Σινεμά



Χθες το απόγευμα πήγα και είδα το «2012». Ειλικρινά, αν δεν το έχετε δει σας συνιστώ να τρέξετε να το δείτε. Μιλάμε για την καλύτερη κωμωδία της χρονιάς, ίσως και της δεκαετίας. Έχω να γελάσω έτσι από τότε που είδα το Scary Movie 2 (μη με βρίζετε, ήμουν μόλις 16 χρονών, αν και αυτό δεν εξηγεί το γεγονός ότι έχω δει όλες τις ταινίες της σειράς τουλάχιστον 2 φορές. Τέλος πάντων.). Εντάξει, πολλές χολιγουντιανές ταινίες δείχνουν έναν ήρωα που ξεφεύγει με τον πιο απίστευτο τρόπο από εξωφρενικές καταστάσεις – εξάλλου, γι’αυτό φημίζεται το Χόλιγουντ. Αλλά αυτά που γίνονται σε αυτήν την ταινία δεν έχουν απολύτως καμία επαφή με την πραγματικότητα. Η οικογένεια των πρωταγωνιστών δεν είναι μια απλή, καθημερινή οικογένεια, αλλά μια οικογένεια Τσακ Νόρις: Γύρω τους διαλύεται το σύμπαν, κι αυτοί δεν παθαίνουν ούτε γρατζουνιά. Τολμώ, μάλιστα, να δηλώσω ότι τόσο απίθανα πράγματα δε συμβαίνουν ούτε καν στα σίριαλ του Παπακαλιάτη.

Και όλα αυτά δεν τα λέω ειρωνικά, μη με παρεξηγείτε. Μιλάω σοβαρά: Σε σκηνές οι οποίες υποτίθεται ότι προκαλούν δέος ή έστω απότομη αύξηση της αδρεναλίνης, εμένα με έπιανε υστερικό γέλιο (ευτυχώς που ήταν άδεια η αίθουσα, δηλαδή). Αλλά έχω την εντύπωση πως και ο ίδιος ο σκηνοθέτης της ταινίας αυτόν τον σκοπό είχε, να μας κάνει να γελάσουμε. Δεν μπορώ να εκλάβω διαφορετικά την εικόνα ενός αυτοκινήτου που καταπλακώνεται από έναν ολόκληρο ουρανοξύστη και περνάει από μέσα του σαν να ήταν χάρτινος. Ή την εικόνα ενός μισοδιαλυμένου τροχόσπιτου που ξεφεύγει από ένα γιγαντιαίο ηφαίστειο, εν μέσω καταιγισμού από φλεγόμενα βράχια, και φτάνει τελικά στο αεροδρόμιο, όπου το αεροπλάνο που περιμένει τον ήρωά μας δεν έχει χτυπηθεί ούτε από ένα χαλίκι. Το μόνο που έλειπε ήταν ένας αράπης να του κάνει αέρα.

Όπως και να’χει, πέρασα πολύ ευχάριστα και ούτε που το κατάλαβα πότε κύλησαν δυόμισι ώρες. Να πάτε να το δείτε κι εσείς. Προετοιμαστείτε για χοντρά γέλια.

(Εντελώς άσχετο υστερόγραφο, αλλά δεν άξιζε να κάνω ξεχωριστό post για να το γράψω: Τζόρτζεβιτς, Γεωργάτος, Ντομί, Ραούλ Μπράβο, Λεονάρντο. Λογικό συμπέρασμα: Για να πάρει κανείς θέση βασικού στην αριστερή πλευρά του Ολυμπιακού πρέπει απαραιτήτως να είναι καραφλός. Μάλλον γι’αυτό δεν αποκτήθηκε αριστερό χαφ το καλοκαίρι: Δεν βρήκαμε καραφλό. Λες να βρεθεί κανένας τον Ιανουάριο; Άντε να δούμε…)


Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά όλα τα είδη ταινιών έχουν κάποια κοινά στοιχεία. Κλισέ, στερεότυπα, χολιγουντιανές συμβάσεις, τέτοια πράγματα (π.χ. οι βόμβες πάντα έχουν μια τεράστια κόκκινη ένδειξη για το πότε θα σκάσουν, να ξέρουν κι οι πρωταγωνιστές πόση ώρα έχουν για να τις απενεργοποιήσουν, και άλλα πολλά).

Αλλά σήμερα σας αποκαλύπτω ότι έχουν και κοινή αφετηρία. Δείτε και μόνοι σας, διαβάζοντας τις παρακάτω μικρές περιλήψεις για το τι συνήθως συμβαίνει σε κάθε ταινία, χολιγουντιανή και μη:

Δραματική ταινία

Ένας άντρας και μια γυναίκα ερωτεύονται. Μετά τσακώνονται και χωρίζουν, αλλά αγαπιούνται ακόμα. Και πριν προλάβουν να επανασυνδεθούν, ο ένας από τους δύο πεθαίνει. Φυσικά, ο άλλος δεν ξαναερωτεύεται ποτέ κανέναν/καμία άλλο/η και είτε πεθαίνει, είτε δε μαθαίνουμε ποτέ τι απέγινε, γιατί μετά την κηδεία πέφτουν οι τίτλοι του τέλους.

Κοινωνική ταινία

Ένας άντρας και μια γυναίκα ερωτεύονται. Μετά τσακώνονται και χωρίζουν, αλλά αγαπιούνται ακόμα. Όμως δεν ξανασυναντιούνται για πολύ καιρό, και στο μεταξύ παντρεύονται με άλλους. Στο τέλος, ξανασυναντιούνται και αποφασίζουν να τα παρατήσουν όλα για να είναι μαζί.

Μεταφυσικό δράμα

Ένας άντρας και μία γυναίκα ερωτεύονται. Είναι πολύ αγαπημένοι, αλλά ο ένας από τους δύο πεθαίνει. Ο άλλος πλαντάζει στο κλάμα, μέχρι που το φάντασμα του/της νεκρού/ής κάνει την εμφάνισή του και αναστατώνει τη ζωή του ζωντανού. Ευτυχώς, το μαρτύριο του ζωντανού δεν κρατάει πολύ, γιατί στο τέλος αποφασίζει να αυτοκτονήσει για να βρει τη μοναδική του αγάπη στον άλλο κόσμο. Κλάμα με τη σέσουλα.

Ταινία εποχής

Ένας άντρας και μία γυναίκα ερωτεύονται. Όμως οι γονείς του ενός δε θέλουν τον άλλο επειδή είναι ταπεινής καταγωγής, κι έτσι το ζευγάρι τυπικά χωρίζει, αλλά συναντιέται στα κρυφά για ένα στα γρήγορα. Όταν οι γονείς του ενός το καταλαβαίνουν, μετακομίζουν σε άλλη περιοχή, όσο το δυνατόν πιο μακριά, αλλά ο έρωτας όλα τα νικάει, κι έτσι στο τέλος το ζευγάρι μένει μαζί, και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Ρομαντική κομεντί

Ένας άντρας και μια γυναίκα ερωτεύονται. Τα φτιάχνουν, περνάνε καλά, αλλά από μία παρεξήγηση χωρίζουν. Μετά πάνε να τα ξαναφτιάξουν, αλλά ο ένας από τους δύο είναι φοβερά γκαφατζής ή/και άτυχος και δεν τα ξαναφτιάχνουν, μέχρι το τέλος της ταινίας, όπου αποφασίζουν ότι τελικά είναι φτιαγμένος ο ένας για τον άλλο και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Κωμωδία αμερικάνικου τύπου

Ένας άντρας και μια γυναίκα ερωτεύονται. Σε όλη την υπόλοιπη ταινία οι ανεγκέφαλοι φίλοι του άντρα προσπαθούν να χωρέσουν όσες το δυνατόν περισσότερες ατάκες με σεξουαλικά υπονοούμενα.

Εφηβική ταινία

Ένα αγόρι και ένα κορίτσι ερωτεύονται, αλλά δεν το παραδέχονται ο ένας στον άλλο. Μετά περνάνε διάφορα μαζί (π.χ. αντιμετωπίζουν έναν τρελό επιστήμονα που θέλει να καταστρέψει τον κόσμο, τους κυνηγάνε 40 μαφιόζοι για να τους σκοτώσουν αλλά τη γλιτώνουν κλπ), μέχρι που στο τέλος ανοίγονται και φιλιούνται αθώα στο στόμα. Και όλα αυτά διανθισμένα με μπόλικη μουσική ποπ.

Παιδική ταινία

Ένα αρσενικό ζώο/ρομπότ/τέρας/οτιδήποτε τέλος πάντων εκτός από άνθρωπος και ένα θηλυκό ζώο/ρομπότ/τέρας/οτιδήποτε τέλος πάντων εκτός από άνθρωπος ερωτεύονται. Αλλά επειδή τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν και πολύ αυτό το concept του έρωτα, αυτό αναφέρεται κυρίως στην αρχή και/ή στο τέλος της ταινίας, μετά τις φαντασμαγορικές μάχες και τις φοβερές περιπέτειες των πρωταγωνιστών.

Περιπέτεια

Ένας άντρας και μια γυναίκα ερωτεύονται, αλλά δεν το ξέρουν. Ο άντρας είναι αστυνομικός και η γυναίκα έχει σχέση με έναν τρελό επιστήμονα, που θέλει να καταστρέψει τον κόσμο. Ο άντρας σώζει τη χώρα, τον πλανήτη, τη μάνα του και τον σκύλο του, εξολοθρεύει τον τρελό επιστήμονα και δίνει ένα παθιασμένο φιλί στην γυναίκα, λες κι έχει να πηδήξει 14 μήνες. Και μετά πέφτουν οι τίτλοι του τέλους.

Αστυνομική ταινία

Ένας άντρας και μία γυναίκα ερωτεύονται. Ο άντρας είναι μπάτσος και η γυναίκα είναι η εγκληματίας που πρέπει να συλλάβει, αλλά δεν το ξέρει. Μετά από δεκάδες σκηνές καταδίωξης και πυροβολισμών, τελικά στριμώχνει τη γυναίκα, ανακαλύπτει ότι αυτή είναι η εγκληματίας. αμφιταλαντεύεται για το αν θα πρέπει να τη συλλάβει ή όχι και τελικά, μετά από μία σκηνή πάλης, την πυροβολεί χωρίς να την σκοτώσει και τη συλλαμβάνει.

Ταινία με υπερήρωες

Ένας άντρας και μια γυναίκα ερωτεύονται. Μόνο που τυχαίνει ο άντρας να είναι υπερήρωας και επίσης τυχαίνει η γυναίκα να μπλέκει στα σχέδια ενός παρανοϊκού σούπερ κακού τύπου, που τυχαίνει να έχει προσωπικά με τον υπερήρωα. Ο κακός απαγάγει τη γυναίκα , αλλά ο υπερήρωας τη σώζει με εντυπωσιακό τρόπο, κατατροπώνοντας τον κακό (χωρίς όμως να τον σκοτώσει – είπαμε, θέλουμε sequel) και καταφέρνοντας να διατηρήσει κρυφή την ιδιότητα του υπερήρωα.

Ιστορική ταινία

Ένας άντρας και μία γυναίκα ερωτεύονται. Ένας τουλάχιστον από τους δύο είναι γνωστό ιστορικό πρόσωπο και η ταινία φέρει τον τίτλο του, αλλά στην ταινία δεν απεικονίζονται τόσο τα κατορθώματα που τον κατέστησαν «ιστορικό πρόσωπο», όσο ο έρωτάς του με το έτερόν του ήμισυ. Κι αν ήταν και γκέι, ακόμα καλύτερα.

Θρίλερ

Ένας άντρας και μία γυναίκα ερωτεύονται. Αλλά η γυναίκα χωρίζει τον άντρα, κι αυτός απ’τη στενοχώρια του αρχίζει να σκοτώνει κόσμο, φορώντας μια γελοία μάσκα για να μην τον αναγνωρίζουν. Η ταυτότητα του δολοφόνου δεν αποκαλύπτεται παρά στο τέλος της ταινίας, όταν αποφασίζει να σκοτώσει τη γυναίκα, τηςαποκαλύπτεται και αρχίζει να φλυαρεί για μαλακίες, δίνοντάς της αρκετό χρόνο για να τον αιφνιδιάσει, να τον σαπίσει στο ξύλο και τελικά να τη γλιτώσει (αλλά όχι και να σκοτώσει τον δολοφόνο, ώστε να υπάρχει περιθώριο για sequel).

Σπλάτερ

Ένα αγόρι και ένα κορίτσι ερωτεύονται. Και σκέφτονται «τι καλύτερος τρόπος να χαρούμε την αγάπη μας από το να φορτωθούμε 4-5 φίλους μας και να περάσουμε το καλοκαίρι σε ένα απομονωμένο μέρος όπου καραδοκεί ένας μανιακός δολοφόνος;». Στο τέλος, απ’όλους τους πρωταγωνιστές επιζούν μόνο ο δολοφόνος (για να υπάρχει sequel) και η πρωταγωνίστρια (για να παίξει κι αυτή στο sequel).

Ταινία επιστημονικής φαντασίας

Ένας άντρας και μια γυναίκα ερωτεύονται. Αλλά δυστυχώς δε μαθαίνουμε τίποτα γι’αυτούς τους δύο, γιατί στο μεταξύ εισβάλλουν στον πλανήτη εξωγήινοι και τα κάνουν όλα λαμπόγυαλο, μέχρι να βρεθεί ένας απίθανος τρόπος να εξολοθρευτούν.

Πολεμική ταινία

Ένας άντρας και μια γυναίκα ερωτεύονται. Αλλά πάνω που είναι στα ντουζένια τους, γίνεται πόλεμος και ο άντρας πρέπει να φύγει για το μέτωπο. Εκεί ο άντρας σκοτώνει ό,τι κινείται, επιβιώνει από βομβαρδισμούς και επιστρέφει αλώβητος, επειδή κάθε τόσο σκέφτεται τη γυναικούλα του και η εικόνα της τον εμπνέει να εξοντώνει όποιον βρει μπροστά του. Στο τέλος αγκαλιάζεται με τη γυναίκα του και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα (μέχρι τον επόμενο πόλεμο, που μπορεί κάλλιστα να γίνει sequel).

Ταινία του Αλμοδοβάρ

Ένας ομοφυλόφιλος και μία τραβεστί ερωτεύονται. Σε όλη την υπόλοιπη ταινία κλαίνε αγκαλιά, διηγούμενοι πόσο πολύ αγαπούσαν τη μαμά τους.

Ταινία του Ντέιβιντ Λιντς

Ένας άντρας με κεφάλι λαγού ερωτεύεται μια γυναίκα. Ο άντρας μπαίνει σε ένα σπίτι, όπου βλέπει τον εαυτό του να κάθεται και να βλέπει τηλεόραση, ενώ η γυναίκα φαντασιώνεται λεσβιακά όργια την ώρα που πίνει τον καφέ της σε ένα μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου. Στο τέλος, η ταινία έχει γίνει τόσο μπερδεμένη που λίγοι έχουν αντέξει να φτάσουν ως εκεί, κι απ’αυτούς κανένας δεν έχει καταλάβει τι στο διάολο θέλει να πει η ταινία.

Ταινία σινεφίλ

Ένας άντρας και μια γυναίκα ερωτεύονται. Μετά βλέπουμε τον γαλάζιο ουρανό, τα καταπράσινα λιβάδια και την απεραντοσύνη της θάλασσας. Μέχρι να πέσουν οι τίτλοι του τέλους δε συμβαίνει τίποτα άλλο.

Τσόντα

Πέντε άντρες και οκτώ γυναίκες ερωτεύονται. Μεταξύ τους. Και το δείχνουν.


Το Religulous (ή, σε άθλια ελληνική μετάφραση, «Πίστευε και Γέλα») είναι ένα προσωπικό εγχείρημα του Bill Maher, ενός αμερικανού κωμικού με μεγάλη προϋπηρεσία στο πιο δύσκολο είδος κωμωδίας, την stand-up comedy. Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τις διάφορες θρησκείες του κόσμου, από την οπτική γωνία ενός άθεου, διανθισμένο με αρκετές χιουμοριστικές ατάκες και μπόλικη αμφιβολία.

Είναι περιττό να πω ότι μου άρεσε η ταινία – αν και κάποιες φορές το χιούμορ του Maher ήταν κάπως άκομψο, όταν γελοιοποιούσε κατάμουτρα τους θρησκευόμενους συνομιλητές του. Αλλά το Religulous έχει ένα μειονέκτημα: Δεν πρόκειται να αλλάξει τη γνώμη κανενός. Κανένας πιστός δεν θα προβληματιστεί για τις αντιφάσεις που υπάρχουν στη θρησκεία του μέσω ενός ντοκιμαντέρ, και μάλιστα ενός ντοκιμαντέρ που χρησιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό το χιούμορ ως όπλο – και το χιούμορ σχεδόν ποτέ δεν λειτουργεί ως μέσο πειθούς. Αυτή η ταινία δε θα αφυπνίσει συνειδήσεις. Εκτός κι αν κάποιος σταθεί στο «κήρυγμα» του Maher, στο τέλος της ταινίας, που είναι και το μοναδικό σημείο όπου μιλάει σοβαρά και εκφράζει τη δική του γνώμη για τη θρησκεία.

Αυτό το «κήρυγμα» μετέφρασα (γιατί οι υπότιτλοι δεν ήταν εντελώς ακριβείς) και σας παραθέτω, είτε για να συγκατανεύσετε στα όσα ενδιαφέροντα υποστηρίζει ο Maher, είτε για να κουνήσετε το κεφάλι σας και να καταραστείτε αυτόν τον άθεο που υποσκάπτει τα θεμέλια της ήδη μισογκρεμισμένης σας πίστης. Η επιλογή είναι δική σας.

«Η ειρωνεία με τη θρησκεία είναι ότι, εξαιτίας της ικανότητάς της να οδηγεί τους ανθρώπους σε καταστροφικούς δρόμους, ίσως και να προκαλέσει τη συντέλεια του κόσμου.

Πρέπει να πεθάνει η θρησκεία για να ζήσει ο άνθρωπος. Είναι πολύ αργά για να λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις από ανθρώπους παράλογους, από αυτούς που θα οδηγούσαν ένα πλοίο, όχι με τη βοήθεια πυξίδας, αλλά ερμηνεύοντας τα εντόσθια ενός κοτόπουλου. Ο Τζορτζ Μπους προσευχήθηκε πολύ για το Ιράκ, αλλά δεν έμαθε και πολλά γι’αυτό.

Πίστη σημαίνει να μετατρέπεις την απουσία σκέψης σε αρετή. Δεν είναι λόγος υπερηφάνειας. Αυτοί που κηρύττουν και ανυψώνουν την πίστη είναι πνευματικοί δουλέμποροι. Κρατούν την ανθρωπότητα δέσμια της φαντασίας και της βλακείας. Αυτές γέννησαν και δικαιολόγησαν τόση τρέλα και καταστροφή.

Η θρησκεία είναι επικίνδυνη, γιατί επιτρέπει στους ανθρώπους που δεν έχουν όλες τις απαντήσεις να νομίζουν ότι τις έχουν. Οι περισσότεροι σκέφτονται ότι είναι υπέροχο όταν κάποιος λέει «Θεέ μου, θα κάνω ό,τι μου πεις». Μόνο που δεν υπάρχουν θεοί που όντως να μας μιλούν. Αυτό το κενό καλύπτεται από ανθρώπους διεφθαρμένους, με προσωπικές φιλοδοξίες.

Και όποιος σας πει ότι ξέρει τι συμβαίνει όταν πεθαίνεις, σας υπόσχομαι ότι δεν ξέρει. Πώς είμαι τόσο σίγουρος; Γιατί ούτε εγώ ξέρω, και αυτός δεν έχει πνευματικές δυνάμεις που δεν κατέχω εγώ.

Η μόνη πρέπουσα στάση του ανθρώπου απέναντι στο μεγάλο ερώτημα δεν είναι η αλαζονική βεβαιότητα της κάθε θρησκείας, αλλά η αμφιβολία. Η αμφιβολία είναι ταπεινή, και έτσι πρέπει να είναι και ο άνθρωπος, δεδομένου ότι η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από ανθρώπινα λάθη.

Γι’αυτό οι λογικοί άνθρωποι, οι αντι-θρησκοι, πρέπει να λύσουν τη σιωπή τους και να αποκαλυφθούν. Και αυτοί που θεωρείτε τους εαυτούς σας μετριοπαθείς θρησκευόμενους, πρέπει να κοιταχτείτε στον καθρέφτη και να συνειδητοποιήσετε ότι η παρηγοριά που σας προσφέρει η θρησκεία κοστίζει δραματικά.

Αν ανήκετε σε ένα πολιτικό κόμμα ή μια κοινωνική ομάδα που λειτουργεί με βάση τον ρατσισμό, τη μισογυνία, την ομοφοβία, τη βία και την καθαρή άγνοια, όπως η θρησκεία, θα έπρεπε να παραιτηθείτε σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Αν δεν το κάνετε, τους διευκολύνετε. Γιατί οι εξτρεμιστές αντλούν τη νομιμότητά τους από τα δισεκατομμύρια των συνοδοιπόρων τους.

Αν τελειώσει ο κόσμος, ή οδηγηθεί κουτσός προς το μέλλον από τα παρεπόμενα μιας θρησκείας που την ενέπνευσε η πυρηνική τρομοκρατία, ας θυμηθούμε ποιο ήταν το πραγματικό πρόβλημα: Ότι μάθαμε να επισπεύδουμε τον μαζικό θάνατο, προτού ξεπεράσουμε τη νευρολογική διαταραχή του να τον ευχόμαστε. Αυτό είναι.

Ωρίμασε ή πέθανε.»


Λοιπόν, όπως θα ξέρετε όσοι με διαβάζετε τακτικά, δεν πιστεύω σε γούρια, γρουσουζιές, γκαντεμιές και τέτοια (η απόδειξη εδώ). Πιστεύω ότι η «τύχη» (που εμένα μου αρέσει να αποκαλώ «γαλαξιακό φαρσέρ») πάει όπου να’ναι και τίποτα δεν μπορεί να σε κάνει να την τραβήξεις κοντά σου ή να την απομακρύνεις.

Αλλά διαβάστε παρακάτω και πείτε μου αν πρέπει να συνεχίσω να το πιστεύω αυτό.

Σήμερα βρήκα ξενοίκιαστο στο βιντεοκλάμπ το «Slumdog Millionaire», που ήθελα να το δω στο σινεμά, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερα. Και φυσικά, το πήρα. Το έβαλα αμέσως να παίζει.

Κάπου στη μέση της ταινίας, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν από μία εταιρεία που είχα στείλει το βιογραφικό μου πριν δύο εβδομάδες. Και ήθελαν να κανονίσουμε ένα ραντεβού για interview. Φυσικά, άρπαξα την ευκαιρία, καθώς ψάχνω για δουλειά εδώ και 4 μήνες και μέχρι τώρα το μόνο φως που έβλεπα στο τούνελ ήταν αυτό του τρένου της ανεργίας που ερχόταν κατά πάνω μου γκαζώνοντας.

Σκέφτηκα ότι το Slumdog Millionaire μου είχε φέρει γούρι. Αλλά ήταν απλά μια σκέψη, σιγά τη φοβερή σύμπτωση.

Μετά από 4 λεπτά (μετρημένα, έτσι;), το κινητό μου χτύπησε ξανά. Ήταν από μια άλλη εταιρεία, στην οποία είχα στείλει το βιογραφικό μου τη Δευτέρα. Και μαντέψτε: Ήθελαν να κανονίσουμε ένα interview!

Μετά από 4 μήνες ανεπιτυχούς αναζήτησης για δουλειά, μέσα σε 4 λεπτά είχα δύο προτάσεις για interview. Απίστευτο;

Και τώρα πείτε μου: Είναι το Slumdog Millionaire το γούρι μου ή όχι;

(να μην ξεχάσω να πω ότι το Slumdog Millionaire δεν ήταν απλώς μια καλή ταινία, ούτε καν απλά ένα αριστούργημα. Ήταν η πρώτη ταινία που με έκανε να χαρώ με το happy end, το οποίο γενικά σιχαίνομαι. Μόνο και μόνο γι’αυτό, αξίζει ένα 10 με τόνο από μένα…)


Δεν ξέρω τι τον έχει πιάσει χριστουγεννιάτικα τον Gog  και έχει βαλθεί να διαφωνήσουμε επί παντός επιστητού. Γιορτή της αγάπης, σου λέει μετά…Αλλά λατρεύω αυτές τις μικροδιαφωνίες, που μου δίνουν τη δυνατότητα να τσακώνομαι (τρόπος του λέγειν) με τους άλλους χωρίς να χαλάω τη σχέση μου μαζί τους. Δηλαδή, η ευεργετική επίδραση του καβγά, χωρίς τις αρνητικές του συνέπειες. Fuckin’ beautiful!

Και αυτή τη φορά, η διαφωνία μας εστιάζεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο: Πριν λίγες μέρες ήταν ο Λάκης Λαζόπουλος, τώρα είναι ο Δημήτρης Δανίκας.

Ίσως δεν είμαι ο κατάλληλος να μιλήσω για κριτικούς κινηματογράφου, καθώς μέχρι πριν μερικούς μήνες τους αντιπαθούσα όλους ανεξαιρέτως. Τους έβλεπα σαν παρασιτικούς οργανισμούς που βασανίζουν τα υποψήφια θύματά τους θάβοντάς τα στην λάσπη, πριν τα καταβροχθίσουν ζωντανά και αμάσητα. Αλλά μερικές πρόσφατες κριτικές που διάβασα, και ειδικά του Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου, με έκαναν λίγο πιο επιεική απέναντί τους. Εξακολουθώ να μην τους συμπαθώ, αλλά κάποιες φορές κατανοώ την θέση τους.

Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορώ να το κάνω αυτό για τον Δημήτρη Δανίκα. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη περίπτωση διανοούμενου-κριτικού, ο οποίος έχει ένα κοινό με τον Λαζόπουλο: Πιστεύει ότι μπορεί να κρίνει τα πάντα και να έχει δίκιο σε όλα όσα λέει.

Δεν αμφισβητεί κανείς τις γνώσεις του Δανίκα σε σχέση με τον κινηματογράφο. Προφανώς και έχει σπουδάσει το αντικείμενό του και το ξέρει καλά. Αρκεί αυτό, όμως;

Κατά τη γνώμη μου δεν αρκεί. Η κριτική του ικανότητα παρεμποδίζεται από τις κομμουνιστικές εμμονές του, με βάση τις οποίες καθορίζεται ο βαθμός κάθε ταινίας. Με άλλα λόγια: Χολιγουντιανό blockbuster; Δεν πα’ να πάρει 15 Όσκαρ – πάνω από 5 στα 10 δεν θα πάρει. Λιθουανικό ντοκιμαντέρ για τη ζωή μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού; Ακόμα κι αν ο ίδιος ο σκηνοθέτης του δεν μπορεί να κρατηθεί ξύπνιος σε όλη τη διάρκειά του έργου, ο minimum βαθμός του Δανίκα είναι το 8.

Το πρόβλημα με τον Δανίκα, λοιπόν, είναι ότι δεν είναι αντικειμενικός κριτής. Τα δικά του, εντελώς υποκειμενικά κριτήρια, αφορούν μόνο τον ίδιο και καμιά διακοσαριά ομοϊδεάτες του και οπωσδήποτε όχι τον κόσμο που ενδιαφέρεται να δει μια ωραία ταινία στο σινεμά. Δηλαδή, η κριτική του Δανίκα είναι περισσότερο πολιτική, παρά κινηματογραφική. Και αυτό εμένα, προσωπικά, με ενοχλεί.

Και με ενόχλησε περισσότερο από ποτέ όταν έκανε την (θρυλική, πλέον) κριτική του για τους «300». Στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, είχε εντοπίσει μια εξωφρενική αμερικανική προπαγάνδα σε βάρος του Ιράν σε μία ταινία που αποθεώνει την σπαρτιατική αυτοθυσία του Λεωνίδα και των 300 του και βασίζεται σε ένα κόμικ που βγήκε πολύ πριν από τα σενάρια για εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράν. Η κριτική αυτή ήταν, για μένα, το Βατερλώ του. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται απλά για μια γελοία κριτική, αν δεν ήταν τόσο εκνευριστικά ξερολίστικη και ψευδοεπιστημονική. Και αυτά ακριβώς τα στοιχεία την έκαναν ενοχλητική.

Τα τελευταία χρόνια, ο Δανίκας απέκτησε και δική του στήλη στα «Νέα», την πρώτη σε πωλήσεις καθημερινή εφημερίδα. Ως τι, άραγε; Μάλλον ως διανοούμενος. Αν και η λέξη αυτή δεν έχει πια τόσο μεγάλη αξία – να φανταστείτε ότι υπάρχουν «διανοούμενοι» που πιστεύουν ότι το Ολοκαύτωμα δεν έγινε ποτέ. Άμα ήταν έτσι, θα έπρεπε η μισή Ελλάδα να έχει στήλη σε εφημερίδα.

Ίσως γίνομαι υπερβολικά πικρόχολος με έναν άνθρωπο που ούτε καν γνωρίζω. Αλλά διαβάζοντας εδώ και πολλά χρόνια τις γνώμες του (επειδή πάντα στο σπίτι υπήρχαν τα «Νέα»), μπορώ να τον κρίνω επαγγελματικά. Προσωπικά, θεωρώ ότι δεν κάνει σωστά τη δουλειά του, η οποία είναι να παρουσιάζει τις κινηματογραφικές ταινίες από την δική του οπτική γωνία μεν, με μία στοιχειώδη αντικειμενικότητα δε. Και σε αυτό το δεύτερο μέρος είναι που χάνει τον μπούσουλα, καθώς ο μέσος θεατής του κινηματογράφου δεν ενδιαφέρεται για το (συνήθως ανύπαρκτο) καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό μήνυμα μιας αμερικανικής κωμωδιούλας, αλλά για το αν αυτή η κωμωδία θα πετύχει τον σκοπό της, ο οποίος είναι να προκαλέσει γέλιο. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα και δεν είναι απαραίτητα – ούτε καν χρήσιμα, θα’λεγα.

Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, αντιπαθώ τον Δημήτρη Δανίκα. Και νομίζω ότι αυτή τη φορά δεν πηγαίνω κόντρα στο ρεύμα, αλλά μαζί του – ή μήπως κάνω λάθος;


Το Matrix έκανε δύο sequel, το ίδιο και ο Spiderman και το Scream. Ο Εξολοθρευτής έκανε τρία.  Για να μη μιλήσoυμε για ταινίες τύπου Χάρι Πότερ ή Scary Movie, που κοντεύουν να γίνουν σίριαλ.
Είναι φανερό ότι στο Χόλιγουντ έχουν ξεμείνει από ιδέες. Γι’αυτό και προτιμούν να γυρίζουν κακής ποιότητας συνέχειες παλιών επιτυχημένων ταινιών, παρά να πειραματιστούν με κάτι καινούργιο. Πολύ φοβάμαι ότι σύντομα θα δούμε ταινίες σαν τις παρακάτω…
Spiderman 4: Η Επίθεση του Aroxolman
(υπόθεση: Ένας καταχθόνιος κακός επιστήμονας σκέφτεται το αυτονόητο που δεν έχουν σκεφτεί όλοι οι προηγούμενοι εχθροί του Spiderman: Να του επιτεθεί με τεράστιες ποσότητες εντομοκτόνου για να τον εξοντώσει – στο κάτω-κάτω, αράχνη είναι! Ενδιάμεσα γκρεμίζονται καμιά εικοσαριά κτίρια και η Μέρι Τζέιν ουρλιάζει ασταμάτητα. Θα καταφέρει ο Spiderman να νικήσει και τον Aroxolman; Φυσικά και θα τα καταφέρει – πώς θα γυριστεί μετά το Spiderman 5;)

Hulk Η Αρχή
(υπόθεση: Η ταινία αυτή αποτελεί prequel του Hulk και περιγράφει τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Bruce Banner, εξηγώντας πώς έγινε ο καταπράσινος γίγαντας Hulk. Σύμφωνα με την ταινία, ο Banner γεννήθηκε στο Τατζικιστάν και σε ηλικία 5 χρονών είδε τη μάνα του, τον πατέρα του, τις 13 αδερφές του και την υπέργηρη γιαγιά του να βιάζονται άγρια από Μπούρδους αντάρτες. Αργότερα, στο ορφανοτροφείο θα γίνει για πρώτη φορά ο Hulk, όταν ένα άλλο παιδάκι θα του πάρει το ψωμί μέσα από τα χέρια την ώρα του φαγητού. Το παιδάκι αγνοείται ακόμα. Εντυπωσιακή είναι η σκηνή που ο πρωταγωνιστής κάνει ερωτική εξομολόγηση σε μία συμμαθήτριά του και, όταν αυτή τον απορρίπτει, μετατρέπεται σε Hulk και την ξεσκίζει βίαια, πιτσιλίζοντας με σπέρμα σχεδόν όλο το ορφανοτροφείο. Σαν να μην έφτανε αυτό, την αφήνει έγκυο και αρνείται να αναγνωρίσει το παιδί – και πώς να το αναγνωρίσει, αφού βγαίνει πράσινο. Τα υπόλοιπα επί της οθόνης)

Τen
(υπόθεση: Πρόκειται για την συνέχεια του πολυσυζητημένου «Se7en». Σε εκείνη την ταινία, ο δολοφόνος σκότωνε τα θύματά του με βάση τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Εδώ, ο μανιακός δολοφόνος σκοτώνει τα θύματά του με βάση τις 10 πληγές του Φαραώ. Τα ειδικά εφέ της ταινίας κλέβουν την παράσταση – ειδικά στην σκηνή που το άτυχο θύμα κατασπαράζεται ζωντανό από χιλιάδες ακρίδες που αμολάει πάνω του ο στυγνός δολοφόνος, σύμφωνα με τις προσταγές της Βίβλου. Θα καταφέρει άραγε ο άγνωστος serial killer να ολοκληρώσει το σατανικό του έργο σκοτώνοντας όλους τους πρωτότοκους γιους στις Η.Π.Α.;)

Τα Πάθη του Χριστού 2: Ο Δρόμος για το Γκουαντάναμο
(υπόθεση: Ο Χριστός γεννιέται ξανά στην Βηθλεέμ εν έτει 1984 από μητέρα που υποστηρίζει ότι είναι παρθένα – και φυσικά δεν την πιστεύει κανείς. Η ταινία παρουσιάζει τη ζωή του από το 2018, όταν συλλαμβάνεται από την CIA για τρομοκρατικά χτυπήματα σε αμερικανικές πρεσβείες ανά τον κόσμο. Ο Χριστός μεταφέρεται στις φυλακές του Γκουαντάναμο, όπου βασανίζεται ανελέητα από τους σαδιστές φύλακες, σε σκηνές που εκπλήσσουν με την ωμότητα και την βαρβαρότητά τους. Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Μελ Γκίμπσον, τόνισε ότι δεν τον ικανοποίησαν οι δοκιμασίες που πέρασε ο Χριστός στην πρώτη του ταινία, και αποφάσισε να κάνει κάτι πιο brutal. Επίσης, δεν παρέλειψε να παρατηρήσει ότι για όλα τα κακά του κόσμου φταίνε οι Εβραίοι, ενώ αποκάλυψε πως ετοιμάζει και την επόμενη ταινία της σειράς, με προσωρινό τίτλο «Τα Πάθη του Χριστού 3: Στα Χέρια της Ελληνικής Αστυνομίας».

X-Men 4: Η Διάσωση της Πατάτας
(υπόθεση: Ο Γούλβεριν, η Στορμ και η παρέα τους αντιμετωπίζουν έναν νέο κίνδυνο για τους μεταλλαγμένους: Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν δέχεται την καλλιέργεια και πώληση μεταλλαγμένων φρούτων και λαχανικών στις ευρωπαϊκές αγορές και οι X-Men σπεύδουν να βοηθήσουν τους μεταλλαγμένους φίλους τους. Εντυπωσιακές είναι οι σκηνές δράσης έξω από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο οποίο προσπαθούν να μπουν οι X-Men παρά τα δακρυγόνα που τους πετούν οι αστυνομικοί, ενώ εξαιρετικά συγκινητική είναι η στιγμή που ο Γούλβεριν βγάζει λόγο μπροστά στους ευρωβουλευτές, προσπαθώντας να τους πείσει ότι οι μεταλλαγμένες πατάτες είναι κι αυτές πατάτες και είναι άδικο να τις περιθωριοποιούμε, γιατί στο τέλος μπορεί από τη στενοχώρια τους να αυτοκτονήσουν πέφτοντας στις ρόδες κάποιου διερχόμενου αυτοκινήτου και να μετατραπούν σε πουρέ)

Speed 3: Τσίτα τα Γκάζια
(υπόθεση: Δεύτερη συνέχεια του επιτυχημένου Speed, στο οποίο ένα λεωφορείο έπρεπε να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλιώς θα εκρήγνυτο μια ισχυρή βόμβα. Αυτή τη φορά, η βόμβα έχει τοποθετηθεί σε ένα ΚΤΕΛ που εκτελεί τη διαδρομή Αθήνα-Σέρρες. Έτσι, ο οδηγός του πρέπει να οδηγεί με ταχύτητα 100 χλμ/ώρα, αν θέλει να σωθεί ο ίδιος και οι πειβάτες του. Η δράση δεν τελειώνει ποτέ, ενώ το αποκορύφωμα είναι στο πέταλο του Μαλιακού, όταν ο οδηγός του ΚΤΕΛ αναγκάζεται να κάνει εντυπωσιακές προσπεράσεις και να περάσει στο αντίθετο ρεύμα, με κίνδυνο να τρακάρει με διερχόμενη νταλίκα, η οποία τελικά διπλώνει και προκαλεί κυκλοφοριακό κομφούζιο στο ρεύμα προς Αθήνα. Οι συντελεστές της ταινίας δήλωσαν ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από τα γυρίσματα, τα οποία έγιναν στην Ελλάδα, ενώ μίλησαν με κολακευτικά λόγια για τους ελληνικούς δρόμους, τονίζοντας ότι «ήταν ακριβώς αυτό που θέλαμε: Σε κακή κατάσταση, στενοί και με επικίνδυνες στροφές – ιδανικοί για μια τέτοια ταινία». Το Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης τόνισε ότι η προβολή της ταινίας θα αποτελέσει ιδανική διαφήμιση για τη χώρα μας στο εξωτερικό)

Βαβέλ 2: Χαμένοι στη Μετάφραση
(υπόθεση: Οι ζωές ενός Κορεάτη αστρολόγου, μίας Σουηδέζας μοδίστρας, ενός Πακιστανού τραπεζίτη, ενός Αιθίοπα προπατζή, μίας φουρνάρισσας από τις Νήσους Φερόε και ενός ανθοπώλη από το Τρινιντάντ & Τομπάγκο θα συναντηθούν αναπάντεχα σε ένα δάσος της Παπούα Νέας Γουινέας σε αυτήν την ταινία-γροθιά στο στομάχι – όλοι όσοι την είδαν συμφώνησαν ότι θα προτιμούσαν να είχαν φάει γροθιά στο στομάχι. Εκτός από τον Δανίκα, που την αξιολόγησε με 9/10, θεωρώντας ότι «καταφέρει ένα καίριο πλήγμα στον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό των Η.Π.Α., ενώ η σκηνή που η Σουηδέζα μοδίστρα προσπαθεί να συνεννοηθεί με τον Αιθίοπα προπατζή εκφράζει καθαρά τον αποτροπιασμό του σκηνοθέτη για τον πόλεμο στο Ιράκ»)

Η Μεθεπόμενη Μέρα (The Day After The Day After Tomorrow)
(υπόθεση: Τα ακραία καιρικά φαινόμενα εξακολουθούν να πλήττουν όλο τον κόσμο – φυσικά, η ταινία επικεντρώνεται μόνο στην Αμερική, γιατί τι μας νοιάζουν όλοι οι υπόλοιποι; Αυτή τη φορά ένας κολοσσιαίων διαστάσεων ανεμοστρόβιλος παίρνει και σηκώνει τον γιο ενός extra large μετεωρολόγου, ο οποίος διανύει 400 χιλιόμετρα με τα πόδια για να βρει το παιδί του. Στην διαδρομή τον πιάνει χιόνι, χαλάζι, κυκλώνας, τυφώνας, μάννα εξ ουρανού και απεμπλουτισμένο ουράνιο, αλλά αυτός συνεχίζει ακάθεκτος, αποδεικνύοντας το μεγαλείο της ψυχής του και, δευτερευόντως, τη μαλακία που τον βαράει. Στο μεταξύ, από τις ακραίες καιρικές συνθήκες έχει βυθιστεί η μισή Ευρώπη και έχει ξεκληριστεί όλη η Αφρική – αλλά τι μας νοιάζουν όλοι οι υπόλοιποι; Σημασία έχει να βρει ο πρωταγωνιστής το παιδί του)


Έχω πολύ καιρό να δικαιολογήσω το όνομα αυτού του blog – αφού σκεφτόμουν να το μετονομάσω σε «Ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα», που είναι και πιο πιασάρικο. Αλλά όταν δεν έχεις τον παραμικρό λόγο να βγεις από το σπίτι σου και έξω βλέπεις τα πεσμένα πορτοκάλια από τα δέντρα να γίνονται αυτομάτως φλαμπέ από τον καύσωνα, δεν έχεις λόγο να πάρεις το μετρό, έτσι δεν είναι;
Ωστόσο, η τρέλα μου με το μετρό παραμένει σταθερή κι αμείωτη. Και αυτό το επιβεβαίωσα σήμερα, βλέποντας την ταινία Kontroll σε DVD.
Πρέπει να ξέρετε ότι είμαι από αυτούς τους περίεργους τύπους που βλέπετε στα βιντεοκλάμπ να ψάχνουν με τις ώρες τις πλέον άγνωστες και underground ταινίες του κόσμου και αναρωτιέστε πόσο μεγάλος να είναι ο κάλος στον εγκέφαλό τους. Το Kontroll συγκεντρώνει και τα δύο αυτά στοιχεία: Είναι εντελώς άγνωστο (για την ακρίβεια, είναι από την Ουγγαρία, η οποία ως χώρα δεν βγάζει απολύτως τίποτα – κάποτε έβγαζε ποδοσφαιριστές, αλλά σταμάτησε) και είναι εντελώς underground. Για την ακρίβεια, είναι γυρισμένο εξ ολοκλήρου στους σκοτεινούς χώρους του μετρό της Βουδαπέστης. Η κάμερα δεν βλέπει ποτέ το φως του ήλιου σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Τα μόνα φώτα προέρχονται από τις μεγάλες λάμπες του μετρό, που μοιάζουν με τις δικές μας.
Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας ελεγκτής εισιτηρίων που δεν βγαίνει ποτέ στην επιφάνεια. Αντίθετα, κοιμάται τα βράδια στις αποβάθρες, ενώ συχνά τα βράδια εξερευνά τις γραμμές του μετρό, πηγαίνοντας από τούνελ σε τούνελ. Φυσικά, καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό για κάποιον που θα μπορούσε να περάσει όλο του το 24ωρο στο μετρό και ονειρεύεται κάποτε να πάει από την Εθνική Άμυνα στον Άγιο Αντώνιο περπατώντας πάνω στις ράγες.
Όσο για την υπόθεση της ταινίας, πρόκειται για τις συγκρούσεις μεταξύ διάφορων «συμμοριών» από ελεγκτές, που είναι οι άρχοντες του «Κάτω Κόσμου» του μετρό. Κάπου ενδιάμεσα προστίθεται και μία κοπέλα που κυκλοφορεί πάντα με στολή αρκούδας (!), ένας καλοκάγαθος αλλά μεθύστακας μηχανοδηγός, ένας serial killer που ρίχνει τα θύματά του μπροστά από συρμούς του μετρό και ένας «μποτάκιας» που μισεί τους ελεγκτές. Η ταινία έχει πολύ έξυπνους συμβολισμούς, αλλά και ένα μεγάλο (για μένα) μειονέκτημα: Happy end.
Δεν ξέρω κατά πόσον θα μπορούσε να ενδιαφέρει οποιονδήποτε άλλο αυτή η ταινία. Ποιος θα κάτσει να βλέπει για 100 λεπτά μια χούφτα μαυροφορεμένους τύπους να κόβουν εισιτήρια και να πλακώνονται στο ξύλο, με φόντο πάντα τα αχνά φώτα του μετρό και τίποτα άλλο; Πάντως εγώ θα την ξαναέβλεπα ευχαρίστως…
Πριν κλείσω αυτό το (εντελώς μη-αστείο) κείμενο, πρέπει να αναφερθώ σε μία σκηνή που μου έκανε φοβερή εντύπωση: Ένα βραδινό πάρτυ μασκέ στους χώρους του μετρό, με τους συνήθως αδιάφορους και νυσταλέους επιβάτες να μεταμορφώνονται φορώντας πολύχρωμες στολές και μάσκες και να χορεύουν εκστασιασμένοι υπό τις οδηγίες του ψυχεδελικού DJ, που έχει στήσει κάπου εκεί την κονσόλα του. Και τι δεν θα’δινα για να γίνει κάτι τέτοιο στο μετρό της Αθήνας…Αλλά αυτά συμβαίνουν μόνο στις ταινίες, ε;

Επόμενη σελίδα: »