«Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ήμουν πάντα ένας άνθρωπος αδιάφορος. Νοιαζόμουν μόνο για τον εαυτό μου. Πολλά συνέβαιναν γύρω μου, όμως εμένα με ενδιέφεραν μόνο όσα με επηρέαζαν – ή μάλλον όσα νόμιζα πως με επηρέαζαν. Έβλεπα τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της τηλεόρασης, και νόμιζα πως όλα ήταν ένα παιχνίδι στο οποίο εγώ δε συμμετείχα. Απλά ήμουν θεατής. Όπως παρακολουθούσα σαν θεατής τα ματς ποδοσφαίρου στην τηλεόραση, έτσι παρακολουθούσα και τις ειδήσεις. Σαν θεατής.

Δεν ξέρω τι και πώς με έπιασε. Ήταν κάτι ξαφνικό, μία επιφοίτηση. Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι τις ειδήσεις θα έπρεπε να τις δημιουργούμε, κι όχι να παρακολουθούμε αμέτοχοι τους άλλους να τις δημιουργούν. Συνειδητοποίησα ότι η θέση μου στον κόσμο έπρεπε να είναι μέσα στο γήπεδο, και όχι στην εξέδρα. Με άλλα λόγια, αποφάσισα να αλλάξω τον κόσμο. Έτσι, από τη μία μέρα στην άλλη.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα κανένα απολύτως σχέδιο για το πώς θα άλλαζα τον κόσμο. Ήμουν σαν ένα μωρό που μόλις έκανε τα πρώτα του βήματα στον κόσμο και δεν ήξερε προς τα πού να κατευθυνθεί. Και δεν υπήρχε καμία μητέρα να με κατευθύνει. Έπρεπε να βρω το δρόμο μόνος μου, κι αν δεν υπήρχε ο δρόμος τότε έπρεπε να τον δημιουργήσω εγώ.

Η πρώτη πορεία διαμαρτυρίας στην οποία συμμετείχα ήταν και η πρώτη φορά που ένιωσα αληθινά υπερήφανος για τον εαυτό μου. Για τον εαυτό μου. Όχι για μία ποδοσφαιρική ομάδα ή για ένα κόμμα. Για τον εαυτό μου. Ώστε έτσι ήταν αυτό που έβλεπα στην τηλεόραση με τόση απορία; Ώστε αυτό ήταν το συναίσθημα του ανθρώπου που παλεύει για τα δικαιώματά του; Ήταν ακόμα πιο όμορφο απ’όσο φανταζόμουν. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα τόση οικειότητα για ανθρώπους που δεν είχα ξαναδεί στο παρελθόν, και πιθανότατα δε θα έβλεπα ποτέ ξανά στο μέλλον. Ήμουν ξένος μεταξύ ξένων, κι όμως ένιωθα σαν στο σπίτι μου.

Πήγα και σε άλλες πορείες. Όμως κάθε φορά ένιωθα όλο και λιγότερη ικανοποίηση, βλέποντας πως με τις πορείες δεν άλλαζε απολύτως τίποτα. Σταδιακά κατάλαβα ότι έπρεπε να συμβεί κάτι πολύ πιο δραστικό για να αλλάξει ο κόσμος, κάτι που θα προκαλούσε ένα ισχυρό σοκ. Όμως πώς προκαλείς ένα ισχυρό σοκ βαδίζοντας με τον σταυρό στο χέρι; Καμία επανάσταση δε βρήκε μπροστά της έναν δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα. Σε κάθε επανάσταση υπήρχαν και νεκροί, και ορφανά, και καταστροφές, και εγκλήματα. Ποτέ δεν άλλαξε αναίμακτα ο κόσμος. Όμως κι εγώ δεν ήμουν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να πάρει ένα πιστόλι και να σκοτώσει εν ψυχρώ κάποιον, ακόμα κι αν ήταν ο χειρότερος εγκληματίας του κόσμου. Δεν μπορούσα να αναλάβω αυτόν το ρόλο.

Τότε διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα να τα καταφέρω μόνος μου. Έπρεπε να βρω κι άλλους σαν εμένα. Ήξερα ότι δε θα ήταν και τόσο δύσκολο. Είχα ήδη γνωρίσει αρκετούς στο δρόμο, είχαμε περπατήσει χιλιόμετρα ολόκληρα μαζί διαδηλώνοντας και διάβαζα στο βλέμμα τους την ίδια ανησυχία και απογοήτευση με τη δική μου. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να οργανωθούμε. Και αυτό ήταν πολύ εύκολο, αφού μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Τη γλώσσα των ονείρων μας.

Δύο μέρες μας πήρε να στήσουμε την οργάνωσή μας. Δεν ήμασταν τίποτα παραπάνω από μία χούφτα άνθρωποι που θα άλλαζαν τον κόσμο. Εγώ ανέλαβα το ρόλο του θεωρητικού, ήμουν αυτός που σχεδίαζε τις δράσεις μας. Χρειάστηκε να διαβάσω πολύ, να στύψω το μυαλό μου και να συζητήσω αναλυτικά μαζί με τους συντρόφους μου για να βρω την κατάλληλη στρατηγική. Ήμουν άλλωστε άπειρος ακόμα. Λίγους μήνες πριν ήμουν απλά ένας αδιάφορος άνθρωπος, και τώρα αναλάμβανα να αλλάξω τον κόσμο. Ήταν δύσκολο, όμως πίστευα ακράδαντα ότι θα το κατάφερνα.

Το τι συνέβη μετά δε χρειάζεται να το πω. Το ξέρεις. Το είδες στις ειδήσεις, το έζησες στους δρόμους, το άκουσες από τους φίλους σου. Προσπαθήσαμε. Όμως ήταν όλα εναντίον μας. Οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι αστυνομικοί. Όλοι όσοι μπορούσαν να μας βοηθήσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο ήταν εναντίον μας. Αναπόφευκτα, έστρεψαν εναντίον μας και τον κόσμο, τους απλούς ανθρώπους που κατά βάθος μας έβλεπαν με συμπάθεια. Και αλήθεια, πώς μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο όταν ο κόσμος δε θέλει να σωθεί; Μήπως τελικά αξίζει ο κόσμος τη μαύρη μοίρα του;

Μας κυνήγησαν. Μας περικύκλωσαν. Τώρα μας επιτίθενται. Φοβάμαι ότι σύντομα θα μας πιάσουν. Και όταν γίνει αυτό, δε θα μας βάλουν απλά στη φυλακή. Θα μας εκτελέσουν επιτόπου. Το ξέρω, αυτό θα συμβεί.

Αυτό το γράμμα είναι η διαθήκη μου. Δεν έχω τίποτα να αφήσω σε κανέναν, παρά μόνο αυτό το κομμάτι χαρτί. Ό,τι είχα το επένδυσα στον αγώνα μας. Αν έχω μία ελπίδα πριν πεθάνω, αυτή είσαι εσύ. Δεν ξέρω ποιος είσαι. Όμως θέλω να πεις την ιστορία μου. Να τη διαδώσεις. Να πεις την αλήθεια. Εκείνοι θα πουν ψέματα. Θα με συκοφαντήσουν, και εμένα και τους άλλους. Πρέπει ο κόσμος να μάθει ότι είναι όλα ψέματα. Πρέπει να καταλάβει. Είσαι η μόνη μου ελπίδα. Ίσως η μόνη ελπίδα του κόσμου.»

————————————————————
– Λοιπόν; Έχουμε αιτία θανάτου;
– Ναι, είναι σαφές: Μαζική αυτοκτονία.
– Όπως το περίμενα. Έχει τρελαθεί ο κόσμος.
– Ναι, πράγματι. Έχει τρελαθεί ο κόσμος.
– Αυτό το χαρτάκι που κρατάς τι είναι;
– Α, τίποτα. Το είχε ένας από αυτούς στην τσέπη του. Μια λίστα για ψώνια.
– Α, καλά, πέτα τη στα σκουπίδια. Δεν τη χρειαζόμαστε.
– Μάλιστα, αρχηγέ.

——————————-
Η καθαρίστρια που πέρασε το βράδυ από το γραφείο βρήκε τον σκουπιδοτενεκέ άδειο.

Advertisements