Τον κοίταξε με ένα βλέμμα που συνδύαζε απαξίωση, αγανάκτηση και απογοήτευση ταυτόχρονα. Ένα βλέμμα που λίγοι μπορούν να εκπέμψουν και ακόμα λιγότεροι ξέρουν να το χρησιμοποιούν κατά βούληση.

«Ξέρεις κάτι;», του είπε. «Σε ζηλεύω. Αλήθεια σε ζηλεύω. Σε ζηλεύω γιατί είσαι βλάκας. Ξέρεις τι σημαίνει να είσαι βλάκας; Φυσικά και δεν ξέρεις, αφού είσαι βλάκας, και δεν ξέρεις καν ότι είσαι βλάκας! Εγώ πρέπει να αποδεικνύω στον εαυτό μου κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο ότι δεν είμαι βλάκας. Ενώ εσύ το λες στον εαυτό σου και το πιστεύεις, έτσι απλά. Εγώ πρέπει να ψάξω πολύ για να βρω έναν άνθρωπο να συνεννοηθώ, να μπορέσω να επικοινωνήσω μαζί του πραγματικά, να νιώσω ότι κάτι μας συνδέει, κάτι βαθύτερο από σάρκα και οστά και το ένστικτο του πιθήκου που τρέχει στο DNA μας. Εσύ είσαι βλάκας, και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο είναι να βρεις έναν άλλο βλάκα και να αρχίσετε μία βλακώδη συζήτηση που μπορεί να κρατήσει μέρες ολόκληρες, και όταν τελειώσει θα είστε και οι δύο ακόμα πιο βλάκες από όταν την ξεκινήσατε. Εγώ βασανίζομαι να βρω απαντήσεις σε ερωτήσεις που κανείς δεν έχει απαντήσει σωστά, θέλοντας να είμαι αυτός που θα περάσει στην ιστορία ως ο πρώτος που κατάφερε να λύσει ένα μυστήριο αιώνων. Εσύ το πολύ-πολύ να βασανίζεσαι με ένα σταυρόλεξο, ή ένα σουντόκου από τα εύκολα. Εγώ πασχίζω όλη μου τη ζωή να σκεφτώ, να φιλοσοφήσω, να κατασκευάσω τη δική μου κοσμοθεωρία, που θα είναι δική μου και θα με εκφράζει, και μόλις νομίζω ότι την έχω βρει τη διαλύω και τη φτιάχνω από την αρχή γιατί κάτι δε μου αρέσει, και τη φτιάχνω και τη διαλύω αιώνια σαν έναν πεισματάρη πύργο της Βαβέλ. Εσύ ψωνίζεις μια κοσμοθεωρία από τα πανέρια και δεν ξεκολλάς από πάνω της μέχρι να ξεκολλήσει η σάρκα από τα κόκκαλά σου».

Εκείνος τον κοίταζε αποσβολωμένος. Σαν βλάκας.

«Τι σου λέω κι εσένα τώρα», μονολόγησε. «Τέλος πάντων. Παίζουμε μια παρτίδα σκάκι;».
«Βαριέμαι το σκάκι. Να παίξουμε τάβλι».
«Άστο καλύτερα. Θα διαβάσω ένα βιβλίο».
«Πφ. Βλακείες».

Advertisements