Ξεκινάς το ταξίδι σου απρόθυμα. Κλαις, φωνάζεις, κλωτσάς. Δε θες να μπεις στο καράβι. Σε βάζουν όμως με το ζόρι. Και πριν καν το καταλάβεις, είσαι ήδη καπετάνιος ενός καραβιού που δεν ξέρεις να κουμαντάρεις. Ενός καραβιού με τ’όνομά σου γραμμένο στο πλάι.

Έχεις δίπλα σου τους συντρόφους σου, όμως. Αυτοί σε βοηθούν να μάθεις να χειρίζεσαι το τιμόνι, να χαράζεις τη ρότα, να ξεκινάς και να σταματάς, να αποφεύγεις τους κινδύνους.

Και είναι τόσοι πολλοί οι κίνδυνοι, αλήθεια. Ύφαλοι, σκόπελοι, φουρτούνες, πειρατές, ακόμα και τέρατα. Τέρατα που στην αρχή νομίζεις πως δεν υπάρχουν και είναι μόνο χαζές ιστορίες που λένε οι ναυτικοί μεταξύ τους. Μέχρι που τα βλέπεις στην πλώρη σου.

Αρχίζει να σου αρέσει αυτό το ταξίδι. Εξερευνάς νέους κόσμους, μαθαίνεις καινούργια πράγματα, νιώθεις ελεύθερος. Ελεύθερος να οδηγήσεις το καράβι όπου θέλεις. Το τσούρμο σου θα σε ακολουθήσει και θα σου δίνει συμβουλές: «Στρίψε προς τα δεξιά», «άραξε στο επόμενο λιμάνι», «βίρα τις άγκυρες». Όμως η απόφαση θα είναι πάντα δική σου. Κανείς δεν μπορεί να σου πάρει το τιμόνι από τα χέρια.

Μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Να αναζητήσεις θησαυρούς, να βρεις νέους εμπορικούς δρόμους, να φτιάξεις κι άλλα καράβια που θα επεκτείνουν τον στόλο σου, να ζήσεις μεγάλες περιπέτειες. Ή να κάτσεις στ’αυγά σου και να βλέπεις τα άλλα καράβια να περνούν. Εσύ αποφασίζεις.

Κάποτε βέβαια έρχεται η ώρα που κουράζεσαι. Και λες να αράξεις κάπου μια για πάντα. Ψάχνεις το λιμάνι που θα σου γνέψει από μακριά, που θα σου πει ότι εκεί είναι η Ιθάκη σου.

Όμως αν τον Οδυσσέα η Ιθάκη του τον περίμενε υπομονετικά στο ίδιο μέρος, η δική σου η Ιθάκη μετακινείται από ‘δω και από ‘κει. Για να τη βρεις δεν αρκεί να διασχίσεις αχαρτογράφητα νερά, δεν αρκεί να ξεφύγεις από τους πειρατές, δεν αρκεί να την αναζητάς όλη μέρα κι όλη νύχτα με το ματογυάλι από το πιο ψηλό κατάρτι. Πρέπει να έχεις και τους θεούς με το μέρος σου. Να σε πάει μέχρι εκεί ο άνεμος, ή να τη φέρει μπροστά σου το κύμα.

Στ’αλήθεια όμως δε θ’αράξεις ποτέ. Θα την πάρεις μαζί σου την Ιθάκη και θα συνεχίσεις το ταξίδι σου στον άγνωστο κόσμο.

Αλλά δε θα συνεχίσεις για πάντα. Το πόσο θα αντέξεις στις θάλασσες δεν εξαρτάται μόνο από σένα, αλλά και από το σκαρί σου. Αν είναι καλοτάξιδο, θ’αντέξει πολλές κανονιές και ρεσάλτα μέχρι να βυθιστεί. Αν όμως είναι κανένα σαπιοκάραβο, είναι μετρημένα τα ψωμιά σου, όσο καλά και να το συντηρήσεις.

Πριν από σένα θα χαθεί το τσούρμο σου. Θα φύγουν οι γέροι ναύτες και θα σε αφήσουν με τους νεαρούς μούτσους. Εσύ όμως θα είσαι πια έμπειρος καπετάνιος. Θα έχεις ήδη μάθει τα κόλπα. Θα έχεις χαράξει τη ρότα σου. Και θα τους βοηθήσεις κι αυτούς να χαράξουν τη δική τους μια μέρα.

Και μια μέρα, το καράβι θα βουλιάξει στο βυθό. Είτε θα γίνει μπαμ κι έξω, είτε θα βουλιάζει αργά-αργά και βασανιστικά. Πάντως μια μέρα θα βουλιάξει. Και θα σε πάρει κι εσένα μαζί του στον πάτο. Ο καπετάνιος δεν εγκαταλείπει ποτέ το καράβι του. Και μπορεί εσύ να χαθείς για πάντα, όμως το κουφάρι του καραβιού σου θ’αντέξει. Και ποιος ξέρει, κάποιο άλλο καράβι μετά από χρόνια μπορεί να το βρει και να το μελετήσει. Και ο καπετάνιος του θα ξαναζήσει μέσα από το ημερολόγιο καταστρώματος, που θα έχεις φροντίσει να φυλάξεις σε ασφαλές μέρος, όλες τις περιπέτειές σου. Τις περιπέτειες ενός καραβιού που γράφει στο πλάι τ’όνομά σου.

Advertisements