«Ευρωσκεπτικιστής». Η αλήθεια είναι πως μου αρέσει σαν λέξη, όπως πολλά τέτοια βαρύγδουπα που καταλήγουν σε -ιστής. Μόνο που ο ορισμός της λέξης αυτής είναι λίγο προβληματικός.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η λέξη έχει από μόνη της μία αρνητική χροιά. Ευρωσκεπτικιστής είναι ο αρνητής της Ευρώπης, αυτός που επιθυμεί τη διάλυσή της ή την αποδέσμευση της δικής του χώρας από αυτήν. Όμως ευρωσκεπτικιστής χαρακτηρίζεται και αυτός που απλώς ασκεί κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που δηλαδή θέλει να υπάρχει η Ευρωπαϊκή Ένωση και θέλει να ανήκει η χώρα του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά θέλει μία βελτιωμένη Ευρωπαϊκή Ένωση και ασκεί κριτική σε αυτήν για να την κάνει καλύτερη.

Δηλαδή, αν πεις ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διαλυθεί, είσαι ευρωσκεπτικιστής. Αν πεις ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να υπάρχει, αλλά θέλει ριζική αλλαγή, πάλι είσαι ευρωσκεπτικιστής. Και αν πεις ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι υπέροχη και όλοι όσοι την κριτικάρουν είναι ανεύθυνοι καιροσκόποι, τότε δεν είσαι ευρωσκεπτικιστής, αλλά ευρωπαϊστής – τι ωραίο που ακούγεται αυτό, ε;

Το θέμα είναι ότι κανείς δεν κάνει τον κόπο να διαχωρίσει τους ευρωσκεπτικιστές από τους «ευρωσκεπτικιστές». Αυτούς δηλαδή που θέλουν μία καλύτερη Ευρώπη, από αυτούς που δε θέλουν καθόλου Ευρώπη. Γιατί αν γινόταν αυτός ο διαχωρισμός, τότε θα γινόταν φανερό ότι οι πραγματικοί ευρωπαϊστές είναι κάποιοι από αυτούς που σήμερα συλλήβδην αποκαλούμε «ευρωσκεπτικιστές».

Αλλά μήπως κι αυτοί δεν έχουν δίκιο; Μήπως η Ευρώπη είναι μια χαρά και αυτοί είναι απλώς γκρινιάρηδες, ενώ οι άλλοι ξέρουν να την εκτιμούν και γι’ αυτό την αγαπάνε τόσο και την υποστηρίζουν;

Ας δούμε ένα πρόσφατο παράδειγμα: Ένα άρθρο του Peter Spiegel στους Financial Times, το οποίο εξιστορεί το χρονικό της κατάρρευσης της κυβέρνησης Παπανδρέου, μετά την εξαγγελία του για δημοψήφισμα αναφορικά με το δεύτερο μνημόνιο. Γράφει ο Spiegel για το παρασκήνιο της περίφημης συνάντησης των G20 στις Κάννες:

“Χωρίς να το ξέρει ο κ. Σαρκοζί ή η κ. Μέρκελ, ο κ. Μπαρόζο είχε τηλεφωνήσει στον κ. Σαμαρά, τον επικεφαλής της ελληνικής αντιπολίτευσης, από το ξενοδοχείο του πριν τη συνάντηση. Ήξερε ότι ο κ. Σαμαράς ήθελε απελπισμένα να αποφύγει το δημοψήφισμα.

Ο κ. Σαμαράς είπε στον κ. Μπαρόζο ότι ήταν τώρα πρόθυμος να συμφωνήσει σε μία κυβέρνηση εθνικής ενότητας ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ – κάτι που είχε επίμονα αποφύγει για μήνες, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει την πρωθυπουργία μόνος του.

Ο κ. Μπαρόζο συγκέντρωσε τους συνεργάτες του και άλλα στελέχη της Κομισιόν στη σουίτα του, στο ξενοδοχείο Majestic Barrière, για να καταστρώσει στρατηγική. Αποφάσισε να μην πει στον κ. Σαρκοζί ή την κ. Μέρκελ για τη συζήτηση, αλλά σύμφωνα με ανθρώπους που βρίσκονταν στο δωμάτιο, άρχισαν να συζητούν ονόματα πιθανών τεχνοκρατών για να αντικαταστήσουν τον κ. Παπανδρέου σε μία κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Ο πρώτος που ανέφερε ο κ. Μπαρόζο ήταν ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Έλληνας οικονομολόγος που είχε αφήσει το πόστο του ως αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ένα χρόνο νωρίτερα. Μέσα σε μία εβδομάδα, ο κ. Παπαδήμος είχε αναλάβει τη δουλειά”.

Τι μας λέει εδώ ο Spiegel (που, σημειωτέον, για όποιον ξέρει από δημοσιογραφία, δεν είναι ένας Πρετεντέρης ή ένας Τράγκας, αλλά ένας πολύ ευυπόληπτος δημοσιογράφος – ναι, υπάρχουν και τέτοιοι, μην ταράζεστε); Βασικά, ότι ο απερχόμενος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συνωμότησε με τον επικεφαλής της αντιπολίτευσης μίας χώρας για να «ρίξουν» μία κυβέρνηση εκλεγμένη από το λαό (έστω κι αν μιλάμε για την κυβέρνηση Παπανδρέου, που η θύμησή της προκαλεί είτε γέλια είτε κλάματα, τίποτα ενδιάμεσο) και να επιβάλουν έναν πρωθυπουργό δικής τους εμπνεύσεως.

Κι αυτό γιατί; Γιατί, όπως πάλι εξηγεί ο Spiegel (αλλά, μεταξύ μας, το είχαμε καταλάβει κι εμείς), ο Μπαρόζο (και η Ευρωπαϊκή Ένωση γενικά) δεν ήθελε με τίποτα να γίνει δημοψήφισμα. «Πρέπει να σκοτώσουμε το δημοψήφισμα», φέρεται να είπε ο Μπαρόζο, σε ποιον νομίζετε; Στον Ευάγγελο Βενιζέλο, ο οποίος φυσικά συμφώνησε (αν και παλαιότερα είχε υποστηρίξει με πάθος ένα τέτοιο ενδεχόμενο – αλλά πόσοι το θυμούνται αυτό;).

Τώρα, φυσικά και το δημοψήφισμα ήταν μία ηλίθια ιδέα – όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή ήρθε πολύ αργά αυτή η πρόταση. όταν η Ελλάδα είχε ήδη μπει στο μηχανισμό στήριξης (τι εύσχημος τρόπος να πεις «στη μηχανή του κιμά») και ουσιαστικά δεν υπήρχαν και πολλές επιλογές. Αλλά κανείς δε σκέφτηκε να κάνει ένα δημοψήφισμα για το αν θέλαμε να πάμε σε μηχανισμό στήριξης με ευρώ ή σε εθνικό νόμισμα – όχι πως αμφιβάλλω ότι και πάλι η μηχανή του κιμά θα κέρδιζε, αλλά πιο πολύ για το τυπικό. Είναι ξέρεις από αυτά τα «περίεργα» δημοψηφίσματα, που σου δίνουν τη δυνατότητα να διαλέξεις ό,τι προτιμάς εσύ, αλλά διευκρινίζοντας ότι το ένα θα σε οδηγήσει στον Παράδεισο και το άλλο στην Κόλαση. Και άντε μετά εσύ να ψηφίσεις Κόλαση.

Σε κάθε περίπτωση, αν μία χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέλει να κάνει δημοψηφίσματα, θα πρέπει να μπορεί να τα κάνει – σωστά; Όπως και μία χώρα με εκλεγμένο πρωθυπουργό δε θα πρέπει να εξαναγκάζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση να δεχθεί έναν «δοτό» πρωθυπουργό που θα αντικαταστήσει τον εκλεγμένο, επειδή αυτό βολεύει τις Βρυξέλλες – σωστά;

Πείτε μου λοιπόν, τώρα, αν οι υποστηρικτές αυτής της Ευρώπης, της Ευρώπης των πολιτικών παρεμβάσεων, των συνωμοσιών, της καταστρατήγησης της λαϊκής βούλησης, των εκβιασμών, είναι «ευρωπαϊστές».

Και πείτε μου αν εγώ, που δε θέλω αυτήν την Ευρώπη, αλλά θα ονειρευόμουν μία άλλη (ουτοπική; Πιθανότατα) Ευρώπη, είμαι «ευρωσκεπτικιστής».

 

Advertisements