Ιστορίες



Είναι πολύ παράδοξη γιορτή τα γενέθλια. Ο «εορτάζων» πρέπει να χαίρεται επειδή μεγάλωσε έναν ολόκληρο χρόνο μέσα σε μια μέρα, κάνοντας έτσι ένα ακόμα μεγάλο βήμα προς τον αναπόφευκτο τερματισμό. Σε αυτήν την ιδιόμορφη κούρσα αντοχής, κανένας δε θέλει να κόψει πρώτος το νήμα. Κι όμως, όταν κάποιος συμπληρώνει ακόμα ένα χιλιόμετρο, νιώθουμε την ανάγκη να του θυμίσουμε πόσο πιο κοντά στο τέλος βρίσκεται. Κι αυτό λέγεται «γιορτή». Είναι παράξενος ο κόσμος μας, έτσι;

Για την Κατερίνα, αυτή η μέρα δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο. Ήταν απλά η μέρα που γεννήθηκε. Και μάλιστα, ήρθε σ’αυτόν τον κόσμο λαθραία: Ήταν ένα «ατύχημα». Από αυτά που κάνουν καμιά φορά οι γονείς και φορτώνουν τους εαυτούς τους και τους γύρω τους με νέους μπελάδες. Αλλά τους περισσότερους μπελάδες τους φορτώνεται το ίδιο το παιδί, και η Κατερίνα το ήξερε καλά αυτό. Τι να ήθελε να θυμάται, λοιπόν, από αυτήν τη μέρα; Ότι η ίδια η ύπαρξή της οφείλεται σε ένα λάθος που δε διορθώθηκε ποτέ; Αυτά τα πράγματα κανείς δε θέλει να τα θυμάται. Κι έτσι, η σημερινή μέρα, η μέρα των 25ων γενεθλίων της, ήταν γι’αυτήν μια μέρα σαν όλες τις άλλες.

Και ξεκίνησε όπως και όλες οι άλλες: Ζόρικο πρωινό ξύπνημα, γρήγορο ντύσιμο, πρόχειρο μέικ απ, καφές στα όρθια, μποτιλιάρισμα στο δρόμο, άφιξη στο γραφείο. Η Κατερίνα σιχαινόταν την καθημερινότητά της. Μικρή ονειρευόταν πως, όταν μεγάλωνε, θα ξυπνούσε όποτε ήθελε, θα ντυνόταν με χαρά, θα έτρωγε το πλούσιο πρωινό της και θα πήγαινε με τα πόδια στη δουλειά της, κάνοντας έναν ευχάριστο πρωινό περίπατο. Έπεσε έξω σε όλα. Και αυτό που την ενοχλούσε περισσότερο απ’όλα ήταν το αυτοκίνητο. Σιχαινόταν την οδήγηση. Ο πατέρας της σχεδόν την πήγε σηκωτή στη σχολή οδηγών προκειμένου να αρχίσει μαθήματα. Και τώρα ήταν σχεδόν εξαρτημένη από το αυτοκίνητό της, χωρίς να το θέλει.

Θα περίμενε κανείς ότι κάποιος θα θυμόταν τα γενέθλιά της και θα την έπαιρνε στο κινητό για να της ευχηθεί μία από εκείνες τις κοινότοπες ευχές, που της έφερναν ναυτία κάθε φορά που τις άκουγε. «Να ζήσεις», «να τα εκατοστήσεις», «να τα χιλιάσεις», «ό,τι επιθυμείς»…Αλλά αυτό δε συνέβη για δύο λόγους. Πρώτον, η Κατερίνα δεν είχε φίλους, ή τουλάχιστον όχι τόσο καλούς φίλους που να θυμούνται τα γενέθλιά της. Ίσως να της είχε στείλει κάποιος μήνυμα στο facebook, αλλά αυτά δε μετράνε, γιατί το facebook «μαρτυράει» την ημερομηνία γέννησης και άρα αυτός που σου στέλνει ευχές το κάνει πιθανότατα για διπλωματικούς λόγους και όχι επειδή το θυμήθηκε. Και δεύτερον, οι γονείς της Κατερίνας μπορεί να ήθελαν να ευχηθούν «Χρόνια πολλά» στο μικρό τους «ατύχημα», αλλά δεν θα τα κατάφερναν. Κι αυτό γιατί το κινητό της Κατερίνας βρισκόταν στο σπίτι, κοιμόταν ακόμα στο αναπαυτικό του κομοδίνο, αγκαλιά με το καλώδιο του φορτιστή του. Επίτηδες, φυσικά. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε να ακούσει σήμερα ήταν οι καρμπονιζέ ευχές των γονιών της.

Στο γραφείο, τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά: Κανείς δεν ήξερε ότι σήμερα είχε τα γενέθλιά της – καθόλου παράξενο, μάλιστα κάποιοι από τους συναδέλφους της με δυσκολία θυμούνταν και το όνομά της. Η Κατερίνα σιχαινόταν τη δουλειά της όσο σιχαινόταν και την οδήγηση. Πάντα ήθελε η δουλειά της να είναι δημιουργική, να της διεγείρει τη φαντασία, να μπορεί να εκφράζεται μέσα από αυτήν. Αλλά πόσοι μπορούν να έχουν μια τέτοια δουλειά χωρίς να προσφέρουν «ειδικές υπηρεσίες» ή να βρίσκονται λίγο παραδίπλα στο γενεαλογικό δέντρο του διευθυντή, και να πληρώνονται γι’αυτήν; Πάντως η Κατερίνα δε συγκαταλέγεται σε αυτούς. Κι έτσι βολεύτηκε αναγκαστικά με μία βαρετή δουλειά, μία οκτάωρη απόπειρα αυτοκτονίας, που με το ζόρι κάλυπτε το νοίκι της και τα λιγοστά έξοδά της.

Φυσικά έμενε μόνη της, σε ένα ασφυκτικά μικρό διαμέρισμα στου Ζωγράφου. Αποκομμένη όσο γινόταν από τους γονείς της, χωρίς καμία παρέα πια από το σχολείο ή από το Πανεπιστήμιο, και με μόνη ανθρώπινη επαφή τον ψιλικατζή της γειτονιάς (για τσιγάρα) και τον διαχειριστή της πολυκατοικίας (για τα κοινόχρηστα). Μόνη, τελείως μόνη.

Γιατί τόσο μόνη, όμως; Ήταν επιλογή της ή απλώς έτυχε; Έφταιγε αυτή ή οι γύρω της; Της άρεσε ή όχι; Η αλήθεια είναι ότι ήταν από τη φύση της αντικοινωνική. Πιο καλά, αγοραφοβική. Ήταν από αυτήν την περίεργη πάστα ανθρώπων που αισθάνονται αμηχανία και δε λένε κουβέντα όταν βρίσκονται με φίλους, αλλά δεν έχουν κανένα πρόβλημα να αποκαλύψουν την ιστορία της ζωής τους σε έναν άγνωστο που μόλις γνώρισαν σε ένα τυχαίο chatroom. Αλλά δεν ήθελε να είναι και μόνη της. Και δεν την πείραζε τόσο η απουσία φίλων – αν και κατά βάθος ήθελε να έχει κάποια να παίρνει τηλέφωνο κάθε τόσο και να της λέει όλα της τα προβλήματα, αντί να τα κρατάει μέσα της και να της βαραίνουν την ψυχή. Όμως αυτό που πραγματικά χρειαζόταν ήταν ένας έρωτας. Ένας αληθινός έρωτας, όχι στυλιζαρισμένος σαν αυτούς στην τηλεόρααση, αλλά ούτε και αποτυχημένος σαν τους προηγούμενούς της. Δεν ήθελε έναν ιππότη με καλογυαλισμένη πανοπλία, αλλά ούτε και έναν κρετίνο που θα την παρατούσε στην πρώτη στραβή. Αλλά ήξερε ότι τέτοια τύχη έχουν ελάχιστοι άνθρωποι, και δεν πίστευε ότι θα μπορούσε ποτέ να λάβει πρόσκληση για το κλειστό κλαμπ τους.

Αυτή, λίγο-πολύ, ήταν η ζωή της Κατερίνας. Αν και η λέξη «ζωή» είναι λίγο υπερβολική για να περιγράψει κάτι τέτοιο. Ίσως ήταν ένα demo ζωής – αλλά και πάλι, τα demo συνήθως δείχνουν τα καλύτερα στοιχεία, ώστε να αγοράσεις την πλήρη βερσιόν. Και η Κατερίνα δε θα έδινε ούτε δεκάρα. Όμως, ακόμα και αυτές οι «ζωές», οι βαρετές, οι μίζερες, οι παθητικές, ακόμα κι αυτές έχουν τις εκπλήξεις και τις ανατροπές τους. Και για την Κατερίνα, η μέρα της ανατροπής ήταν η σημερινή. Η ασήμαντη μέρα των γενεθλίων της.

Τελειώνοντας τη δουλειά, η Κατερίνα μπήκε στο αυτοκίνητό της και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Είχε κίνηση πάλι. Και έβρεχε. Όλα της πήγαιναν τόσο τέλεια στραβά, που σχεδόν χαμογέλασε. Λίγα λεπτά αργότερα, σταμάτησε με αλάρμ έξω από ένα περίπτερο. Είχε ξεμείνει από τσιγάρα και, μετά από 8 ώρες αναγκαστικής ακαπνίας, λόγω της απαγόρευσης του καπνίσματος στη δουλειά της, δεν μπορούσε να περιμένει ούτε δευτερόλεπτο για την επόμενη τζούρα. Έβγαλε το κλειδί από τη μίζα και κλείδωσε το αυτοκίνητο – βέβαια, κανένας κλέφτης που σέβεται τον εαυτό του δεν θα καταδεχόταν να αγγίξει το σαραβαλάκι της, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Πήρε τα τσιγάρα της, πλήρωσε τον περιπτερά και μπήκε ξανά στο αυτοκίνητο. Γύρισε το κλειδί στη μίζα. Αντί για τον συνηθισμένο ήχο, ακούστηκε ένας κρότος, σαν ήχος πολυβόλου. Δοκίμασε ξανά, με τη μάταια και περήφανη ελπίδα του ανίκανου εραστή (να ξαναδοκιμάσουμε; ). Τίποτα. Δοκίμασε ξανά, ξανά και ξανά. Τίποτα.

Όταν το πήρε απόφαση ότι το αμάξι της δεν θα έπαιρνε μπροστά, ούρλιαξε από μέσα της – ήθελε να ουρλιάξει δυνατά, αλλά δεν ήθελε να γίνει το επίκεντρο της προσοχής. Ποτέ δεν ήθελε οι προβολείς να πέφτουν πάνω της, πόσο μάλλον τώρα. Βγήκε όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε από το αυτοκίνητο, έκατσε σε ένα παγκάκι δίπλα από το περίπτερο και εγκαινίασε το νέο πακέτο τσιγάρα. Ήθελε να κάνει τρία τσιγάρα μαζί από τα νεύρα της, αλλά τελικά συμβιβάστηκε με ένα. Έβαλε το χέρι της στην τσέπη, ψάχνοντας το κινητό της, για να καλέσει την οδική βοήθεια. Δεν της πήρε πάνω από ένα δευτερόλεπτο για να θυμηθεί ότι το είχε αφήσει στο σπίτι. Ήθελε πάλι να ουρλιάξει, αλλά τελικά αρκέστηκε στο να πει από μέσα της: «Μπράβο, Κατερίνα. Σκατά τα’κανες πάλι».

Μόλις τέλειωσε το τσιγάρο της, η Κατερίνα πήγε στο περίπτερο και πήρε μια τηλεκάρτα. Είχε πάνω από πέντε χρόνια να χρησιμοποιήσει τηλεκάρτα, πίστευε πως τα καρτοτηλέφωνα σύντομα θα περνούσαν στην ισορία, όπου θα συναντούσαν τις λατέρνες, τις ατμομηχανές, τις βοϊδάμαξες και όλα αυτά τα απαρχαιωμένα. Αλλά να που σήμερα χρειαζόταν ένα. Και το βρήκε λίγο πιο κάτω. Περίμενε υπομονετικά την κυρία που μιλούσε ήδη στο τηλέφωνο, η οποία ωρυόταν έξαλλη σε κάποια άγνωστη γλώσσα, πιθανότατα βουλγάρικα ή ρώσικα. Μετά από ένα πεντάλεπτο, η κυρία ξεθύμανε, πήρε την κάρτα της κι έφυγε προς άγνωστη (και αδιάφορη) κατεύθυνση. Τη θέση της πήρε γρήγορα η Κατερίνα, που έβαλε την κάρτα στο μηχάνημα και πληκτρολόγησε τον αριθμό της οδικής ασφάλειας. Ο ευγενικός κύριος στην άλλη άκρη της γραμμής κράτησε τα στοιχεία της και της είπε ότι θα στείλουν γερανό όσο γίνεται πιο γρήγορα. Τον ευχαρίστησε και κατέβασε το ακουστικό. Πήρε την κάρτα της και ετοιμάστηκε να φύγει. Πριν κάνει, όμως, τη μεταβολή για να  φύγει, παρατήρησε ένα χαρτί που ήταν κολλημένο δίπλα στο τηλέφωνο. Το διάβασε, από καθαρή περιέργεια:

«Γεια σου. Με λένε Νίκο και είμαι μόνος. Πολύ μόνος. Τόσο μόνος, που γράφω αυτό το γράμμα, ελπίζοντας ότι κάποιος θα το βρει και θα μου τηλεφωνήσει. Έχω βαρεθεί τη μοναξιά, και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’αυτό. Δεν έχω φίλους, μισώ τη δουλειά μου, δεν έχω καν ζωή. Δεν είναι φάρσα, μην το παίρνεις γι’αστείο. Θέλω να μιλήσω σε κάποιον, αλλά κανείς δε θέλει να με ακούσει. Ίσως κι εσύ να θες να μιλήσεις, αλλά δε σ’ακούει κανείς. Εγώ θέλω να σε ακούσω. Θέλω παρέα. Γι’αυτό, αν κι εσύ θέλεις παρέα, σε παρακαλώ τηλεφώνησέ μου στον αριθμό που βλέπεις.»

Ήταν ό,τι πιο παράξενο είχε δει στη ζωή της. Ποιος θα έγραφε σε έναν δημόσιο χώρο το τηλέφωνό του, ελπίζοντας ότι κάποιος θα του τηλεφωνήσει; Και πόσοι θα διάβαζαν ένα τέτοιο, μαραθώνιο γράμμα την ώρα που μιλούσαν στο καρτοτηλέφωνο; Και γιατί αυτός ο «Νίκος» δεν πήγαινε σε έναν ψυχολόγο (ή, ακόμα καλύτερα, σε έναν ψυχίατρο) να του πει ό,τι ήθελε; Της φάνηκε αστείο, και γύρισε για να φύγει.

Και τότε το ξανασκέφτηκε. Σε αυτή τη γαμημένη πόλη, που ο καθένας δεν ξέρει καν τον γείτονά του, που όλοι προσπαθούν να αποξενωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, σε αυτήν την πόλη της τεχνητής μοναξιάς, κάποιος προσπαθεί να βρει παρέα. Έστω και με έναν τόσο ανορθόδοξο τρόπο. Γύρισε και ξαναδιάβασε το γράμμα. Συνειδητοποίησε ότι ο «Νίκος» ήταν μια αρσενική Κατερίνα. Είχε ακριβώς τα ίδια προβλήματα με αυτήν, τις ίδιες σκέψεις. Περιέγραφε τη ζωή του ακριβώς όπως θα την περιέγραφε και αυτή.

Κοίταξε την κάρτα της. Είχε μείνει αρκετός χρόνος ομιλίας. Μετά κοίταξε προς το μέρος του αυτοκινήτου της. Ο γερανός θα αργούσε ακόμα να έρθει. Έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε: «Είμαι τρελή». Και μετά σήκωσε το ακουστικό και πληκτρολόγησε τον αριθμό του Νίκου.

Χτύπησε μία φορά. Χτύπησε δεύτερη. Και τρίτη. Σκέφτηκε να το κλείσει, σταματώντας την τρέλα εδώ. Εξάλλου, αν είχε τόσο ανάγκη για επικοινωνία, θα ήταν μόνιμα κολλημένος πάνω απ’το τηλέφωνο. Δεν πρόλαβε να χτυπήσει τέταρτη φορά. Μια νεανική ανδρική φωνή απάντησε: «Ναι;»

Η Κατερίνα ξαφνιάστηκε. Δεν είχε προετοιμαστεί για το τι θα του έλεγε, και ακολούθησε μια αμήχανη παύση.

«Ποιος είναι;», είπε πάλι η φωνή με παράπονο. «Πάλι φάρσα; Σας είπα, δεν είναι φάρσα, αλήθεια λέω…Γαμώτο…». ήταν έτοιμος να το κλείσει.

«Περίμενε!», φώναξε εκείνη την ώρα η Κατερίνα. Η φωνή ακούστηκε πάλι, ξαφνιασμένη: «Ποιος είναι;»

«Με λένε Κατερίνα. Είδα το γράμμα σου σε ένα καρτοτηλέφωνο και…και αποφάσισα να σου τηλεφωνήσω.»

Ακολούθησε άλλη μια παύση. Αυτή τη φορά, η Κατερίνα έσπασε τη σιωπή.

«Μήπως ενοχλώ; Δεν είναι κατάλληλη η ώρα;»

«Όχι, όχι, όχι, όχι!», είπε ενθουσιασμένος ο Νίκος. «Απλώς, δυσκολεύομαι να το πιστέψω!»

«Ποιο πράγμα;»

«Ότι τελικά κάποιος με πήρε στα σοβαρά. Ξέρεις πόσες φάρσες μου έχουν κάνει; Είναι φοβερό το πόσο κακοί μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι μερικές φορές. Κανίβαλοι, κανονικοί.»

Η Κατερίνα δεν είπε τίποτα, αλλά συμφωνούσε απόλυτα.

«Πες μου, Κατερίνα, γιατί μου τηλεφώνησες;»

«Θέλεις την πραγματική απάντηση ή την διπλωματική;»

«Την πραγματική»

«Λοιπόν, χάλασε το αμάξι μου και μέχρι να έρθει ο γερανός είπα να ενδώσω στην περιέργειά μου και να δω ποιος είναι αυτός ο τύπος που μοιάζει τόσο πολύ με μένα»

«Είσαι κι εσύ μόνη;»

«Σαν το λεμόνι στην πορτοκαλάδα»

Ο Νίκος γέλασε.

«Ε, εγώ υποτίθεται ότι είμαι αυτός που λέει τα αστεία!»

«Μπα; Δε μου φάνηκε και πολύ αστείο το γράμμα σου…»

«Ναι, προφανώς δε με πήρες για να ακούσεις ανέκδοτα. Αλλά άμα θες σου λέω μερικά»

«Όχι, προτιμώ να μου πεις για σένα. Ποια είναι η ιστορία σου;»

«Είσαι σίγουρη ότι θες ν’ακούσεις την ιστορία της ζωής μου;¨

«Αν προλαβαίνεις μέχρι να έρθει ο γερανός, τότε ναι»

Ο Νίκος της τα είπε όλα. Για την παιδική του ηλικία, για τους εφηβικούς του έρωτες, για τη ρουτίνα της δουλειάς του, για την αδιάφορη ζωή του, για αυτήν την πόλη που όλοι τη μισούν αλλά κανένας δεν την αφήνει, για την αφόρητη μοναξιά του. Τα πάντα. Και μάλιστα σε λιγότερα από δέκα λεπτά. Και θα του έπαιρνε ακόμα λιγότερο, αν δεν σταματούσε κάθε τόσο για να σιγουρευτεί ότι η Κατερίνα βρισκόταν ακόμα στην άλλη άκρη της γραμμής και δεν είχε αποκοιμηθεί ή δεν είχε φύγει.

Όταν τελείωσε την ιστορία του, είπε: «Και τώρα η σειρά σου».

Η Κατερίνα δίστασε. «Δεν χρειάζεται», του είπε.

«Τι εννοείς δε χρειάζεται;»

«Δεν χρειάζεται να σου πω την ιστορία μου. Απλά πάρε τη δική σου ιστορία, και αντί για το όνομά σου βάλε το δικό μου»

«Με κοροϊδεύεις;», απάντησε δύσπιστα ο Νίκος.

«Καθόλου. Οι ιστορίες μας είναι σαν δύο παράλληλοι δρόμοι, που κάνουν την ίδια διαδρομή»

«Λες να βρούμε καμία διασταύρωση στον δρόμο;»

Η Κατερίνα γέλασε.

«Εντάξει, αρκεί να έχω προτεραιότητα»

Ο Νίκος σοβάρεψε.

«Αλήθεια τώρα, θέλεις;»

«Τι πράγμα;»

«Να συναντηθούμε»

Η Κατερίνα αιφνιδιάστηκε. «Δεν είναι λίγο νωρίς να συζητάμε κάτι τέτοιο;»

«Νωρίς; Μα είναι σαν να γνωριζόμαστε εδώ και χρόνια. Την ίδια ζωή έχουμε ζήσει».

Ήταν ένα μάλλον αδύναμο επιχείρημα.

«Μα αυτό είναι τρελό!», είπε η Κατερίνα.

«Ενώ το να τηλεφωνείς σε έναν άγνωστο και να μοιράζεσαι μαζί του την ιστορία της ζωής σου είναι φυσιολογικό;», απάντησε ο Νίκος. Και αυτό το επιχείρημα ήταν αισθητά πιο πειστικό.

«Θεέ μου, δεν το πιστεύω αυτό που κάνω…Και πού ξέρω εγώ ότι δεν είσαι κανένας μανιακός δολοφόνος;»

«Δεν το ξέρεις. Αλλά ρισκάρεις να μην το μάθεις;»

Η Κατερίνα σταμάτησε λίγο για να σκεφτεί τι εννοούσε. Πριν ολοκληρώσει τον συλλογισμό της, ο Νίκος της είπε: «Λοιπόν, σε δύο ώρες στο μετρό στο Πανεπιστήμιο, στην έξοδο «Εθνική Βιβλιοθήκη». Τι λες;»

«Δε γίνεται!», διαμαρτυρήθηκε η Κατερίνα, «ούτε καν σε ξέρω! Κι άλλωστε, δεν θα προλάβω να κάνω τίποτα, ούτε στο σπίτι δεν προλαβαίνω να πάω!»

«Δε με πειράζει», απάντησε ψύχραιμα ο Νίκος, «έλα όπως είσαι».

«Μα δε γίνεται! Είναι τρελό!»

«Κοίτα, εγώ σε δύο ώρες θα είμαι εκεί. Αν θέλεις, έλα. Αν πάλι δε θέλεις, μην έρθεις. Αλλά να ξέρεις ότι θα το μετανιώσουμε και οι δύο αν δεν έρθεις.»

Η Κατερίνα το σκέφτηκε.

«Δεν έχεις τίποτα να χάσεις», συνέχισε ο Νίκος. «Αν κάτι πάει στραβά, δεν έχω καν το τηλέφωνό σου για να σε πάρω, εσύ έχεις το δικό μου. Μην αφήσεις αυτήν την ευκαιρία να πάει χαμένη.»

Πριν προλάβει να απαντήσει η Κατερίνα, είδε τον γερανό να έχει σταματήσει πίσω από το αυτοκίνητό της με αναμμένα τα φώτα του.

«Πρέπει να κλείσω», είπε. «Ήρθε ο γερανός. Δεν ξέρω για το βράδυ»

«Εγώ, πάντως θα είμαι εκεί. Όπως και να’χεο, χάρηκα πολύ που μιλήσαμε. Αντίο.»

«Αντίο», είπε και η Κατερίνα και έκλεισε το ακουστικό. Περπάτησε γρήγορα προς τον γερανό, μην μπορώντας ακόμα να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει.

Ο μηχανικός ήταν σαφής: Η μπαταρία είχε αδειάσει. Την φόρτισε όσο μπορούσε και της είπε να οδηγήσει για τουλάχιστον μιάμιση με δύο ώρες, ώστε να μη μείνει ξανα μέχρι να πάει στο συνεργείο.

«Και πού να πάω για δύο ώρες;», αναρωτήθηκε φωναχτά η Κατερίνα.

«Ξέρω ‘γω, κάντε μια βόλτα», είπε αδιάφορα ο μηχανικός, πριν μπει βιαστικά στον γερανό και φύγει.

«Μια βόλτα». Δύο ώρες βόλτα; Ήταν πολλές. Και κοίτα σύμπτωση: Σε δύο ώρες ήταν και το άτυπο ραντεβού της με τον Νίκο. Η Κατερίνα δεν ήταν άνθρωπος που πίστευε στον Θεό, το κάρμα, το πεπρωμένο, τα ζώδια και τέτοια πράγματα, αλλά με κάτι τέτοιες συμπτώσεις όλοι μπαίνουν σε πειρασμό. Κι έτσι, αντίθετα με τη λογική της, αποφάσισε να πάει στο ραντεβού.

Μετά από περίπου μιάμιση ώρα άσκοπης περιπλάνησης στους δρόμους της Αθήνας, η Κατερίνα έφτασε στην Ακαδημίας. Πάρκαρε εκεί, πίσω από την αφετηρία των λεωφορείων, και άναψε τσιγάρο. Είχε άγχος. Θα συναντιόταν με έναν άγνωστο. Το σενάριο του μανιακού δολοφόνου τριγύριζε ακόμα στο μυαλό της, κι ας ήξερε ότι κάτι τέτοια συμβαίνουν μόνο στις ταινίες. Αλλά κι αν δεν ήταν δολοφόνος, σίγουρα θα ήταν περίεργος. Ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος δεν κολλάει γράμματα στα καρτοτηλέφωνα. Ούτε κλείνει ραντεβού με κάποια που του μίλησε στο τηλέφωνο πριν δύο ώρες. Σκέφτηκε να φύγει, αλλά ήταν πια αργά. Εκεί που είχε φτάσει, θα ήταν ανώφελο να γυρίσει πίσω και να μη μάθει ποτέ τι θα συνέβαινε αν είχε μείνει εκεί.

Βγήκε από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς το μετρό. Ήταν η ώρα. Καθώς πλησίαζε, κοιτούσε τα πρόσωπα γύρω της. Σκυθρωποί, κουρασμένοι, αμίλητοι άνθρωποι. Θα μπορούσαν να είναι αλλιώς;

Πριν περάσει το φανάρι για να φτάσει στην έξοδο «Εθνική Βιβλιοθήκη», κοίταξε τον κόσμο που ήταν μαζεμένος γύρω. Δυο-τρεις παρέες νεαρών, μία παρέα μεταναστών…και ένας νεαρός μόνος του. Θα’βαζε το χέρι της στη φωτιά ότι ήταν ο Νίκος. Τυλιγμένος σε ένα μαύρο μπουφάν, καθόταν στο πεζούλι και κοιτούσε προς τις κυλιόμενες σκάλες. Προφανώς, περίμενε ότι η «παρέα» του θα ερχόταν από εκεί. Λογικό, αφού υποτίθεται ότι το αυτοκίνητο της Κατερίνας ήταν στην εντατική.

Η Κατερίνα πέρασε το φανάρι και τον πλησίασε. Τον κοίταξε αμήχανα. Αυτός δεν είχε καν αντιληφθεί την παρουσία της.

«Νίκο;», είπε διστακτικά.

Ο νεαρός σήκωσε αμέσως το βλέμμα του και την κοίταξε. Κοίταζε έκπληκτος το πρόσωπό της για αρκετά δευτερόλεπτα, μέχρι να καταφέρει να ψελλίσει ένα «Κατερίνα;».

Χαμογέλασαν και οι δύο ταυτόχρονα. Ο Νίκος σηκώθηκε και της πρότεινε να πάνε σε ένα μπαράκι στα Εξάρχεια. Η Κατερίνα δεν είχε λόγο να αρνηθεί. Το σενάριο του μανιακού δολοφόνου έμοιαζε να απομακρύνεται.

Σε όλη τη διαδρομή, ο Νίκος και η Κατερίνα μιλούσαν. Έλεγαν όλα αυτά που κρατούσαν τόσο καιρό μέσα τους, αλλά δεν μπορούσαν να βρουν κανένα που να θέλει να τους ακούσει. Επιτέλους, είχαν βρει κι οι δύο έναν καλό ακροατή, έναν άνθρωπο που να τους καταλαβαίνει. Πριν καν φτάσουν στο μπαράκι, είχαν ήδη καταλάβει ότι είχαν πολλά κοινά και υπήρχε χημεία ανάμεσά τους.

Για να μην τα πολυλογούμε, στο μπαράκι συνέχισαν να μιλάνε, και να μιλάνε, και να μιλάνε. Και όταν έφυγαν από το μπαράκι, στο δρόμο μιλούσαν. Και την επόμενη μέρα, η Κατερίνα έκανε την άρρωστη και δεν πήγε στη δουλειά, και όλο το πρωί μιλούσαν στο τηλέφωνο. Και το απόγευμα συναντήθηκαν ξανά, και μιλούσαν. Και το βράδυ πήγαν στο σπίτι της Κατερίνας – και επιτέλους σταμάτησαν να μιλάνε.

Και ζήσανε αυτοί καλά (;) κι εμείς καλύτερα (;).

Με άλλα λόγια, εκείνη τη μέρα η Κατερίνα πήρε το καλύτερο δώρο για τα γενέθλιά της. Ποιος της το έκανε; Δε θα το μάθουμε ποτέ. Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι πως, από δω και πέρα, θα γιορτάζει πάντα τα γενέθλιά της…

ΤΕΛΟΣ

(Υ.Γ.: Συγνώμη για το «σεντόνι»)
(Υ.Γ.2: Συγνώμη για την απότομη αλλαγή ύφους)
(Υ.Γ.3: Συγνώμη που κατάντησα το blog μου Άρλεκιν)
(Υ.Γ.4: Σύντομα οι συνέχειες: «Η Ανεπιθύμητη Εγκυμοσύνη της Κατερίνας», «Το Διαζύγιο της Κατερίνας» και «Η Απόπειρα Αυτοκτονίας της Κατερίνας». Σας έχω πει ότι μου τη δίνουν τα χάπι εντ, έτσι; )
(Υ.Γ.5: Τελικά έπρεπε να τον έχω βγάλει μανιακό δολοφόνο στο τέλος. Θα είχε shock effect.)


Ημέρα 7η

Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα σου έχω φοβερά νέα! Βέβαια, όπως θα καταλάβεις, η λέξη «φοβερά» είναι αμφίσημη: Μπορεί να σημαίνει ότι έχω πάρα πολύ καλά νέα, αλλά μπορεί να σημαίνει και ότι έχω κάτι φρικτό και τρομερό να σου πω. Εγώ θα σου το πω, και αποφάσισε εσύ τι από τα δύο συμβαίνει.

Που λες, μία από τις κοπέλες μάς ανακοίνωσε σήμερα ότι δεν θα μπορέσει να συνεχίσει στη δουλειά, επειδή θέλει να δώσει το τελευταίο της μάθημα και να πάρει το πτυχίο της. Που σημαίνει ότι, εν μέσω σχολικής περιόδου, το μαγαζί μένει με δύο υπαλλήλους, εκ των οποίων ο ένας part time. Ή μήπως όχι;

Αν δεν το κατάλαβες ακόμα, αγαπητό ημερολόγιο, πήρα προαγωγή! Ναι, μόλις μία εβδομάδα μετά την πρόσληψή μου, πήρα την πρώτη μου προαγωγή! Θα μου πεις, «σιγά το πράγμα, αφού δεν την πήρες με την αξία σου». Ή μάλλον δε θα μου το πεις, γιατί δεν μπορείς να μιλήσεις. Κρίμα, γιατί θα μπορούσαμε να έχουμε έναν ιδιαίτερα εποικοδομητικό διάλογο. Αλλά αν, υποθετικά, μπορούσες να μου κάνεις αυτήν την ερώτηση, η απάντησή μου θα ήταν «ο καθένας παίρνει ό,τι αξίζει στη ζωή». Φυσικά δεν θα το εννοούσα, γιατί αν όντως ίσχυε αυτό, τότε ο Καραμανλής θα ήταν ιδιοκτήτης χασαποταβέρνας στα Βλάχικα και ο Παπανδρέου κλητήρας σε χωριό της Αχαϊας. Αλλά θα το έλεγα για να σου πάω κόντρα.

Τέλος πάντων. Το θέμα είναι: Πρέπει να χαίρομαι ή να πανικοβληθώ; Να χαίρομαι που θα παίρνω τα τετραπλάσια λεφτά ή να πανικοβληθώ που θα δουλεύω τις τετραπλάσιες ώρες; Να χαίρομαι που ξαφνικά έχω κάτι για να γεμίσω τις άδειες μου ώρες ή να πανικοβληθώ στη σκέψη ότι πρέπει κάθε πρωί να ξυπνάω πλέον στις 7; Να χαίρομαι για την εμπιστοσύνη που μου δείχνει το αφεντικό μου ή να πανικοβληθώ ξέροντας ότι το επόμενο ρεπό μου θα είναι στην αργία της 28ης Οκτωβρίου; Φαντάζομαι ότι μόνο ο χρόνος θα απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις. Και ελπίζω να έχει τις καλές του όταν κληθεί να απαντήσει.

Κατά τ’άλλα, σήμερα ήταν ήσυχα τα πράγματα. Το μόνο αξιοσημείωτο της ημέρας ήταν εκείνος ο θεόμουρλος τύπος, ο οποίος έχει γράψει το δικό του μανιφέστο (στο οποίο, μεταξύ άλλων, περιγράφει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των εξωγήινων που κυκλοφορούν ανάμεσά μας και υποστηρίζει ότι ο Κλίντον και ο Μπους ήταν εξωγήινοι, ενώ ο Τόνι Μπλερ νεκρόφιλος – άσχετο) και μας το έφερε για να το εκτυπώσουμε καμιά δεκαριά φορές. Δεν έχω ιδέα γιατί ήθελε να του το εκτυπώσουμε και σε ποιους θέλει να το δώσει. Είμαι βέβαιος, όμως, ότι όσοι κάνουν τον κόπο να το διαβάσουν, θα γελάνε μέχρι να τους βγουν τα μάτια από τις κόγχες τους. Μην κοιτάτε που εγώ τη γλίτωσα, είναι επειδή κρατιόμουν.

Μιας και το ανέφερα αυτό, πρέπει να σου μεταφέρω και έναν προβληματισμό μου: Είναι ηθικό και τίμιο να μου φέρνουν οι πελάτες διάφορα κείμενα για φωτοτυπίες ή εκτυπώσεις και εγώ να τα διαβάζω στα κρυφά; Υποθέτω πως η δουλειά μου έχει ένα στοιχείο εχεμύθειας: Κανονικά, ακόμα κι αν ο πελάτης είναι τρομοκράτης και θέλει να του εκτυπώσω τις ακριβείς συντεταγμένες του επόμενου στόχου του, εγώ πρέπει να παραμείνω αμέτοχος και αδιάφορος για το περιεχόμενο του χαρτιού που μου δίνει. Η δουλειά μου είναι απλώς να το εκτυπώσω. Αλλά πώς να μη ρίξω έστω μια κλεφτή ματιά σε αυτά που μου δίνουν οι πελάτες; Πώς να καταπιέσω την έμφυτη περιέργειά μου και να μη διαβάσω το σουρεαλιστικό μανιφέστο του θεόμουρλου τύπου; Ή να μην δω από ποια σχολή είναι το απολυτήριο που μου δίνει για φωτοτυπία εκείνος ο νεαρός; Ή να μην δω την ηλικία που δηλώνει η κυρία που μου έδωσε το βιογραφικό της για εκτύπωση;

(ναι, το ξέρω ότι ακούγεται πολύ κατινίστικο, αλλά θα έσκαγα αν δεν το έβλεπα! Για την ιστορία, μάλλον κάτι έκρυβε.)

Ε, δε γίνεται. Μου είναι αδύνατο να μην είμαι λαθραναγνώστης. Ξέρω ότι είναι ενοχλητικό (ειδικά όταν κάθεσαι στο μετρό και ο λαθραναγνώστης στέκεται πάνω από το κεφάλι σου και διαβάζει την εφημερίδα σου), αλλά έτσι είμαι. Τέλος. Και σ’όποιον δεν αρέσει, να φύγει. Να πάει αλλού. Έχει κι αλλού φωτοτυπικά που κάνουν φωτοτυπίες.

Ημέρα 8η

Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα, όπως γνωρίζεις, ήταν μόλις η δεύτερη μέρα μου ως πλήρως απασχολούμενου υπαλλήλου. Και, όπως ήταν φυσικό, τα ιδιαίτερα μαθήματα που έκανα τόσο καιρό για να μάθω πού βρίσκεται τι από σήμερα έγιναν πιο εντατικά. Έχω μάθει τόσα πολλά πράγματα αυτές τις μέρες, που θα μπορούσα να γράψω ένα σωρό βιβλία για διάφορα ασήμαντα θέματα. Να, έφτιαξα μια λίστα με κάποια από αυτά:

– «Αερίζοντας το Φωτοτυπικό Χαρτί: Τα Μικρά Μυστικά μιας Μεγάλης Τέχνης»

– «Το Πρώτο μου Fax» (για παιδιά προσχολικής ηλικίας)

– «Το Χαμόγελο της Επιτυχίας: Πώς να Κάνετε τους Άλλους να Νομίζουν ότι Χαίρεστε που Τούς Βλέπετε»

– «Λαδομπογιές, Κηρομπογιές, Ακουαρέλες, Τέμπερες: Συγκριτική Ανάλυση και Οδηγίες Χρήσης»

– «100+1 Τρόποι για να Αγνοήσετε την Άθλια Μουσική που Παίζει το Ραδιόφωνο και να Συγκεντρωθείτε στη Δουλειά»

– «Η Οδύσσεια Ενός Βιβλιοπώλη: Αναζητώντας Δώρο για ένα 5χρονο Κοριτσάκι»

– «Μαθαίνω να Χρησιμοποιώ τον Βιβλιοστάτη (τον ποιον;;;;;)»

– «Η Υψηλή Τέχνη του Σπιράλ: Μετατρέποντας μια στοίβα χαρτιά σε αριστούργημα»

– «Διαχείριση Κρίσεων: Πώς να Μείνετε Ψύχραιμοι Όταν Εμφανίζονται Από το Πουθενά 10 Πελάτες Ταυτόχρονα»

– «Φάκελοι Ταχυδρομείου: Τα Είδη τους και οι Πολλαπλές τους Χρήσεις»

Κρίμα που δεν προλαβαίνω να ξεκινήσω κάποιο από αυτά τα βιβλία, γιατί δεν έχω καθόλου χρόνο. Είμαι σίγουρος ότι θα γινόντουσαν αμέσως μπεστ σέλερ.

Την πρώτη μέρα που σου έγραψα, αγαπητό ημερολόγιο, δε σου ανέφερα καθόλου τη συζήτηση που είχαμε με το αφεντικό μου (το οποίο δεν ήταν ακόμα αφεντικό μου τότε, αλλά απλώς πιθανός εργοδότης). Πέρα, λοιπόν, από τα τετριμμένα, δηλαδή το ωράριο, το μισθό και τις γνωστές φιλοφρονήσεις που ανταλλάξαμε (του τύπου «ελπίζω να συνεργαστούμε», «μου αρέσει το περιβάλλον εδώ», «είναι καλό που μένεις εδώ κοντά» και τέτοια), κάποια στιγμή μου είπε: «Αλλά αν πρόκειται να συνεργαστούμε, ΑΥΤΟ θα το κόψεις». Το «ΑΥΤΟ» ήταν το μούσι μου, το οποίο είχα πάνω από μία εβδομάδα να ξυρίσω, προσπαθώντας (ανεπιτυχώς) να ξορκίσω το φάντασμα του Στρατού. Του εξήγησα πως δεν είχα κανένα πρόβλημα να το ξυρίσω και δεν έδωσα περισσότερη σημασία τότε. Σήμερα, όμως, έμαθα κάτι παραπάνω γι’αυτό.

Κάποια στιγμή που δεν είχαμε δουλειά, μου έπιασε την κουβέντα. Μεταξύ άλλων, με ρώτησε πού πήγα φαντάρος. ‘Οταν του ανέφερα το τελευταίο στρατόπεδο στο οποίο υπηρέτησα ήμουν σίγουρος ότι δεν θα το ήξερε, αφού οι μόνοι που γνωρίζουν την ύπαρξή του είναι οι φαντάροι που πέρασαν από εκεί και οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής. Προς μεγάλη μου έκπληξη, είπε: «Α, σε εκείνο το μπουρδέλο;». Ναι, ήξερε εκείνο το στρατόπεδο, που βρίσκεται στη μέση του πουθενά. Και μάλιστα ήξερε ότι είναι και μπουρδελο! Τον ρώτησα πώς το ήξερε, και όταν πήρα την απάντηση ευχόμουν να μην είχα ρωτήσει: Το αφεντικό μου ήταν παλιά στην Στρατονομία. Στην διαβόητη ΕΣΑ. Το γράφω κι ανατριχιάζω. Και δεν του φαίνεται, ρε γαμώτο.

Τουλάχιστον, υπάρχει και η θετική πλευρά: Άμα βρεθεί ποτέ το πτώμα μου σε κανένα χαντάκι, με βγαλμένα νύχια και σβησμένα τσιγάρα στο πρόσωπο, θα υπάρχεις εσύ, αγαπητό μου ημερολόγιο, και θα ξέρουν όλοι ποιος το έκανε. Αλλά άμα αυτή είναι η θετική πλευρά, τότε η αρνητική ποια είναι; Ότι άμα δώσω λάθος ρέστα σε κανέναν πελάτη θα με περάσει από φάλαγγα;

Πού έμπλεξα, γαμώ τη γκαντεμιά μου;

Ημέρα 9η

Αγαπητό ημερολόγιο,

ίσως να σε τρομοκράτησα χθες με αυτά που σου έγραψα. Αλλά τελικά μάλλον ήταν άκυρος συναγερμός. Γιατί με αυτά που θα σου γράψω σήμερα, θα καταλάβεις ότι το αφεντικό μου είναι μια χαρά τύπος. Πώς έμπλεξε με την ΕΣΑ δεν ξέρω…Τι να σου πω, μπορεί να τον παρέσυραν οι κακές παρέες.

Που λες, λοιπόν, κάποιος μας άφησε ένα βιβλίο 150 σελίδων σήμερα για να του το φωτοτυπήσουμε και να του δέσουμε τις φωτοτυπίες με σπιράλ. Εγώ ανέλαβα οικειοθελώς το σπιράλ, αν και το ήξερα μόνο στη θεωρία πώς γίνεται, και δεν το είχα δοκιμάσει στην πράξη. Αλλά σκέφτηκα, «ένα σπιράλ είναι, όχι η θεωρία της σχετικότητας! Μπορώ να τα καταφέρω μια χαρά!». Βέβαια, όπως αποδείχθηκε, θα τα κατάφερνα καλύτερα με τη θεωρία της σχετικότητας.

Γιατί, αγαπητό ημερολόγιο, έκανα την πιο αξιομνημόνευτη γκάφα της σύντομης μέχρι τώρα καριέρας μου: Κατάφερα και τρύπησα ΚΑΙ τις 150 σελίδες από την ανάποδη πλευρά, αχρηστεύοντας ουσιαστικά 150 φωτοτυπίες και 15 λεπτά ενασχόλησης της συναδέλφου μου, που είχε αναλάβει τις φωτοτυπίες. Μιλάμε για την γκάφα του αιώνα!

Η κοπέλα δε μου θύμωσε, βέβαια, αλλά φοβόμουν την αντίδραση του αφεντικού μου. Θα μου πεις, τι μπορούσε να μου κάνει; Να μου δώσει δύο μέρες στέρηση εξόδου από το μαγαζί και να με κλειδώσει μέσα για δύο 24ωρα; Ή να με βάλει να κάνω σκοπιά έξω από το μαγαζί όλο το βράδυ για να μη μπει κανένας διαρρήκτης και μας κλέψει τις ξυλομπογιές; Το πολύ-πολύ να κράταγε τη ζημιά από το μισθό μου.

Αλλά ούτε καν αυτό δεν έκανε. Απλώς, μου έδειξε υπομονετικά τον σωστό τρόπο για να κάνω το σπιράλ και με έβαλε να το κάνω μπροστά του δυο-τρεις φορές, για να σιγουρευτεί ότι το κατάλαβα. Ούτε φωνές, ούτε παρακράτηση μισθού, ούτε φάλαγγα.

(που, μεταξύ μας, και ΕΣΑτζής να μην ήταν, μια φάλαγγα την άξιζα για τη μαλακία που έκανα)

Τελικά είναι άδικο να κρίνεις τον άλλο από κάτι που έχει κάνει στο παρελθόν. Ειδικά αν δεν ξέρεις τι ακριβώς έχει κάνει. Νιώθω πολύ βλάκας αυτή τη στιγμή. Όχι πως είναι και κανένα σπάνιο συναίσθημα για τα δικά μου δεδομένα, δηλαδή, όπως φάνηκε και από τη σημερινή μου γκάφα. Και κάτι μου λέει ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες…


Ημέρα 4η

Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα ήταν Σάββατο, οπότε σκέφτηκα ότι στο μαγαζί θα είχαμε κόσμο. Λογικά, οι μαμάδες και οι μπαμπάδες που δεν θα δούλευαν σήμερα θα έφερναν τα κουτσούβελά τους για να τους αγοράσουν τα πρώτα σχολικά τους: Βιβλία, κασετίνες, τσάντες και τέτοια. Γι’αυτό και έβαλα τα καλά μου. Ένα σχετικά καλό πουκάμισο (και λέω «σχετικά» σε σύγκριση με κάτι χαβανέζικα που έχω και δεν ενδείκνυνται για τέτοιες περιστάσεις) και ένα καλό παντελόνι. Αλλά τα All-Star, αμετακίνητα. Σταθερή αξία.

Τέλος πάντων, ντύθηκα, στολίστηκα και πήγα στο μαγαζί προετοιμασμένος για μια κοσμοπλημμύρα. Ε, λοιπόν τζάμπα στολίστηκα. Μέχρι το μεσημέρι βαράγαμε μύγες, και στο τέλος φύγανε κι αυτές και δεν είχαμε τι να βαρέσουμε. Γιατί δεν είχα υπολογίσει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του Έλληνα: Την αναβλητικότητά του. Σχολικά; «Έλα μωρέ, πάμε 10 Σεπτέμβρη να τα πάρουμε». Σινεμά; «Πάμε μωρέ πέντε λεπτά πριν αρχίσει η ταινία, θα έχει εισιτήρια». Λογαριασμοί; «‘ντάξει μωρέ, και να λήξει μια-δυο μέρες δεν έγινε και τίποτα». Και θα έπρεπε να έχω υπολογίσει αυτόν τον παράγοντα, γιατί κι εγώ ακριβώς έτσι είμαι. Αλήθεια, έχω αναφέρει ότι μου έχουν κόψει το κινητό εδώ και δύο εβδομάδες επειδή δεν έχω πληρώσει το λογαριασμό; Όχι, ε; Καλά, κάποιον λόγο θα είχα.

Ψόφια πράγματα, που λες. Μόνο κάτι παππούδες μας τίμησαν με την παρουσία τους. Που να μην έσωναν, δηλαδή. Ξέρεις, δεν έχω καθόλου καλές σχέσεις με τους ηλικιωμένους. Ίσως γι’αυτό ευθύνεται το γεγονός ότι οι παππούδες μου πέθαναν πριν τους γνωρίσω, η μία γιαγιά μου πέθανε όταν ήμουν πέντε χρονών, και την άλλη ζήτημα είναι αν την είδα πέντε φορές σε όλη μου τη ζωή. Αλλά λίγο-πολύ όλοι δεν βαριόμαστε τους ηλικιωμένους; Λίγο το χάσμα των γενεών, λίγο η μόνιμη γκρίνια και η επιμονή τους να σου αφηγούνται τις αναμνήσεις τους από καταστάσεις για τις οποίες όσα ξέρεις προέρχονται από το «πασάλειμμα» που έκανες για να περάσεις την Ιστορία στην Γ’ Λυκείου, δε θέλει και πολύ για να στραβώνεις τη μούρη σου κάθε φορά που σου απευθύνει το λόγο ένας άνθρωπος μεγάλης ηλικίας. Αλλά είπαμε, μπορεί να είμαι και προκατειλημμένος.

Τουλάχιστον, έχω να ομολογήσω ότι κάποιοι από αυτούς τους παππούδες έχουν πλάκα. Όπως εκείνος που μπήκε σήμερα για να του βγάλουμε φωτοτυπίες και μεγενθύνσεις από κάποιες παλιές φωτογραφίες, στις οποίες απεικονιζόταν ο ίδιος μαζί με τον Βασιλιά Παύλο, τη Φρειδερίκη και άλλους τέτοιους, που οι νέοι τους ξέρουμε μόνο από τους δρόμους που έχουν τα ονόματά τους (αλήθεια, Βασιλέως Παύλου υπάρχει, Βασιλέως Γεωργίου υπάρχει, Βασιλίσσης Σοφίας υπάρχει, Βασιλίσσης Όλγας υπάρχει – Βασιλίσσης Φρειδερίκης πώς και δεν έχω δει πουθενά; ). Όπως έλεγε, λοιπόν, αυτός ο 93χρονος (!) κύριος, ήταν υπασπιστής του Παύλου, και πολύ κοντά στη βασιλική οικογένεια. Καλόπαιδο, δηλαδή.

Αλλά είχε πλάκα. Μας έλεγε ότι την τελευταία φορά που είχε έρθει (χθες, δηλαδή, γιατί απ’ό,τι κατάλαβα αυτός κάθε μέρα στο μαγαζί μας κουβαλιέται) είχε αργήσει να γυρίσει στο σπίτι του, και η γυναίκα του τον ρώταγε που είναι και μπας και ήταν με καμιά γκόμενα (Αλτσχάιμερ; Πιθανόν)! Μετά από λίγο μπήκε μια άλλη πελάτισσα, και τον ρώτησε αν ήταν αυτός στις φωτογραφίες. Αυτός της απάντησε καταφατικά και εκείνη τον ρώτησε πόσων χρονών είναι. Όταν αυτός της είπε τον μαγικό αριθμό 93, αυτή εξεπλάγη. «Δε σας φαίνεται καθόλου», του είπε. «Εμ, γι’αυτό σας ζηλεύει η γυναίκα σας», του είπα. Δε γέλασε. Αλλά πιθανόν και να μην άκουσε καν τι είπα.

Α, επίσης σήμερα μας ήρθε ένας σελέμπριτι. Αρχίδια σελέμπριτι, δηλαδή, ένας παλιός ηθοποιός ήταν. Απ’ό,τι μου είπαν οι άλλες κοπέλες, έρχονται αρκετοί γνωστοί στο μαγαζί. Ένας μεγάλος ζωγράφος (που πληρώνει πάντα με χαρτονομίσματα των 500 ευρώ, ακόμα κι αν πάρει μόνο ένα πινέλο), ένας άλλος ηθοποιός (επίσης παλιάς κοπής), ένας γνωστός συνθέτης (που και να τον έβλεπα δε θα τον γνώριζα) και άλλοι. Λέω να προτείνω στο αφεντικό μου να μετονομάσουμε το βιβλιοπωλείο σε «Celebrity Bookstore». Πιασάρικο δεν είναι;

Ουφ, αύριο Κυριακή. Επιτέλους, ξεκούραση! Λέω να τη βγάλω ξαπλωμένος όλη τη μέρα. Ή τουλάχιστον μέχρι να αρχίσω να νιώθω ξανά τα πόδια μου από τα γόνατα και κάτω. Πρέπει να πάρω και δυνάμεις για την επόμενη εβδομάδα. Πωπωωωωωωωωω, φαντάσου να δούλευα και full time, δηλαδή!

Ημέρα 6η

Αγαπητό ημερολόγιο,

ήταν ωραίο το Σαββατοκύριακο. Ξεκουράστηκα πολύ, και σκέφτηκα ότι είχα φορτίσει τις μπαταρίες μου και ήμουν έτοιμος για την εβδομάδα που ξεκινούσε. Μάλιστα, ένιωθα τόσο έτοιμος που πήρα την απόφαση να πάω με τα πόδια το πρωί μέχρι το μαγαζί, που είναι περίπου 20-25 λεπτά από το σπίτι μου. Κάτι που αποδείχθηκε όχι ιδιαίτερα έξυπνο, καθώς όταν έφτασα εκεί ήμουν ήδη ψόφιος και με το ζόρι στεκόμουν όρθιος όλη μέρα. Και δεν έχει και πού να κάτσεις αυτό το μαγαζί, που σημαίνει ότι ακόμα κι αν δεν μπει πελάτης για δύο ώρες, εγώ πρέπει να στέκομαι όρθιος, λες και είμαι τιμωρία. Και καλύτερα να μη σου πω πώς ένιωθα όταν έφτασα στο σπίτι το μεσημέρι, πάλι με τα πόδια, βεβαίως. Το μόνο που θυμάμαι από το μεσημέρι είναι το κλειδί μου να μπαίνει στην πόρτα. Μετά έπαθα μπλακ άουτ.

Μου φαίνεται ότι σήμερα είχαμε περισσότερη δουλειά. Φυσικά, ήρθαν οι γνωστοί παππούδες και μας λέγανε ιστορίες από τον πόλεμο του ’40, αλλά είδα και πολλούς άλλους σήμερα. Αλλά ήρθαν και κάτι αρχιτέκτονες που ήθελαν να φωτοτυπήσουν ένα σχέδιο. Και κάτι δικηγόροι που ήθελαν να φωτοτυπήσουν ένα συμβόλαιο (το οποίο συμβόλαιο είχε πάνω χαρτόσημα τα οποία έγραφαν, με μεγάλα γράμματα, «ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»!!!). Και κάτι φοιτητές, που ήθελαν να φωτοτυπήσουν ένα βιβλίο σε σμίκρυνση. Για σκονάκι, φυσικά.

Λοιπόν, μεγάλη εφεύρεση η σμίκρυνση. Το καλύτερο σκονάκι. Σχεδόν νιώθω βλάκας που πέρασα όλα τα μαθήματα της σχολής χωρίς να την χρησιμοποιήσω. Αλλά τι να κάνουμε, εγώ είμαι πιο παραδοσιακός τύπος. Προτιμούσα την αντιγραφή.

Α, μια και είπα για τη σχολή μου, σήμερα ήρθε και ένας άλλος τύπος, μεγάλος σε ηλικία αλλά καλοδιατηρημένος, ο οποίος ήθελε κάτι φωτοτυπίες από παλιές εφημερίδες. Μου είπε πως διαθέτει ένα αρχείο από 5.000 και πλέον εφημερίδες, και του είπα πως αυτό είναι ένα πολύ ωραίο και ενδιαφέρον χόμπι, και πάνω στην κουβέντα του ανέφερα πως έχω σπουδάσει δημοσιογραφία. Τότε, έλαμψε το ματι του. Όπως αποδείχθηκε, ήταν βετεράνος δημοσιογράφος. Μου είπε ότι σήμερα στη δημοσιογραφία η κατάσταση είναι τραγική και με συμβούλευσε να μείνω πάντα πιστός στις αρχές της δημοσιογραφίας και να μην προδώσω ποτέ αυτά που πιστεύω. Δε μου είπε κάτι καινούργιο, αλλά ήταν μια ευχάριστη στιγμή αυτής της μέρας. Όσο ευχάριστη μπορεί να είναι η συνειδητοποίηση ότι στο κωλοεπάγγελμα που έχω διαλέξει μόνο οι κωλογλείφτες και οι κωλοτούμπες πληρώνονται.

Α, επίσης σήμερα έφαγα και την πρώτη μου επαγγελματική «χυλόπιτα». Μπήκε ένας περίεργος τύπος, που ήθελε κάτι φωτοτυπίες. Έβγαλε από μια τσάντα ένα μάτσο χαρτιά και με ρώτησε μέσα απ’τα δόντια του πού είναι το αφεντικό μου. Εγώ του είπα ότι έλειπε (που όντως έλειπε εκείνη τη στιγμή), αλλά προσφέρθηκα να του κάνω εγώ τη δουλειά. Τότε μάζεψε τα χαρτιά του, τα έβαλε πάλι στην τσάντα του και είπε: «Άστο, θα έρθω όταν θα είναι εδώ κάποιος που θα μπορεί να με εξυπηρετήσει». Πολύ ευγενικό εκ μέρους του, έτσι;

Λοιπόν, ξέρεις τι παρατήρησα; Τόσες μέρες γράφω για μένα, και δε σου έχω πει τίποτα για τις κοπέλες του μαγαζιού, ή για το αφεντικό μου. Ίσως είναι λίγο εγωιστικό εκ μέρους μου. Αλλά πάντα ήμουν λίγο εγωιστής. Θυμάμαι μια φορά όταν ήμουν τεσσάρων χρον…Φτου! Πάλι το ίδιο κάνω! Αλλά, στο κάτω-κάτω, δικό μου ημερολόγιο είσαι, ό,τι θέλω γράφω! Άμα θέλουν οι άλλοι, ας φτιάξουν δικό τους ημερολόγιο. Στο δικό μου θα γράφω τα δικά μου ψυχολογικά. Άι σιχτίρ πια με τον αλτρουισμό.


Ημέρα 1η

Αγαπητό ημερολόγιο,

καλωσήρθες! Από σήμερα θα σου γράφω όλα όσα συμβαίνουν στην καθόλου πολυτάραχη ζωή μου, αλλά κανείς δεν ενδιαφέρεται να ακούσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που ξεκινάω ημερολόγιο. Το έκανα άλλες δύο φορές: Μία όταν ήμουν 9 χρονών (και το παράτησα στη δεύτερη μέρα) και μία όταν ήμουν φαντάρος (και λίγο έλειψε να με στείλουν στο Στρατοδικείο). Ελπίζω εσύ να κρατήσεις περισσότερο.

Σήμερα, που λες, ήταν η πρώτη μου μέρα στη δουλειά. Είμαι πλέον υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο. Μη ν0μίζεις πως το επιδίωξα, άλλα σπούδασα εγώ. Αλλά είναι αυτή η ρουφιάνα η κρίση, που με ανάγκασε να παρατήσω τις προσπάθειές μου να βρω κανονική δουλειά και να βολευτώ με μία προσωρινή. Part time θα δουλεύω, τίποτα το ιδιαίτερο. 200 ευρώ θα βγάζω, ένα χαρτζιλίκι για να ξαλαφρώσω λίγο τους γονείς μου, που με πληρώνουν ακόμα, 25 χρόνια μετά τη γέννησή μου. Και είναι και μια ευκαιρία να ξεσκουριάσω λίγο, μετά από 7 μήνες στην ανεργία.

Σήμερα δεν έκανα και πολλά πράγματα. Απλά το νέο μου αφεντικό μού έκανε μια ξενάγηση στον χώρο (που δεν κράτησε και πολύ, γιατί το μαγαζί είναι πολύ μικρό) και γενικά η δουλειά μου σήμερα ήταν να κοιτάζω τους άλλους να δουλεύουν. Οι «άλλοι» είναι δύο κοπέλες, οι οποίες δουλεύουν full time και ουσιαστικά ο ρόλος μου είναι να τις καλύπτω στα ρεπό τους. Σαν να λέμε, ο μπαλαντέρ που «κλείνει» την τελευταία τριάδα στο κουμ καν. Αλλά όχι και τόσο σημαντικός όσο ο μπαλαντέρ.

Λοιπόν, υποθέτω ότι αύριο θα έχω περισσότερα να σου γράψω. Επιστρέφω με περισσότερα νέα.

Ημέρα 2η

Αγαπητό ημερολόγιο,

το πρωί κοιμήθηκα καλά, περιμένοντας ότι θα κουραζόμουν το απόγευμα στη δουλειά. Αλλά τελικά δε χρειαζόταν. Η κούραση της δουλειάς σήμερα δεν ήταν σωματική, αλλά πνευματική. Γιατί η ορθοστασία αντέχεται, αλλά η υπερφόρτωση του εγκεφάλου με άχρηστες πληροφορίες δεν είναι το ίδιο υποφερτή.

Ναι, το ξέρω. Έτσι είναι σε κάθε καινούργια δουλειά. Πρέπει συνέχεια να μαθαίνεις καινούργιες πληροφορίες: Πώς λένε τον συνάδελφό σου, πού είναι η τουαλέτα και τέτοια. Αλλά αυτές οι πληροφορίες είναι υπερβολικά πολλές για να χωρέσουν σε μια ή δύο μέρες. Άσε που οι περισσότερες από αυτές τις πληροφορίες είναι άχρηστες. Για παράδειγμα: Σήμερα έμαθα πού έχουμε τα ψαλίδια, τις ξύστρες, τα λαστιχάκια, τους συνδετήρες και διάφορα άλλα αντικείμενα (μα πόσα μπορούν τέλος πάντων να χωρέσουν σε ένα τόσο μικρό μαγαζί;;;), έμαθα πώς να βγάζω καλές φωτοτυπίες, έμαθα πότε πρέπει να κατεβάζω το ρολό για να μην πέφτει ο ήλιος πάνω στη βιτρίνα και ξεβάφει τις σχολικές τσάντες, έμαθα πώς δουλεύει η ταμειακή μηχανή. Και αυτή είναι μόνο η αρχή. Έχω πολλά να μάθω ακόμα. Και αναρωτιέμαι πού θα τα βάλω όλα αυτά. Άραγε υπάρχει ακόμα ελεύθερος χώρος στη μνήμη μου για τέτοιες λεπτομέρειες ή θα αρχίσει ο εγκέφαλός μου να διαγράφει άλλες, πιο χρήσιμες μνήμες για να γράψει τις καινούργιες; Ελπίζω να γίνει το πρώτο.

Κατά τάλλα, τίποτα. Δεν εξυπηρέτησα πελάτη ακόμα. Καλύτερα. Το φοβάμαι λίγο αυτό, για να πω την αλήθεια. Είμαι από τη φύση μου ντροπαλός, και δεν ξέρω πώς θα καταφέρω να το ξεπεράσω αυτό για χάρη της νέας μου δουλειάς. Στην προηγούμενη δουλειά μου (που δεν ήταν ακριβώς «δουλειά», αλλά μια τρίμηνη πρακτική που κατέληξε σε επτάμηνο χόμπι, αφού δεν πληρωνόμουν) τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά: Καθόμουν όλη τη μέρα μπροστά σε μία οθόνη και έγραφα. Καμία επαφή με ανθρώπους, πλην των λιγοστών συναδέλφων μου. Τώρα είναι αλλιώς: Δεν κάθομαι σε υπολογιστή (αλλά στέκομαι όρθιος, καθώς δεν υπάρχει μέρος για να καθήσω – μάλλον εσκεμμένα) και θα είμαι συνεχώς σε επαφή με κόσμο. Έχω λίγο τρακ γι’αυτό, αλλά πιστεύω ότι θα το ξεπεράσω. Ή τουλάχιστον το ελπίζω.

Αύριο θα δουλεύω όλη μέρα, γιατί μία από τις κοπέλες έχει ρεπό, το τελευταίο της πριν αρχίσει η σχολική χρονιά και πλακωθούμε όλοι στη δουλειά. Ευκαιρία να μάθω καλά το μαγαζί, ώστε να αρχίσω να αξίζω τα λεφτά που θα παίρνω. Ελπίζω να τα παίρνω, δηλαδή. Ποιος ξέρει;

Ημέρα 3η

Αγαπητό ημερολόγιο,

πολλή κούραση σήμερα. Εκτάκτως, ευτυχώς. Δούλεψα σχεδόν όλη τη μέρα, με ένα διάλειμμα από τις 2.30 ως τις 5. Τα πόδια μου δεν τα νιώθω από τα γόνατα και κάτω. Πάλι καλά που εγώ είμαι part time και δεν θα συμβαίνει συχνά αυτό. Από την άλλη, γι’αυτό πληρώνονται τα τετραπλάσια από μένα οι κοπέλες του μαγαζιού. Αλλά αξίζει; Δεν ξέρω.

Σήμερα εξυπηρέτησα και την πρώτη μου πελάτισσα! Ναι, έγινε κι αυτό! Οι άλλες κοπέλες ήταν απασχολημένες, κι έτσι έπρεπε εγώ να την εξυπηρετήσω. Πήρα μια βαθιά ανάσα και την πλησίασα – ούτε ραντεβού να ήθελα να της ζητήσω! Την καλησπέρισα με το πιο γλυκό μου χαμόγελο (για την ακρίβεια, το χαμόγελο που θα είχε ένας άντρας που μόλις είχε πηδήξει την Αντζελίνα Τζολί) και τη ρώτησα αν μπορούσα να τη βοηθήσω. «Μια κάρτα θέλω», μου είπε ευγενικά, κοιτώντας τις κάρτες που έχουμε στο μαγαζί για όλες τις περιστάσεις: Γενέθλια, γάμοι, βαφτίσεις, κηδείες, τα πάντα. Πάνω στο τρακ μου, της είπα: «Για ποιο πράγμα;». Νομίζω ότι θα μπορούσα να πω κάτι πιο ευγενικό, και μετά που το είπα στην άλλη κοπέλα έβαλε τα γέλια. Αλλά ευτυχώς η πελάτισσα δεν το πήρε στραβά. Τελικά ήθελε μια κάρτα για έναν γάμο. Της πρότεινα μία λουσάτη, με ένα ωραίο σχέδιο, αντί για μία απλή, με μία ανθοδέσμη που έγραφε «να ζήσετε». Της άρεσε, και τελικά πήρε αυτήν. Και αυτή ήταν η πρώτη μου πώληση. Εντάξει, μπορεί στην τεχνική να ήμουν κάτω απ’τη βάση, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το επιθυμητό. Αυτό δε μετράει;

Σχεδόν όλη την υπόλοιπη μέρα μάθαινα καινούργιες άχρηστες πληροφορίες. Το αφεντικό με έβαλε να κοιτάζω παντού γύρω μου, για να εξοικειωθώ με τον χώρο και να μάθω πού βρίσκονται τα προϊόντα. Για αρκετή ώρα στριφογύριζα άσκοπα στο μαγαζί, ανοίγοντας συρτάρια, ντουλάπια, προθήκες και εξετάζοντας προσεκτικά τα ράφια. Μετά από λίγο, ήρθε η ώρα του τεστ: Το αφεντικό με ρωτούσε πού βρίσκονται διάφορα αντικείμενα που πουλάμε. Με ρώτησε για γύρω στα δέκα αντικείμενα, και τα βρήκα όλα. Πάντα ήμουν καλός στα τεστ, ειδικά στα τεστ παρατηρητικότητας. Νομίζω ότι τον εξέπληξα. Γουαου!

Επίσης, σήμερα έβγαλα φωτοτυπίες. ΠΟΛΛΕΣ φωτοτυπίες. Μονές, διπλές, τρίδιπλες, βιβλία, ταυτότητες, τετράδια, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Δεν ήξερα καν ότι μπορείς να κάνεις τόσα πράγματα με ένα φωτοαντιγραφικό μηχάνημα. Επίσης, δεν ήξερα ότι κάνει τόση ζέστη όταν περνάς δύο ώρες πάνω από ένα φωτοαντογραφικό μηχάνημα, αλλά το έμαθα κι αυτό. Ίδρωσα, αλλά το έμαθα.

Αύριο είναι Σάββατο, που σημαίνει ότι θα δουλέψω μέχρι τις 3 το μεσημέρι. Ελπίζω να έχω πολλά να σου πω.

(συνεχίζεται…)


Ήταν κάποτε μια ζούγκλα. Μια όμορφη ζούγκλα, στην οποία ζούσαν πολλά άγρια ζώα. Σε αυτήν τη ζούγκλα ίσχυε, προφανώς, ο νόμος της ζούγκλας: Ο πιο δυνατός είχε πάντα δίκιο, και επομένως έκανε ό,τι ήθελε. Έτσι, σε αυτήν τη ζούγκλα κυβερνούσαν τα λιοντάρια, οι αυτοανακηρυχθέντες «βασιλείς της ζούγκλας». Χάρη στην ελέω Θεού δύναμή τους, τα λιοντάρια μπορούσαν να εξουσιάζουν όλα τα άλλα πλάσματα της ζούγκλας, και τα άλλα ζώα αποδέχονταν αυτή την εξουσία, πιστεύοντας κι αυτά ότι πήγαζε από τον Θεό.

Τα λιοντάρια, λοιπόν, έκαναν ό,τι ήθελαν: ‘Ετρωγαν όποιον δεν τους άρεσε, κρατούσαν όλη την τροφή για τον εαυτό τους και δε τη μοιραζόντουσαν με τους υπηκόους τους, οι οποίοι δυσκολευόντουσαν να τα βγάλουν πέρα, και έπαιρναν όλες τις σημαντικές αποφάσεις μόνοι τους, αγνοώντας τις ανάγκες και τις επιθυμίες των άλλων ζώων.

Μετά από αιώνες ολόκληρους βασιλείας των λιονταριών, κάποια στιγμή έγινε το αναπόφευκτο: Όλα τα άλλα ζώα ξεσηκώθηκαν, με σκοπό να διώξουν τους τυράννους από την εξουσία. Η αλήθεια είναι ότι τα ζώα είχαν ξεσηκωθεί κι άλλες φορές, όμως όλες τις προηγούμενες είχαν αποτύχει, γιατί δεν ήταν αρκετά οργανωμένα και συσπειρωμένα. Όμως, εκείνη την περίοδο τα πράγματα είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Τα λιοντάρια, όπως συμβαίνει και με οποιονδήποτε έχει στα χέρια του μια απόλυτη εξουσία, τυφλώθηκαν από αυτή την εξουσία και πλέον αποτελούσαν κίνδυνο για τους υπηκόους τους. Κι αυτοί το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να τους εκδιώξουν.

Αν και δεν ήταν και πολύ αισιόδοξα στην αρχή, λόγω των προηγούμενων αποτυχημένων προσπαθειών τους, τελικά τα ζώα κατάφεραν να εκδιώξουν από τη ζούγκλα τους τα λιοντάρια. Ήταν η πρώτη φορά που τα ζώα της ζούγκλας συνειδητοποιούσαν ότι ενωμένα έχουν μεγαλύτερη δύναμη κι από το πιο δυνατό λιοντάρι. Ήταν η πρώτη φορά που ο νόμος της ζούγκλας ανατρεπόταν: Πολλά αδύναμα ζώα έτρεψαν σε φυγή λίγα πανίσχυρα λιοντάρια. Μετά την επιτυχία αυτή ακολούθησε τρικούβερτο γλέντι. Τα ζώα της ζούγκλας τραγουδούσαν ευτυχισμένα το «The Lion Sleeps Tonight» και άλλα χαρούμενα τραγούδια, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον.

Ποτέ δε συμπάθησα το πρωινό ξύπνημα. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για πρωί Σαββάτου. Ήξερα ότι η μέρα δε θα πήγαινε καλά – φαινόταν από το πρωί.

Κοίταξα αγουροξυπνημένος από την μπαλκονόπορτα. Συννεφιά έξω. «Παράξενο», σκέφτομαι, «χθες δεν είχε ούτε ένα σύννεφο». Αλλά είναι πολύ νωρίς για να σκεφτώ ότι κάτι άλλο μπορεί να συμβαίνει. Ο εγκέφαλός μου χουζουρεύει ακόμα. Κι έτσι απλώς το δέχομαι σαν δεδομένο: Έχει συννεφιά.

Η ώρα πάει 10. Δύο ώρες από την ώρα που ξύπνησα. Κι ακόμα κάθομαι. Βαριέμαι. Αποφασίζω να σηκωθώ και να κάνω μια βόλτα. Μια μεγάλη βόλτα, να περάσει η ώρα.

Το επόμενο πρωί, όταν τα ζώα της ζούγκλας ξύπνησαν, βρέθηκαν μπροστά στο πρώτο πρόβλημα της νέας τους εποχής: Εντάξει, τα διώξαμε τα λιοντάρια – και τώρα; Ποιος θα κυβερνήσει τώρα;

Αμέσως, δημιουργήθηκαν δύο απόψεις: Η μία υποστήριζε ότι θα έπρεπε να διατηρηθεί η δομή της διακυβέρνησης των λιονταριών, δηλαδή να υπάρχουν ένα ή περισσότερα ζώα που να παίρνουν τις αποφάσεις και να διαχζειρίζονται τον πλούτο της ζούγκλας, αλλά με τη διαφορά ότι αυτά τα ζώα θα τα ψήφιζαν οι ίδιοι οι κάτοικοι της ζούγκλας. Η άλλη αντέτεινε ότι οι αιώνες σκλαβιάς από τα λιοντάρια είχαν πια φτάσει στο τέλος τους και στη νέα εποχή θα έπρεπε όλα τα ζώα να είναι ίσα και όλος ο πλούτος της ζούγκλας να ανήκει σε όλους. Επρόκειτο για δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις.

Σύντομα, η ζούγκλα χωρίστηκε στα δύο. Οι ζηλωτές της κάθε άποψης διαπληκτίζονταν καθημερινά μεταξύ τους, και δεν άργησε να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος κράτησε χρόνια ολόκληρα. Στο τέλος, επικράτησε η πρώτη άποψη, η οποία είχε και τη στήριξη των λιονταριών, που είχαν την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην εξουσία κάποια στιγμή.

Μ’αυτά και μ’αυτά, ήρθε η ώρα των εκλογών. Όλα τα ζώα της ζούγκλας κλήθηκαν να ψηφίσουν τον υποψήφιο που πίστευαν ότι θα τους εκπροσωπούσε καλύτερα και θα διαχειριζόταν καλύτερα τα πράγματα της ζούγκλας. Ναι, αλλά ποιοι ήταν οι υποψήφιοι;

Αυτό ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα. Γιατί υπήρχαν έξυπνα, ικανά και τίμια ζώα, τα οποία θα μπορούσαν να διοικήσουν ενάρετα τη ζούγκλα. Όμως αυτά τα ζώα είτε δεν ήταν συμπαθή στα υπόλοιπα (κανείς δε συμπαθεί τους ξερόλες), είτε δεν ήθελαν να μπλεχτούν με κάτι τέτοιο, είτε δεν συμπαθούσαν το ένα το άλλο και δεν ήθελαν να συνεργαστούν μεταξύ τους. Αντίθετα, οι ύαινες, τα πιο μοχθηρά ζώα της ζούγκλας, έβαλαν σε εφαρμογή ένα πονηρό σχέδιο: Βλέποντας ότι κανένα από τα τίμια ζώα δεν σκόπευε να θέσει υποψηφιότητα (και αυτά που θα έθεταν δεν θα έπαιρναν πολλές ψήφους), συνεργάστηκαν μεταξύ τους (πάντα έτσι δε γίνεται; Οι κακοί να συνεργάζονται υπέροχα μεταξύ τους και οι καλοί να τρώγονται με τα ρούχα τους;) και δημιούργησαν 3-4 διαφορετικά κόμματα, τα οποία δήθεν είχαν αντιπαλότητα μεταξύ τους, ενώ στην πραγματικότητα ήταν όλοι φίλοι και συνεργάτες. Έτσι, όποιο κόμμα και να ψήφιζαν τα ζώα της ζούγκλας, πάλι οι ίδιοι θα κυβερνούσαν.

Οι υποψήφιες ύαινες έταζαν λαγούς με πετραχήλια στα σαρκοφάγα ζώα, γκαζόν και χόρτα στα φυτοφάγα και γενικά υπόσχονταν πολλά πράγματα. Παράλληλα, κατηγορούσαν δήθεν η μία την άλλη για διάφορα πράγματα, κάνοντας τα άλλα ζώα να πιστέψουν ότι όλες ενδιαφέρονταν για το καλό του τόπου. Όλα τα ζώα έσπευσαν να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα, τώρα που το είχαν για πρώτη φορά. Και πρώτο κόμμα βγήκε – μαντέψτε! – ένα από τα κόμματα που δημιούργησαν οι ύαινες. Πλέον, ο νόμος της ζούγκλας είχε ανατραπεί εντελώς: Δεν κέρδιζε πλέον ο πιο δυνατός, αλλά ο πιο πονηρός.

Τα ζώα της ζούγκλας ένιωθαν για πρώτη φορά ελεύθερα. Πλέον, είχαν έναν ηγέτη που τα ίδια είχαν επιλέξει, ο οποίος ήταν ουσιαστικά ένας από αυτούς, θεωρητικά καταλάβαινε τα προβλήματά τους και μοίραζε υποσχέσεις για ένα καλύτερο μέλλον. Ναι, αλλά ήταν όντως ελεύθερα;

Η πρώτη διακυβέρνηση των μοχθηρών ζώων δεν ήταν και τέλεια. Οι ύαινες διόρισαν συγγενείς και φίλους τους στα κυβερνητικά αξιώματα, έκλεβαν χρήματα από τα ταμεία της ζούγκλας και γενικά ενδιαφερόντουσαν περισσότερο για τους εαυτούς τους, παρά για τα άλλα ζώα – όχι ακριβώς αυτό που περίμεναν τα ζώα της ζούγκλας όταν τις ψήφιζαν.

Κι όμως, τα ζώα-ψηφοφόροι δεν παραπονιόντουσαν. Γιατί μπορεί η κυβέρνηση να έκανε αυθαιρεσίες, έκανε όμως και καλά πράγματα: Έφτιαξε δρόμους στη ζούγκλα, δημιούργησε δουλειές, γενικά υπήρχε ευημερία. Μπορεί να μην ήταν όλα τα ζώα πλούσια, αλλά τουλάχιστον μπορούσαν πια να ζουν αξιοπρεπώς. Μπορούσαν να ερωτεύονται…

22082009263

…μπορούσαν να κάνουν πλάκες…

22082009260

…τέλος πάντων, ένιωθαν ευτυχισμένα. Κι ας ήξεραν ότι οι ύαινες δεν έκαναν την τέλεια διακυβέρνηση. Κι έτσι, τις ξαναψήφισαν.

Βγαίνω στον δρόμο και καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά. Μια περίεργη μυρωδιά είναι διάχυτη παντού. Δεν μπορώ να την προσδιορίσω. Ο ήλιος έχει μια απόκοσμη λάμψη, λες και παλεύει να φωτίσει το δρόμο κόντρα σε μια πανίσχυρη σκιά. Σκέφτομαι μήπως έχει έκλειψη ηλίου, αλλά το απορρίπτω. Θα το ήξερα. Δεν καταλαβαίνω. Και μετά κοιτάζω στον ουρανό. Και τα καταλαβαίνω όλα.

Ωστόσο, δεν άργησε μετά από μερικά χρόνια να συμβεί το αναπόφευκτο: Οι ύαινες ξέφυγαν από τον έλεγχο, παρασυρμένες από την εξουσία που είχαν στις πατούσες τους. Όπως και τα λιοντάρια παλιότερα, έτσι και οι ύαινες είχαν πάψει πια να ασχολούνται με τα άλλα ζώα και εκμεταλλευόντουσαν τη εξουσία για να πλουτίσουν. Άρχισαν να ακούγονται οι πρώτες γκρίνιες από κάποια ζώα, κάποιες χλιαρές διαμαρτυρίες. Αλλά τίποτα το ιδιαίτερο. Στις επόμενες εκλογές, τα ζώα ψήφισαν ένα άλλο κόμμα, το οποίο ευαγγελιζόταν αλλαγή και διαφάνεια, όμως κι αυτό το είχαν δημιουργήσει οι ύαινες. Κι έτσι δεν άλλαξε τίποτα.

Αντίθετα, τα πράγματα γίνονταν όλο και χειρότερα. Η εκάστοτε κυβέρνηση επιδιδόταν σε κάθε είδους αυθαιρεσίες και τα μέλη της πλούτιζαν απροκάλυπτα, την ίδια στιγμή που τα άλλα ζώα άρχιζαν πάλι να δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Τα ζώα της ζούγκλας διαμαρτύρονταν, αλλά δεν άλλαζε τίποτα. Όμως, η κατάσταση μύριζε μπαρούτι…

Κάποια στιγμή, η βόμβα εξερράγη: Ένα τσιράκι της κυβέρνησης, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, σκότωσε εν ψυχρώ το μικρό ενός ελαφιού, τόσο μικρό που δεν είχε ακόμα απογαλακτιστεί. Η βαρβαρότητα αυτού του φόνου εξόργισε τα άλλα ζώα, τα οποία διαμαρτυρήθηκαν πιο έντονα από ποτέ. Η ζούγκλα ήταν σε κατάσταση πολιορκίας για μέρες ολόκληρες. Τα ζώα, με αφορμή το θάνατο του μικρού ελαφιού, βρήκαν τον τρόπο να εκφράσουν και τη γενικότερη δυσαρέσκειά τους για τους χειρισμούς της κυβέρνησης.

22082009261

22082009262

Όμως ούτε αυτή τη φορά άλλαξε κάτι. Το momentum χάθηκε, μετά η υπόθεση ξεχάστηκε και η ζωή συνεχίστηκε όπως πριν.
Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα των κυβερνήσεων ήταν και αυτό: Κάποιοι φίλοι των υαινών, ακόμα πιο αδίστακτοι από τις ύαινες που κυβερνούσαν, πρότειναν στην κυβέρνηση να συνεργαστούν και να κάψουν λίγο δάσος, ώστε να χτίσουν εκεί πολυτελείς φωλιές. Οι ύαινες στην αρχή δίστασαν – ναι, ακόμα κι αυτές οι αδίστακτες ύαινες δίστασαν για λίγο. Αλλά μετά σκέφτηκαν ότι «τόσο δάσος έχει αυτή η ζούγκλα, δεν πειράζει να κάψουμε και λίγο…Θα το κάνουμε να φανεί σαν ατύχημα και, όταν μαζευτούν τα αποκαϊδια, θα χτίσουμε εκεί 30 τεράστιες φωλιές και θα βγάλουμε λεφτά πουλώντας τες». Κι έτσι, λίγες μέρες μετά έπιασε φωτιά σε ένα από τα δάση της ζούγκλας. Η φωτιά πήγε καλύτερα απ’ό,τι περίμεναν οι ύαινες και οι φίλοι τους, αφού έκαψε τα διπλάσια στρέμματα απ’όσα είχαν υπολογίσει. «Καλύτερα, διπλά λεφτά», σκέφτηκαν. «Στο κάτω-κάτω…

22082009254»

Μαντεύετε τι έγινε μετά; Φαντάζομαι πως ναι: Οι ύαινες γλυκάθηκαν από τα λεφτά που τους απέφερε όλη αυτή η ιστορία και βάλθηκαν να κάψουν κι άλλα δάση, μέχρι που η ζούγκλα απογυμνώθηκε τελείως από το πράσινο. Έμειναν μόνο κανά-δυο δάση, τα οποία τα ζώα ορκίστηκαν ότι θα προστάτευαν με όλες τους τις δυνάμεις, γιατί χωρίς αυτό θα δυσκόλευε αφάνταστα η ζωή τους.

Κι έτσι, φτάνουμε στο σήμερα. Το ένα από τα δύο δάση που απέμειναν έχει πιάσει φωτιά. Μεγάλη φωτιά, καταστρέφεται ολοσχερώς. Κινδυνεύουν οι ζωές αρκετών κατοίκων της ζούγκλας, καίγονται οι φωλιές τους. Η κατάσταση είναι τραγική.

Φωτιά! Πάλι, ρε πούστη; Τι βρήκαν πάλι να κάψουν; Τι έμεινε, τέλος πάντων να κάψουν; Κανείς δεν ενδιαφέρεται πια για τα δάση;

Κοιτάζω πάλι στον ουρανό. Κοιτάζω δεξιά.

22082009259

Κοιτάζω αριστερά.

22082009258

Ενστικτωδώς, αρχίζω να κινούμαι προς τον γαλάζιο ουρανό, προς τα αριστερά. Δεν ξέρω που πάω, δε με ενδιαφέρει. Έτσι κι αλλιώς δεν είχα προορισμό. Δεν είχα, όμως, και ένα τεράστιο σύννεφο καπνού να με κυνηγά, να απειλεί να καλύψει ολόκληρο τον ουρανό με γκρίζο. Έχω ανάγκη το γαλάζιο. Επιταχύνω το βήμα μου. Προσπαθώ να μην κοιτάζω προς τα πάνω. Μόνο μπροστά. Το mp3 παίζει επίμονα τον «Μπαγάσα», κι αναρωτιέμαι αν αυτό είναι κάποιο γαλαξιακό μήνυμα που δεν αδυνατώ να αποκρυπτογραφήσω.

Γιατί ρε πούστη; Γιατί κανείς δεν προστατεύει τα δάση; Οικοπεδοφάγοι και εμπρηστές πάντα θα υπάρχουν. Αλλά γιατί δεν τους εμποδίζει κανένας; Γιατί τους αφήνουμε να κάνουν ό,τι θέλουν;

Δεν πάει άλλο. Πρέπει επιτέλους να γίνει μια εξέγερση. Να ξεσηκωθούμε όλοι, να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Δε γίνεται να αφήνουμε τις ζωές μας στο έλεος του κάθε ανίκανου. Ήρθε η ώρα να ξεσηκωθούμε.

Υπάρχουν δύο επιλογές για τα ζώα της ζούγκλας. Είτε θα εξεγερθούν, ακολουθώντας το παράδειγμα των προγόνων τους και συνειδητοποιώντας την απίστευτη δύναμη που έχουν αν ενωθούν όλα μαζί, είτε θα αφήσουν την κατάσταση να συνεχιστεί πάλι, μέχρι να συμβεί η επόμενη καταστροφή.

Εσείς τι λέτε ότι θα κάνουν τελικά τα ζώα της ζούγκλας;

Γυρίζω σπίτι μετά από δύο ώρες. Πονάνε τα πόδια μου. Τα μαλλιά μου είναι καλυμμένα από στάχτες – σαν τον Νικοπολίδη έγινα. Κάνω ένα μπάνιο και μετά κάθομαι στην τηλεόραση. Όλα τα κανάλια δείχνουν τις φωτιές.

«Κάτι πρέπει να γίνει», λέω απογοητευμένος. Και γυρίζω πλευρό και κοιμάμαι.

Ξυπνήστε με όταν αλλάξει ο κόσμος. Ή έστω ξυπνήστε με όταν θα θέλετε να τον αλλάξουμε μαζί.


Η ιστορία του κόσμου είναι γεμάτη από επικά κατορθώματα, μεγάλες προσωπικότητες, σημαντικές συμφωνίες ή διαφωνίες, και άλλα τέτοια βαρύγδουπα. Κι αυτό γιατί τα ασήμαντα κατορθώματα, οι ασήμαντες προσωπικότητες και οι ασήμαντες συμφωνίες ή διαφωνίες θεωρούνται ανάξια σημασίας, συγκρινόμενα με τα προαναφερθέντα. Μάλλον έτσι είναι, αλλά δεν θα έπρεπε να υπάρχει και μια ιστορία αφιερωμένη σε αυτά τα ασήμαντα; Στο κάτω-κάτω, είναι πολύ περισσότερα από τα σημαντικά.

Το κείμενο που ακολουθεί θα μπορούσε να αποτελεί κεφάλαιο μιας τέτοιας, φανταστικής ιστορίας. Το κεφάλαιο που θα ήταν αφιερωμένο στις αδερφές Τσέρι (Cherry Sisters), οι οποίες στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού έγιναν διάσημες σοουγούμεν επειδή…ήταν εντελώς ατάλαντες!

Οι αδερφές Τσέρι ήταν πέντε: Η Άντι, η Έφι, η Έλλα, η Λίζι και η Τζέσι. Όλες γεννήθηκαν μεταξύ του 1860 και του 1872 και μεγάλωσαν σε μια μικρή πόλη της Αϊόβα.

Το 1893 ξεκίνησαν στη γενέτειρά τους μια παράσταση, η οποία περιελάμβανε τραγούδια, χορούς, θεατρικούς διαλόγους και διαλέξεις. Το θέαμα ήταν μάλλον αποκρουστικό, ωστόσο φαίνεται πως οι συμπολίτες τους δεν ήθελαν να τις πικράνουν, κι έτσι κανείς δε βρέθηκε να τους πει ότι ήταν εντελώς ατάλαντες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι αδερφές Τσέρι όχι μόνο να συνεχίσουν τις παραστάσεις τους, αλλά και να κάνουν τουρνέ στις γύρω περιοχές.

Όπως ήταν αναμενόμενο, στις άλλες περιοχές κανείς δεν χρώσταγε καλή κουβέντα, κι έτσι κάθε παράστασή τους ήταν ένα πραγματικό φιάσκο: Οι θεατές γελούσαν, φώναζαν και πετούσαν κάθε είδους λαχανικά στις αδερφές Τσέρι – μάλιστα, σε μία παράσταση κάποιος ψέκασε με έναν πυροσβεστήρα κατευθείαν στο πρόσωπο μίας εκ των αδελφών. Αλλά κι αυτό αντιμετωπίστηκε από τις φιλόδοξες περφόρμερς: Μετά από εκείνο το περιστατικό, οι παραστάσεις τους διεξάγονταν με ένα προστατευτικό συρματόπλεγμα, που τις προστάτευε από τις «εκφράσεις λατρείας» του κοινού τους.

Το 1896 ήταν μια σημαντική χρονιά για τις αδερφές Τσέρι. Αφενός, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση η μεγαλύτερη σε ηλικία αδελφή, η Έλλα, και αφετέρου ο ιμπρεσάριος Όσκαρ Χαμερστάιν τις έφερε στο Μπρόντγουεϊ. Ναι, σωστά διαβάσατε: Στο Μπρόντγουεϊ. Στο γνωστό Μπρόντγουεϊ. Εκεί που κάθε ηθοποιός θα σκότωνε για να παίξει. Και αυτές οι κυρίες, οι πιο ατάλαντες καλλιτέχνιδες που έχει γνωρίσει ο κόσμος, τα κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια!

Φυσικά, ο Χαμερστάιν δεν ήταν κανένας ηλίθιος. Η παράσταση, με τίτλο «Something Good, Something Sad» είχε τρομακτική επιτυχία. Όλος ο κόσμος συνέρρεε επί έξι εβδομάδες στο Μπρόντγουεϊ για να δει το σόου που οι New York Times χαρακτήρισαν «Τέσσερα φρικιά από την Αϊόβα». Το γέλιο έπεφτε σύννεφο, το ίδιο και τα αντικείμενα, το ίδιο όμως και τα λεφτά για τον ιμπρεσάριο: Χάρη σε αυτήν την ιδέα του, ο Χαμερστάιν γλίτωσε από τη χρεωκοπία. Όπως δήλωσε και ο ίδιος, δικαιολογώμτας την απόφασή του να φέρει τις αδερφές Τσέρι στο Μπρόντγουεϊ, «έφερα τα καλύτερα ταλέντα, αλλά δεν πέτυχε. Θα δοκιμάσω τα χειρότερα». Τελικά, δικαιώθηκε.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, οι παραστάσεις σταμάτησαν οριστικά το 1903, όταν η Τζέσι προσβλήθηκε από τύφο και πέθανε. Οι υπόλοιπες αδερφές επέστρεψαν στη γενέτειρά τους και δεν απασχόλησαν τη δημοσιότητα ποτέ ξανά. Μάλλον απότομο τέλος για τις πιο ατάλαντες καλλιτέχνιδες όλων των εποχών.

Αναμφίβολα, οι αδερφές Τσέρι δικαιούνται ένα δικό τους κεφάλαιο στην ιστορία της showbiz, όμως οι παραστάσεις τους αποδείχθηκαν πολύ σημαντικές και για έναν άλλο κλάδο: Τη δημοσιογραφία.

Το περιοδικό Time, σε ένα άρθρο του 1930, έγραψε: «Σε κάθε πόλη που εμφανίζονταν οι αδερφές Τσέρι, ήταν κάτι σαν έθιμο ο εκδότης της τοπικής εφημερίδας να σχολιάζει την παράστασή τους με χιούμορ, σάτιρα, παρωδία και δηκτικό σαρκασμό». Μόνο που αυτά τα σχόλια δεν περνούσαν πάντα απαρατήρητα από τις αδερφές Τσέρι.

Το 1898, μια εφημερίδα έγραψε για τις αδερφές Τσέρι ότι έμοιαζαν σαν τρεις μάγισσες χειρότερες από αυτές του Μάκβεθ, και άλλα τέτοια κοσμητικά. Οι αδερφές Τσέρι μήνυσαν την εφημερίδα, καθώς και μία ακόμα που αναδημοσίευσε το άρθρο, ζητώντας 15.000 δολλάρια, με την κατηγορία του λίβελλου.

Το δικαστήριο δικαίωσε τις εφημερίδες, αλλά οι Τσέρι άσκησαν έφεση. Ωστόσο, έφαγαν χυλόπιτα και από το ανώτατο δικαστήριο της Αϊόβα, το οποίο κράτησε την αρχική απόφαση, δικαιολογώντας την ως εξής:

«Ο εκδότης μιας εφημερίδας έχει το δικαίωμα, αν όχι την υποχρέωση, να δημοσιεύει, για την ενημέρωση του κοινού, δίκαια και λογικά σχόλια, όσο αυστηρά κι αν είναι, σε βάρος οποιουδήποτε αντικειμένου που εκτίθεται από τον ιδιοκτήτη του στο κοινό, όπως και για κάθε άλλο θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος […] Σίγουρα, αν κάποιος γελοιοποιείται στις δημόσιες εμφανίσεις του, μπορεί να γελοιοποιηθεί από αυτούς των οποίων είναι υποχρέωση και δικαίωμα να ενημερώνουν το κοινό για τον χαρακτήρα μιας παράστασης.»

Πρόκειται για μία ιστορική απόφαση, την πρώτη που αναγνώρισε το δικαίωμα του Τύπου το δικαίωμα να σχολιάζει αρνητικά τα κοινά. Άλλο αν σήμερα τέτοιες αποφάσεις κάποιες φορές βγαίνουν ανάποδα – πάντως το δεδικασμένο υπάρχει από το 1901.

Ηθικό δίδαγμα: Το να μην έχεις ταλέντο δεν είναι κακό. Το να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι κακό, Όμως, το να μην έχεις ταλέντο και να πιστεύεις στον εαυτό σου, μπορεί να είναι ΠΟΛΥ κακό.


Πολλοί λένε ότι το αρχαιότερο επάγγελμα όλων των εποχών είναι η πορνεία. Κάνουν λάθος. Το αρχαιότερο επάγγελμα στην ανθρώπινη ιστορία είναι η δημοσιογραφία. Βέβαια, εν τη ευρεία εννοία, και η δημοσιογραφία ένα είδος πορνείας είναι. Επομένως, ίσως και να έχουν ένα δίκιο κι οι άλλοι.

Ο πρώτος δημοσιογράφος ήταν ένας νεαρός άνθρωπος των σπηλαίων, ο οποίος ζούσε με τους γονείς του σε ένα ευρύχωρο σπήλαιο, κάπου στην Αλταμίρα. Η καθημερινότητά του ήταν βαρετή: Κάθε πρωί ξυπνούσε, έτρωγε το πρωινό του (σάντουιτς με σαύρα, συνήθως) και μετά δεν είχε τι να κάνει, καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχε σχολείο (αλλά και να υπήρχε, τι θα μάθαιναν τα παιδιά; Γλώσσα δεν υπήρχε, ιστορία δεν υπήρχε, μαθηματικά δεν υπήρχαν…όλο γυμναστική και διάλειμμα θα κάνανε!). Ακόμα χειρότερα, κάποιες φορές η μητέρα του τον ανάγκαζε να τη βοηθήσει στις αγγαρείες του σπιτιού: Σιδέρωμα προβιάς, ξαράχνιασμα και ξενυχτερίδιασμα, πότισμα των θάμνων και τέτοια.

Λογικό ήταν ο ήρωάς μας να προσπαθεί να λείπει από το σπίτι, ώστε να γλιτώνει τις αγγαρείες. Σε μια από αυτές τις βόλτες του, που κρατούσαν ώρες ολόκληρες, είδε κάτι που του άλλαξε τη ζωή: ένας γείτονάς του, που έμενε στη διπλανή σπηλιά, την ώρα που μάζευε λουλούδια για τη γυναίκα του (την οποία μόλις το προηγούμενο βράδυ είχε απατήσει με μια χαριτωμένη πιθηκίνα – οι άντρες δεν έχουν αλλάξει από τότε) δεν πρόσεξε το τριαξονικό μαμούθ που διέσχιζε με μεγάλη ταχύτητα το λιβάδι, με αποτέλεσμα το μαμούθ να τον πολτοποιήσει, μαζί με τα λουλούδια, και να τον παράτησε εκεί αβοήθητο να αφήσει την τελευταία του πνοή. Ήταν το πρώτο καταγεγραμμένο τροχαίο ατύχημα της ιστορίας (κι ας μην είχε τροχούς).

Μετά το αρχικό σάστισμα, ο ήρωάς μας αποφάσισε να επιστρέψει στο χωριό, ώστε να διηγηθεί στους συγχωριανούς του όλα όσα συνέβησαν. Έφτασε στην κεντρική πλατεία, όπου ήταν μαζεμένοι όλοι οι αργόσχολοι άνθρωποι των σπηλαίων και έπαιζαν μια προϊστορική μορφή ταβλιού, αλλά και οι κυνηγοί που είχαν επιστρέψει από το κυνήγι και χαλάρωναν με ένα παγωμένο κοκτέιλ Βlοοdy Mammοth.

Η διήγηση του ήρωά μας ήταν συγκλονιστική. Με άναρθρες κραυγές και έντονες χειρονομίες αποκάλυψε όλες τις λεπτομέρειες του τροχαίου στους εμβρόντητους συγχωριανούς του, που δεν είχαν ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Μετά το τέλος της συγκλονιστικής διήγησής του, όλοι τον επευφήμησαν με ενθουσιώδεις κραυγές και χειροκροτήματα. Ο πρώτος δημοσιογράφος της ανθρώπινης ιστορίας είχε μόλις ολοκληρώσει το πρώτο του ρεπορτάζ.

Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο αναπάντεχη: ο ήρωάς μας έκανε το ταλέντο του επάγγελμα. Τριγυρνούσε όλη τη μέρα σε δάση, βουνά και χωριά, και μόλις βράδιαζε καλούσε τους συγχωριανούς του σε μια μικρή σπηλιά, την οποία είχε επιλέξει επειδή είχε καλή ακουστική και δεν έκαναν αντίλαλο οι κραυγές του. Εκεί οι ‘πελάτες’ του πλήρωναν ένα αντίτιμο (συνήθως ένα μπούτι από μαμούθ ή ένα διακοσμητικό απολίθωμα τριλοβίτη), και ο ήρωάς μας τους διηγείτο όσα είχαν δει τα μάτια του, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και συναρπαστικές περιγραφές. Οι αντιδράσεις του κοινού ήταν πάντα ενθουσιώδεις, και οι θεατές κάθε βράδυ ήταν και περισσότεροι. Δεν ήταν απλά το πρώτο δελτίο ειδήσεων όλων των εποχών, αλλά και το μοναδικό που κατάφερε να πιάσει θεαματικότητα 100%, κάτι που πετύχαινε κάθε μέρα, εκτός κι αν τύχαινε να έχει ματς προϊστορικού Champiοns League, οπότε έχανε αρκετούς θεατές. Είπαμε, δεν ήταν και ο Λαζόπουλος.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο ήρωάς μας έκανε κάποια πολύ σημαντικά ρεπορτάζ, όπως εκείνο για τα σάπια κρέατα μαμούθ που σερβίριζε το πρώτο εστιατόριο της ιστορίας, ή τη συνέντευξη με τον εφευρέτη του τροχού. Ωστόσο, όταν είδε πως το κοινό άρχισε να βαριέται με τις ειδήσεις του, αποφάσισε να τις κάνει λίγο πιο ενδιαφέρουσες, δημοσιοποιώντας κουτσομπολιά για διάφορους συγχωριανούς του, τα οποία έκαναν θραύση κυρίως στον γυναικείο πληθυσμό – μάλιστα, δημιούργησε και ένα μεσημεριανό δελτίο, στο οποίο έλεγε αποκλειστικά τέτοια κουτσομπολιά, το λεγόμενο και ‘μεσημεριανάδικο’.

Δυστυχώς, το τέλος του ήταν τραγικό: Ενώ διερευνούσε μια υπόθεση πολιτικής διαφθοράς, για κάτι μίζες που έπαιρνε ένας πολιτικός της εποχής, εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Κανείς δεν τον ξαναείδε έκτοτε. Το πιο πιθανό είναι ότι τον δολοφόνησαν επειδή ήξερε πολλά, ενώ μια φήμη της εποχής έλεγε πως τον είχε πολτοποιήσει κι αυτόν ένα μαμούθ, την ώρα που έπαιρνε συνέντευξη από την ερωμένη ενός επιφανούς συγχωριανού του. Όπως και να’χει, ο πρώτος δημοσιογράφος πέθανε πάνω στο καθήκον.

Τη βαριά κληρονομιά που άφησε πίσω του την εκμεταλλεύτηκε ένας αδίστακτος επιχειρηματίας της εποχής, ο οποίος ανέλαβε τη διαχείριση του δελτίου ειδήσεων, δίνοντας περισσότερη έμφαση στο κουτσομπολιό και δημιουργώντας ψεύτικες ειδήσεις όταν έβλεπε τη θεαματικότητα να πέφτει. Επίσης, αυτός ήταν που διέκοψε για πρώτη φορά δελτίο ειδήσεων για να διαφημίσει ένα προϊόν της εποχής (μία αλοιφή για το δάγκωμα της νυχτερίδας), αλλά και ο πρώτος που έκανε έκτακτο δελτίο ειδήσεων, όταν ένας ισχυρός σεισμός έπληξε την περιοχή (αν και τελικά αποδείχθηκε πως ήταν απλά ένας βροντόσαυρος που είχε ξεμείνει από την Ιουρασική περίοδο).

Ε, τα υπόλοιπα τα ξέρετε…

Επόμενη σελίδα: »