Αναρωτιέμαι: Όταν θυμόμαστε κάποιον που έφυγε άδικα, για ποιον το κάνουμε; Για τους εαυτούς μας, για να νιώσουμε εμείς καλύτερα και να θυμηθούμε έναν άνθρωπο που μας δίδαξε κάτι και δεν είναι πλέον εδώ για να μας το ξαναπεί ο ίδιος; Για τον ίδιο, ώστε να βεβαιωθούμε πως, αν και νεκρός, θα ζει πάντα μαζί μας κάθε φορά που τον σκεφτόμαστε; Για τους άλλους, ώστε να παραδειγματιστούν από την ιστορία του και να μάθουν κάτι που θα τους κάνει καλύτερους ανθρώπους; Ή απλά μια φορά το χρόνο, την επέτειο του θανάτου του, του κάνουμε ένα τυπικό μνημόσυνο για να βγει η υποχρέωση και μετά τον θυμόμαστε πάλι του χρόνου;

Υποθέτω ότι σε διαφορετικές περιπτώσεις ισχύουν διαφορετικές από τις παραπάνω απαντήσεις. Τι από τα παραπάνω όμως ισχύει για την περίπτωση του Παύλου Φύσσα;

Σήμερα συμπληρώνεται ένας χρόνος από τη δολοφονία (όχι το «θάνατο», το «χαμό» ή την «απώλεια», αλλά τη ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ) του Παύλου Φύσσα από το μαχαίρι του χρυσαυγίτη Ρουπακιά. Ένας χρόνος, 365 μέρες, ένα αυθαίρετο χρονικό διάστημα που μόνοι μας επινοήσαμε και αποφασίσαμε ότι είναι το ορόσημο της μνήμης, ότι τους νεκρούς μας θα τους θυμόμαστε επισήμως κάθε χρόνο μία φορά, και τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου είτε θα τους ξεχνάμε, είτε θα τους θρηνούμε σιωπηλά.

Όμως αυτός ο θρήνος δεν αξίζει να είναι σιωπηλός, ούτε για μία μέρα του χρόνου. Κάθε μέρα που κυκλοφορεί έστω και ένας φασίστας εκεί έξω και το μυαλό μας δεν πηγαίνει στη στυγνή δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι μία μαύρη μέρα για όλους μας. Κάθε μέρα πρέπει να θυμόμαστε αυτό που για χρόνια ξεχνούσαμε, και τώρα το βρίσκουμε μπροστά μας: Ότι ο φασισμός δεν είναι ένα ασπρόμαυρο καρέ σε ντοκιμαντέρ της δεκαετίας του 1960, δεν είναι κλεισμένος σε κάποιο ξεχασμένο χρονοντούλαπο της ιστορίας, δεν είναι ένα φαινόμενο που ανήκει στο παρελθόν. Είναι μία πληγή που μας ακολουθεί και δε θα κλείσει ποτέ μόνη της.

Το να θυμόμαστε τα θύματα του φασισμού ρίχνει αλάτι στην πληγή μας, προκαλεί πόνο, αλλά το χρειαζόμαστε. Είναι αυτός ο πόνος που δε νιώθουμε όταν βρισκόμαστε στην ασφάλεια του σπιτιού μας, μπροστά σε μία οθόνη υπολογιστή, κι έτσι νομίζουμε ότι αυτός ο πόνος δεν υπάρχει – αν δεν τον νιώσουμε, τότε δεν υπάρχει, έτσι νομίζουμε. Όμως υπάρχει εκεί έξω, και όσο δεν τον νιώθουμε, τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε να πιαστούμε στον ύπνο. Πάλι.

Η αλήθεια είναι ότι δεν πήρα χαμπάρι πως πέρασε ένας χρόνος από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Άρχισα να βλέπω αφιερώματα και ρεπορτάζ για τη δολοφονία, και αναρωτιόμουν τι έγινε και θυμήθηκαν πάλι τα κανάλια τον Παύλο Φύσσα. Και τελικά είδα ότι πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος, 365 μέρες. Μου φαίνεται τρελό, νιώθω σαν να έγινε πριν από λίγες μέρες όλο αυτό, όμως έχει περάσει ένας ολόκληρος χρόνος. Απίστευτο. Ο χρόνος μάλλον κυλάει περίεργα όταν έχεις το βλέμμα σου καρφωμένο εκεί.

Δεν πέρασε ούτε μία μέρα που να μη σκεφτώ τον Παύλο Φύσσα τον τελευταίο χρόνο. Μπορεί να μη μίλησα σε κανέναν, να μην έγραψα, να μη φώναξα, αλλά τον σκεφτόμουν, σιωπηλά, σχεδόν κρυφά. Ακόμα και στις διακοπές μου, όταν έβλεπα κάποιον με ξυρισμένο κεφάλι ή κάποιο περίεργο τατουάζ, τον σκεφτόμουν. Τον σκεφτόμουν για μένα, για να μην ξεχάσω ποτέ πού ζω και τι υπάρχει γύρω μου. Θα είχε νόημα να το φωνάζω; Να πιάσω έναν-έναν όσους ξέρω ή και αγνώστους και να τους ρωτάω αν θυμούνται τι έγινε στο Κερατσίνι και, αν δε θυμούνται, να προθυμοποιούμαι να τους το θυμίσω εγώ; Δεν ξέρω, ίσως. Ίσως και όχι.

Το θέμα, έτσι όπως το βλέπω, είναι το εξής: Αν μία τόσο στυγνή, καταφανώς φασιστική δολοφονία δεν αρκεί για να γυρίσει ένα κεφάλι, πώς θα το γυρίσει η δική μου φωνή ή η δική μου πένα ή ένα άδειο μικρόφωνο σε ένα κανάλι; Ή μία πορεία διαμαρτυρίας, ή εκατό χιλιάδες φέιγ βολάν, ή ένα κενό «ψόφα»;

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι μπορούμε να κάνουμε όσες πορείες θέλουμε, κάθε μέρα να οργανώσουμε τρεις πορείες, μία πρωινή, μία μεσημεριανή και μία βραδινή. να πάρουμε τις ντουντούκες και να ουρλιάζουμε όλη μέρα αντιφασιστικά συνθήματα, να γράψουμε βιβλία για το τι είναι ο φασισμός και πώς μπορούμε να τον νικήσουμε και να τα μοιράζουμε από πόρτα σε πόρτα, να κάνουμε εκπομπές στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στο ίντερνετ, μπορούμε να τα κάνουμε όλα αυτά, όμως τελικά μάλλον για μας τα κάνουμε μόνο. Για να θυμόμαστε εμείς και να νιώθουμε εντάξει με τον εαυτό μας που και σήμερα κάναμε το καθήκον μας, και μάλιστα κάναμε κάτι παραπάνω από το καθήκον μας, προσπαθήσαμε πραγματικά να αλλάξουμε δυο-τρία μυαλά – και ένα θα ήταν αρκετό. Όμως ούτε αυτό το ένα θα αλλάξει. Είμαστε μόνοι μας, όσοι κι αν είμαστε, με τους δαίμονές μας να μας στριγγλίζουν στο αυτί να μην ξεχάσουμε, κόντρα σε εκείνους που οι δαίμονές τους έχουν φροντίσει να τους βουλώσουν τα αυτιά για να μην ακούνε τίποτα άλλο πέρα από το παραλήρημα μέσα στο κεφάλι τους.

Για την πάρτη μας, λοιπόν. Και για τον Παύλο, που άθελά του έγινε ήρωας στις 18 Σεπτεμβρίου του 2013 από το χέρι ενός φασίστα.

Για μας. Μόνοι μας.

Advertisements