Κάποιοι άνθρωποι τραβούν πάνω τους τα βλέμματα με την εκθαμβωτική ομορφιά τους. Είναι λίγοι και τυχεροί. Όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να κάνουν κάτι πολύ ξεχωριστό για να μπορέσουν να μαγνητίσουν τα βλέμματα.

Σε αυτήν την πολυπληθή κατηγορία ανήκει η Χριστίνα. Μικροκαμωμένη και γεματούλα (εύσχημος τρόπος για να πει κανείς «κοντόχοντρη»), η Χριστίνα δεν είναι ακριβώς προικισμένη από τη φύση της. Δε θα γίνει ποτέ φωτομοντέλο – και το ξέρει. Ούτε και θα ήθελε άλλωστε να γίνει φωτομοντέλο, ακόμα κι αν μπορούσε. Ή τουλάχιστον αυτό λέει στον εαυτό της τώρα που όντως δεν μπορεί.

Όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι που δεν μπορούν (ή νιώθουν πως δεν μπορούν) να προσελκύσουν με τη φυσική τους ομορφιά το αντικείμενο του πόθου τους, έτσι και η Χριστίνα ανέπτυξε τον εσωτερικό της κόσμο. Έφτιαξε μέσα στο σώμα της έναν παράδεισο, ελπίζοντας πως κάποιος θα εκτιμήσει αυτό που καλλιεργεί μέσα της και όχι αυτό που φαίνεται απ’ έξω. Όμως στάθηκε άτυχη, γιατί γεννήθηκε σε μία εποχή που μία εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις, αλλά χίλιες λέξεις, όσο γλυκές και προσεγμένες κι αν είναι, δεν πιάνουν μία μπροστά σε μία ωραία εικόνα. Και αυτή έχει πάρα πολλές ωραίες λέξεις να πει, όμως της λείπει η εικόνα.

Όμως, από μία άλλη άποψη, στάθηκε και τυχερή. Γιατί γεννήθηκε σε μία εποχή που η απρόσωπη επικοινωνία, έστω και με τα στραβά της, είναι εφικτή. Έτσι, μπορεί να σαγηνεύσει κάποιον με τα όμορφα λόγια της, και αυτός να ερωτευτεί το μέσα της πριν καν δει το έξω της, μπορεί να έχει μια ελπίδα να νικήσει την παντοδυναμία της εικόνας απλά με το μυαλό της, μπορεί να δείξει τον καλύτερό της εαυτό πριν αναπόφευκτα δείξει το χειρότερό της εαυτό. Όμως τότε θα είναι ήδη αργά. Θα τον έχει γοητεύσει τόσο που δε θα τον νοιάζει αυτό που θα βλέπει, αλλά αυτό που θα σκέφτεται και θα ακούει.

Κάπως έτσι βρέθηκε σήμερα στο μετρό. Έχει ραντεβού με εκείνον που γνώρισε στο Internet. Μιλούσαν για τουλάχιστον δύο ή τρεις εβδομάδες, σε σημείο που ήξεραν ήδη ο ένας τον άλλο καλύτερα απ’ όσο γνώριζαν ακόμα και τους δικούς τους ανθρώπους. Είχαν δει μαζί ένα ηλιοβασίλεμα, ένα Σάββατο ξημερώματα με το ένα χέρι στο πληκτρολόγιο και το άλλο πάνω από τα μάτια, για να μην τυφλώνονται από το φως, μετά από επτά συνεχόμενες ώρες κουβέντας. Είχαν ακούσει το ίδιο τραγούδι να παίζει την ίδια στιγμή και σκέφτηκαν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Είχαν κάνει τα πρώτα τους «πονηρά» παιχνίδια, ζωγραφίζοντας ο ένας το σώμα του άλλου μπροστά στα μάτια τους και κάνοντας στη σκιά που μόνο αυτοί έβλεπαν μπροστά τους ό,τι ήθελαν. Ό,τι θα έκαναν αν δεν τους χώριζε (αλλά και τους ένωνε ταυτόχρονα) ο υπολογιστής.

Έχει άγχος. Όμως ξέρει ότι και αυτός θα είναι εξίσου αγχωμένος. Ξέρει ότι κι αυτός, για να ψάχνεται στο Internet, κάποιο κουσούρι θα έχει, μικρό ή μεγάλο – Θεέ μου, κάνε να είναι μικρό. Το μόνο που πραγματικά τη νοιάζει είναι να του αρέσει. Γι’ αυτό και έβαλε ό,τι καλύτερο είχε στην ντουλάπα της. Γι’ αυτό και πασαλείφθηκε με κρέμες και χρώματα, που δεν το είχε κάνει ποτέ. Για να πλησιάσει το έξω της λίγο πιο κοντά στο μέσα της.

Γυρίζει προς τις έξω πόρτες του βαγονιού. Κοιτάζει την αντανάκλασή της. Παίζει λίγο με τα μαλλιά της. Σκέφτεται μήπως έπρεπε να τα δέσει πισω, πάντα της έλεγε η μάνα της ότι έτσι της πάνε καλύτερα. Όμως τώρα δεν είναι εκεί η μάνα της. Μόνο αυτή, να παλεύει με την αντανάκλαση στην πόρτα, και αυτός, που ένας Θεός ξέρει τι να κάνει τώρα.

Τελευταία ματιά. «Είμαι όμορφη», λέει και προσπαθεί να το πιστέψει. Οι πόρτες ανοίγουν και χάνεται μέσα στο πλήθος.

Και ναι, είναι όμορφη.

Advertisements