Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο δυσκολεύομαι να συνδυάσω την αγάπη μου για το ποδόσφαιρο με τον ιδεολογικό μου προσανατολισμό.

Κακά τα ψέματα, είναι δύσκολο σήμερα να είσαι ταυτόχρονα και αριστερός, και λάτρης του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Να μπορείς να επικεντρώσεις το βλέμμα σου σε ένα γήπεδο (που έχει το όνομα μίας μεγάλης πολυεθνικής) όπου 22 παίκτες (ντυμένοι από εταιρείες-κολοσσούς) κλωτσάνε μία μπάλα (μάρκας) και παλεύουν για τη νίκη (εχμ, περισσότερο για τα λεφτά των χορηγών και τα μπόνους του προέδρου), και να βλέπεις μόνο αυτό. 22 παίκτες να κλωτσάνε μία μπάλα και να παλεύουν για τη νίκη. Και αν πραγματικά προσπαθείς να το κάνεις και τα καταφέρνεις, τότε είσαι ένας ρομαντικός του ποδοσφαίρου. Από αυτούς τους ξεπερασμένους τύπους που βλέπουν ακόμα τη μαγεία σε μία ντρίμπλα, σε ένα τάκλιν, σε ένα φαλτσαριστό σουτ, σε ένα δοκάρι, σε μία κεφαλιά, ακόμα και σε ένα διαιτητικό λάθος. Και δε λέω, είναι ωραίο πράγμα να είσαι ρομαντικός, αρκεί βέβαια να διατηρείς την επαφή σου με το περιβάλλον και να αναγνωρίζεις πως αυτό που έχεις μέσα στο κεφάλι σου δεν έχει την παραμικρή σχέση με αυτό που συμβαίνει εκεί έξω.

Το 1990 ήμουν έξι χρονών, και είχα ενθουσιαστεί με την Αργεντινή του Μαραντόνα. Έκλαψα κι εγώ όταν έκλαψε και ο Μαραντόνα, στον τελικό με τη Δυτική Γερμανία. Το 1994 ξενυχτούσα με τις ώρες για να βλέπω παιχνίδια που ξεκινούσαν στις 2 το πρωί και στις 4 το πρωί, και απογοητεύτηκα που η Εθνική έγινε σάκος του μποξ, τρώγοντας δέκα γκολ σε τρεις αγώνες. Το 1998, στη Γαλλία, δεν ήθελα να κερδίσει η Γαλλία, ούτε η Βραζιλία, ήθελα την Αργεντινή, και θυμάμαι πολύ ζωντανά το παιχνίδι της Αργεντινής με την Αγγλία. Το 2002 έδινα Πανελλαδικές, και έχασα πολλά παιχνίδια (αλλά, μεταξύ μας, είδα περισσότερα απ’ όσα έχασα). Από το Μουντιάλ του 2006 δε θα ξεχάσω ποτέ τον τελικό, με την κουτουλιά του Ζιντάν και τα πανηγύρια των Ιταλών – για λίγο καιρό έγινα κι εγώ tifoso, πήρα μπλούζα με τα χρώματα της Ιταλίας και περιοδικά για το ιταλικό ποδόσφαιρο (κι ας μην ξέρω ιταλικά). Το 2010, στη Νότιο Αφρική, ένιωσα για πρώτη φορά ότι κάτι δεν πάει καλά στη σχέση μου με το Μουντιάλ. Σαν να μην είχε πια αυτή τη μαγεία που το έκανε ξεχωριστό. Και σήμερα, το 2014, αυτή η αίσθηση έχει γίνει πια βεβαιότητα.

Το Μουντιάλ φέτος διεξάγεται στη Βραζιλία, σε μία χώρα όπου το ποδόσφαιρο είναι τόσο ιερό, όσο οι αγελάδες στην Ινδία, οι γάτες στην αρχαία Αίγυπτο ή τα μπάνια του λαού στην Ελλάδα. Οι Βραζιλιάνοι ζουν και αναπνέουν για το ποδόσφαιρο, είναι εθνική τους υπόθεση. Την τελευταία φορά που διεξήχθη στη χώρα τους το Μουντιάλ, το 1950, η ήττα τους στον τελικό από την Ουρουγουάη, το περίφημο Μαρακανάζο, ήταν κάτι σαν εθνική τραγωδία, που ακόμα και σήμερα δεν την έχουν ξεπεράσει – πολλοί βλέπουν τη φετινή διοργάνωση ως ιδανική ευκαιρία να ξορκίσουν τα φαντάσματα του Γκίτζια και του Σκιαφίνο.

Άλλοι, πάλι, δεν έχουν το κουράγιο να σκεφτούν τόσο πεζά πράγματα.

Το γεγονός ότι σε μία χώρα που το ποδόσφαιρο λατρεύεται ως θρησκεία σημειώνονται μεγάλες κινητοποιήσεις από αγανακτισμένους πολίτες, που φωνάζουν συνθήματα κατά του Μουντιάλ, διαμαρτυρόμενοι για το γεγονός ότι τόσα χρήματα ξοδεύονται σε γήπεδα (όταν μία στις έξι οικογένειες ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας), είναι από μόνο του ένας καλός λόγος να ψάξεις να βρεις όλα αυτά που βρίσκονται επιμελώς κρυμμένα κάτω από το χρυσοποίκιλτο χαλί του Μουντιάλ. Τη φτώχεια, την ακρίβεια, την οικονομική ανισότητα, τις φαβέλες – θυμάσαι στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, όταν «κρύψαμε» τους άστεγους, τους μετανάστες, τους ναρκομανείς, τα αδέσποτα, όλα εκείνα που δε θα ήθελαν να δουν οι  τουρίστες; Ε, η Βραζιλία έχει τα δικά της «σκουπίδια» να κρύψει κάτω από το χαλί. Και είναι μπόλικα.

Όταν βλέπεις λοιπόν ανθρώπους να ξεσηκώνονται εναντίον του Θεού τους, καταλαβαίνεις ότι κάτι τρέχει με αυτόν τον Θεό. Τους έχει προδώσει. Και μαζί έχει προδώσει και όλους εμάς που πιστέψαμε σε αυτόν. Όταν βλέπεις αυτόν τον Θεό να σου παίρνει μέσα από τα χέρια λεφτά που θα μπορούσαν να κάνουν τη ζωή σου καλύτερη, πώς μπορείς να μην τον απαρνηθείς;

Για μένα αυτό θα είναι το πιο μπερδεμένο Μουντιάλ της ζωής μου. Θα παρακολουθήσω τους αγώνες, θα πανηγυρίζω όταν μπαίνει γκολ, θα εκνευρίζομαι όταν ο διαιτητής κάνει λάθος, θα λέω «όχι ρε πούστη» όταν η μπάλα σταματά στο δοκάρι, θα φωνάζω «δώσε δεξιά ρε μαλάκα, είναι αμαρκάριστος» λες και μπορούν να με ακούσουν, θα συγκινηθώ με τα δάκρυα των ηττημένων (εκτός κι αν είναι από τις ομάδες που αντιπαθώ, κυρίως τη Γαλλία). Αλλά ταυτόχρονα θα περνάει από το μυαλό μου ότι όλα αυτά γίνονται για τα λεφτά. Ίσως όχι μόνο για τα λεφτά, αλλά κυρίως για τα λεφτά. Και δε θα μπορώ να μη σκέφτομαι ότι με το να συμμετέχω ως θεατής σε μία τέτοια διοργάνωση, θα δίνω κι εγώ λεφτά σε αυτούς που έχουν κάνει το ποδόσφαιρο εμπόρευμα, και σε αυτούς που προτιμούν να δίνουν λεφτά για να φτιάξουν γήπεδα, παρά για να ζήσει μια φτωχή οικογένεια.

Ίσως να είναι και το τελευταίο Μουντιάλ που θα μπορώ να είμαι τόσο ρομαντικός. Σε τέσσερα χρόνια θα έχω αλλάξει πάλι. Και το Μουντιάλ λογικά θα έχει αλλάξει προς το χειρότερο.

Ρομαντικός μπορεί, ηλίθιος όχι.

Advertisements