Σήμερα συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Athens 2004, θυμάσαι; Θυμάσαι εκείνη την εποχή που όλο μαθαίναμε νέες λέξεις; “Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη”, “Στέγαστρο Καλατράβα”, “Κωπηλατοδρόμιο”, τέτοια πράγματα.

Θυμάσαι που πεταχτήκαμε από τους καναπέδες μας και πανηγυρίζαμε όταν ανακοινώθηκε ότι το 2004 οι Ολυμπιακοί θα επέστρεφαν στο “σπίτι” τους για πρώτη φορά μετά το 1896; Που θα μπορούσε να είχε γίνει πιο όμορφο, στα 100 χρόνια ακριβώς, αλλά μας έφαγαν τα αμερικάνικα συμφέροντα και τους πήρε η Ατλάντα;

Θυμάσαι τα διθυραμβικά εξώφυλλα των εφημερίδων, που εκθείαζαν την Ελλάδα και σκόρπιζαν απλόχερα χρυσόσκονη εθνικής υπερηφάνειας πάνω από το γκρίζο μας, και νομίζαμε ότι έβρεχε χρυσάφι και πήγαμε να φέρουμε κουβάδες να το μαζέψουμε, αλλά τελικά ήταν μόνο χρυσόσκονη;

Θυμάσαι που οι κακοί ξένοι μας επιβουλεύονταν και έβγαζαν εκείνα τα άθλια ρεπορτάζ, ότι και καλά η Αθήνα δεν είναι ασφαλής, και ότι οι εγκαταστάσεις δε θα είναι έτοιμες στην ώρα τους, και ότι υπάρχουν σκέψεις να μας πάρουν τους Ολυμπιακούς -άκου θράσος, να μας πάρουν τους Ολυμπιακούς ΜΑΣ- και να τους διοργανώσουν αλλού, όμως εμείς τους διαψεύσαμε όλους με το συρτάκι μας, που ξεκινά σιγά-σιγά και σταρχίδιαμας, αλλά μετά τρέχουμε και ξεβιδωνόμαστε στο χορό, κι έτσι τελευταία στιγμή ήταν όλα έτοιμα και τους κλείσαμε τα στόματα, που τόλμησαν να πουν κακό για την Ελλαδάρα μας, που δεν ήταν πια ελλαδίτσα, αλλά Ελλαδάρα, με Ε κεφαλαίο και με χρυσά γράμματα, γιατί τώρα η Ελλαδάρα μας είχε μπει για τα καλά στον παγκόσμιο χάρτη και δεν ήταν απλά μία κουκίδα, αλλά το κέντρο του κόσμου;

Θυμάσαι εκείνη την όμορφη τελετή έναρξης, που όχι, δεν ήταν κιτς όπως έλεγαν μερικοί, αλλά ανέδειξε το μεγαλείο του Ελληνισμού, ναι, με κεφαλαίο το Ε και με χρυσά γράμματα, και το ρίγος που σε διαπέρασε όταν άναψε εκείνη η φλόγα μέσα στο Ολυμπιακό Στάδιο, και ζέστανε τις καρδιές όλου του κόσμου, όχι μόνο των Ελλήνων, γιατί είμαστε τόσο μεγαλόψυχοι οι Έλληνες που έχουμε αρκετή ζεστασιά για να ζεστάνουμε ακόμα και τους Εσκιμώους της Ανταρκτικής ή όπου σκατά ζούνε, χεστηκαμεκιόλας;

Θυμάσαι που πήγαν να μας παγιδέψουν οι αλήτες και να αμαυρώσουν τους κορυφαίους μας αθλητές, τη Θάνου και τον Κεντέρη, ότι δήθεν πήγαν να αποφύγουν έλεγχο ντόπινγκ, ενώ οι καημένοι απλώς είχαν ατύχημα με το μηχανάκι, και πόσο ανθέλληνες ήταν αυτοί που διέδιδαν τέτοια ψέματα, και πόσο φανερή ήταν η σκευωρία για να χάσει η Ελλάδα μας δύο μετάλλια, και στο κάτω-κάτω της γραφής τι δουλειά είχαν να πάνε να τους κάνουν τεστ ντόπινγκ πριν τους Ολυμπιακούς, μετά τους αγώνες δεν το κάνουν το τεστ, στο ποδόσφαιρο έτσι γίνεται πάντως, και δεν κατάλαβα δηλαδή, ποια είναι αυτή η WADA, Γουάντα, Ρουάντα, πώς σκατά τη λένε που θα έρθει να μας υποδείξει ποιος είναι ντοπέ στην ίδια του τη χώρα, μα κανένας σεβασμός τέλος πάντων στη χώρα που γέννησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τη Δημοκρατία και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη;

Θυμάσαι τα χρυσά τα μετάλλια που επιβεβαίωσαν την κυρίαρχη θεωρία ότι το ελληνικό το DNA είναι σπέσιαλ και κάνει όσους το διαθέτουν πρωταθλητές στο τρέξιμο, το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ και την παχυσαρκία, και τις θριαμβευτικές δηλώσεις, και τις συνεντεύξεις, που δεν έλεγαν “για την Ελλάδα ρε γαμώτο”, αλλά εννοείται ότι για την Ελλάδα ρε γαμώτο τα έκαναν όλα, και δώστου τα παθιάρικα φιλιά στα μετάλλια, και δώστου τους γύρους του θριάμβου, και δώστου του Έλληνα εθνική υπερηφάνεια και μπορεί να ζήσει και χωρίς φαγητό για ένα μήνα, αρκεί να γεμίσει το στομάχι του και τα άλλα γαλάζια όργανα του σώματός του με αγνή, αμόλυντη, άσπιλη εθνική υπερηφάνεια;

Τα θυμάσαι, ε; Φυσικά και τα θυμάσαι, κουφαλίτσα, δεν ξεχνιούνται αυτά. Μήπως θυμάσαι και ποιος και πόσα πλήρωσε για όλα αυτά; Μήπως θυμάσαι τι έχουν απογίνει όλα αυτά που πλήρωσες, δέκα χρόνια μετά; Μήπως θυμάσαι πόσοι πέθαναν σε εργατικά ατυχήματα για να κατασκευαστούν όλα αυτά; Μήπως θυμάσαι ποιοι έβαλαν στην τσέπη τους λεφτά από αυτήν την ιστορία χωρίς να τα δικαιούνται;

Μπα, μάλλον δεν τα θυμάσαι αυτά. Και είναι απόλυτα λογικό, γιατί πώς να θυμάσαι κάτι που δεν έμαθες ποτέ;

Το μόνο που σου έχει μείνει από τους Ολυμπιακούς του 2004 ήταν εκείνη η λαμπρή εθνική υπερηφάνεια, σε όλες τις εκφάνσεις της. Και ούτε που καταλαβαίνεις ότι αυτή η ύψιστη στιγμή εθνικής υπερηφάνειας ήταν παράλληλα και η στιγμή που η ένδοξη ελληνική σαπίλα έφτασε στο αποκορύφωμά της, και ήταν μία στιγμή για την οποία δεν είχες κανέναν, ούτε έναν λόγο να είσαι υπερήφανος, όμως σε είχαν εκπαιδεύσει να κορδώνεσαι για το παραμικρό ψήγμα υπερηφάνειας που μπορούσαν να εντοπίσουν σε οτιδήποτε, κι αν δεν υπήρχε, απλά πετούσαν κομμάτια ολόκληρα υπερηφάνειας για να σε πετύχουν κατακέφαλα και να πιστέψεις κι εσύ ότι ναι, είσαι υπερήφανος για τη χώρα σου, για τη λεβεντιά σου, για το φιλότιμό σου, για την γκρικ φιλοξένια σου και για όλες εκείνες τις λέξεις που δε μεταφράζονται στα αγγλικά και σε καμία άλλη γλώσσα, γιατί μόνο οι Έλληνες είμαστε φιλότιμοι, λεβέντες και φιλόξενοι – είπαμε, το σπέσιαλ ντιενέι (γιατί να το γράφουμε στα εγγλέζικα αφού έχουμε δικό μας, γαμάτο αλφάβητο, έτσι;).

Και αντί να συνειδητοποιήσεις ότι αυτή η κούφια, αδικαιολόγητη υπερηφάνεια ήταν που σε μεγάλο βαθμό σε έχει φέρει στην κατάσταση που βρίσκεσαι, κατεστραμμένος οικονομικά, σε μία κατεστραμμένη κοινωνία που κυβερνούν κατεστραμμένοι άνθρωποι, εσύ ψάχνεις πάλι λόγους για να νιώθεις εθνικά υπερήφανος και να δικαιολογήσεις την παρουσία σου σε αυτόν τον κόσμο, μια και ξέρεις κατά βάθος ότι ποτέ δε θα καταφέρεις να αφήσεις τίποτα πίσω σου στο τέλος, παρά μία ταφόπλακα στο Β’ Νεκροταφείο Αθηνών, που κι αυτή θα την ξηλώσουν μετά από λίγα χρόνια για να φυτέψουν μία καινούργια.

Άντε γαμήσου, ελληνάρα. Άντε γαμήσου.

Advertisements