουμε την αλήθεια…
Το κοντσέρτο των μπωφόρ συνεχίζεται…Το ακούω ακόμα. Και νιώθω ότι παίζω κι εγώ κάποιο όργανο στην ορχήστρα…



Ο φίλτατος Γκόγκος σε σχόλιό του μου προσάπτει (δικαίως) ότι δεν δικαιολογώ πλέον τον τίτλο του blog μου, αφού δε γράφω για το μετρό.
Πράγματι, από αλλού ξεκίνησα κι αλλού κατέληξα: Άρχισα να γράφω για πράγματα που βλέπω στο μετρό. Μόνο που κάποια στιγμή είδα ότι επαναλαμβανόμουνα: Αίσθηση σαρδελοποίησης, μοναξιά μέσα στο πλήθος, κακομούτσουνα προσωπεία…Συνεχώς τα ίδια. Γι’αυτό και αποφάσισα να επεκταθώ.
Αυτό δε σημαίνει πως όσα γράφω είναι εντελώς άσχετα με το μετρό…Αντιθέτως, ακόμα αυτό με εμπνέει! Ό,τι είναι γραμμένο εδώ πέρα αποτελεί απλώς την ηλεκτρονική μεταφορά των όσων γράφω στο ταλαιπωρημένο τετράδιό μου όσο κινούμαι με το μετρό. Όλα είναι εμπνευσμένα από την απροσδόκητα λυρική μαυρίλα της σήραγγας, που νιώθω πια πως είναι το μόνο μέρος που μπορώ να σκεφτώ απερίσπαστα. Ακόμα και το εκκωφαντικό σύρισμα του συρμού πάνω στις ράγες μου φαίνεται χίλιες φορές πιο όμορφο από την πιο μελωδική κόρνα που κυκλοφορεί στους δρόμους της Αθήνας. Βέβαια, σ’αυτό βοηθάνε και τα ακουστικά…
Στην αρχή μου φάνηκε αλλόκοτο που κάτι τόσο πεζό ή καθημερινό, όπως το μετρό, με ενέπνεε τόσο. Όμως, στην πορεία συνειδητοποίησα πως δεν είμαι μόνος. Ίσως είμαι ο μόνος που κάθεται και γράφει μανιωδώς, ακόμα και στα όρθια αν είναι γεμάτο το βαγόνι, αλλά δεν είμαι ο μόνος που γοητεύεται και αντλεί συναισθήματα από αυτήν την υπόγεια σαϊτα. Στις διαδρομές μου βρήκα κι άλλους σαν κι εμένα, και νιώθω πως υπάρχουν πολλοί ακόμα που δεν έχω ανακαλύψει.
Γι’αυτό, την επόμενη φορά που θα πετύχετε τον περίεργο τύπο με το τετράδιο σε κάποια διαδρομή, μη διστάσετε να του μιλήσετε. Ίσως να έχετε κάποια κοινά μαζί του…