Ο Χότζη έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες από την Ινδία, και βρίσκεται λίγες μόνο μέρες εκεί όταν πέφτει βαριά άρρωστος. Πάει από γιατρό σε γιατρό, κανείς όμως δεν είναι σε θέση να τον βοηθήσει. Στο τέλος πάει σε έναν Ινδό γιατρό. Ο γιατρός του λέει, «πάρε αυντό ντο κουβά, πήγαινε σντο άλλο δωμάτιο, χέσε μέσα σντο κουβά, γκατούρησε κιόλας, και μετά βάλε το κεφάλι σου μέσα σντο κουβά και ανάπνευσε ντις ανατυμιάσεις για δέκα λεπτά». Ο Χότζη παίρνει τον κουβά, πάει στο διπλανό δωμάτιο, χέζει στον κουβά, κατουράει και τα σκατά, σκύβει και αναπνέει τις αναθυμιάσεις για δέκα λεπτά. Μετά επιστρέφει στον γιατρό και του λέει, «Μου έκανε καλό. Νιώθω απίθανα. Τι είχα;». Και ο γιατρός του λέει: «Νοσταλγία γκια την πατρίδα».

Αυτό το ανέκδοτο, όπως κι αν το δεις, είναι άθλιο. Είναι σιχαμερό, ρατσιστικό, αηδιαστικό, και γενικά έχει όλα τα κακά του κόσμου. Το ανέσυρα από ένα παλιό βιβλίο με ανέκδοτα, από αυτά που διάβαζα παλιά με το κιλό («Άσεμνα Ανέκδοτα», εκδόσεις Παρά Πέντε). Είχε σημειωμένο δίπλα ένα τσεκ, που σήμαινε ότι είχα γελάσει με αυτό το ανέκδοτο.

Μπορεί άραγε κανείς να γελάσει με ένα τέτοιο ανέκδοτο; Κι όμως, μπορεί. Εντάξει, δεν είναι ακριβώς ο τύπος αστείου που θα έλεγες σε μία παρέα με την οποία έχεις βγει σε μία καφετέρια, είναι όμως ακριβώς ο τύπος αστείου που αποτελεί «κρυφή απόλαυση» όταν το διαβάζεις μόνος σου μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, όταν δεν υπάρχει κανείς γύρω να ξινίσει τα μούτρα του. Μη μου πεις ότι δεν έχεις γελάσει ποτέ με ένα ανέκδοτο για Πόντιους, Πολωνούς, Ιρλανδούς, Βέλγους, ξανθιές, δικηγόρους, τον Ανδρέα Παπανδρέου ή οποιαδήποτε προσωπικότητα ή εθνότητα είναι της μόδας. Δε θα σε πιστέψω. Κι αν επιμένεις να σε πιστέψω, τότε δε θα θέλω να κάνω παρέα μαζί σου. Γιατί αν δεν μπορείς να χαλαρώσεις τις όποιες πεποιθήσεις σου για να δεχτείς ένα αστείο που αντιτίθεται σε αυτές, τότε δε μου κάνεις. Αν αστείο ήταν μόνο αυτό που άρεσε σε έναν, θα ήταν πολύ βαρετός ο κόσμος. Θα ήταν ένας αποστειρωμένος, «πολιτικά ορθός» και χιουμοριστικά στρεβλός κόσμος.

Πάμε τώρα να δούμε ένα άλλο αστείο που ήρθε πολύ απότομα στη δημοσιότητα σήμερα. Με τόσους Αφρικανούς στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα κουνούπια του Δυτικού Νείλου θα τρώνε σπιτικό φαγητό. Ας το δούμε εντελώς αποστασιοποιημένα, εντάξει; Είναι ένα αστείο ρατσιστικό, πρώτα απ’όλα. Σαν αυτό που λέγαμε πριν. Είναι πετυχημένο; Αυτό μπορεί να το κρίνει ο καθένας. Εγώ το βρήκα αρκετά αστείο, όπως έχω βρει κατά καιρούς αστεία πολλά ανέκδοτα με Πόντιους (χωρίς να έχω κάτι προσωπικό με τους Πόντιους), με Πολωνούς (χωρίς να έχω κάτι προσωπικό με τους Πολωνούς) ή με τον Ανδρέα Παπανδρέου (χωρίς καν να καταλαβαίνω τι ακριβώς έλεγαν, γιατί ήμουν δέκα χρονών όταν βγήκαν). Το γεγονός ότι το βρήκα αστείο με καθιστά αυτομάτως ρατσιστή; Σημαίνει ότι έχω κάτι προσωπικό με τους Αφρικανούς; Νομίζω πως όχι. Επίσης: Αυτός που σκέφτηκε το αστείο ήταν απαραιτήτως ρατσιστής; Μπορεί, αλλά δεν το ξέρουμε. Θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν απλά κάποιος έξυπνος (≠ ρατσιστής) τύπος που έκανε έναν αστείο συνειρμό – εξάλλου έτσι γεννιούνται συνήθως τα ανέκδοτα, με έναν συνειρμό. Ή μήπως αυτό το αστείο υποκινεί όποιον το διαβάσει σε ρατσιστική βία; Ε, θα ήταν υπερβολικό να το πει κανείς αυτό.

Προσοχή όμως: Έχει σημασία το ΠΟΙΟΣ λέει το αστείο. Αν σου το πει ένας φίλος σου που ξέρεις για χρόνια, και γνωρίζεις καλά πως δεν είναι ρατσιστής, θα γελάσεις και θα το βρεις έξυπνο. Αν όμως το ακούσεις από τα χείλη ενός ρατσιστή, πιθανότατα θα στραβώσεις τα μούτρα σου και θα αντιδράσεις έντονα. Κι όλα αυτά για το ίδιο αστείο. Γιατί ξέρεις ότι ο ένας το λέει για πλάκα, ενώ ο άλλος το λέει από μίσος για την κοινωνική ομάδα στην οποία «επιτίθεται» το αστείο.

Όταν λοιπόν η αθλήτρια του τριπλούν Βούλα Παπαχρήστου έγραψε στο Twitter αυτό ακριβώς το αστείο, προκαλώντας έναν διαδικτυακό πανικό, η πρώτη μου ενστικτώδης αντίδραση ήταν να ψάξω να βρω τι είδους άνθρωπος ήταν αυτός που το έγραψε. Αν ήταν φίλη μου, μπορεί να της έκανα ένα retweet. Η Βούλα Παπαχρήστου, όμως, δεν είναι φίλη μου. Και δε θα γίνει ποτέ, γιατί είναι οπαδός της Χρυσής Αυγής, όπως αποδεικνύουν περίτρανα τα προηγούμενα tweets της, οι φωτογραφίες και οι λογαριασμοί που ακολουθεί. Μπορεί κανείς να τα δει στο account της: @papaxristoutj.

Τι έχουμε, λοιπόν; Ένα ρατσιστικό αστείο και μία πρωταθλήτρια του τριπλούν με ακροδεξιά πιστεύω. Η ιστορία θα μπορούσε να σταματήσει εκεί. Να την κράξουμε οι υπόλοιποι που δεν είμαστε χρυσαυγίτες (όχι όμως για ένα αστείο που μάλιστα δε σκέφτηκε καν η ίδια, αλλά για ένα σωρό άλλα tweets), να την αποθεώσει το 7% που ψήφισε Χρυσή Αυγή στις εκλογές και να είμαστε όλοι χαρούμενοι. Όμως η ιστορία δε σταμάτησε εκεί. Γιατί η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή αποφάσισε να αποβάλει την Παπαχρήστου από την ελληνική αποστολή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες για «δηλώσεις της που αντίκεινται στις αξίες και τα ιδεώδη του Ολυμπισμού».

Τώρα, αυτό σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Πρώτα απ’όλα, ποιες ακριβώς είναι οι αξίες και τα ιδεώδη του Ολυμπισμού; Γιατί αν αξίες είναι η νίκη πάση θυσία και με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο και ιδεώδες ο πλουτισμός μερικών επιχειρήσεων, τότε δε βλέπω πού είναι το πρόβλημα.

Ας δεχτούμε όμως ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες διέπονται από κάποιες κοινώς αποδεκτές αξίες και πρεσβεύουν κάποια μαγευτικά ιδεώδη. Πόσο απειλούνται αυτά από ένα αστείο, όσο κακό κι αν είναι; Πάντως πολύ λιγότερο απ’όσο απειλούνται από γενοκτονίες, πολέμους, δολοπλοκίες και πολλές άλλες τέτοιες πράξεις στις οποίες εμπλέκονται πάρα πολλές χώρες στον κόσμο. Αν η Ολυμπιακή Επιτροπή απέβαλλε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες τις χώρες που δεν πρεσβεύουν τα θεμελιώδη ιδανικά της, θα συμμετείχαν μόνο η Ανδόρρα, το Λιχτενστάιν, το Βατικανό και άλλες 5-6 χώρες.

Τι πετυχαίνουμε λοιπόν απαγορεύοντας στην Παπαχρήστου να συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου για ένα tweet; Δύο πράγματα: Πρώτον, στερούμε από μία αθλήτρια τη δυνατότητα να αγωνιστεί σε μία διοργάνωση στην οποία προκρίθηκε με το σπαθί της, χάρη στις αγωνιστικές της επιδόσεις, κι όλα αυτά εξαιτίας ενός αστείου. Δεν έχει σημασία η ιδεολογία. Είναι σπορ, φίλε μου. Και το αν ένας αθλητής την ώρα του αγώνα βλέπει τον μαύρο δίπλα του και σκέφτεται «ψόφα παλιοπούστη» δε μας αφορά καθόλου, εφ’όσον αγωνίζεται τίμια. Το τι μυαλά κουβαλάει είναι ένα εξωαγωνιστικό θέμα, που εδώ που τα λέμε αφορά μόνο τον ίδιο τον αθλητή. Δικαίωμά του να είναι σκατόμυαλος. Κι αν εσύ μάθεις ότι είναι σκατόμυαλος και δε θέλεις πια να τον υποστηρίζεις, δικαίωμά σου επίσης. Κι εγώ το ίδιο ακριβώς θα έκανα αν η Παπαχρήστου πήγαινε στο Λονδίνο: Δε θα την υποστήριζα, κι ας φορούσε τα ελληνικά χρώματα. Αλλά το να την εμποδίζεις να συμμετάσχει δείχνει μία εκδικητικότητα που δε με εκφράζει.

Τι άλλο πετυχαίνουμε αποβάλλοντάς της από την Ολυμπιάδα; Μα φυσικά να ενισχύσουμε τη Χρυσή Αυγή. Αύριο κιόλας αν βγάλει μία ανακοίνωση ο Μιχαλολιάκος και εκμεταλλευτεί την αποβολή της Παπαχρήστου σαν οργανωμένο σχέδιο για να πληγεί το κόμμα του, η Χρυσή Αυγή θα πιάσει διψήφιο ποσοστό. Δε θέλει πολύ μυαλό. Αν θέλεις πραγματικά να πολεμήσεις κάτι, δεν κάνεις τον υποστηρικτή του οσιομάρτυρα, γιατί έτσι τον ενισχύεις.

Ναι, θα μου πεις «μα αν πήγαινε στο Λονδίνο θα ήταν σαν να επιβραβεύεται ο ρατσισμός της» ή «μα ο αθλητής είναι πρότυπο για τους νέους και πρέπει να δίνει το σωστό παράδειγμα». Ισχύουν αυτά. Όμως σε κάθε περίπτωση υπάρχουν παράπλευρες απώλειες. Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Αν υπήρχε απολύτως σωστή απόφαση δε θα συζητούσαμε όλη μέρα για το ποια είναι αυτή, απλά θα την εφαρμόζαμε και θα τέλειωνε η ιστορία. Αυτό που εγώ θέλω να πω είναι ότι το να τιμωρείς κάποιον εξαιτίας ενός αστείου που αν το έλεγε κάποιος άλλος θα γελούσες, είναι λάθος.

Και όσο κι αν τρίβεις τα χέρια σου και χαμογελάς εκδικητικά για την απόφαση, όπως θα έκανες αν έβλεπες έναν τύπο που αντιπαθείς να γλιστράει σε μία μπανανόφλουδα και να σωριάζεται στο πεζοδρόμιο, καλό θα ήταν να θυμάσαι ότι αυτός ο τύπος, μαζί με αυτούς που θα τον βοηθήσουν να σηκωθεί, θα έρθουν μετά και θα σε σπάσουν στο ξύλο. Εκδικητικά κι αυτοί.

Advertisements